You are here

*T3

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Galen. De dign. puls. VIII 955.7-956.4 K.

1Τί γὰρ οὐκ εἴρηται τοῖς νεωτέροις ἰατροῖς εἰς τὸ πρόβλημα, τοῖς

μὲν κατασκευά­ζουσιν ἐπίστασθαι τὸν Ἡρόφιλον  καὶ ταύτην

τοῦ σφυγμοῦ  τὴν διαφοράν, τοῖς δ' ὡς οὐκ οἶδεν ἐγχειροῦσι

δεικνύειν; ἀταλαίπωροι2  μὲν οὖν ἑκάτεροι καὶ ἐλεεῖσθαι δί-

  καιοι, τῆς μὲν ἀμαθείας3 οἱ πρότεροι, τῆς φιλονεικίας δ' οἱ δεύ-

τεροι. ἀταλαίπωροι δὲ καὶ ἡμεῖς, οἷς γε οὐκ ἀρκεῖ τὴν ἰδίαν

ἀσκεῖν θεωρίαν τῆς τέχνης, ἀλλὰ τί μὲν Ἡρόφιλος εἶπεν, τί δ'

Ἡρακλείδης  τε καὶ Χρύσερμος  καὶ Ἡγήτωρ  οὐκ ὀρθῶς ἐξη-

γήσαντο, τί δ' ἀντεῖπον4  Ἀπολλώνιός  τε καὶ Βακχεῖος  καὶ

Ἀριστόξενος  εἰδέναι βουλόμεθα5· καὶ εἰ μὴ βουλόμεθα δέ, πάν-

τως ἀναγκαζόμεθα καὶ διττῶν ἀπολαύομεν κακῶν, ὅτι τε

φλυαροῦμεν οὐδὲν δέον ὅτι τε μὴ βουλόμενοι τοῦτο δρῶμεν,

ὥσπερ ἐκεῖνοι. νῦν γοῦν ἐμὲ δεῖ δυοῖν θάτερον, ἢ δοκεῖν Ἀρχι-

γένει  τε καὶ Ἡροφίλωι καὶ μυρίοις ἄλλοις τἀναντία λέγειν ἢ

δεικνύειν ὅτι καθ' Ἡρόφιλον οὐδείς ἐστι πλήρης σφυγμός.

  1. [Vid. Kühn l.c. et von Staden Heroph. fr. 162.20-34 (p. 335); vid. etiam Schöne Ap. Cit. p. XXV n. 45: 5 ἀταλ. – 10 βουλόμεθα; Deichgräber GrEmp 170 (cod. A) et Guardasole Eracl. T27 (p. 162; codd. NC): 6 ἀταλ. – 10 βουλόμεθα.]
  2. 4, 6 ἀταλαίπωροι codd., Kühn, Guardasole (6); dubit. iteravimus, coll. Galen. De d. decr. IX 796.3 al. sim.: {}ταλ- Schöne, Deichgräber (6), ταλ- von Staden, fort. recte (sed ἀταλ- lectio diff. est)
  3. 5 ἀμαθίας Schöne
  4. 9 ἀντεῖπον post Schöne Deichgräber von Staden dubit. scripsimus: ἂν εἶπεν codd. (ἄν τ' εἶ. C), Kühn Guardasole
  5. 10 post βουλόμεθα forte dist. cett.
Γαλην. Περὶ διαγν. σφυγμ. VIII 955.7-956.4 K.

Καὶ τί δὲν ἔχει λεχθεῖ ἀπὸ τοὺς νεώτερους ἰατροὺς σχετικὰ μὲ τὸ

πρόβλημα αὐτό, μὲ ἄλλους μὲν νὰ ἐπινοοῦν ὅτι ὁ Ἡρόφιλος γνώριζε

κι αὐτὴ τὴ διαφορὰ τοῦ σφυγμοῦ καὶ ἄλλους νὰ ἐπιχειροῦν νὰ δεί-

ξουν ὅτι δὲν ἤξερε; Ἀκαταπόνητοι μὲν λοιπὸν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ

καὶ ἄξιοι συμπόνιας, γιὰ τὴν ἀμάθειά τους οἱ πρῶτοι, γιὰ τὴν ἐπι-

μονή τους οἱ δεύτεροι. Ἀκαταπόνητοι ὅμως κι ἐμεῖς, ποὺ δὲν μᾶς

ἀρκεῖ νὰ ἀσκοῦμε τὴ δική μας θεωρία τῆς τέχνης, ἀλλὰ θέλουμε νὰ

ξέρουμε τί εἶπε ὁ Ἡρόφιλος, τί ὁ Ἡρακλείδης καὶ ὁ Χρύσερμος καὶ ὁ

Ἡγήτωρ ἐσφαλμένα ἑρμήνευσαν, τί ἀντέτειναν ὁ Ἀπολλώνιος

καὶ ὁ Βακχεῖος καὶ ὁ Ἀριστόξενος· κι ἂν ἀκόμα δὲν τὸ ἐπιθυμοῦ-

με, πάντως ἀναγκαζόμαστε καὶ ἀπολαύουμε διττὰ κακά, καὶ διότι

φλυαροῦμε χωρὶς νὰ χρειάζεται καὶ διότι πράττουμε τοῦτο χωρὶς νὰ

τὸ ἐπιθυμοῦμε, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι. Τώρα λοιπόν, ὅπως κι ἂν ἔχει

τὸ πράγμα, ἐγὼ πρέπει νὰ κάνω τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, ἢ νὰ δίνω τὴν

ἐντύπωση ὅτι λέω τὰ ἀντίθετα πρὸς τὸν Ἀρχιγένη καὶ τὸν Ἡρόφιλο

καὶ μύριους ἄλλους ἢ νὰ ἀποδείξω ὅτι κατὰ τὸν Ἡρόφιλο δὲν ὑ-

πάρχει κανένας πλήρης σφυγμός.

Σχόλια: 

Πηγή: Γαληνός (Περὶ διαγν. σφυγμ. VIII 955.7 κἑ. Kühn1), διασημότατος ἰατρός, Περγαμηνός (...), πολλὰ συντεταχὼς ἰατρικά τε καὶ φιλόσοφα, ἔτι τε γραμματικὰ καὶ ῥητορικά (...), κατὰ τὸν Σουίδα σ.λ. Γαληνός (σημαίνει δὲ καὶ τὸν ἥσυχον, κατὰ τὴν ἴδια πηγή· πβ. Ἡσύχ. σ.λ. γαληνόν· ἥσυχον. ἱλαρόν. εὔδιον). Γεννημένος τὸ 129 μ.Χ. (υἱὸς Νίκωνος γεωμέτρου καὶ ἀρχιτέκτονος [Σουίδ. ὅ.π.], ὁ ὁποῖος τὸν μύησε πρῶτος στὴ φιλοσοφία), μὲ λαμπρότατες σπουδές (στὴν Πέργαμο καὶ τὴ Σμύρνη, στὴν Κόρινθο, στὴν Ἀλεξάνδρεια), ἄσκησε τὸ ἰατρικὸ ἐπάγγελμα στὴ γενέτειρά του (157-161, καὶ 166-167) καὶ –κυρίως– στὴ Ρώμη (162-166 καὶ 168/9 μέχρι τὸ 193 περίπου μ.Χ.), στοὺς χρόνους κυρίως τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Μάρκου Αὐρηλίου (ποὺ τὸν ἀποκαλοῦσε –σὲ χρυσὴ πλάκα– αὐτοκράτορα τῶν ἰατρῶν, καὶ τοῦ ἀπένειμε τὸν τίτλο Clarissimus = ἐνδοξότατος: συντομ. Cl., ποὺ ἐσφαλμένα ἔχει ἀπὸ πολλοὺς θεωρηθεῖ πὼς δηλώνει ὄνομα Claudius: Κλαύδιος), τοῦ Κομμόδου (180-192) καὶ τοῦ Ποπλίου Περτίνακος (1 Ἰανουαρίου-28 Μαρτίου τοῦ 193 μ.Χ.), τοὺς ὁποίους καὶ μνημονεύει ὁ Γαληνός (βλ. καὶ Σουίδ., ὅ.π.: ἐπὶ Μάρκου καὶ Κομ(μ)όδου καὶ Περτίνακος τῶν Καισάρων ἐν Ῥώμῃ). Στὴν πατρίδα του τὴν Πέργαμο πέρασε καὶ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ὣς τὸν θάνατό του (περὶ τὸ 199 μ.Χ.). Πολυταξιδεμένος (βλ. κατωτ.) καὶ πολυγραφότατος, ἀσχολήθηκε μὲ ποικίλους κλάδους τῆς Ἰατρικῆς ἐπιστήμης (ἀσκώντας τεράστιαν ἐπίδραση στὴν ἐξέλιξή της, γιὰ αἰῶνες πολλούς)· 820 πολυσύνθετα φαρμακευτικὰ σκευάσματα φέρουν τὸ ὄνομά του, «Γαληνικά». (Ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία εἶναι ἤδη τεράστια. Βλ. συνοπτικὰ Lesky ΙΑΕΛ52 1219-20 καὶ 1222-23, East. – Knox ΙΑΕΛ43 865-67 καὶ 1076-77, RE4 καὶ OCD5 σ.λ.· βλ. ἐπίσης [ἀνάμεσα στ' ἄλλα, μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία]: Smith HiTr6 61-176 [κεφ. 2: "Galen's Hippocratism"]· Jouanna Ἱπποκρ7. 463 κἑ. [βλ. Εὑρ. χωρ. σσ. 620-21]· Krug ΑρχΙ8 67-72 κ.ἀ. [βλ. Εὑρ. σελ. 249]· Margotta ΙστΙ9 40-43· Μαρκέτου ΙστΙ10 113-28 [ἀρ. 207-38, βλ. καὶ 267, 292, 310]· Βαρβαρούση ΙστΟρθ11 83-100· Pollak ΙατρΑ12 302-23 (κ.ἀ.)· Μανιάτη ΙστΙ13 194-99· Τσεκουράκη ΓαλΥγ14 14-68, καὶ Sarton GalP15. Πιὸ εἰδικά: Furley – Wilkie GalRA16, Brain GalBl17, καὶ ἄλλα πολλά. Γιὰ τὴ χειρόγραφη παράδοση: Irigoin ΠΚρΚ18 255-59, 263-86 κ.ἀ. [βλ. Εὑρετ. 345].)
   Ἡ Κύπρος, ἕνεκα τῶν ἐν αὐτῇ μετάλλων κυρίως, εἵλκυσε τὸ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον τοῦ Γαληνοῦ, καὶ τὴ συμπεριέλαβε στὰ μέρη ποὺ ἐπισκέφθηκε γιὰ λόγους ἐπιστημονικούς, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴ Ρώμη στὴν πατρίδα του τὸ 166 –πιθανῶς– μ.Χ. (βλ. μεταξὺ ἄλλων Westholm TeSol19 20 [: 166 μ.Χ.], Pollak ΙατρΑ12 303, Foster – Kanada RSuTP220 231 μὲ σημ. 16 [καὶ 17-21, γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Γαληνοῦ στὴν Κύπρο καὶ τὰ μεταλλεῖα χαλκοῦ ἐν γένει, μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία], Τσεκουράκη ΓαλΥγ14 25-26 μὲ σημ. 31 καὶ ΙστΚ21 Ββ´ 802-3), πβ. Χρυσάνθη ΙΚυΙ22 16 = «Ὁ Γαληνὸς καὶ ἡ Κύπρος», ΚυΣπ 6 [1942], 96 [: 164-167 μ.Χ.]). Στὴν ἐπίσκεψή του αὐτὴ ἀναφέρεται ἐπανειλημμένα ὁ ἴδιος στὰ ἔργα του: (α´.) Περὶ ἁπλ. φαρμ. [βιβλ. Ι = 9] (1.) XII 171.6 κἑ. (Kühn1: ΑΚΕΠ23 Β´ 173.3α) ὥσπερ οὖν εἰς Κύπρον ἕνεκα τῶν ἐν αὐτῇ μετάλλων, εἴς τε τὴν κοίλην Συρίαν, μόριον οὖσαν τῆς Παλαιστίνης, ἕνεκεν ἀσφάλτου καί τινων ἄλλων κατ' αὐτὴν ἀξίων ἱστορίας ἐπορεύθην, οὕτως καὶ εἰς Λῆμνον οὐκ ὤκνησα πλεῦσαι, θεασόμενος ὁπόσον μίγνυται τοῦ αἵματος τῇ γῇ· (2.) 214.12 κἑ. (: 173.9) ἐκόμισα δὲ καὶ τούτου τοῦ φαρμάκου (sc. τοῦ διφρυγοῦς) πολύ τι πλῆθος ἐκ τῶν ἐν Κύπρῳ Σόλων, ἔνθα τὸ μέταλλόν ἐστιν, ὡς ἀπὸ σταδίων τῆς πόλεως τριάκοντα. (...) προσθήσω δή τι τῷ κατ' αὐτὸ λόγῳ χρήσιμον οὐ περὶ διφρυγοῦς μόνον γινώσκειν, ἀλλὰ καὶ περὶ Λημνίας σφραγῖδος καὶ πομφόλυγος καὶ ὀποβαλσάμου καὶ λυκίου τοῦ Ἰνδικοῦ. τούτων γὰρ ἔμαθον ἔτι μειράκιον ὢν σκευασίας (...). ἦν δὲ ὁ διδάξας ἄνθρωπος ἐπὶ μισθῷ μεγάλῳ περιεργότατος οὐκ ἐς ταῦτα μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλα παραπλήσια. διὰ τοῦτο τοιγαροῦν ἔς τε Λῆμνον καὶ Κύπρον (: 216.5) καὶ τὴν Παλαιστίνην Συρίαν ἐσπούδασα πορευθεὶς ἑκάστου τῶν φαρμάκων τούτων πολὺ πλῆθος εἰς ὅλον ἐμαυτοῦ παραθέσθαι τὸν βίον (...)· (3.) 219.17 κἑ. (: 173.14) καὶ χωρὶς δὲ καμίνου καδμεία κατὰ Κύπρον εὑρίσκεται, καὶ δικαίως ἄν τις τὴν τοιαύτην ὀνομάζοι λίθον. ἐν γοῦν τοῖς Σόλοις τῆς ἐν ταῖς καμινείαις γεννωμένης καδμείας ὀλίγιστον ἦν ἔτι καθ' ὃν ἐγὼ χρόνον ἐπεδήμησα τῇ νήσῳ. λίθους δὲ λαβὼν παρὰ τοῦ τοῖς μετάλλοις ἐπιτεταγμένου κατά τε τὰ ὄρη καὶ τοὺς ῥύακας εὑρισκομένους (...) [πβ. (4.) Περὶ συνθ. φαρμ. κ. γέν. XIII 659.5 κἑ.: ἡ καδμεία (...) κατὰ τοὺς χειμάρρους τε καὶ ῥύακας καὶ ἐν τοῖς τῶν Κυπρίων ὄρεσιν εὑρισκομένη, καὶ κατὰ τὰ ἄλλα χωρία, μάλιστα δὲ ἐν οἷς ἐστι τὰ μεταλλικά], οὓς εἰς Ἀσίαν τε καὶ Ἰταλίαν κομίσαντός μου, μέγιστον δῶρον ἐδόκουν οἱ φίλοι λαμβά­νειν, ὡς τῆς ἄλλης καδμείας ἐκείνην οὖσαν ἀμείνονα (...)· (5.) ΙΙ 226.11 κἑ. (: 173.10) Μίσυ. κατὰ τὸ μέταλλον ἐν Κύπρῳ τὸ προειρημένον ἐν τοῖς τῶν Σόλων ὄρεσι μέγας τις ἦν οἶκος, οὗ κατὰ τὸν δεξιὸν τοῖχον, ὡς πρὸς ἡμᾶς δὲ τοὺς εἰσιόντας ἀριστερόν, εἴσοδος ἦν εἰς αὐτὸ τὸ μέταλλον, ἐν ᾧ τινας ἐθεασάμην ἐπὶ πλεῖστον ἐκτεταμένας οἷον ζώνας ἐπ' ἀλλήλαις τρεῖς, ταπεινοτάτην μὲν τὴν τοῦ σώρεως, ἐπ' αὐτῇ δὲ τὴν τῆς χαλκίτεως, εἶτα τοῦ μίσυος. ὁ δὲ κατ' ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπίτροπος τοῦ μετάλλου, δεικνύς μοι ταῦτα, «καθάπερ», ἔφη, «νῦν ἥκεις ἐν πενίᾳ τῆς καμινευομένης καδμείας ὄντων ἡμῶν, οὕτω ἐν πλούτῳ θαυμαστῷ τὰ τρία τοῦτα ὁρᾷς καθεστηκότα». καὶ τοίνυν καὶ λαβὼν ἐξ αὐτοῦ πάμπολυ πρῶτον μὲν εἰς τὴν Ἀσίαν, ἐκεῖθεν δ' εἰς τὴν Ῥώμην ἐκόμισα, καὶ μέχρι νῦν ἔσχον ἐτῶν γενομένην ὡς λ´ (...)· (6.) 229.16 κἑ. (: 173.14α) ὥσπερ δ' ἐν Κύπρῳ τῆς ἐν τοῖς ὄρεσιν καὶ ῥύαξι γεννωμένην καδμείαν ἔλαβον οὖσαν, ὡς ἔφην, εἶδός τι λίθου, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ μολύβδαιναν, ἐρριμμένην παμπόλλοις ἅμα τοῖς ἄλλοις λίθοις, ἐθεασάμην κατὰ τὴν εἰς Ἐργαστήρια φέρουσαν ὁδὸν ἀπὸ Περγάμου. καλεῖται δ' Ἐργαστήρια κώμη τις, ἐν ᾗ καὶ μέταλλά ἐστι, μεταξὺ Περγάμου καὶ Κυζίκου, σταδίους ἀπέχουσα Περγάμου τετρακοσίους τεσσαράκοντα· (7.) 234.3 κἑ. (: 173.15) Πομφόλυξ γίνεται μὲν καὶ κατὰ τὴν τοῦ χαλκοῦ καμινείαν, ὥσπερ καὶ ἡ καδμεία. γίνεται δὲ καὶ αὐτῆς τῆς καδμείας καμινευομένης· καὶ κατά τε τὴν Κύπρον, ἐπειδὴ τὴν παρασκευὴν οὐκ εἶχεν εἰς τὴν τοῦ χαλκοῦ καμινείαν ὁ ἐπίτροπος, ἐκέλευσεν ἐξ αὐτῆς τῆς καδμείας σκευασθῆναι παρόντι καὶ θεωμένῳ πομφόλυγα, κατὰ σμικρὰ θραύσματα τῆς καδμείας ἐπιβαλλομένης τῷ πυρί, προσκειμένῳ αὐτῷ δηλονότι χαλκευτικῆς φύσεως. ὄροφος δ' ἦν τις στεγανὸς ὑποδεχόμενος τὸν ἀναφερόμενον αἴθαλον, καμινευομένης τῆς καδμείας, ὃν ἀθροίσας ἔσχον πομφόλυγα (...)· (8.) 238.3 κἑ. (: 173.13) Χάλκανθος. ἱστόρηταί μοι καὶ περὶ χαλκάνθου κατὰ τύχην εἰς χαλκῖτιν μεταβάλλοντι. ἐκόμισα γὰρ καὶ τοῦτο τὸ φάρμακον ἐκ τῆς Κύπρου πάμπολυ (...). [239.1] ἐν δ' οὖν τῇ Κύπρῳ, καθ' ὃν ἐγὼ καιρὸν ἐγενόμην ἐν αὐτῇ, τὸ φάρμακον τοῦτο (...) ἐθεασάμην ἀθροιζόμενον (...). [240.2] ἐμοὶ δ', ὁπότε κατέβην ἐπὶ τὸ πέρας τοῦ ὀρύγματος, ἔνθα τὸ χλιαρόν τε καὶ χλωρὸν ὕδωρ ἠθροίζετο, καὶ ἡ ὀδμὴ τοῦ ἀέρος ἐφαίνετο πνιγώδης καὶ δύσφορος (...). (β´.) Περὶ ἀντιδότ. [βιβλ. Α], XIV 7.12 κἑ. Κύπρον γοῦν ἱστορῆσαι βουληθεὶς ἐγὼ διὰ ταῦτα (sc. τὰ μεταλλικὰ φάρμακα), φίλον τε ἔχων τὸν ἐν αὐτῇ πολὺ δυνάμενον, ἑταῖρον ὄντα τοῦ προεστῶτος τῶν μετάλλων ἐπιτρόπου Καίσαρος, καδμείαν τε πολλὴν ἐκεῖθεν ἐκόμισα καὶ διφρυγὲς καὶ σπόδιον καὶ πομφόλυγα χαλκῖτίν τε καὶ μίσυ καὶ σῶρυ καὶ χάλκανθον, ὥσπερ γε πάλιν ἐκ τῆς Παλαιστίνης Συρίας ὀποβάλσαμον ἀκριβές (...). ἔπλευσα δὲ καὶ εἰς Λῆμνον (...) διὰ τὴν Λημνίαν, εἴτε γῆν ἐθέλει τις ὀνομάζειν εἴτε σφραγῖδα (...). (γ´.) Περὶ τροφ. δυν. (βιβλ. πρῶτον, κεφ. Περὶ ἀλφίτων) VI 507.8 κἑ. (: 163.3) χρῶνται δὲ ἀλφίτοις ἔν τισι τῶν ἐθνῶν ἐν ἄρτου χρείᾳ, καθάπερ ἐπὶ τῶν ἀγρῶν εἶδον ἐν Κύπρῳ, καίτοι πλεῖστον γεωργοῦσι σῖτον. οἱ παλαιοὶ δὲ καὶ τοῖς στρατευομένοις ἄλφιτα παρε­σκεύαζον. ἀλλ' οὐ τό (οὔτοι Kühn1) γε νῦν ἔτι τὸ Ῥωμαίων στρατιωτικὸν ἀλφίτοις χρῆται κατεγνωκὸς αὐτῶν ἀσθένειαν (...). (δ´.) Βλ. καὶ Περὶ συνθ. κ. φαρμ. κ. γέν. XIII 715.6 κἑ. ἐν Κύπρῳ γοῦν ἔνθα πλεῖστον γίγνεται (sc. τὸ λάδανον), πρόσφατον ἔτι καὶ μαλακὸν ὑπάρχον ἐπιπάσσων (αὐτὸ μαλάσσων Kühn1) τις ἰατρὸς ἐπετίθει τοῖς τοιούτοις (sc. τοῖς δυσεπουλώτοις) ἕλκεσιν· εἰ δὲ καὶ βραχὺ σκληρυνθείη, κατὰ μυρσίνου τὴν μάλαξιν ἐποιεῖτο, μὴ παρόντος δὲ μυρσίνου, μετὰ κυπρίνου ἢ ῥοδίνου (708.13 κἑ. Περὶ τῶν ὑπὸ Κρίτωνος γεγραμμένων, ἡ διὰ λαδάνου, πβ. Διοσκ. Πεδάν. Ὕλ. ἰατρ. 1.97 [βλ. κατωτ. 34 F4]· γιὰ τὸν ἐδῶ μνη­μονευόμενο ἀνώνυμο Κύπριο ἰατρὸ βλ. καὶ ἀνωτ. Εἰσαγωγή· γιὰ λοιπὲς ἀνα­φορὲς τοῦ Γαληνοῦ σὲ Κυπρίους ἰατροὺς βλ. κατωτ. 36 T1 καὶ F1, καὶ 35 *F7a-b).
Δὲν εἶναι, ἔτσι, τυχαῖο ποὺ ὁ Γαληνὸς μνημονεύει συχνὰ Κυπριακὲς φαρμα­κευτικὲς ὕλες (πέρα ἀπὸ τὶς ἀναρίθμητες γενικὲς ἀναφορὲς σὲ ὕλες ποὺ ἀνευρί­σκονται καὶ στὴν Κύπρο). (i.) μέταλλα, μεταλλικὰ φάρμακα (γενικά): Περὶ ἁπλ. φαρμ. XII 171.6 κἑ. (βλ. ἀνωτ. α´1), 216.5 κἑ. (ἀνωτ. α´2), 220.3 κἑ. (ἀνωτ. α´3)· Περὶ συνθ. φαρμ. κ. γέν. XIII 659.5 κἑ. (ἀνωτ. α´ 4)· Περὶ ἀντιδότ. XIV 7.12 κἑ. (ἀνωτ. β´)· (ii.) διφρυγές: Π. ἁπλ. φαρμ. XII 214.8 κἑ. (ἀνωτ. α´ 2, βλ. καὶ 219.11 [13] κἑ. [ἀνωτ. α´ 3])· Περὶ ἀντιδότ. XIV 7.12 [15] κἑ. (ἀνωτ. β´)· (iii.) ἰός (ἰὸς χαλκοῦ): Περὶ συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 779.1 ἰοῦ Κυπρίου [778.17 κἑ. Ῥίνημα ἐπιγραφόμενον. ποιεῖ πρὸς τετυλωμένας διαθέσεις καὶ οὐλὰς ἀποσμήχει, ποιεῖ καὶ πρὸς ὑποχύματα]· Π. σ. φαρμ. κ. γέν. XIII 509.16 ἰοῦ Κυπρίου (κυπρίου Kühn1) καὶ 510.3 ἰὸν κ.λπ. [509.14 κἑ. Μηλίνη Σεραπίωνος τραυματικὴ καὶ διαλυτική, πυκτική, πάγχρηστος]. (iv.) καδμεία: Π. ἁπλ. φαρμ. XII 214.16 κἑ. (βλ. καὶ ἀνωτ. α´ 2), 219.17 κἑ. (ἀνωτ. α´ 3) [3 κἑ. Περὶ καδμείας], 229.13 [19] κἑ. (ἀνωτ. α´ 6), 234.3 κἑ. [Περὶ πομφόλυγος] (ἀνωτ. α´ 7)· Π. σ. φαρμ. κ. τόπ. XII 731.12 κἑ. [Καπίτωνος πρὸς ξηροφθαλμίας καὶ καθύγρους ὀφθαλμοὺς καὶ περιβεβρωμένους κανθοὺς καὶ βλέφαρα καὶ συκώδη] Καδμείαν Κυπρίαν λαβόντες θραύομεν (...). ἡμεῖς τὴν καδμείαν καὶ τὰ λοιπὰ στέατι ἐχίδνης φυράσαντες ὠπτήσαμεν, ἔπειτα οἴνῳ κατασβέσαντες καὶ λεάναντες ἐχρησάμεθα, 732.17 κἑ. [Τὰ δι' αἱματίτου Καπίτωνος ὀφθαλμικοῦ φάρμακα ἐπιτετευγμένα πρὸς τὰ ψωριῶντα βλέφαρα], 777.15 κἑ. καδμείας Κυπρίας [Ἄλλο (sc. φάρμακον) Πυράμου, οὐλὰς καὶ τύλους ἀποσμῆχον καταστέλλει πᾶσαν ἐξοχήν], 781.5 [780.18 κἑ. Κολλύριον Ἰνδικὸν ἀέρινον ἐπιγραφόμενον προκαταληπτικὸν ἁπάσης ὀφθαλμίας κ.λπ.]· Π. σ. φαρμ. κ. γέν. XIII 659.5 κἑ. (ἀνωτ. α´ 4)· Π. ἀντ. XIV 7.15 κἑ. (ἀνωτ. β´) [5.12 κἑ. Πῶς ἂν καλλίστη σκευάζηται ἡ θηριακή]. (v.) κάλαμος: Π. σ. φαρμ. κ. τόπ. XII 414.3 κἑ. ἄλλο (sc. σύγχρισμα, ἢ φάρμακον). καλάμου Κυπρίου (κυπρίου Kühn1: κ.τ.τ. ἀλλοῦ [μὴ σημειούμενα στὴ συνέχεια], συχνότερα Κυπρίου κ.τ.τ.) λαβὼν τὰ φύλλα καὶ κατακαύσας ἐπὶ κεραμίδος, ἔπειτα ῥητίνῃ πιτυίνῃ ὡς πλεῖστον τῆς τέφρας ἀναλαβὼν ἔμπλασσε, καὶ προκατασχάσας τὴν ἀλωπεκίαν ἐπίθες καὶ ἐπίδησον. ἢ τὸν φλοιὸν ἢ τὴν κόμην τῶν καλάμων ὡσαύτως σκεύασον, ἔτι δὲ καὶ νίτρου τῆς τέφρας τὸ ἴσον μίξας καὶ πίττῃ ἀναλαβὼν χρῶ. ἔστι δὲ οὐκ ἄπρακτον, ἀλλ' ἱκανῶς ἐνεργοῦν [410.8 κἑ. Περὶ τῶν ὑπ' Ἀσκληπιάδου γεγραμμένων ἐν τῷ περὶ ἀλωπεκίας βιβλίῳ]. (vi.) κάππαρις: Περὶ τροφ. δυν. VI 615.8 κἑ. (: 163.5) [Περὶ καππάρεως.] Θαμνῶδές ἐστιν φυτὸν ἡ κάππαρις ἐν Κύπρῳ πλείστη φυομένη. δύναμις δ' αὐτῆς ἐστι λεπτομερὴς ἱκανῶς καὶ διὰ τοῦτο τροφὴν ἐλαχίστην ἀναδίδωσιν εἰς τὸ τῶν ἐσθιόντων αὐτὴν σῶμα, καθάπερ καὶ τἄλλα πάνθ' ὅσα λεπτομερῆ. χρώμεθα δ' ὡς φαρμάκῳ μᾶλλον ἢ ὡς τροφῇ τῷ καρπῷ τοῦ φυτοῦ (...)· πβ. Π. σ. φαρμ. κ. τόπ. XIII 255.6 κἑ. καππάρεως λεῖα ξηρὰ φύλλα μετ' ἀκράτου (sc. οἴνου) πότιζε. κατάπλασσε δὲ τοὺς σπληνικοὺς τοῖσδε πρὸς τοὺς ἡπατικούς κ.λπ. (9 κἑ., 256.3 κἑ.) [254.8 κἑ. Τὰ ὑπ' Ἀρχιγένους ἐν τῷ πρώτῳ τῶν κατὰ γένος φαρμάκων γεγραμμένων σπληνικοῖς], Θεραπ. μεθ. X 796.18 κἑ. (ποὺ ἀγνοοῦν οἱ πολλοὶ τῶν ἰατρῶν), 920.12 κἑ. οἷον γάρ ἐστι φάρμακον ἥπατι τὸ ἀψίνθιον, τοιοῦτον τὸ σπληνὶ καππάρεως φλοιός (κ.ἀ.), Π. ἁπλ. φαρμ. XI 746.9 κἑ., XII 9.10 κἑ. [Περὶ καππάρεως] (κ.ἄ.). (vii.) λάδανον: Π. σ. φαρμ. κ. τόπ. XIII 715.6 κἑ. (ἀνωτ. δ´). (viii.) λεπίς (λεπὶς χαλκοῦ): ὅ.π. XII 773.2 λεπίδος Κυπρίας πεπλυμένης [772.17 κἑ. Τὸ νεκτάριον ἐπιγραφόμενον φάρμακον ἐπιτετευγμένον], 842.10 λεπίδος Κυπρίας (7 λεπίδος χαλκοῦ τὸ ἴσον [839.13 κἑ. Περὶ ἐκδορίων, 840.2 Κυπρίου χαλκοῦ, 841.11 κἑ. Ἀξιορίου. Λεπίδος χαλκοῦ κ.λπ., 14 κἑ. ἄλλο Ἀπίου Φάσκου πρὸς τὰς μεντάγρας κ.λπ.], κ.ἄ.), 843.17 λεπίδος Κυπρίας [842.14 Ἔμπλαστρα χλωρὰ λειχηνικά, 843.15 κἑ. Ἀντωνίνου, ταύτην Τιμοκράτης μετὰ τὴν ἐκδορὰν τῶν λειχήνων ἐπιτίθησινΠ. σ. φαρμ. κ. γέν. XIII 761.7 κἑ. ἐὰν δὲ ἡ λεπὶς στομώματος ᾖ, βέλτιον. εἰ δὲ μὴ ταύτην ἔχοις μήτε τὴν μέλαιναν, ἡ τοῦ Κυπρίου χαλκοῦ βληθήσεται. ἐσκεύασά ποτε ταύτην τὴν ἔμπλαστρον κ.λπ., 14 κἑ. λεπίδος Κυπρίας [12 κἑ. ἄλλη (sc. ἔμπλαστρος) πρὸς ἁπαλοχρῶτας καὶ δυσελκεῖς κ.λπ.], 822.14 λεπίδος, τοῦ Κυπρίου χαλκοῦ (κ.ἄ.). (ix.) μίσυ: Π. ἁπλ. φαρμ. XII 226.11 κἑ. [Περὶ μίσυος] (ἀνωτ. α´ 5)· Π. σ. φαρμ. κ. τόπ. XII 629.3 μίσυος Κυπρίου [1 κἑ. πρὸς ὦτα πυορροοῦντα παρὰ Ἁρποκρατίωνος: 624.15 κἑ. Ὠτικαὶ Ἀνδρομάχου τὸν ἀριθμὸν κδ´], 680.7 μίσυος Κυπρίου [679.9 κἑ. Ἀρχιγένους φάρμακα πρὸς ὀζαίνας], 695.10 μίσυος Κυπρίου (ἴσχαιμος ἡ μεγάλη) [3 Τὰ ὑπ' Ἀνδρομάχου γεγραμμένα, 7 ἴσχαιμος ᾗ χρῶμαι. (...) μίσυος (...), 8 ξανθὴ ᾗ χρῶμαι. (...) μίσυος ὀπτοῦ κ.λπ.], 946.4 μίσυος Κυπρίου (ἄλλη, sc. στοματικὴ ἈνδρομάχουΠ. σ. φαρμ. κ. γέν. XIII 692.11-12 μίσυος Κυπρίου ὀπτοῦ / 834.11 (9 τροχίσκος Ἀνδρώνιος), 835.2 (834.16 τροχίσκος πρὸς νομὰς Ἰσιδώρου γνωρίμου), 838.2 (1 ἴσχαιμος μεγάλη), 851.10 (8 ἐσχαρωτικὸν σφόδρα γενναῖον) μίσυος Κυπρίου (851.11 μίσυος ξενικοῦ, κ.ἄ.)· Π. ἀντιδότ. XIV 7.17 (12 κἑ.: ἀνωτ. β´)· βλ. ἐπίσης ψ.-Γαλην. Περὶ ἀντεμβ. (μ) XIX 736.12 ἀντὶ μίσυος Κυπρίου, ὤχρα Κυπρία (Κύπρια Kühn1) καὶ (ω) 747.11 ἀντὶ ὤχρας, μίσυ Κύπριον (: 173.11) (x.) πομφόλυξ: Π. ἁπλ. φαρμ.) XII 234.3 κἑ. [Περὶ πομφόλυγος καὶ σποδίου] (ἀνωτ. α´ 7, βλ. καὶ κατωτ. xii)· Π. ἀντιδ. XIV 7.16 [12 κἑ.] (ἀνωτ. β´). (xi.) σκωρία: *Π. ἀντεμβ. (σ) XIX 743.5 (: 173.24) ἀντὶ σκωρίας Κυπρίας, μελαντηρία Αἰγυπτιακή (-ική Kühn1), βλ. καὶ Π. ἁπλ. φαρμ. XII 237.17 κἑ. [Περὶ σκωρίας.] Σκωρία πᾶσα ξηραντικὸν ἱκανῶς ἐστι φάρμακον (...), κ.ἀ. (xii.) σποδόςσπόδιον: Π. ἁπλ. φαρμ. XII 234.13 κἑ. [3 κἑ. Περὶ πομφόλυγος καὶ σποδίου, ἀνωτ. α´ 7 καὶ x] τὸ δ' ἀντικαταφερόμενον κάτω καὶ πῖπτον ἐπὶ τοὔδαφος ἡ καλουμένη σποδός ἐστι, πλείων ἀθροιζομένη κατὰ τὰς τοῦ χαλκοῦ καμινείας. ἔνιοι δὲ σπόδιον οὐδετέρως αὐτὴν ὀνομάζουσιν (...)· Π. σ. φαρμ. κ. τόπ. 730.8 κἑ. σποδοῦ Κυπρίαςσποδίου Κυπρίου (σποδίου Κυπρίας Kühn1) [5 κἑ. Τὰ ὑπ' Ἀσκληπιάδου γεγραμμένα ξηρὰ πρὸς ὀφθαλμούς. (...) ξηρὸν ἐκ τῶν τοῦ Ἡρακλείδου ψωρικῶν πρὸς περιβεβρω­μένους κανθούς], 748.17 σποδοῦ Κυπρίας [ἄλλο (sc. φάρμακον) ἐκ τῶν τοῦ Φιλο­ξένου], 751.15 σποδοῦ Κυπρίας [13 κἑ. ἡ τοῦ Νεαπολίτου σφραγίς], 752.7 σποδοῦ Κυπρίας πεπλυμένης [4 κἑ. Φιλώτου ἀφροδιτάριον ἐπιγραφόμενον], 763.6-7 καὶ 10-11 σποδίου Κυπρίου ἢ σποδοῦ Κυπρίας (σποδοῦ Κυπρίου Kühn1) [4 κἑ. ἄλλο δι' ἐλάφου κέρατος τοῦ Νεαπολίτου, 10 κἑ. χλωρὸν πρὸς διαθέσεις], 13 κἑ. σποδοῦ Κυπρίας [ἄλλο χλωρὸν Ζωΐλου ὀφθαλμικοῦ], 765.6 καὶ 766.15 σποδοῦ Κυπρίας [765.5 κἑ. τὸ διὰ χαλβάνης πρὸς περιωδυνίας καὶ ὀφθαλμίας, ᾧ ἐχρήσατο Νικήτης, 766.14 κἑ. διάρροδον Τερεντίου διὰ τῆς πομφόλυγος], 767.1 σποδίου Κυπρίου σποδοῦ Κυπρίας (σποδοῦ Κυπρίου Kühn1) [766.17 κἑ. ἄλλο διάρροδον], 768.11, 769.1, 771.2, 773.12 καὶ 15-16, 775.1-2 σποδοῦ Κυπρίας [768.9 κἑ. τὸ διὰ τῶν λευκοΐων φάρμακον ἐπιτετευγμένον πρὸς ἐπιφορὰς καὶ διαθέσεις, 768.15 κἑ. Κολλύριον ᾧ ἐχρήσατο Φλῶρος ἐπὶ Ἀντωνίας τῆς Δρούσου μητρός, παρ' ὀλίγον ὑπὸ τῶν ἄλλων ἰατρῶν πηρωθείσης, 771.2 κἑ. Κολλύριον Γαΐου ὀφθαλμικοῦ, 773.8 κἑ. Ἀντιγόνου λεοντάριον ἐπικαλούμενον (...) καὶ 15 κἑ. ἄλλο, 774.16 κἑ. Διάσμυρνον εὐῶδες συνέρωτος (Συν- Kühn1), φάρμακον ἐπιτετευγμένον πρὸς τὰς κεχρονισμένας διαθέσεις. ποιεῖ πρὸς ῥυάδας καὶ αἰγίλωπας], 867.2 κἑ. [866.18 κἑ. Τὰ ὑπ' Ἀσκληπιάδου γεγραμμένα πρὸς ὀδόντας ἐν τῷ πρώτῳ τῶν ἐντός. Ἡρακλείδου Ταραντίνου πρὸς σειομένους ὀδόντας.] Χρηστέον τῇ Κυπρίᾳ σποδῷ παραστέλλοντας τὰ οὖλα καὶ φλόμου ταῖς ῥίζαις ἐψημέναις, ἔπειτα ἀποπλύνειν ὕδατι ἢ μυρσίνης ἢ βάτου ἢ δάφνης, ἔπειτα τῇ σποδῷ παραψάμενος ἡσυχάζειν κελεύειν· Π. σ. φαρμ. κ. γέν. XIII 832.1 σποδοῦ Κυπρίας [831.14 κἑ. Πετρωνίου ἡ ἀρετή, φάρμακον ἐπιτετευγμένον πρὸς ῥαγάδας καὶ κονδυλώματα, ἐν ταῖς μεγίσταις περιωδυνίαις καὶ ταχέως ἀπαλλάττειΠ. ἀντιδότ. XIV 7.16 [12 κἑ.] (ἀνωτ. β´)· Ἱππ. γλ. XIX 121.8-9 μέλαν τὸ Κύπριον· τὴν Κυπρίαν σποδόν, ᾗ πρὸς τοὺς ὀφθαλμοὺς χρώμεθα· *Περὶ εὐπορ. XIV 418.9-10 σποδὸν Κυπρίαν μετὰ πράσου χυλοῦ δεύσας χρῶ [6 κἑ. Πρὸς τοὺς ἀπὸ μυκτήρων αἱμορραγοῦντας]· *Π. ἀντεμβ. (σ) XIX 743.10 (: 173.15α) ἀντὶ σποδοῦ Κυπρίας, σποδὸς φύλλων ἐλαίας. (xiii.) σῶρυ: Π. ἁπλ. φαρμ. XII 226.15 σώρεως (11 κἑ., ἀνωτ. α´ 5)· Π. ἀντιδ. XIV 7.17 σῶρυ (12 κἑ., ἀνωτ. β´). (xiv.) χάλκανθος: Π. ἁπλ. φαρμ. XII 238.3 κἑ. Χάλκανθος κ.λπ. (ἀνωτ. α´ 8)· Π. ἀντιδ. XIV 7.15 χάλκανθον (12 κἑ., ἀνωτ. β´). (xv.) χαλκῖτις: Π. ἁπλ. φαρμ. XII 226.17 χαλκίτεως (11 κἑ., ἀνωτ. α´ 5), 238.4 περὶ χαλκάνθου κατὰ τύχην εἰς χαλκῖτιν μεταβάλλοντι, 6 κἑ. τὸ δ' ἔξωθεν αὐτοῦ (sc. τοῦ φαρμάκου τοῦ ἐκ τῆς Κύπρου κομισθέντος) πᾶν, ὡς μετὰ ἔτη σχεδὸν κ´ χαλκῖτις ἐγένετο, τοῦ ἔνδον ὄντος ἔτι χαλκάνθου. διὸ καὶ φυλάττω μέχρι νῦν ἔτι τὸ μεταβάλλον οὕτως ἐπιτηρῶν, ὅπως ἄχρι τοῦ βάθους ἡ μεταβολὴ προσέρχηται καθ' ἕκαστον ἔτος, ὥσπερ τῆς χαλκίτεως εἰς τὸ μίσυ (...). θαυμάσαι δ' ἔστιν ἐπὶ τοῦ φαρμάκου τούτου πῶς ἰσχυροτάτῃ στύψει μέμικται θερμότης οὐκ ἀγεννής (βλ. καὶ ἀνωτ. α´ 8)· Π. ἀντιδότ. XIV 16-17 χαλκῖτίν τε (12 κἑ., ἀνωτ. β´). (xvi.) χαλκός: Π. σ. φαρμ. κ. γέν. XIII 546.9 Κυπρίου χαλκοῦ μνᾶς ἑκκαιδέκατον [543.13 κἑ. Περὶ ὧν Ἥρας ἔγραψε καταγματικῶν τε καὶ κεφαλικῶν, 546.2 κἑ. ἄλλη πολύχρηστος. ἔγραψε δὲ καὶ ἄλλην πολύχρηστον ἔμπλαστρον, ἣν καὶ ἁρμόττειν φησὶ πρὸς κατάγματα]· βλ. καὶ 822.14 (ἀνωτ. viii), Π. ἁπλ. φαρμ. 234.3 κἑ. (ἀνωτ. α´ 7), κ.ἄ. (ἀνωτ. iii., viii., κ.ἀ.)· βλ. ἐπίσης Π. σ. φαρμ. κ. τόπ. XII 840.1 κἑ. κατάθου εἰς πυξίδα Κυπρίου χαλκοῦ (839.13 κἑ. [Περὶ ἐκδορίων.] Ἐκδόριον λειχήνων. ταύτῃ Πάμφιλος χρησάμενος ἐπὶ Ῥώμης πλεῖστον ἐπορίσατο ἐπικρατούσης ἐν τῇ πόλει τῆς μεντάγρας λεγομένης) καὶ Π. σ. φαρμ. κ. γέν. XIII 855.13 κἑ. τρίψαντες καθ' ἓν καὶ ὁμοῦ ἀποτιθέμεθα εἰς ἀγγεῖον χαλκοῦν Κύπριον [855.7 κἑ. πρὸς ἄνθρακας τὰ ὑπ' Ἀσκληπιάδου. ἡ τοῦ Μασσαλιώτου]. (xvii.) ὤχρα: *Π. ἀντεμβ. (μ) 736.12 ἀντὶ μίσυος Κυπρίου, ὤχρα Κυπρία, πβ. 747.11 (ω) ἀντὶ ὤχρας, μίσυ Κύπριον (βλ. καὶ ἀνωτ. ix).
   Ἀξιόλογες πληροφορίες γιὰ πολλὰ καὶ διάφορα εἴδη βοτανῶν τῆς ἰατρικῆς τέχνης χρήσιμα (πιθανῶς καὶ μετάλλων) στὸ ἐν τῇ νήσῳ Κύπρῳ (...) ὄρος (...) Τρόγοδος (...) εὑρισκόμενα πρέπει νὰ περιέχονταν ἐν τοῖς βίβλοις τῶν περὶ Γαληνὸν περὶ εἰδῶν κατὰ τὸ ψευδο-Ἀριστοτελικὸ Περὶ τῶν εὑρισκομένων μετάλλων ἐν τῇ νήσῳ Κύπρῳ (βλ. κατωτ. 32 F1 σχόλ. σ.λ. Ἀριστοτέλης).

2. τὸν Ἡρόφιλον, 7. Ἡρόφιλος, 14. Ἡροφίλωι, 15. καθ' Ἡρόφιλον: Ὀνομαστὸς Χαλκηδόνιος ἰατρός (4/3 αἰ. π.Χ.: 330/320-260/250: βλ. ἀναλυτικὰ von Stad. Heroph.24 43 κἑ.), δογματικός, ἱδρυτὴς τῆς μιᾶς ἐκ τῶν δύο Ἀλεξανδρινῶν Σχολῶν (τῆς ἄλλης: ὁ Ἐρασίστρατος) καὶ θεμελιωτὴς τῆς περιγραφικῆς ἀνατομικῆς (μὲ ἔρευνες σὲ ἀνθρώπινα πτώματα), τὸ α´ ἥμισυ τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. (στοὺς χρόνους τοῦ Πτολεμαίου Β´ τοῦ Φιλαδέλφου, κυρίως). Μαθητὴς τοῦ Πραξαγόρα (τῆς Σχολῆς τῆς Κῶ), ποὺ ἀσχολήθηκε σὺν τοῖς ἄλλοις μὲ τὸν σφυγμόν (βλ. κατωτ.), διόρθωσε καὶ συμπλήρωσε τὴ σχετικὴ θεωρία τοῦ διδασκάλου του, ὅπως σημειώνει συχνὰ ὁ Γαληνός· βλ. χαρακτηριστικά: Π. διαφ. σφυγμ. VIII 723.9 κἑ. οὐ σμικρὰ δ' ἀντιλογία (...) γέγονεν Ἡροφίλῳ πρὸς τὸν διδάσκαλον Πραξαγόραν, οὐκ ὀρθῶς ἀποφηνάμενον ἀρτηριῶν πάθος εἶναι καὶ παλμὸν καὶ τρόμον καὶ σπασμόν, οὐ γένει διαφέροντα τῆς σφυγμώδους ἐν αὐτοῖς κινήσεως ἀλλὰ μεγέθει, καὶ 498.7 κἑ. ἡ δὲ Πραξαγόρου τε καὶ Ἡροφίλου χρῆσις ἔτι καὶ εἰς τάδε κρατεῖ. σφυγμὸν γὰρ οὗτοι πᾶσαν ἀρτηριῶν κίνησιν τὴν αἰσθητὴν καλοῦσιν· οὕτως δὲ καὶ οἱ μετ' αὐτοὺς ἅπαντες, εἰ καὶ τοῖς ὁρισμοῖς διαφέρονται (βλ. καὶ 724.1 κἑ. [1, 6-7] καὶ 726.11 κἑ., ὅπου μνεία τῆς πραγματείας τοῦ Ἡροφίλου Περὶ σφυγμῶν). Περισσότερα: von Staden Heroph.24, μὲ βιβλιογραφία (παλαιότερα: F. H. Marx, Herophilus. Ein Beitrag zur Geschichte der Medizin25, Karlsruhe ‒ Baden 1838, καὶ De Herophili celeberrimi medici vita, scriptis atque in medicina meritis26, Gottingae 1840)· πρόσφατη σύνοψη: Μαυρ. Ἀρχιγ.27 242-44 (κ.ἀ.: Πίν. IV, 451)· βλ. ἐπίσης: Pollak ΙατρΑ12 227 κἑ. (κ.ἀ.)· Μαρκέτου ΙστΙ10 85-87 (ἀρ. 152-156), Krug ΑρχΙ8 65-67, Jouanna Ἱπποκρ.7 33, 69 (μὲ σημ. 58-59: σσ. 560-61), 80-83, 141 (μὲ σημ. 123-24: σελ. 569), Μανιάτη ΙστΙ13 164-67· Deichgräber GrEmp28 173 κ.ἀ. (βλ. Ind. σσ. 352 καὶ 421), Lesky ΙΑΕΛ52 1089-90, κ.ἄ.· γιὰ τοὺς Ἡροφιλείους βλ. καὶ κατωτ. 31 Π1.4.2 καὶ Π3.9.2 (μὲ σχόλ.), καὶ 36 F1.5.

3. τοῦ σφυγμοῦ: Τὰ περὶ σφυγμῶν ἀποτελοῦν σημαντικὸ κεφάλαιο τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Ἰατρικῆς ἐπιστήμης (βλ. καὶ ἀνωτ., καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λλ. Ἡρακλείδης, Χρύσερμος, Ἡγήτωρ, Ἀπολλώνιος, Βακχεῖος, Ἀριστόξενος, Ἀρχιγένει). Σημαντικὴ ἦταν, ἰδιαίτερα, ἡ συμβολὴ τοῦ Γαληνοῦ στὴν κριτικὴ θεώρηση καὶ συμπλήρωση τῶν σχετικῶν θεωριῶν, σὲ μιὰ σειρὰ ἔργων του (μὲ τοὺς τίτλους χαρακτη­ριστικούς): Π. χρείας σφυγμ. (V 149 κἑ.) Π. τῶν σφυγμ. (VIII 453.1 κἑ. Ὅσα τοῖς εἰσαγομένοις, φίλτατε Τεῦθρα, χρήσιμον ἐπίστασθαι περὶ σφυγμῶν, ἐνταῦθα λεχθήσεται. τὴν δ' ὅλην ὑπὲρ αὐτῶν τέχνην ἑτέρωθι γεγραμμένην ἔχεις, κ.λπ.), Π. διαφ. σφυγμ. (VIII 493 κἑ.), Π. διαγν. σφυγμ. (VIII 766 κἑ.), Π. σφυγμ. αἰτ. (IX 1 κἑ.), Π. προγν. σφυγμ. (IX 205 κἑ.), Σύνοψ. π. σφυγμ. (IX 431 κἑ.). Ἀξιομνημόνευτα εἶναι καὶ τὰ ἔργα τοῦ Ἀρχιγένους Π. σφυγμ. (1/2 αἰ. μ.Χ.: βλ. κατωτ. 13-14, σχόλ. σ.λ.), τοῦ Μαρκελλίνου (Ι) Π. σφυγμ. (2ος πιθ. αἰ. μ.Χ.), κ.ἄ.: βλ. καὶ κατωτ. (8 κἑ. καὶ 36 F1.1 κἑ.) καὶ Μαυρ. Ἀρχιγ27. 57 σημ. 56 (κ.ἀ.: βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ. Ἀρχιγένει).

4, 6. ἀταλαίπωροι: Ὁ Kühn1 υἱοθετεῖ καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὸ ἀταλαίπωροι τῆς χειρόγραφης παράδοσης, καὶ τὸ αὐτὸ πράττει ὁ Guardasole (Eracl.29 T27 [σελ. 162]: ἀταλαίπωροι δὲ καὶ ἡμεῖςεἰδέναι βουλόμεθα) γιὰ τὴ β´ περίπτωση (στ. 1 τοῦ δικοῦ του ἀποσπάσματος). Ἀντίθετα, ὁ von Staden (Heroph.24 162.23 καὶ 25 [σελ. 335]), γράφει καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ταλαίπωροι, ἀκολουθώντας τὴ διόρθωση τοῦ Schöne30 στὸν Deichgräber GrEmp28 170 [σελ. 173], στ. 18-22: ἀταλαίπωροι δὲ καὶ ἡμεῖςεἰδέναι βουλόμεθα), γιὰ τὴ β´ περίπτωση (: {}ταλαίπωροι Deichgr.28 ὅ.π.). Υἱοθετήσαμε, μὲ κάποιες ἀμφιβολίες, τὴ γραφὴ τῶν χειρογράφων, κυρίως γιατὶ τὸ ἀντίθετο προϋποθέτει ὑπόθεση παραφθορᾶς –ὄχι εὐνόητης– ἀρχικῆς γραφῆς ταλαίπωροι σὲ ἀταλαίπωροι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις σ' ὅλη τὴ χειρόγραφη παράδοση (τὸ δὲ καὶ ἡμεῖς τοῦ στ. 6 [4 . μὲν – 6 . δὲ καὶ ἡμεῖς] δύσκολα ἐπιτρέπει διαφοροποίηση, μολονότι δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ ἀπόκλιση σημασίας –μὲ ἕναν τόνο αὐτοσαρκασμοῦ– στὴ β´ περίπτωση)· καὶ μεταφράσαμε, ὄχι χωρὶς ἐπιφυλάξεις, μὲ τὸ «ἀκαταπόνητοι» ("Felici anche noi" μεταφράζει ὁ Guardasole29), σημασία ποὺ οὐδόλως ἀποκλείεται ἀπὸ τὴ φύση τῆς λέξεως (ἀταλαίπωρος: ὁ ἄνευ ταλαιπωρίας, [ἑπομένως:] καὶ ὁ μὴ ταλαιπωρηθείς, ὁ μὴ καταπονηθείς, [ὅθεν:] ὁ ἀκαταπόνητος). Πβ. Γαλην. Π. κρισ. ἡμ. IX 796.2-3 τὸ καρτερικοὺς ὑπάρχειν καὶ ἀταλαιπώρους, καὶ τὴν ἔκφραση ἀταλαίπωρος βίος (συχνὰ στὸν Ἰω. Χρυσ.: PG31 49, 85.52-53 ἄλυπός τις καὶ ἀταλαίπωρος βίος, 51, 164.4-5 τὸν ἀταλαίπωρον βίον μετιοῦσαι καὶ ἀνέσεως γέμουσαι, 56, 179.41-42 βίον ἀταλαίπωρον καὶ πόνων ἀπηλλαγμένον, κ.ἄ. [62, 295.49 βίος ἀταλαιπώρητος, πβ. Παυσ. Ἀττ. Ἀττ. ὀνομ. συναγ. α 65.2 τῶν ἀταλαιπώρως βιούντων, κ.τ.τ.]· Ἰω. Ἀκτουάρ. Π. ψυχ. πνεύμ. 2.5.6.8 ἀταλαιπώρου βίου τυχών [πβ. 2.5.5.5 τοῖς ἀταλαιπώρως βιοῦσι]· Φώτ. Βιβλ. 222, 198b 23-24 ὁ ἄμοχθος βίος καὶ ἀταλαίπωρος [πβ. 21 κἑ.], κ.τ.τ.). Τὸ θέμα ὅμως χρήζει περαιτέρω ἔρευνας (πβ. LSJ932 / LSK33 σ.λλ. ἀταλαίπωρος καὶ ταλαίπωρος, ταλαι­πωρέω).

8. Ἡρακλείδης: ὁ Ἐρυθραῖος, ἰατρὸς Ἡροφίλειος (1ος π.Χ.-1ος μ.Χ. αἰ.). Μολονότι στὸ Π. διαφ. σφυγμ. ἔργο τοῦ Γαληνοῦ μνημονεύεται στὰ περὶ σφυγμῶν καὶ ὁ Ἡρακλείδης ὁ Ταραντῖνος (VIII 720.3 Ὁ μὲν Ταραντῖνος Ἡρακλείδης ἐμπειρικῷ πρέπουσαν ὑπογραφὴν ποιούμενος τὸν σφυγμὸν εἶναί φησι κίνησιν ἀρτηριῶν καὶ καρδίας, 721.14 ἐκ τοιούτων μὲν οὖν λογισμῶν ὅ τε Ταραντῖνος Ἡρακλείδης καὶ ἄλλοι τινὲς τῶν ἐμπειρικῶν ἑαυτοὺς πείσαντες ὑπεγράψαντο τὸν σφυγμὸν εἶναι κίνησιν ἀρτηριῶν καὶ καρδίας, 726.11 ὥσπερ καὶ ὁ Ταραντῖνος Ἡρακλείδης ἐν οἷς ἀντιλέγει πρὸς τὸ περὶ σφυγμῶν Ἡροφίλου: βλ. καὶ κατωτ. F5.5-6 σχόλ. σ.λ. ὁ Ταραντῖνος Ἡρακλείδης), στὴ συνέχεια, σ' ἕνα πολὺ ἐνδιαφέρον –καὶ παρεμφερὲς πρὸς τὸ ἐδῶ– χωρίο (VIII 741.3 κἑ.: βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λλ. Χρύσερμος καὶ Ἀπολλώνιος), ὁ Ἐρυθραῖος Ἡρακλείδης προβάλλει ὡς –κατὰ πᾶσαν πιθανότητα– ταυτιζόμενος μὲ τὸν ἐδῶ Ἡρακλείδην: (743.10) Ὅ γε μὴν Ἐρυθραῖος Ἡρακλείδης, ἐνδοξότατος τῶν μαθητῶν αὐτοῦ (sc. Χρυσέρμου) γενόμενος, οὐ πάνυ φαίνεται προσιέμενος τοῦ διδασκάλου τὸν ὅρον. συστολὴν γὰρ ἔφη καὶ διαστολὴν ἀρτηριῶν καὶ καρδίας εἶναι τὸν σφυγμὸν ὑπὸ ζωτικῆς καὶ ψυχικῆς δυνάμεως πλειστοδυναμούσης ἀποτελού­μενον. (...) τῷ δ' ὑπὸ ζωτικῆς καὶ ψυχικῆς δυνάμεως γίνεσθαι τὸν σφυγμὸν ὑπὸ Χρυσέρμου λελεγμένῳ προσέθηκεν ὁ Ἡρακλείδης τὸ πλειστοδυναμούσης, ἐπειδὴ καὶ ἄλλα τινα συντελεῖν εἰς τὴν τῶν σφυγμῶν γένεσιν ὁ Ἡρόφιλος αὐτός φησι καὶ πάντες οἱ ἀπ' αὐτοῦ κληθέντες Ἡροφίλειοι. (744.14) μέμφεταί γε μὴν ὁ Ἀριστό­ξενος καὶ τούτῳ καὶ Ἀπολλωνίῳ τῷ Μυΐ, προσθέντι καὶ αὐτῷ τὸ πλειστοδυ­ναμούσης. οὐ γὰρ ἐχρῆν, φησί, τὸ κοινὸν ἁπάσης ἐνεργείας φυσικῆς ὡς ἴδιον τῶν σφυγμῶν λέγεσθαι. μέμφεται δὲ καὶ τῷ πάντῃ τὸν χιτῶνα τῆς ἀρτηρίας κυκλοτερῶς διΐστασθαι λελέχθαι κατὰ τὸν ὅρον, οὐ μόνον, ὥσπερ ὁ Ἡρακλείδης, ὡς περιττῷ, ἀλλ' ὅτι καὶ τῶν παρὰ φύσιν σφυγμῶν ἔνιοι τὴν διαστολὴν τῆς ἀρτηρίας οὐχ ὁμαλὴν ποιοῦνται, καθάπερ ἑαυτῶν μέρος (725.17 κἑ. ἀναλυτικὴ ἀναφορὰ στὸν Ἀριστόξενον [746.11 Ἐρυθραίου τὸ ἕβδομον ἀναγνώτω περὶ τῆς Ἡροφιλείου αἱρέσεως] / 698.3 κἑ., 753.13 κἑ. κ.ἀ. [συχνά] ἀναφορὰ στὸ περὶ σφυγμῶν Ἀρχιγένους βιβλίον: βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λλ. Ἀριστόξενος καὶ Ἀρχιγένει)· συμπληρώνει σὺν τοῖς ἄλλοις ὁ Μαρκελλ. Π. σφυγμ. 71 κἑ.: Οὔτε Ἱπποκράτης οὔτε Αἰγίμιος, ἀλλ' οὐδὲ Χρύσιππος οὐδὲ Ἐρασίστρατος ὡρίσαντο ὅρον σφυγμοῦ· οἱ μέντοι νεώτεροι ἄλλοι ἄλλως· καὶ ὁ μὲν Ἡγήτωρ μόνον· σφυγμός ἐστιν ἀρτηριῶν διάστασις καὶ συστολή· Βακχεῖος δὲ ὁ Ἡροφίλειος σφυγμὸν εἶπεν εἶναι διαστολὴν καὶ συστολὴν ἐν πάσαις ταῖς ἀρτηρίαις ἅμα γιγνομένην· ὁ δὲ Ἐρυθραῖος Ἡρακλείδης ἔφη διάστασιν καὶ συστολὴν ἀρτηριῶν καὶ καρδίας ὑπὸ ζωτικῆς δυνάμεως πλειστοδυναμούσης ἐπιτελουμένην (11 κἑ. ἀναφορὰ τόσο στὸν Ἐρυθραῖον ὅσο καὶ στὸν Ταραντῖνον Ἡρακλείδην). Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ σύντομο βιογραφικὸ σχόλιο τοῦ Στράβ. 14.1.34 Ἐκ δ' Ἐρυθρῶν Σίβυλλά ἐστιν (...)· καὶ καθ' ἡμᾶς Ἡρακλείδης Ἡροφίλειος ἰατρὸς συσχολαστὴς Ἀπολλωνίου τοῦ Μυός: ὁ Ἡρακλείδης ὁ Ἐρυθραῖος, σύγχρονος τοῦ Στράβωνα (περ. 64 π.Χ.-23 μ.Χ.), ἦταν ἰατρὸς Ἡροφίλειος καὶ συμμαθητὴς –μὲ δάσκαλο τὸν Χρύσερμο (Γαλην. ὅ.π.)– τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ Μυός, ποὺ κατὰ μιὰν ἄποψη ταυτίζεται μὲ τὸν Ἀπολλώνιο τὸν Κιτιέα (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. Ἀπολλώνιος, καὶ ἀνωτ. σχόλ. στὸ Τ1 [Πηγή] σ.λ. Στράβων).
   Ὁ Γαληνός, πέραν τῶν ἀνωτ. παρατιθέμενων χωρίων, μνημονεύει καὶ ἀλλοῦ τὸν Ἡρακλείδη τὸν Ἐρυθραῖο, ἀποτελώντας τὴν κύρια πηγὴ γι' αὐτόν. Βλ. χαρακτηριστικά: Τέχνη ἰατρ. Ι 305.1 τρεῖς εἰσιν αἱ πᾶσαι διδασκαλίαι τάξεως ἐχόμεναι. πρώτη μέν, ἡ ἐκ τῆς τοῦ τέλους ἐννοίας κατ' ἀνάλυσιν γινομένη. δευτέρα δέ, ἡ ἐκ συνθέσεως τῶν κατὰ τὴν ἀνάλυσιν εὑρεθέντων. τρίτη δέ, ἡ ἐξ ὅρου διαλύσεως, ἣν νῦν ἐνιστάμεθα. καλεῖν δ' ἔξεστι τὴν τοιαύτην διδασκαλίαν, οὐ μόνον ὅρου διάλυσιν, ἀλλὰ καὶ διάπτυξιν, ὥς τινες ὠνόμασαν, ἢ ἀνάλυσιν, ἢ διαίρεσιν, ἤ, ὡς ἕτεροί τινες, ἐξάπλωσιν, ἢ ἐξήγησιν, ὡς ἄλλοι. ἐπεχείρησαν μὲν οὖν ἔνιοι τῶν Ἡροφιλείων τοιαύτην ποιήσασθαι διδασκαλίαν, ὥσπερ καὶ Ἡρακλείδης ὁ Ἐρυθραῖος. ἐπεχείρησαν δὲ καὶ τὴν κατὰ σύνθεσιν, αὐτοί τε οἱ Ἡροφίλειοι, καί τινες τῶν Ἐρασιστρατείων τε, καὶ Ἀθηναῖος ὁ Ἀτταλεύς. οὐδεὶς μέντοι γε τῶν πρὸ ἡμῶν ἔγραψε τὴν ἐκ τῆς τοῦ τέλους ἐννοίας ἀρχομένην διδασκαλίαν, ἐξ ἧς αἱ τέχναι πᾶσαι συνίστανται κατὰ μέθοδον· βλ. ἐπίσης Π. διαφ. σφυγμ. VIII 746.9 κἑ., Εἰς Ἱππ. γ´ ἐπιδημ. XVII1 608.10 κἑ. καὶ Εἰς Ἱππ. στ´ Ἐπιδημ. XVII1 794.2 (793.1) κἑ. καὶ XVII2 288.4 κἑ. Περισσότερα: von Staden Heroph.24 κεφ. XXIV ("Heraclides of Erythrae"), μὲ βιβλιογραφία.

   Χρύσερμος: ἰατρὸς Ἡροφίλειος (Σέξτ. Ἐμπειρ. Πυρρ. ὑποτυπ. 1.84.1 Χρύσερμος δὲ ὁ Ἡροφίλειος εἴ ποτε πέπερι προσηνέγκατο καρδιακῶς ἐκινδύνευεν), ἀκμάσας τὸν 1ον αἰ. π.Χ. (πιθανῶς περὶ τὰ μέσα τοῦ αἰ. ἢ λίγο ἀργότερα, κατὰ τὸν von Staden, Heroph.24 525-26 μὲ σημ. 18), διδάσκαλος τοῦ Ἡρακλείδη τοῦ Ἐρυθραίου (Γαλην. Π. διαφ. σφυγμ. VIII 743.10 κἑ.: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ἡρακλείδης) καὶ πιθανῶς τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ Μυός (Στράβ. 14.1.34 κἑ.: βλ. ἀνωτ.). Τὸν ὁρισμό του γιὰ τὸν σφυγμὸν τὸν παραθέτει –καὶ τὸν συζητᾶ στὴ συνέχεια (μνημονεύοντάς τον ὀνομαστικὰ ἐπανειλημμένως: 744.11 [βλ. ἀνωτ.], 745.5 καὶ 10, 746.6)– ὁ Γαλην. ὅ.π. 741.5: Σφυγμός ἐστι διάστασις καὶ συστολὴ ἀρτηριῶν, πάντοθεν τοῦ χιτῶνος ἐπανισταμένου καὶ πάλιν εἰς ἑαυτὸν συντρέχοντος ὑπὸ ψυχικῆς καὶ ζωτικῆς δυνάμεως, παρεπομένη διαπαντὸς ἐν τῷ ὑγιαίνειν καὶ νοσεῖν, πρὸς αἴσθησιν ληπτή. Ὁ ἴδιος μνημονεύει ἐπίσης συνταγὴ τοῦ Χρύσερμου γιὰ σπληνικοὺς καὶ ὑδρωπικούς (Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XIII 243.12 Χρυσέρμου σπληνικοῖς, ὑδρωπικοῖς. ἔστι δὲ καὶ διουρητικοῖς ἀγαθή, κοιλίας μαλακτική. σκίλλαν εὐμεγέθη πηλῷ περιπλάσας ὄπτα, κ.λπ.)· πβ. Plin. Hist. nat. 22.71 Chrysermus et parotidas in vino decocta radice curavit, item strumas admixta cachry ex vino (1.22b. 2 praeter eos Chrysermo). Περισσότερα: von Staden Heroph.24 κεφ. ΧΧ ("Chrysermus"), μὲ βιβλιογραφία. (Βλ. καὶ κατωτ. 34 Τ1.12.)

   Ἡγήτωρ: Ἡροφίλειος ἰατρός, μνημονευόμενος ἀπὸ τὸν Γαληνὸ στὸ ἐδῶ χωρίο καὶ τὸν Μαρκελλ. Π. σφυγμ. 72 (καὶ ὁ μὲν Ἡγήτωρ μόνον· σφυγμός ἐστιν ἀρτηριῶν διάστασις καὶ συστολή: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ἡρακλείδης), κυρίως δὲ ἀπὸ τὸν Ἀπολλώνιον τὸν Κιτιέα (βλ. κατωτ. Π3.9 [κἑ., καὶ 15]), ποὺ ἀποτελεῖ ἔτσι term. a. quem (1ος αἰ. π.Χ.) γιὰ τὸν Ἡγήτορα (2ος αἰ. π.Χ.;). Βλ. ἀναλυτικά: von Staden Heroph.24 κεφ. XVII ("Hegetor"), μὲ βιβλιογραφία. (Βλ. καὶ Smith HiTr6 212-14, καὶ 183.)

9. ἀντεῖπον: διόρθωση τοῦ Schöne30 στὸν Deichgräber (GrEmp28 170 [σελ. 173, στ. 21], μὲ τὴ σημείωση: "ἂν εἶπεν ed. [sc. Kühn1]: corr. Schöne30"), τὴν ὁποία υἱοθετεῖ ὁ von Staden (Heroph.24 162.28 [σελ. 335], μὲ τὴ σημείωση [σελ. 337]: "ἂν εἶπεν vulg.: corr. Schöne30"). Ἀντίθετα, ὁ Kühn1 γράφει ἂν εἶπον, ὁ δὲ Guardasole29 ἂν εἶπεν (N, ἄν τ' εἶπεν C). Τὸ ἂν ὅμως δύσκολα γίνεται δεκτὸ μετὰ τὰ εἶπεν (στ. 7) καὶ ἐξηγήσαντο (στ. 8-9): 3 πλάγιες ἐρωτηματικὲς προτάσεις, ἀντικείμ. τοῦ εἰδέναι (τί μὲν Ἡ. εἶπεν, τί δ' Ἡ. τε καὶ Χρ. καὶ Ἡ. οὐκ ὀρθῶς ἐξηγήσαντο, τί δ' ἀντεῖπον κ.λπ.), μολονότι ἡ παρουσία του εἶναι σταθερὴ στὰ σωζόμενα χειρόγραφα. Μὲ πολλὲς ἀμφιβολίες, ἔτσι, υἱοθετήσαμε τὴ διόρθωση τοῦ Schöne30 σὲ ἀντεῖπον (ποὺ δὲν ἀποκλείεται ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα, καθὼς ὁ Γαληνὸς δὲν ἀκολουθεῖ χρονολογικὴ σειρὰ στὴν ἀναφορὰ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἰατρῶν).

   Ἀπολλώνιος: ὁ Μῦς, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὅπως προκύπτει κυρίως ἀπὸ τὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Γαληνοῦ (Π. διαφ. σφυγμ. VIII 743.3 κἑ. [βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ἡρακλείδης]: 744.15 καὶ Ἀπολλωνίῳ τῷ Μυί), ἰατρὸς Ἡροφίλειος, συμμαθητὴς τοῦ Ἡρακλείδη τοῦ Ἐρυθραίου καὶ πιθανῶς μαθητὴς τοῦ Χρύσερμου (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λλ.), ἀκμάσας περὶ τὰ τέλη τοῦ 1ου αἰ. π.Χ. (πιθανῶς κάπου ἀνάμεσα στὸ 50 π.Χ. καὶ τὸ 10 μ.Χ., κατὰ τὸν Μαυρουδῆ27). Ἔδρασε στὴν Ἀλεξάνδρεια ὡς χειρουρ­γὸς καὶ φαρμακολόγος, κυρίως. Ὁ Γαληνός (Π. ἁπλ. φαρμ. XI 795.7 κἑ. καὶ XII 367.5 κἑ. [11-12], Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 475.3 κἑ., 502.4 κἑ., 582.7 κἑ. κ.ἀ., συχνά) καὶ ὁ Φιλούμενος (Π. ἰοβ. ζ. 5.5, 17.10 [Wellm.34] κ.ἀ., πολλάκις) μνημονεύουν ἔργο του Περὶ εὐπορίστων φαρμάκων· ὁ Γαληνός (Π. διαφ. σφυγμ. VIII 746.10 [12] κἑ., πβ. 723.18 [724.3] κἑ.) καὶ ὁ Σωρανός (Γυναικ. 3.2.1 κἑ. [CMG35 IV 94 Ilberg] = Ἐρασίστρ. ἀπόσπ. 60) ἔργο του Περὶ τῆς Ἡροφίλου αἱρέσεως (ἢ Περὶ αἱρέσεων)· ὁ Ἀθήναιος (15, 38.1 κἑ.) ἔργο του Περὶ μύρων. Ἀναφέρονται φάρμακά του πρὸς ἀχῶρας (Γαλην. Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 475.3 κἑ.), πρὸς τὰ ὀδόντων ἀλγήματα (ὅ.π. 582.7 κἑ. καὶ 858.17 κἑ.), πρὸς ὠταλγίας (ὅ.π. 633.11 κἑ., κ.ἀ.) καὶ πρὸς ἤχους καὶ βόμβους καὶ συριγμοὺς καὶ ἐμπνευματώσεις (ὅ.π. 646.4 κἑ.) καὶ πρὸς δυσηκοΐαν (ὅ.π. 651.1 κἑ.), πρὸς τὰς ἐν μυκτῆρσι διαθέσεις (ὅ.π. 686.16 κἑ.), πρὸς ὑπώπια πρόσφατα καὶ πελιώματα (ὅ.π. 814.16 κἑ.), τοῖς βδέλλας καταπιοῦσιν (Π. ἀντιδότ. XIV 143.8 κἑ.), ἐπὶ πάσης δυσεντερίας (Παλλάδ. Εἰς Ἱππ. Ἐπιδημ. 2.98.11 κἑ. Dietz36), κ.ἄ. Ἡ ταύτισή του μὲ τὸν Ἀπολλώνιον τὸν Κιτιέα (Harles ArApM37 23 κἑ., πβ. ὅμως Michler AlChir38 119 κἑ. [κεφ. 30. "Apollonii"] καὶ von Staden Heroph.24 545 σημ. 37) δὲν φαίνεται πιθανή, ἡ δὲ ἀπόδοση σ' αὐτὸν –ἢ σ' ἄλλον ὁμώνυμο γιατρὸ– χωρίων ποὺ φέρονται ὑπὸ τὸ ὄνομα ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ χωρὶς περαιτέρω προσδιο­ρισμὸ σπάνια εἶναι δυνατή (βλ. καὶ ἀνωτ. Εἰσαγωγή, καὶ κατωτ. *Τ4 καὶ *F4, πβ. 35*T1*b-*c καὶ *F2-9, μὲ σχόλ.). Γιὰ τὸν Ἀπολλώνιον τὸν Μῦν βλ. σὺν τοῖς ἄλλοις von Staden Heroph.24 κεφ. XXIII ("Apollonius Mys") καὶ Μαυρ. Ἀρχιγ.27 271-76 (κ.ἀ.), μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία).

   Βακχεῖος: Ταναγρεὺς ἰατρός (3ος αἰ. π.Χ.), μαθητὴς τοῦ Ἡροφίλου. Ἔγραψε γλωσσάριο μὲ τὶς δύσκολες Λέξεις Ἱπποκράτους (βλ. ἀνωτ. Τ2 σχόλ. σ.στ. 1-2 σ.λ. ὀκτωκαίδεκα ... διαγράψαντος καὶ κατωτ. F5 σχόλ. σ.στ. 9-10 σ.λλ. τὸν Ταναγραῖον Βακχεῖον καὶ πληρῶσαι τὴν προθεσμίαν καὶ 13-16 σ.λλ. Ἐπικλέους τοῦ Κρητός καὶ Διοσκουρίδου τοῦ Φακᾶ), ἐξέδωσε ἢ / καὶ ὑπομνημάτισε ἔργα τοῦ Ἱπποκράτη (Περὶ ἐπιδημ., βιβλ. γ´ καὶ στ´ [Γαλην. Εἰς Ἱππ. γ´ Ἐπιδημ. XVII1 619.5 κἑ. καὶ Εἰς Ἱππ. στ´ Ἐπιδημ. XVII1 793.3 κἑ.], Ἀφορισμοί [Γαλην. Εἰς Ἱππ. Ἀφορ. XVIII1 186.14 κἑ.], Κατ' ἰητρ. [Γαλην. Εἰς Ἱππ. Κατ' ἰητρ. XVIII2 629.1 κἑ.]). Μνημονεύονται ἐπίσης Ἀκροάσεις του καὶ Ἐπιτομὴ σφυγμῶν (Γαλην. Π. διαφ. σφυγμ. VIII 732.8 κἑ. Ὁ μὲν οὖν Βακχεῖος ἐν ταῖς ἄλλαις Ἀκροάσεσι (ἀκρ. Kühn1) τὸν σφυγμὸν εἶναί φησι συστολὴν καὶ διαστολὴν ἅμα ἐν ἁπάσαις ταῖς ἀρτηρίαις γιγνομένην, καὶ 748.19 ἐπιδεικνύναι τὸν Βακχεῖον ἐν μὲν ταῖς Ἀκροάσεσιν (ἀκρ. Kühn1) οὕτως εἰρηκέναι τὸν σφυγμὸν εἶναι συστολὴν καὶ διαστολὴν ἐν ἁπάσαις ταῖς ἀρτηρίαις γινομένην. ἐν δὲ τῇ τῶν σφυγμῶν ἐπιτομῇ κατὰ λέξιν οὕτως γράφει· σφυγμὸς δὲ καὶ πᾶν πάθος σφυγμοῦ μόνον ἐν ἀρτηρίαις καὶ καρδίᾳ συμβαίνει. καὶ μετ' ὀλίγα πάλιν· ὁ μὲν γὰρ σφυγμός, καθάπερ ἐρρέθη, διάστασίς τέ ἐστι τῆς ἀρτηρίας, ἢ τοῦ ἀρτηριώδους μέρους τῆς καρδίας). Περισσότερα: von Staden Heroph.24 κεφ. XIV ("Bacchius"), μὲ βιβλιογραφία· βλ. καὶ κατωτ. F5.8-18 καὶ F6.5-6, (F7.14), Π1.4 (κυρίως στ. 4 κἑ. καὶ 28 κἑ.) καὶ Π1.9 (στ. 25 κἑ.), μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια. Συνοπτικά: Lesky ΙΑΕΛ52 676· Smith HiTr6 202 κἑ.· [καὶ 211 μὲ σημ. 46], κ.ἀ. (συχνά).

10. Ἀριστόξενος: Ἡροφίλειος ἰατρός, Λαοδικεύς, μαθητὴς Ἀλεξάνδρου τοῦ Φιλαλήθους (βλ. κατωτ.), ἀκμάσας στὶς ἀρχὲς περίπου τοῦ 1ου αἰ. μ.Χ. ("1 B.C.-A.D. 1" Canon339 / 1ος αἰ. μ.Χ. ΙΦΑΕ40 καὶ ΑΕΙ41 σ.λ.)· ὄχι ἰδιαίτερα προβεβλημένος, μολονότι στὸ ιγ´ βιβλίο τοῦ Περὶ τῆς Ἡροφίλου αἱρέσεως ἔργου του στηρίζει ὁ Γαληνὸς τὴν ἀναλυτικὴ περὶ σφυγμῶν συζήτηση στὸ ἔργο του Π. διαφ. σφυγμ. VIII 725.17 κἑ. (βλ. Deichgräber GrEmp28 171 [σσ. 173 κἑ.]: "Aus Aristoxenos XIII. Buch Περὶ τῆς Ἡροφίλου αἱρέσεως). Στὸ περὶ οὗ ὁ λόγος χωρίο ὁ Γαληνὸς μνημονεύει ὀνομαστικὰ τὸν Ἀριστόξενο ἐπανειλημμένως: 734.1 Ἀριστό­ξενος δὲ ὁ Ἡροφίλειος (...) ἀξιοῖ τὸν σφυγμὸν λέγειν ἐνέργειαν ἀρτηριῶν (...)· ὅτι μὲν οὖν τὸ γένος τοῦ πράγματος, οὗ περ ἂν ὁριζόμενοι τύχωμεν, ἁπάντων πρῶτον λέγεσθαι χρὴ κατὰ τὸν ὅρον, ὀρθῶς εἶπεν ὁ Ἀριστόξενος (: στ. 11)· 735.14 [15] ἀλλὰ πρὸς Ἀριστόξενον ἱκανὰ καὶ ταῦτα, διαλεκτικῶς μὲν ὁρίζεσθαι βουλόμενον, οὐ φυλάττοντα δὲ τοὺς διαλεκτικοὺς νόμους οὐδ' αὐτόν· 738.17 ἐγκαλεῖ δ' Ἀριστόξενος εἰκότως τῷ Ζήνωνι, καθάπερ καὶ ἄλλοις πολλοῖς, τῆς περιττῆς προσθήκης ἐν τῷ φάναι, ἐάν τε ἐν τοῖς ἴσοις ἐάν τε ἐν τοῖς ἀνίσοις ἐκείνη συντελῆται χρόνοις (...)· 744.14 μέμφεταί γε μὴν ὁ Ἀριστόξενος καὶ τούτῳ καὶ Ἀπολλωνίῳ τῷ Μυΐ, προσθέντι καὶ αὐτῷ τὸ πλειστοδυναμούσης (743.10 κἑ.: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ἡρακλείδης γιὰ τὸ ὅλο χωρίο, καὶ σ.λ. Ἀπολλώνιος: γιὰ χρόνους ἀκμῆς του)· 746.9 εἴ τις βούλοιτο καὶ περὶ τούτων ἢ αὐτὸς γνῶναι τὰ λελεγμένα τοῖς ἀνδράσιν, ἢ μεταστρέφειν εἰς ὑπομνήματα, τοῦ μὲν Ἐρυθραίου τὸ ἕβδομον ἀναγνώτω περὶ τῆς Ἡροφίλου αἱρέσεως, τοῦ Ἀπολλωνίου δὲ τὸ εἰκοστὸν ἔννατον, Ἀριστοξένου δὲ τὸ τρισκαιδέκατον· 746.16 κάλλιον δὲ ἴσως μηδὲ τοῦτο παραλιπεῖν, ὡς αὐτὸς ὁ Ἀριστόξενος, Ἀλεξάνδρου τοῦ Φιλαλήθους γεγονὼς μαθητής, ἐλέγξας τε τοὺς τῶν πρεσβυτέρων ἑαυτοῦ πάντας ὅρους, ὡς οἴεται, κάλλιστα δ' ἔχειν εἰπὼν τόνδε· σφυγμός ἐστι καρδίας καὶ ἀρτηριῶν ἐνέργεια ἴδιος, ὅμως αὐτὸς ἐφεξῆς, οὐδὲν κωλύει, φησί, καὶ τοιοῦτον ὅρον ποιήσασθαι· σφυγμός ἐστι καρδίας καὶ ἀρτηριῶν ἐνέργεια ἴδιος, μικτή, ἀπροαίρετος. ἐπαινεῖ δὲ τοῦτον τὸν ὅρον ὡς σαφέστερον τοῦ πρόσθεν, ἐκείνῳ μαρτυρῶν τὸ σύντομόν τε καὶ τεχνικόν. οἴεται γὰρ ἀπροαιρέτους κινήσεις πολλάκις ὅμως ἔχειν τι καὶ προαιρετικόν. Περισσότερα: H. Schoene, De Aristoxeni Περὶ τῆς Ἡροφίλου αἱρέσεως libro tertio decimo a Galeno adhibito42, Bonnae (Inaug. Diss.) 1893, καὶ von Staden Heroph.24 κεφ. XXV ("Aristoxenus"), μὲ βιβλιογραφία.

13-14. Ἀρχιγένει: Κατὰ τὸν Σουίδα σ.λ. Ἀρχιγένης· Φιλίππου, Ἀπαμεὺς Συρίας, ἰατρός, μαθητὴς Ἀγαθίνου, ἐπὶ Τραϊανοῦ ἰατρεύσας ἐν Ῥώμῃ, βιοὺς ἔτη ξγ´ καὶ συγγράψας πολλὰ ἰατρικά τε καὶ φυσικά (πβ. Ἰων. 143 [βλ. Μαυρουδῆ Ἀρχιγέν.27 1 σημ. 1], ὅπου: Φιλίππου υἱὸς τοῦ ἰατροῦ). Πότε ἀκριβῶς γεννήθηκε καὶ πέθανε, παραμένει ἀβέβαιο, παρὰ τὶς προσπάθειες νὰ προσδιοριστεῖ περαιτέρω τὸ ἐπὶ Τραϊανοῦ ἰατρεύσας (Σουίδ. καὶ Ἰων., ὅ.π.), ποὺ φαίνεται ὅτι «δηλώνει ἁπλῶς τὴν ἀκμὴ τῆς ἰατρικῆς δραστηριότητάς του» (Μαυρ.27 ὅ.π. 9-13, κυρίως 12), στὴ Ρώμη, ἀσχολούμενος –σὺν τοῖς ἄλλοις– μὲ τὴν παρασκευὴ κομμωτικῶν φαρμάκων ποὺ τοῦ παράγγελλαν ἐνίοτε βασιλικαὶ γυναῖκες, αἷς οὐκ ἔστιν ἀρνήσασθαι, μελανθῆναι βουλόμεναι τὰς τρίχας ἢ ξανθισθῆναι (Γαλην. Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 443.6 κἑ.) καὶ προσφέροντας τὶς ὑπηρεσίες του στὸν Ρωμαϊκὸ στρατό, φέροντας πιθανῶς καὶ τὸν τίτλο τοῦ ἀρχιάτρου (Μαυρ.27 ὅ.π. 14-24). Ὄντας ὁ πιὸ ἐπιφανὴς πνευματικὸς ἐκλεκτικὸς ἰατρός (ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ διδασκάλου του Ἀγαθίνου), δὲν δίστασε νὰ υἱοθετήσει μεθόδους καὶ θεωρίες ἐμπειρικῶν, μεθοδικῶν καὶ λογικῶν ἰατρῶν καὶ νὰ δημιουργήσει τὴ δική του «σχολή» (ὅ.π. 24-35). Τὸν μνημονεύει ἤδη ὁ –σύγχρονός του– ποιητὴς Ἰουβενάλης (περ. 67-127 [140] μ.Χ., στὶς Σάτ. 6.235-8, 13.96-98, 14.252-55), ἀσχολεῖται εὐρύτατα μ' αὐτὸν ὁ –λίγο μεταγενέστερος– Γαληνός (μὲ λίαν τιμητικοὺς χαρακτηρισμούς, ὅπως: φιλόπονος εἰς τὰ τῆς ἰατρικῆς ἔργα καὶ τριβακώτατος περὶ τὰς θεραπείας [Π. πεπονθ. τόπ. VIII 88.5-6 καὶ 158.2-3], συνετός [Π. διαφ. σφυγμ. VIII 642.14], πάντων ἐπιμε­λέστατος [Π. προγν. σφυγμ. 366.7], σεμνότατος [Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 443.11], οὐ τῶν τυχόντων ἰατρῶν [ὅ.π. 534.6], ἄριστος [ὅ.π. 535.2, πβ. 468.1], τῶν ἄλλων ἀξιολογώτερος [ὅ.π. 1002.7-8], τῶν ἐπιφανεστάτων [Εἰς Ἱππ. Ἀφορ. XVIII1 7.5-10, κ.ἀ.), τὸν ἐκθειάζουν πολλοὶ μεταγενέστεροι (χαρακτηριστικά: Ἀλέξ. Τραλλ. Θεραπ. 7.4 [ΙΙ 265.2 Puschm.43] Ἀρχιγένης ὁ θειότατος), κι ἡ φήμη του μένει μεγάλη (Μαυρ.27 ὅ.π. 35-44, μὲ πάμπολλες παραπομπές). Συγγραφέας πολυγραφότατος, ἀξιόλογα συγγράμματα πάμπολλα κατέλιπεν (κατὰ τὸν Γαληνό, Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 534.16-17), μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸ Περὶ σφυγμῶν κατέχει περίοπτη θέση (βλ. τὴν εὔστοχη εἰδολογικὴ κατάταξη τοῦ Μαυρουδῆ27 ὅ.π. 54, καὶ τὴν ἀναλυτικὴ παρουσίαση τῶν συγγραμμάτων τοῦ Ἀπαμέως ἰατροῦ στὶς σσ. 44-141, κι ὅσα γράφονται στὴ συνέχεια γιὰ τὴν τύχη τῶν συγγραμμάτων του καὶ τὴν παράδοσή τους [σσ. 143-227], τὶς πηγὲς τοῦ ἔργου τοῦ Ἀρχιγένη καὶ γενικότερα τὴ σχέση του μὲ τὴν προγενέστερη ἰατρικὴ γραμματεία [σσ. 231-368], τὰ συγγράμματα ποὺ ἀποδίδονται στὸν Ἀρχιγένη ἀπὸ Ἄραβες γιατροὺς καὶ αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἀποδοθεῖ σ' αὐτὸν ἐσφαλμένως ἀπὸ νεώτερους μελετητές [σσ. 371-86], γιὰ ἀρχαίους συγγραφεῖς ποὺ θεωροῦνται ἐσφαλμένως πηγὲς τοῦ Ἀρχιγένη [387-90], μὲ πλήρη βιβλιογραφικὴ ἐπισκόπηση). Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι κατὰ τὸν Γαληνό, ποὺ στηρίζει τὴν περὶ σφυγμῶν θεωρία του στὸν Ἀρχιγένη (Μαυρ.27 ὅ.π. 68 μὲ σημ. 96), ὁ Ἀπαμεὺς ἰατρὸς ὅριζε ὡς ἑξῆς τὸν πλήρη καὶ τὸν κενὸν σφυγμό (Π. διαγν. σφυγμ. VIII 931.7-10, βλ. καὶ Π. διαφ. σφυγμ. VIII 509.8-12 καὶ κατωτ. 36 F1): ἔστι δὲ πλήρης σφυγμὸς ὁ ναστοτέραν ἐπιδεικνὺς τὴν ἀρτηρίαν καὶ τὴν ὑπόπτωσιν αὐτῆς διασεσαγμένην ἐγχύλως, κενὸς δὲ ὁ πομφολυγώδη τὴν ἔγερσιν τῆς ἀρτηρίας ποιούμενος, ὥστε κατὰ τὸν ἐπιπιεσμὸν τῶν δακτύλων κενεμβάτησιν ὑποπίπτειν.

  1. Kühn, C G. (1821-1833), Κλαυδίου Γαληνοῦ Ἅπαντα. Claudii Galeni Opera omnia, Vols. I-XX, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑
  2. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑ c↑
  3. Easterling, P. E. & Knox B. M. W. (2000), Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Κονομή, Ν., Γρίμπα Χρ, Κονομή Μ. & Στεφανή Α. Ἀθήνα.
  4. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  5. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.
  6. Smith, W. D. (1979), The Hippocratic Tradition, Ithaca and London.a↑ b↑ c↑
  7. Jouanna, J. (1998), Ιπποκράτης, μτφρ. Δ. Δ. Τσιλιβέρδης Αθήνα.a↑ b↑
  8. Krug, A. (1997), Αρχαία Ιατρική: Επιστημονική και Θρησκευτική Ιατρική στην Αρχαιότητα, Αθήνα.a↑ b↑
  9. Margotta, R. Ιστορία της Ιατρικής, Αθήνα.
  10. Μαρκέτος, Σ. (2000), Εικονογραφημένη Ιστορία της Ιατρικής, 4η εκδ., Αθήνα.a↑ b↑
  11. Βαρβαρούση, Ἀ. Ιστορία της Ορθοπαιδικής από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα (Η εξέλιξη της Ελληνικής Ορθοπαιδικής), Αθήνα.
  12. Pollak, K. (2005), Ἡ ἰατρικὴ στὴν ἀρχαιότητα. Ἑλλάδα – Ρώμη – Βυζάντιο. Ἡ ἰατρικὴ στὴ Βίβλο καὶ τὸ Ταλμούδ, Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑
  13. Μανιάτης, Π. (2002), Ιστορία της Ιατρικής (Από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα), Καισαριανή.a↑ b↑
  14. Τσεκουράκης, Δ. (2002), Γαληνός. Ὑγιεινά, τóμ. Α', Ἀθήνα.a↑ b↑
  15. Sarton, G. (1954), Galen of Pergamon,
  16. Furley, D. J. & Wilkie J. S. Galen on Respiration and the Arteries, Princeton.
  17. Brain, P. (1986), Galen on Bloothletting, Cambridge.
  18. Irigoin, J. (2007), Παράδοση καί Κριτική τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν Κειμένων, μτφρ. Παγωνάρη-Ἀντωνίου, Π Ἀθήνα.
  19. Westholm, A. (1936), The Temples of Soli: Studies on Cypriote Art during Hellenistic and Roman Periods, Stockholm.
  20. Michaelides, D., Foster G. V. & Kanada K. (1984), A Roman Surgeon's Tomp from Nea Paphos, parts 1-2, Nicosia. 315-332.
  21. Παπαδόπουλλος, Θ. (1997-2000), Ἱστορία τῆς Κύπρου, τóμ. Α΄-Β΄, Λευκωσία.
  22. Χρυσάνθης, Κ. (1983), Ἀπὸ τὴν Ἱστορία τῆς Κυπριακῆς Ἰατρικῆς, Λευκωσία.
  23. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  24. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑
  25. Marx, k. F. H. (1838), Hierophilus: Ein Betrag zur Geschichte der Medizin, Karlsruhe - Baden.
  26. Marx, k. F. H. (1840), De Herophili celeberrimi medici vita, scriptis atque in medicina meritis, Göttingen.
  27. Μαυρουδῆς, Α. Δ. (2000), Ἀρχιγένης Φιλίππου Ἀπαμεύς: Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα ἑνὸς Ἕλληνα γιατροῦ στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, Πονήματα: Συμβολὲς στὴν ἔρευνα τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Λατινικῆς Γραμματείας,3 Ἀθῆναι.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑
  28. Deichgräber, K. (1965), Die griechische Empirikerschule (Sammlung der Fragmente und Darstellung der Lehre), Berlin / Zürich.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  29. Guardasole, A. (1997), Eraclide di Taranto, Frammenti, Speculum. Contributi di Filologia Classica, collana diretta da A. Garrya Napoli.a↑ b↑ c↑
  30. Schöne, H. (1896), Apollonius von Kitium: Illustrierter Kommentar zu der hippokrateischen Schrift Περὶ ἄρθρων, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  31. Migne, J P. (1857-1866), Patrologiae cursus completus. Series Graeca, Paris .
  32. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  33. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  34. Wellmann, M. (1908), Philumeni De venenatis animalibus eorumque remediis, CMG,X.I.I. Leipzig and Berlin.
  35. Corpus Medicorum Graecorum, Berlin.
  36. Dietz, F. R. (1834), Apollonii Citiensis, Stephani, Palladii, Theophili, Meletii, Damascii, Ioannis, aliorum Scholia in Hippocratem et Galenum, Vols. I-II, Königsberg.
  37. Harless, J. C. F. (1816), Analecta historico-critica: De Archigene Medico et de Apolloniis Medicis eorumque scriptis et fragmentis (Accedit Apollonii Erasistratei de scarificatione Fragmentum Graecum), Erlangae et Bambergae.
  38. Michler, M. (1968), Die Alexandrinischen Chirurgen. Eine Sammlung und Auswertung ihrer Fragmente, Hellenistische Chirurgie,1 Wiesbaden.
  39. Berkowitz, L. & Squitier K. A. (2000), Thesaurus Linguae Graecae, Canon of Greek Authors and Works, 3d ed., New York - Oxford.
  40. Jouanna, J. (1975), Hippocratis, De natura hominis, CMG,I.1.3 Berlin.
  41. Γεωργακόπουλος, Κ. (1998), Ἀρχαῖοι Ἕλληνες Ἰατροί, Ἀθῆναι.
  42. Schöne, H. (1893), De Aristoxeni Περὶ τῆς Ἡροφίλου αἱρέσεως libro tertio decimo a Galeno adhibito, Bonn.
  43. Puscmann, T. (1878-1879), Alexander von Tralles (Original-Text und Übersetzung nebst ein Einleitenden Abhandlung. Ein Beitrag zur Geschichte der Medicin),, Vols. I-II, Wien.