You are here

*T4

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cels. De med. 7, Prooem. 2-3

1Haec autem pars (sc. medicinae, i.e. chirurgia) cum sit vetustissima,

magis tamen ab illo parente omnis medicinae Hippocrate2  quam a

prioribus exculta est. deinde posteaquam diducta3 ab aliis habere

professores suos coepit, in Aegypto quoque Philoxeno4  maxime in-

 crevit5,6 auctore, qui pluribus voluminibus hanc partem diligentissime

conprehendit7. Gorgias8  quoque et Sostratus  et Heron  et Apollo-

nii9 duo  et Hammonius10  Alexandrini multique alii celebres viri

singuli quaedam reperierunt11.

  1. [Vid. Cels. De med. (7.) edd. Marx (cum siglis) et Spencer; vid. etiam Deichgräber GrEmp 277.]
  2. 2 hippograte Fm.1
  3. 3 deducta F
  4. 4 philoxeno Fm.2: phyloxeno VJ; pholoxeno Fm.1
  5. 4-5 increpuit Vm.1 ‖
  6. increvit ante Ph. max. J
  7. 6 conprehendit V (it. Marx Spencer): compr- FJ (it. Deichgräber, fort. recte) ‖
  8. gargias Jm.1
  9. 6-7 appollonii J ["Einer dieser Apollonii ist Apollonios von Kition. Vgl. Wellmann Hermes 23, 1888, 565" Deichgräber (p. 208, adnot.); vid. et RE s.v. Apollonios no. 102.]
  10. 7 hammonius J: ammonius FV
  11. 8 reperierunt FV: reppe- J.
Κέλσ. Περὶ ἰατρ. 7, Προοίμ. 2-3

Αὐτὸ λοιπὸν τὸ μέρος (δηλ. τῆς Ἰατρικῆς, τουτέστιν ἡ Χειρουργική),

ἐνῶ ἦταν πανάρχαιο, πιὸ πολὺ ἐντούτοις καλλιεργήθηκε ἀπὸ τὸν

ἴδιο τὸν πατέρα ὅλης τῆς Ἰατρικῆς τὸν Ἱπποκράτη παρὰ ἀπὸ τοὺς

προγενεστέρους. Ἔπειτα, ἀφοῦ διασπάστηκε ἀπ' ἄλλους, ἄρχισε νὰ

ἔχει τοὺς δικούς της διδασκάλους, καὶ στὴν Αἴγυπτο ἀναπτύχθηκε

τὰ μέγιστα μὲ κύριο εἰσηγητὴ τὸν Φιλόξενο, ὁ ὁποῖος σὲ διάφορα

συγγράμματα καταπιάστηκε μ' αὐτὸ τὸ μέρος (τῆς Ἰατρικῆς) ἐπιμε-

λέστατα. Ὁ Γοργίας ἐπίσης καὶ ὁ Σώστρατος καὶ ὁ Ἥρων καὶ οἱ

δύο Ἀπολλώνιοι καὶ ὁ Ἀμμώνιος οἱ Ἀλεξανδρινοὶ καὶ πολλοὶ

ἄλλοι ἐπιφανεῖς ἄνδρες ἐφεῦραν ὁ καθένας κάτι.

Σχόλια: 

T4

Πηγή: Celsus (De med. 7, Proem. 2-3: Κέλσος, Περὶ ἰατρ. 7, Προοίμ. 2-3), Ρωμαῖος ἐγκυκλοπαιδιστὴς τῆς ἐποχῆς τοῦ Τιβερίου (14-37 μ.Χ.), τοῦ ὁποίου τὸ Περὶ ἰατρικῆς (De medicina) τμῆμα τοῦ Περὶ τεχνῶν (De artibus) ἔργου του διασώθηκε ὁλόκληρο (μαζὶ μὲ λίγα ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα τμήματα). Γραμμένο περὶ τὸ 25-35 μ.Χ. τὸ ἔργο αὐτὸ ἀγνοήθηκε ἀπὸ τοὺς σύγχρονους καὶ μετα­γενέστερους ἰατροὺς τῆς ἀρχαιότητας, ἔγινε ὅμως γνωστὸ καὶ προβλήθηκε ἰδιαίτερα κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Ἀναγέννησης, τὰ δὲ Λατινικά του κατέστησαν πρότυπο γραφῆς, κι ὁ ἴδιος ἀποκλήθηκε «Κικέρων τῆς ἰατρικῆς» καὶ «Ρωμαῖος Ἱπποκράτης» (Μανιάτης ΙστΙ1 206-7, κ.ἄ.). Ὁ Aulus Cornelius Celsus ὑπῆρξε ὄντως σημαντικὸς ἱστορικὸς τῆς ἰατρικῆς (θεωρούμενος ἀπὸ πολλοὺς ὡς ὁ μέγιστος τῶν Ρωμαίων ἰατρικῶν συγγραφέων)· ἂν ἦταν ὁ ἴδιος ἰατρός, παραμένει πρόβλημα. Βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα: J. Scarborough RMed2 (1969)· Pollak ΙατρΑ3 236-37, 242-44, 295-302 (κ.ἀ.), Krug ΑρχΙ4 15 κἑ., 28 κἑ., 65 κἑ., 107 κἑ., 115 κἑ. (κ.ἄ.), Smith HiTr5 128 κἑ. (κ.ἀ., συχνά), Μαρκέτος, ΙστΙ6 105 κἑ. (ἀρ. 192 κἑ.)· εἰσαγωγὲς τῶν ἐκδόσεων Marx (Teubn., 1915: CML7 Ι) καὶ Spencer8 (Loeb, 1935)· συνοπτικά: Kenney – Clausen ΙΛΛ39 661-62 καὶ 1130 (κ.ἀ.) καὶ Graf ΕΑΡ10 249, μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία.
   Στὸ ἔργο του δὲν λείπει ἡ μνεία Κυπριακῶν φαρμακευτικῶν ὑλῶν: Περὶ ἰατρ. 5.7.1 cinis Cyprius (: σποδὸς Κυπρία), 5.11.1 sampsychus Cyprius (σάμψυχον Κύπριον)· βλ. καὶ 5.24.3 rosa cyprus, 6.6.34a cypro καὶ cypri (cyprus [θηλ.]: ἡ κύπρος). Νὰ σημειωθεῖ ὅτι καλλιτεχνικὲς παραστάσεις ὅπως ἡ σκηνὴ ἀκρωτηριασμοῦ σὲ Κυπριακὸ ἀγγεῖο τοῦ 700 περ. π.Χ. (Εἰκ. 8) ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἡ χειρουργικὴ ἦταν ὄντως παλαιότατη (vetustissima [στ. 1]).

2. Hippocrate: omnis medicinae parens (: πατὴρ [γεννήτωρ, γενέτης] ὅλης τῆς ἰατρικῆς), κατὰ τὸν Κέλσο, ὁ Ἱπποκράτης ὁ Κῷος (460[;]-περ. 365 π.Χ.), τῶν Ἀσκληπιαδῶν (Πλάτ. Πρωτ. 311b 6 καὶ Φαῖδρ. 270c 3, Σουίδ. σ.λ. Ἱπποκράτης [ι 564], κ.ἀ.), Ἡρακλείδου υἱός (Σουίδ. ὅ.π., κ.ἀ.), εὐτύχησε νὰ εἶναι ὁ κληρονόμος μιᾶς πλούσιας ἰατρικῆς παράδοσης στὴ γενέτειρά του καὶ στὴ γειτονικὴ Κνίδο, νὰ ἀπαθανατιστεῖ ἤδη ἀπὸ τὸν σύγχρονό του Πλάτωνα (μὲ ἰδιαίτερα σημαντικὴ τὴν ἀναφορὰ στὸν Φαῖδρ. 270c 1 κἑ. [9 Τὸ τοίνυν περὶ φύσεως σκόπει τί ποτε λέγει Ἱπποκράτης τε καὶ ὁ ἀληθὴς λόγος], ὅπου ἡ συζήτηση γιὰ τὸ ἂν εἶναι δυνατὸ νὰ κατανοήσει κανεὶς τὴ φύση τῆς ψυχῆς ἄνευ τῆς τοῦ ὅλου φύσεως: βλ. Lesky ΙΑΕΛ511 673-4) καὶ τὸν Ἀριστοτέλη (Πολ. 1326a 15 Ἱπποκράτην οὐκ ἄνθρωπον ἀλλ' ἰατρὸν εἶναι μείζω φήσειεν ἄν τις τοῦ διαφέροντος κατὰ τὸ μέγεθος τοῦ σώματος, πβ. Ἀλεξ. Ἀφρ. Σχόλ. Ἀριστοτ. 105a 34 θείη γὰρ ἄν τις ὡς ἔνδοξον τὸ ὑπὸ Ἱπποκράτους λεγόμενον ἐν ἰατρικῇ καὶ τὸ ὑπὸ Ἀρχιμήδους ἐν γεωμετρίᾳ καὶ τὸ ὑπὸ Ἀριστοξένου ἐν μουσικῇ), καὶ νὰ ἀποκτήσει φήμη λαμπρή. Τί ἀπὸ ὅσα –πάμπολλα– ἀποδίδονται σ' αὐτὸν εἶναι ὄντως δικά του, παραμένει πρόβλημα. (Ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία εἶναι ἤδη δυσθεώρητη· ἀξιόλογη σύνοψη: Lesky ΙΑΕΛ511 681-83 [γιὰ τὸν Ἱπποκράτη: 672 κἑ.], Λυπουρλῆς ΙππΣυλλ12 19-21 [13 κἑ.] καὶ ΙππΙΘΠ13 32-36 [11 κἑ.]. Ἀναλυτικά: Jouanna Ἱπποκρ.14 καὶ Smith HiTr5. Συνοπτικά: Τσεκουράκης ΙππΦΑ5 9-18. Βλ. ἐπίσης: Pollak ΙατρΑ3 145 κἑ. [κυρίως 174-77, καὶ γιὰ τὴ Χειρουργική: 76 κἑ., 240 κἑ., κ.ἀ.], Κιαπόκας Ἱπποκρ.15 [7 κἑ., βιβλιογραφία κυρίως Ἑλληνική: 153-57], Μανιάτης ΙστΙ1 133 κἑ., καὶ ἄλλα πολλά· γιὰ τὴ χειρόγραφη παράδοση τοῦ κειμένου: Irigoin ΠΚρΚ16 231-54 [κ.ἀ.].)
   Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἀναφορὰ σὲ Κυπριακὲς φαρμακευτικὲς ὕλες σὲ δύο Ἱπποκρατικὰ ἔργα: Π. ἑλκ. 13.2 ξὺν τῇ σποδῷ τῇ Κυπρίῃ καὶ Γυναικ. 37.31 μέλαν τὸ Κύπριον, 84.4 Κύπριον ἅλας, 90.7 σποδὸν Κυπρίην, 103.7 καὶ 104.8, 10, 13 σποδὸς Κυπρίη, 104.17 σποδὸν τῆς Κυπρίης τῆς χαλκίτιδος. Στὴν πρώτη περίπτωση ἡ σποδὸς ἡ Κυπρίη χρησιμοποιεῖται σὲ κατάπλασμα (βλ. 11.1 κἑ.), ποὺ ἀποτρέπει τὰ νεότρωτα διαπυΐσκεσθαι (13.1 κἑ., ὅπου ἀναφορὰ σὲ φαρμακευτικὲς ὕλες χωρὶς τὸν τόπο προέλευσης, μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι –ὅπως καὶ ἀλλοῦ– Κυπριακές). Στὴ δεύτερη περίπτωση τὸ μέλαν τὸ Κύπριον χρησιμοποιεῖται κατὰ τὰ ἐπιμήνια (37.30): Ἐπὴν δὲ τὰ ἐπιμήνια γένηται, τὰς μὲν ἐν ἀρχῇ ἡμέρας τρεῖς, τρίβουσα μέλαν τὸ κύπριον, καὶ ἁλὸς χόνδρον ἐπιχέασα, εἰρίῳ ἀναφορύξαι· τοῦτο ἐν τῷ σώματι ἐχέτω ἐπ' ὀλίγον, καὶ νῆστις οἶνον ἄκρητον εὐώδεα ἐπιῤῥοφεέτω. Τὸ Κύπριον ἅλας χρησιμοποιεῖται σὲ καθαρτικόν, τὸ ὁποῖο (84.1:) μαλθακὸν ὕδωρ ἄγει καὶ δέρματα καὶ ἰχῶρα ὕφαιμον, καὶ καταμήνια κατασπᾷ, ἢν μὴ πουλυχρόνια ᾖ, καὶ ὑστερῶν στόμα μαλθάσσει. Ἡ σποδὸς ἡ Κυπρίη, τέλος, χρησιμοποιεῖται σὲ ἔμπλαστρα (90.5 Ἢν ἑλκωθῇ [sc. τὸ αἰδοῖον] ἢ φλυκταινῶν ἀνάπλεα ᾖ ἐν τῇ καθάρσει ἄκρα τὰ χείλεα, 102.1 κἑ. Ὀφθαλμικά, 103.7 ἕτερον ἔμπλαστρον ἰσχυρότερον, 104.8 Ξηρὸν μαλακόν· σποδὸς Κυπρίη κ.ἄ., 104.9 Ἕτερον ξηρόν· σποδὸς Κυπρίη κ.ἄ., 104.13 Ἕτερον· ὄμφακος χυλὸς καὶ σποδὸς Κυπρίη· τὴν ὄμφακα ἀκμάζουσαν χρὴ ἐκπιέσαι τὸν χυλὸν δι' ὀθονίου ἐς χαλκὸν ἐρυθρόν, καὶ μῖξαι ὄξεος τρίτον μέρος λευκοῦ ὡς ὀξυτάτου, καὶ οὕτω καθεψεῖν ἐν τῷ ἡλίῳ, καὶ ἀναταράσσειν πεντάκις τῆς ἡμέρης· ὅταν δὲ παχὺς γένηται ὁ χυλός, σποδὸν τῆς Κυπρίης τῆς χαλκίτιδος λείην ἐμβαλεῖν καὶ ἀναμῖξαι, ἐμβάλλειν δὲ τὴν σποδόν, ὅταν ἑκταῖος ἢ ἑβδομαῖος ὁ χυλὸς ἐν τῷ ἡλίῳ κείμενος ᾖ, ἐς κοτύλην ἀττικὴν τοῦ χυλοῦ τῆς σποδοῦ δραχμὰς ὀκτώ· ἐὰν δὲ βούλῃ δριμύτερον εἶναι, ἐλάσσω τὴν σποδόν· ἐὰν δὲ μαλθακώτερον, πλέω· μετὰ δὲ ταῦτα ξηραίνειν, ἄχρις οὗ δυνατὸν διαπλάσαι φθόεις· εἶτα ἐγξηραίνειν, κρεμάσας ἄνω ὑπὲρ καπνοῦ, καὶ οὕτω ξηραίνειν μέχρις οὗ ὀστρακῶδες γένηται, ὥστε τριβόμενον μὴ ξυστρέφεσθαι, εἶθ' οὕτως χρῶ· κείσθω δὲ ὅκου ἰκμάδα μὴ ἕξει. Ἕτερον ξηρόν· σποδὸς χαλκῖτις ὄξει πεφυρμένη λευκῷ, εἶτα φθόεις ποιήσας ξηρῆναι· ὅταν δὲ ξηρανθῇ, λεῖον τρίβειν.). Κι ἂν ἀκόμα τὰ ἀνωτέρω ἔργα δὲν ἀνήκουν στὸν ἴδιο τὸν Ἱπποκράτη, ἡ οὕτως ἢ ἄλλως πρώιμη χρήση Κυπριακῶν φαρμακευτικῶν ὑλῶν εἶναι ἀξιο­σημείωτη· καὶ ἡ συμβολὴ τοῦ Συέννεση (βλ. κατωτ. 32 Τ1 καὶ F1) προβάλλει ὡς πιθανή.

4. Philoxeno: Τοῦ Κλαυδίου Φιλοξένου χειρουργοῦ –ποὺ φαίνεται νὰ ἄκμασε πρὸς τὰ τέλη τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. (πβ. Krug ΑρχΙ4 67 [: «γύρω στον 1ο αι. π.Χ., λίγο προτού καταστραφεί από πυρκαγιά κατά τον "Αλεξανδρινό πόλεμο" του 48 π.Χ. η Βιβλιοθήκη»] καὶ Μαυρ. Ἀρχιγ.17 248: «2ος αἰ. π.Χ.»), στὴν Ἀλεξάνδρεια– κύρια πηγὴ εἶναι ὁ Γαληνός, ὁ ὁποῖος μνημονεύει διάφορα φάρμακά του: Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 683.18 Φιλοξένου χειρουργοῦ πρὸς πολύποδας, ὀζαίνας, πᾶν ὑπερσάρκωμα, αἱμορροΐδας, καὶ ἐὰν βούλῃ ἐσχαρῶσαι, 731.1 Φιλοξένου ξηρὸν ἀχάριστον καὶ 731.4 τοῦ αὐτοῦ πρὸς ξηροφθαλμίαν καὶ σύκωσιν καὶ σηπεδόνας καὶ ὑπερσαρκώματα, 735.1 ξηρὸν Φιλοξένου πρὸς κνησμώδεις κανθοὺς καὶ περι­βεβρωμένους, ποιεῖ καὶ πρὸς ἀμβλυωπίαν, 736.11 Φιλοξένου ὑγρὰ ὀξυδερκική, οὐλὰς καὶ τύλους ἀποσμήχει, 739.9 Φιλοξένου [737.5 κἑ. Αἰγυπτία πρὸς τύλους καὶ λευκώματα, κ.λπ.], 743.15 Φιλοξένου πρὸς ῥεῦμα πολὺ καὶ περιωδυνίας, 748.17 ἄλλο (sc. φαιόν, πρὸς πᾶν ῥεῦμα καὶ πᾶσαν ὀφθαλμίαν κ.λπ.) Φιλοξένου· σποδοῦ Κυπρίας κ.λπ.)· Π. συνθ. φαρμ. κ. γέν. XIII 539.13 Κλαυδίου Φιλοξένου, ἀπελοῦς ἐπιγραφομένη, ἔναιμος καταγματική (...), 645.5 Κλαυδίου Φιλοξένου χειρουργοῦ Αἰγυπτία (...), 738.16 ἡ διὰ χαμαιλέοντος, ᾗ ἐχρήσατο Φιλόξενος πρὸς τὰ ῥευματικὰ τῶν ἑλκῶν καὶ δυσαλθῆ, 742.11 καὶ 819.6 ἄλλη (sc. πρὸς τὰς κεχρονισμένας διαθέσεις καὶ τὰς τῶν νεύρων διακοπάς) ἐκ τῶν τοῦ Φιλοξένου. Τὸν μνημονεύουν ἐπίσης ὁ Ἀέτιος ὁ Ἀμιδηνός (Λόγ. ἰατρ. 7.31 καὶ 7.79, γιὰ φάρμακά του: πρὸς τοὺς βεβρωμένους κανθοὺς καὶ ψωρώδεις διαθέσεις καὶ κληροφθαλμίας καὶ πρὸς κνημώδεις κανθοὺς καὶ περιβεβρωμένους κ.λπ., 15.7 Φιλόξενος δέ φησί ποτε εὑρηκέναι ζῷα ἐν τῷ ὑγρῷ κώνωψιν ἢ μύαις μικραῖς ὅμοια, καὶ 16.42 τὰ μὲν οὖν ἀνέλκωτα καρκινώματα κρυπτὰ ὠνόμασαν οἱ πλεῖστοι τῶν ἀρχαίων, ὁ δὲ Φιλόξενος ἰδίως κρυπτὸν ὠνόμασε τὸ καρκίνωμα τὸ ἐν μήτρᾳ ἢ ἐντέροις γινόμενον, βλ. καὶ Μαυρ. Ἀρχιγ.18 248 σημ. 76, μὲ παραπομπές), καὶ ὁ Παῦλος ὁ Αἰγινήτης (Ἐπιτ. ἰατρ. 3.32.2 καὶ 7.11.25, γιὰ φάρμακα ἐπίσης: γιὰ ἐμπυήματα καὶ ἐμπυϊκοῖς καὶ χρονίως ῥευματιζομένοις). Βλ. μεταξὺ ἄλλων Michler AlChir19 58-60 καὶ 104-105, Pollak ΙατρΑ3 244 (240 κἑ. γιὰ τοὺς Ἀλεξανδρινοὺς χειρουργούς, 76 κἑ. [κ.ἀ.] γιὰ τὴ χειρουργικὴ τῶν προγενεστέρων, βλ. καὶ Μανιάτη ΙστΙ1 32, 71, 98 κἑ., 140 κἑ., κ.ἀ.), καὶ Μαυρ. ὅ.π. (μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία στὴ σημ. 75).

6. Gorgias: Ἀλεξανδρινὸς χειρουργός (2ος αἰ. π.Χ.), μνημονευόμενος ἀπὸ τὸν Κέλσο καὶ στὴ συνέχεια (Περὶ ἰατρ. 7.14) στὰ περὶ ὀμφαλοκήλης, μαζὶ μὲ τοὺς Ἥρωνα καὶ Σώστρατον (βλ. κατωτ.): Sunt etiam circa umbilicum plura vitia, de quibus propter raritatem inter auctores parum constet. (...) Sostratus nihil de omento dixit: duobus isdem adiecit carnem ibi interdum increscere, eamque modo integram esse, modo carcinomati similem. Gorgias ipse quoque omenti mentionem omisit: sed etiam tria causatus, spiritus quoque interdum eo dixit inrumpere. Heron omnibus his quattuor positis, et omenti mentionem habuit et eius (...). Βλ. Michler AlChir19 σσ. 61 καὶ 105, καὶ ΑΕΙ20 σ.λ. Γοργίας ὁ Ἀλεξανδρεύς (σελ. 136), μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία.

  Sostratus: Ἀλεξανδρινὸς χειρουργός, ἐπίσης, τοῦ 1ου αἰ. π.Χ. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κέλσο (Περὶ ἰατρ. 7.14 [βλ. ἀνωτ.] καὶ 7.4 Ventri nullum os subest, sed ibi perniciosae admodum fistulae fiunt, adeo ut Sostratus insanabiles esse crediderit, κ.λπ.), τὸν μνημονεύουν: ὁ Γαληνός, Π. ἀντιδ. XIV 184.1 (2.14 [922]: βλ. κατωτ. 35 *F7b.2 μὲ σημ.)· ὁ ψευδο-Γαληνός, Π. ἐπιδ. XVII1 823.13 καὶ 16 (γιὰ τὴν στηθοδεσμίδα τὴν ὀρθίαν, ποὺ ἐπινόησε)· ὁ Σωρανός, Γυναικ. 4.12 καὶ 14 (4.9 κἑ.: Περὶ ἐμβρυουλκίας καὶ ἐμβρυοτομίας). Βλ. Michler AlChir19 106-8 (μὲ βιβλιογραφία)· συνοπτικά: Μανιάτης ΙστΙ1 174 (καὶ von Staden Heroph.21 518 σημ. 22).

   Heron: Χειρουργὸς καὶ ὀφθαλμίατρος ὁ Ἥρων ὁ Ἀλεξανδρεύς, τοῦ 1ου αἰ. π.Χ., μνημονεύεται ἀπὸ τὸν Κέλσο καὶ στὸ 7.14 τοῦ ἴδιου ἔργου (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Gorgias), ἀπὸ τὸν Γαληνό: Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 745.15 Ἥρωνος ὀφθαλμικοῦ ὁ ψιττακὸς πρὸς περιωδυνίας καὶ ῥεῦμα πολὺ ὑπνοποιεῖ παραχρῆμα, καὶ πιθανῶς τὸν Σωρανό: Γυναικ. 2.5: τρεῖς δὲ γυναῖκες ὑπηρέτιδες ἔστωσαν προσηνῶς δυνάμεναι τὸ δειλὸν παραμυθεῖσθαι τῆς κυοφορούσης, κἂν μὴ πεπειραμέναι τῶν τοκετῶν τυγχάνωσιν, ὧν δύο μὲν ἑκατέρωθεν, μία δὲ ἐξόπισθεν διακρατοῦσα πρὸς τὸ μὴ διὰ <τοὺς> πόνους τὴν κύουσαν παρεγκλίνειν. μὴ παρόντος δὲ τοῦ μαιωτικοῦ δίφρου καὶ ἐπὶ μηροῖς γυναικὸς καθεζομένης ὁ αὐτὸς δύναται γενέσθαι σχηματισμός· δεῖ δὲ τὴν γυναῖκα τυγχάνειν εὔτονον, ἵνα καὶ τὸ βάρος ἐνέγκῃ τῆς ἐφεδραζομένης γυναικὸς καὶ παρὰ τὰς ὠδῖνας κατέχειν αὐτὴν δύνηται. λοιπὸν δὲ ἡ μαῖα περιζωσαμένη κοσμίως ἄνωθεν καὶ κάτωθεν καθεζέσθω μὲν ἄντικρυς τῆς ἀποτικτούσης ταπεινοτέρα· δεῖ γὰρ ἐξ ὑπερκειμένων εἰς τὰ ὑποκείμενα τὴν ἐξολκὴν γίνεσθαι τοῦ ἐμβρύου. τὸ δὲ εἰς τὸ γόνυ καθίζειν αὐτήν, ὡς ἐδοκίμασάν <τινες>, μετὰ τοῦ δυσεργοῦς καὶ ἄσχημον· ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ ἑστῶσαν ἐν βόθρῳ χάριν τοῦ μὴ ἐξ ὑπερκειμένου τὰς χεῖρας ἐπιβαλεῖν, ὡς ἠξίωσεν <Ἥρων> τοῦτο γὰρ οὐ μόνον ἀπρεπές, ἀλλὰ καὶ ἀδύνατον ἐπὶ τῶν διστέγων οἴκων. καθεζέσθω τοίνυν ἡ μαῖα, διεστῶτας τοὺς μηροὺς ἔχουσα καὶ μικρὸν τὸν εὐώνυμον προκλίνουσα πρὸς τὸ εὐεργὲς τῆς εὐωνύμου χειρός, ἔμπροσθεν, ὡς εἴρηται, τῆς ἀποτικτούσης. τοὺς μὲν γὰρ πλαγίους τοῦ δίφρου πόδας ἀποπεφράχθαι παραινοῦμεν, τὰ δὲ ἐξόπισθεν εἰς ἀναγκαίαν κατέχεται χρείαν ὑπὸ τῆς ὑπηρετούσης [εἰςπτύγματος γὰρ ὑποθέσει τὸν δακτύλιον αὐτῆς ἀποκρατεῖν δεῖ διὰ τὰς ἐν τῇ ἐντάσει γινομένας προπτώσεις καὶ ῥήξεις. εἶτα καλὸν καὶ τὴν ὄψιν τῆς κυοφορούσης φαίνεσθαι τῇ μαίᾳ. ἥτις παραμυθείσθω τὸ δειλὸν αὐτῆς εὐαγγελιζομένη τὸ ἄφοβον καὶ τὴν εὐτοκίαν. Βλ. Michler AlChir19 63 καὶ 108.

6-7. Apollonii duo: Ἀπολλώνιοι δύο, πατήρ τε καὶ υἱός, Ἀντιοχεῖς, κατὰ τὸν ψευδο-Γαληνό (Εἰσαγ. XIV 683.17-18), σὲ ἕνα λίαν ἐνδιαφέρον χωρίο σχετικὰ μὲ τὸ Tίνες προέστησαν τῶν τριῶν αἱρέσεων: (683.6) Προέστησαν δὲ τῆς μὲν λογικῆς αἱρέσεως Ἱπποκράτης Κῷος, ὃς καὶ αἱρεσιάρχης ἐγένετο καὶ πρῶτος συνέστησε τὴν λογικὴν αἵρεσιν, μετὰ δὲ τοῦτον Διοκλῆς ὁ Καρύστιος, Πραξαγόρας Κῷος, Ἡρόφιλος Χαλκηδόνιος, Ἐρασίστρατος Χῖος, Μνησίθεος Ἀθηναῖος, Ἀσκληπιάδης Βιθυνός, Κιανός, ὃς καὶ Προυσίας ἐκαλεῖτο. τῆς δὲ ἐμπειρικῆς προέστησε Φιλῖνος Κῷος, ὁ πρῶτος αὐτὴν ἀποτεμνόμενος ἀπὸ τῆς λογικῆς αἱρέσεως, τὰς ἀφορμὰς λαβὼν παρὰ Ἡροφίλου, οὗ καὶ ἀκουστὴς ἐγένετο. θέλοντες δὲ ἀπαρχαΐζειν ἑαυτῶν τὴν αἵρεσιν, ἵνα ᾖ πρεσβυτέρα τῆς λογικῆς, Ἄκρωνα τὸν Ἀκραγαντῖνόν φασιν ἄρξασθαι αὐτῆς. μετὰ Φιλῖνον ἐγένετο Σεραπίων Ἀλεξανδρεύς, εἶτα Ἀπολλώνιοι δύο, πατήρ τε καὶ υἱός, Ἀντιοχεῖς. μεθ' οὓς Μηνόδοτος καὶ Σέξτος, οἳ καὶ ἀκριβῶς ἐκράτυναν αὐτήν. μεθοδικῆς δὲ ἦρξε μὲν Θεμίσων ὁ Λαοδικεὺς τῆς Συρίας, παρ' Ἀσκληπιάδου τοῦ λογικοῦ ἐφοδιασθεὶς εἰς τὴν εὕρεσιν τῆς μεθοδικῆς αἱρέσεως. ἐτελείωσε δὲ αὐτὴν Θεσσαλὸς ὁ Τραλλιανός. οἱ δὲ μετὰ τούτους Μνασέας, Διονύσιος, Πρόκλος, Ἀντίπατρος· διεστασίασαν δὲ περί τινων ἐν αὐτῇ Ὀλυμπιακὸς ὁ Μιλήσιος καὶ Μενέμαχος ὁ Ἀφροδισεὺς καὶ Σωρανὸς ὁ Ἐφέσιος. ἐγένοντο δέ τινες καὶ ἐπισυνθετικοί, ὡς Λεωνίδης ὁ Ἀλεξανδρεύς. καὶ ἐκλεκτοί, ὡς Ἀρχιγένης ὁ Ἀπαμεὺς τῆς Συρίας. Οἱ Ἀπολλώνιοι δύο κατατάσσονται στοὺς ἐμπειρικοὺς ἰατρούς, τοποθετοῦνται δὲ χρονικὰ μετὰ τὸν ὀπαδὸ τοῦ Φιλίνου τοῦ Κῴου (3ος αἰ. π.Χ.: βλ. κατωτ. F5.12) Σεραπίωνα τὸν Ἀλεξανδρέα (3/2 αἰ. π.Χ. [βλ. Μανιάτη ΙστΙ1 172] ἢ τὸ α´ ἥμισυ τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. [βλ. Μαυρουδῆ Ἀρχιγ.17 344, μὲ βιβλιογραφία στὴ σημ. 406], καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν Μηνόδοτο (β´ ἥμισυ τοῦ 2ου αἰ. π.Χ., πιθανῶς). Κατὰ τὰ ἀνωτ. εὐλόγως προβάλλουν ὡς οἱ Ἀπολλώνιοι δύο, πατήρ τε καὶ υἱός, Ἀντιοχεῖς δύο ἰατροὶ ποὺ ἄκμασαν περὶ τὸ 175 καὶ τὸ 150 π.Χ., ἀντίστοιχα. Ὁ Ἀπολλώνιος ὁ Μεμφίτης καὶ ὁ Ἀπολλώνιος ὁ Κιτιεύς, ποὺ μὲ ἀμφιβολίες προτείνει ὁ Harles (ArApM22 17 [βλ. καὶ 14]: «An Apollonii duo, quos Celsus libr. VII in praefat. ut chirurgos celebres profert, Memphitis et Citieus fuerint?»), φαίνεται νὰ ἀποκλείονται (βλ. καὶ Smith HiTr5 212, καὶ κατωτ. F7.4 καὶ 8-11). Ἀντίθετα, ὁ Γαληνός, σ' ἕνα σημαντικὸ χωρίο τοῦ Εἰς Ἱππ. γ´ Ἐπιδημ. (XVII1 618.7 κἑ.) δὲν φαίνεται νὰ ἀφήνει περιθώρια ἀμφιβολίας ὅτι τὼ Ἀπολλωνίω του (625.18-19 Wenkebach23: ἴσως γάρ τις θαυμάσει περὶ τοῦ μεγέθους τῶν βιβλίων ὧν ἔγραψαν οἱ περὶ τὸν Ζήνωνά τε καὶ τὼ Ἀπολλωνίω) εἶναι οἱ ἀναφερόμενοι στὴν ἀρχὴ τῆς σχετικῆς περικοπῆς Ἀπολλώνιος ὁ ἐμπειρικὸς καὶ Ἀπολλώνιος ὁ Βυβλᾶς (618.11 κἑ.): γράψαντος (...) οὐ μικρὸν βιβλίον τοῦ Ζήνωνος περὶ τῶν χαρακτήρων, εἶθ' ἕτερον αὐτοῦ μεῖζον Ἀπολλωνίου τοῦ ἐμπειρικοῦ πρὸς αὐτὸν ἀντιγράψαντος, εἶθ' ὕστερον πάλιν ἐκείνῳ τοῦ Ζήνωνος ἀντειπόντος, Ἀπολλώνιος ὁ Βυβλᾶς (Βιβλᾶς Kühn24) ἐπικληθεὶς ἔγραψε μετὰ ταῦτα καὶ αὐτὸς ἤδη τεθνεῶτος τοῦ Ζήνωνος βιβλίον ὑπὲρ τῶν χαρακτήρων, οὐ μόνον ὡς διεσκευασμένους αὐτοὺς ἐλέγχων, ἀλλὰ καὶ τὸν καλούμενον παρεξέλεγχον ἐπ' αὐτοῖς πρὸς τὸν Ζήνωνα ποιησάμενος.

7. Hammonius: Ἀλεξανδρινὸς ἰατρός (περ. 50 π.Χ.-10 μ.Χ.), χειρουργός, ἀποκληθεὶς λιθοτόμος γιατὶ ἐφεῦρε μέθοδο –καὶ τὰ κατάλληλα χειρουργικὰ ἐργαλεῖα– γιὰ τὴ θραύση καὶ ἀφαίρεση μεγάλων λίθων ἀπὸ τὴν κύστη χωρὶς τραυματισμό (Κέλσ. Περὶ ἰατρ. 7.26.3c [= Ἀμμών. ἀπόσπ. 1 Michler19]: Si quando autem is [maior] non videtur nisi rupta cervice extrahi posse, findendus est: cuius repertor Hammonius ob id litho<to>mos cognominatus est, κ.λπ.: βλ. Pollak ΙατρΑ3 245), καὶ φαρμακολόγος, γνωστὸς κυρίως γιὰ τὸ κολλύριον ὑγ(ε)ίδιον (Ὀρειβ. Ἐκλ. φαρμ. 9.1 [Περὶ τῶν ἐν ὀφθαλμοῖς παθῶν.] Ἄλειμμα τὸ λεγόμενον ὑγείδιον, ὅ τινες Ἀμμωνίου ἐκάλεσαν, ποιοῦν πρὸς ἀρχομένας ὀφθαλμίας καὶ ἐπικαύματα καὶ κοιλώματα καὶ πρὸς πᾶν ἕλκος καὶ ὑποπύους, συγχύσεις, χημώσεις, προπτώσεις καὶ πρὸς τὰ χρόνια μυοκέφαλα, σταφυλώματα, ὀνύχια. ποιεῖ δὲ καὶ πρὸς τὰς ὑφ' ὑδατίδων γινομένας φλεγμονάς, ἀνακαθαίρει τε καὶ ἀναπληροῖ καὶ ἀπουλοῖ· τοὺς δὲ μὴ δυναμένους διά τινα αἰτίαν, ἤτοι διὰ πόνον κεφαλῆς ἢ δι' ὀφθαλμοῦ, κοιμηθῆναι ἄγει εἰς ὕπνον γεννικῶς ὡς ὑπνωτικὸν φάρμακον· χρῶ δ' ἢ μετ' ὠοῦ ἢ γάλακτος ἢ ὕδατος μέσῃ κράσει ἢ παχυτέρῳ [κ.λπ.]· βλ. καὶ Ἀέτ. Λόγ. ἰατρ. 7.117.22 κἑ. Κολλύριον τὸ ὑγίδιον [κ.λπ.]· βλ. ἐπίσης Παύλ. Ἐπιτ. ἰατρ. 7.16.13 [Ὑγίδιον Ἀμμωνίου, κ.λπ.], μὲ τὴ σχετικὴ συνταγή). Βλ. Pollak ΙατρΑ3 244-55, καὶ Michler AlChir19.

  1. Μανιάτης, Π. (2002), Ιστορία της Ιατρικής (Από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα), Καισαριανή.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  2. Scarborough, J. (1969), Roman Medicine, London.
  3. Pollak, K. (2005), Ἡ ἰατρικὴ στὴν ἀρχαιότητα. Ἑλλάδα – Ρώμη – Βυζάντιο. Ἡ ἰατρικὴ στὴ Βίβλο καὶ τὸ Ταλμούδ, Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  4. Krug, A. (1997), Αρχαία Ιατρική: Επιστημονική και Θρησκευτική Ιατρική στην Αρχαιότητα, Αθήνα.a↑ b↑
  5. Smith, W. D. (1979), The Hippocratic Tradition, Ithaca and London.a↑ b↑ c↑ d↑
  6. Μαρκέτος, Σ. (2000), Εικονογραφημένη Ιστορία της Ιατρικής, 4η εκδ., Αθήνα.
  7. Corpus Medicorum Latinorum, Leipzig.
  8. Spencer, W. G. (1935-1938), Celsus, De medicina, Vols. I-III, London – Cambridge, Mass..
  9. (1982), The Cambridge History of Classical Literature, Vol. II: Latin Literature, Cambridge.
  10. Graf, F. (2000), Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία, μτφρ. Νικήτας, Δ. Ζ.τóμ. τόμ. Β´: Ρώμη, Αθήνα.
  11. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑
  12. Λυπουρλῆς, Δ. (1991), Ἱπποκρατική Συλλογή, Κείμενα Ἑλληνικά,2 Ἡράκλειον.
  13. Λυπουρλῆς, Δ. (2000), Ιπποκράτης. Ιατρική θεωρία και πράξη: Περὶ ἀρχαίης ἰητρικῆς – Περὶ ἀέρων ὑδάτων τόπων – Προγνωστικόν – Περὶ διαίτης ὀξέων – Περὶ ἱερῆς νούσου, Θεσσαλονίκη.
  14. Jouanna, J. (1998), Ιπποκράτης, μτφρ. Δ. Δ. Τσιλιβέρδης Αθήνα.
  15. Κιαπόκας, Μ. Σ. (2001), Ιπποκράτης ο Κώος, Αθήνα.
  16. Irigoin, J. (2007), Παράδοση καί Κριτική τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν Κειμένων, μτφρ. Παγωνάρη-Ἀντωνίου, Π Ἀθήνα.
  17. Μαυρουδῆς, Α. Δ. (2000), Ἀρχιγένης Φιλίππου Ἀπαμεύς: Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα ἑνὸς Ἕλληνα γιατροῦ στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, Πονήματα: Συμβολὲς στὴν ἔρευνα τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Λατινικῆς Γραμματείας,3 Ἀθῆναι.a↑ b↑
  18. Marx, F. (1915), Auli Cornelii Celsi quae supersunt omnia, CML,I Leipzig and Berlin.
  19. Michler, M. (1968), Die Alexandrinischen Chirurgen. Eine Sammlung und Auswertung ihrer Fragmente, Hellenistische Chirurgie,1 Wiesbaden.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  20. Γεωργακόπουλος, Κ. (1998), Ἀρχαῖοι Ἕλληνες Ἰατροί, Ἀθῆναι.
  21. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .
  22. Harless, J. C. F. (1816), Analecta historico-critica: De Archigene Medico et de Apolloniis Medicis eorumque scriptis et fragmentis (Accedit Apollonii Erasistratei de scarificatione Fragmentum Graecum), Erlangae et Bambergae.
  23. Wenkebach, E. Galeni in Hippocratis Epidemiarum librum i/iii/vi commentaria iii/iii/i-vi, CMG,V.10.1 / V.10.2.1 / 5.10. 2.2 Leipzig.
  24. Kühn, C G. (1821-1833), Κλαυδίου Γαληνοῦ Ἅπαντα. Claudii Galeni Opera omnia, Vols. I-XX, Leipzig.