You are here

T1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

1Λ̣ε̣ω̣ν̣ί̣δ̣α̣ς̣ | Σ̣κ̣υ̣θ̣ί̣ν̣ο̣υ̣2  | ἰατρὸς L ο̣η´.

  1. [Vid. Peristianis Γεν. Ἱστ. (1910 / 1995) 913 no. 3 (pp. 911-16, et 823-24); Hadjioannou ΑΚΕΠ Δα´ / Δβ´ (1980) 138; Samama MMG (2003) 373. Vid. etiam Nicolaou PPC Λ 9 (et Σ 17 al., cf. BCH 92, 1968, 76 sqq., et CIS pl. XXVc, cf. etiam SEG 25, 1971, 313 sqq. nos. 1134-1140) et LGPN1 s.v. Λεωνίδας (3) al.]
  2. 1 Λ̣ε̣ω̣ν̣ί̣δ̣α̣ς Σ̣κ̣υ̣θ̣ί̣ν̣ο̣υ̣ et ο̣ scripsimus (vid. adnot. Peristianis [p. 913], qui autem praeter Ο̣ cetera sine punctibus scripsit): Λεωνίδας Σκυθίνου ἰατρὸς L οη´ Hadjioannou, Samama.

Λεωνίδας Σκυθίνου γιατρὸς ἐτῶν 78.

Σχόλια: 

Ἐπιγραφὴ σὲ ἐπιτύμβια στήλη ἀπὸ τοὺς Χύτρους (Χύτροι, ἀργότερα Κύθροι καὶ Κυθρία, νεώτ. Κυθρέα). Κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Περιστιάνη (Γεν. Ἱστ. 823-24), ἀνακαλύφθηκε τὸ 1908 ἀπὸ χωρικοὺς στὴν περιοχὴ τῆς Μάντρας τοῦ Κουνιᾶ, σὲ τάφο τριῶν οἰκογενειῶν τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου μεγάλων διαστάσεων λαξευμένο σὲ βράχο (μὲ δώδεκα νεκρικὲς θῆκες, ἕξι ἀπὸ κάθε πλευρά). Ἡ τύχη τῆς ἐπιτύμβιας στήλης τοῦ γιατροῦ Λεωνίδα Σκυθίνου ἀγνοεῖται (ἔτσι ἡ ἔκδοσή της στηρίζεται ἀποκλειστικὰ στὸν Περιστιάνη, 913 ἀρ. 3)· σώζονται ὅμως στὸ Μουσεῖο τῆς Λευκωσίας –μαζὶ μὲ ἄλλες ἀπὸ τὸν ἴδιο τάφο (βλ. Nicolaou, BCH 92 [1968] 76-84)– οἱ ἐπιτύμβιες στῆλες τοῦ πατέρα του καὶ τῆς μητέρας του, τῆς ἀδελφῆς του Ἀπολλωνίας, ἑνὸς ἀδελφοῦ καὶ μιᾶς ἀδελφῆς τοῦ πατέρα του (βλ. κυρίως Περιστιάνη ὅ.π. 911-16, Nicolaou ὅ.π., SEG 25 [ 1971] σσ. 313-15, καὶ ἀνωτ. Εἰκ. 90 καὶ 91): (α´) Σκυθῖνος Ἀριστοκράτου̣ L [= ἐτῶν] ξ´· (β´) [Ξ]ε̣νάγιον γυνὴ Σκυθίνου τοῦ Ἀριστοκράτο[υ] ἐτῶν οε´· (γ´) Πύθων Ἀριστοκράτου ἀδελφὸς Σκυθίνου φιλόσοφος Ἐπικούρειος L οη´ (βλ. καὶ CIS Pl. XXVc)· (δ´) Ἀπολλωνία Ἀριστοκράτου ἀδελφὴ Πύθων̣ο̣ς καὶ Σκυθίνου L ο´· (ε´) Ἀπολλωνία Σκυθίνου L κε´ (στήλη ξαναχρησιμοποιημένη: Κάριον Τιμοκράτου γυνή L λζ´). Πότε περίπου ἔζησε ὁ Λεωνίδας Σκυθίνου –καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς του– μόνο νὰ εἰκάσουμε μποροῦμε (βλ. κατωτ.).

1. Λ̣ε̣ω̣ν̣ί̣δ̣α̣ς̣ Σ̣κ̣υ̣θ̣ί̣ν̣ο̣υ̣ ἰατρὸς: Τόσο τὸ Λεωνίδας ὅσο καὶ τὸ Σκυθῖνος δὲν ἀπαντοῦν ἀλλοῦ στὴν ἀρχαία Κύπρο (ὅπως καὶ τὰ Ξενάγιον καὶ Πύθων, καὶ τὰ Γλύκων, Δεξικράτης καὶ Διογενὶς τοῦ ἴδιου τάφου), μολονότι καὶ τὰ δύο ἀπαντοῦν συχνὰ ἀλλοῦ (ὅπως καὶ τὸ Πύθων)· ἀντίθετα, τόσο τὸ Ἀπολλωνία (καὶ κυρίως τὸ ἀρσ. Ἀπολλώνιος: βλ. σὺν τοῖς ἄλλοις ἀνωτ. 31 Τ1 κἑ., μὲ σχόλ.) ὅσο καὶ τὸ Ἀριστοκράτης (βλ. ἀνωτ. 39 Τ1 κἑ., μὲ σχόλ., καὶ ΑΚυΓ2 11 Ε7 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἀριστοκρέτης), ὅπως καὶ τὰ Διογένης καὶ Τιμοκράτης (στὴν Κύπρο καὶ Τιμοκρέτης καὶ Τιμυκρέτης) τοῦ ἴδιου τάφου, ἀπαντοῦν συχνὰ καὶ στὴν Κύπρο καὶ ἀλλοῦ (βλ. Nicolaou ὅ.π. 84 καὶ PPC σ.λλ. / LGPN1 σ.λλ.)· τὰ δεδομένα δὲ αὐτά, προφανῶς σημαντικὰ γιὰ τὴν Κυπριακὴ προσωπογραφία (βλ. Nicolaou ὅ.π. 84), δείχνουν σὺν τοῖς ἄλλοις πόσο παραπλανητικὰ εἶναι ἐνίοτε –ἀποσπασματικὰ κρινόμενα– τὰ ἐπιμέρους στοιχεῖα. Ποῦ ὀφείλει τὸ ὄνομά του ὁ Λεωνίδας ὁ ἰατρὸς εἶναι ἄγνωστο (μπορεῖ ἁπλῶς νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι ἕνας μεγαλύτερος ἀδελφὸς ἴσως ἔφερε τὸ ὄνομα τοῦ παπποῦ Ἀριστοκράτη, καὶ νὰ θυμηθεῖ ὅτι ἕνας στρατηγὸς τοῦ Πτολεμαίου Α´ (Stähelin, "Leonidas" [6], RE 12.1 [1925] 2019) ἐμπλέκεται στὴ διαμάχη του μὲ τὸν Δημήτριο, ποὺ ὅμως δὲν μνημονεύεται στὶς σωζόμενες πηγὲς σὲ σχέση μὲ τὴν Κύπρο), καὶ τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὸ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του Σκυθίνου (νὰ τὸ πῆρε ἀπὸ τὸν Τήϊο ποιητὴ καὶ φιλόσοφο Σκυθῖνον [βλ. West IEG II 95-96: "s. v/iv ?", πβ. ὅμως Περιστιάνη ὅ.π. 912-13, βλ. καὶ F. Jacoby, "Skythinos", RE Α.2.1 (1927) 696-97] δὲν φαίνεται πιθανό)· ἀντίθετα, καθὼς τὸ ὄνομα Πύθων ἐμφανίζεται σὺν τοῖς ἄλλοις στοὺς φιλοσοφικοὺς κύκλους τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἀριστοτέλη (Διογ. Λαερτ. Φιλ. βί. 3.46 καὶ 5.70 [κ.ἀ.], βλ. καὶ Περιστιάνη ὅ.π. 914, περισσότερα: H. H. Schmitt, "Python" [3], RE 24.1 [1963] 610-11) κι ἕνας ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Ἐπικούρου (βλ. κατωτ.) στὸν ὁποῖο ὁ φιλόσοφος ἀπευθύνει μιὰν ἀπὸ τὶς ἐπιστολές του (βλ. Διογ. Λαερτ. ὅ.π. 10.83) ὀνομάζεται Πυθοκλῆς (βλ. K. Ziegler, "Pythokles" [9], RE 24.1 [1963] 600-1), εὔλογο φαίνεται νὰ ὑποθέσει κανεὶς πὼς ὁ Πύθων, ὡς φιλόσοφος Ἐπικούρειος, πῆρε ἀπὸ ἐδῶ τὸ ὄνομά του. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τόσο τὰ ἐπιγραφικὰ δεδομένα καὶ τὸ περιεχόμενο τῶν ἐπιγραφῶν, ὅσο καὶ ἡ ἔλλειψη τῆς πολύτιμης ἀρχαιολογικῆς μαρτυρίας κατὰ τὴν –παράνομη ἐδῶ– ἀνασκαφὴ γιὰ σημαντικὲς λεπτομέρειες (γιὰ τὴ σειρὰ π.χ. μὲ τὴν ὁποία τάφηκαν τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας καὶ τὰ ἀντικείμενα ποὺ ὑπῆρχαν σὲ κάθε θήκη) καὶ ἄλλων μαρτυριῶν γιὰ ἔστω καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ Λεωνίδα Σκυθίνου, δὲν ἐπιτρέπουν ἀσφαλῆ χρονολόγηση (γι' αὐτὸ καὶ οἱ διάφορες ὑποθέσεις παρουσιάζουν σημαντικὲς ἀποκλίσεις, καὶ ἐσωτερικὰ προβλήματα: πβ. Περιστιάνη ὅ.π., Nicolaou PPC καὶ LGPN1 σ.λλ., Samama MMG 373). Μιὰ εὔλογη χρονολόγηση, στηριγμένη στὴν ἐκτίμηση ὅτι ἡ στήλη τῆς μητέρας τοῦ Λεωνίδα μπορεῖ βάσει τῆς γραφῆς νὰ τοποθετηθεῖ –μὲ τὶς εὔλογες ἐπιφυλάξεις– περὶ τὸ 200 π.Χ. (πβ. Nicolaou, BCH [ὅ.π.] 78: τέλη 3ου ἢ μᾶλλον ἀρχὲς 2ου αἰ. π.Χ. [PPC Ξ 2: III/II], καὶ SEG [ὅ.π.]: τέλη 3ου αἰ. π.Χ.) καὶ αὐτὲς τῆς Ἀπολλωνίας Ἀριστοκράτου καὶ τοῦ Πύθωνος Ἀριστοκράτου στὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. (βλ. Nicolaou [BCH 79-80 / PPC Α 65 καὶ Π 73, CIS Pl. XXVc] καὶ SEG ὅ.π.), στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ συντομογραφία L (ποὺ δὲν ἐμφανίζεται στὴν Κύπρο πρὶν ἀπὸ τὰ τέλη τῆς βασιλείας τοῦ Πτολεμαίου Γ´ Εὐεργέτη [246-241 π.Χ.]: βλ. Mitford FCECy 143, καὶ Samama ὅ.π. [σελ. 462 σημ. 61], μὲ περαιτέρω παραπομπές) ἀπαντᾶ στὶς πέντε ἀπὸ τὶς ἕξι ἐπιγραφὲς τῆς οἰκογένειας (ἐτῶν σ' αὐτὴν τῆς μητέρας τοῦ Λεωνίδα, ποὺ ἐντούτοις δὲν εἶναι ἀπὸ τὶς παλαιότερες) καὶ στὶς τρεῖς ἀπὸ τὶς ἄλλες τοῦ ἴδιου τάφου (ἐτῶν σ' αὐτὲς τοῦ Δεξικράτη Γλύκωνος [ἐδῶ Εἰκ. 146], τῆς Διογενίδος Διογένου καὶ τῆς Ἀταλάντης Πρωτάρχου), ἀλλὰ καὶ στὴ συγγενικὴ σχέση τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειας καὶ τὴν ἡλικία τους τὴ στιγμὴ τοῦ θανάτου τους, εἶναι –ἐπαγωγικὰ– ἡ ἑξῆς: (α´) Δεχόμενοι ὅτι ἡ Ξενάγιον πεθαίνει περὶ τὸ 200 π.Χ. σὲ ἡλικία 75 ἐτῶν, πρέπει νὰ τοποθετήσουμε τὴ γέννησή της περὶ τὸ 275 π.Χ., καὶ λίγο μετὰ ἀπ' αὐτὴν τὴ γέννηση τῶν ἀδελφιῶν τοῦ ἄντρα της, (β´) τοῦ Πύθωνος Ἀριστοκράτου, ποὺ πεθαίνει σὲ ἡλικία 76 ἐτῶν, καὶ (γ´) τῆς Ἀπολλωνίας Ἀριστοκράτου, ποὺ πεθαίνει σὲ ἡλικία 70 ἐτῶν (γεννημένη πιθανῶς λίγα χρόνια μετὰ ἀπὸ τὸν Πύθωνα)· (δ´) περὶ τὰ τέλη τῆς α´ ἢ τὶς ἀρχὲς τῆς β´ εἰκοσιπενταετίας –πιθανῶς λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ γυναίκα του– φαίνεται ὅτι γεννιέται ὁ Σκυθῖνος Ἀριστοκράτου, ποὺ πεθαίνει σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν, στὶς ἀρχὲς –ἢ περὶ τὶς ἀρχὲς– τῆς δ´ εἰκοσιπενταετίας τοῦ 3ου αἰ. (κι ὁ πατέρας τῶν τριῶν ἀδελφιῶν Ἀριστοκράτης, ἑπομένως, φαίνεται γεννημένος περὶ τὸ 300 π.Χ.)· (ε´) ἡ γέννηση τῆς Ἀπολλωνίας Σκυθίνου κι ὁ θάνατός της –στὴν τρυφερὴ ἡλικία τῶν 25 ἐτῶν– μπορεῖ εὔλογα νὰ τοποθετηθεῖ περὶ τὶς ἀρχὲς τῆς γ´ καὶ τῆς δ´ εἰκοσιπενταετίας τοῦ 3ου αἰ., ἀντίστοιχα (μὲ τὴν ἐπιτύμβια στήλη της νὰ διασώζει πιθανῶς ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα παραδείγματα ἐμφάνισης τοῦ L)· (στ´) περὶ τὶς ἀρχὲς τῆς γ´ εἰκοσιπενταετίας τοῦ 3ου αἰ., ἐπίσης, φαίνεται νὰ γεννήθηκε ὁ γιατρὸς Λεωνίδας Σκυθίνου, ποὺ πέθανε ὅμως πλήρης ἡμερῶν σὲ ἡλικία 78 ἐτῶν, περὶ τὶς ἀρχὲς ἑπομένως τῆς β´ εἰκοσιπενταετίας τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Πύθων εἶναι φιλόσοφος Ἐπικούρειος, φαίνεται νὰ ἐνισχύει τὰ ἀνωτέρω συμπεράσματα, καθὼς ὁ Ἐπίκουρος (341-270 [ἀπὸ τὸ 310 διδάσκει στὴ Μυτιλήνη καὶ στὴ συνέχεια στὴ Λάμψακο, καὶ τὸ 307/6 ἱδρύει τὴ φιλοσοφική του Σχολὴ στὴν Ἀθήνα]: βλ. Lesky ΙΑΕΛ5 943-48 καὶ 959-60, East. – Knox ΙΑΕΛ4 818-25 καὶ 1051-52 [μὲ πλούσια βιβλιογραφικὰ σημειώματα], κ.ἀ.) κι ἡ διδασκαλία του εὑρίσκουν ἄμεση καὶ πρώιμη ἀπήχηση στὴν Κύπρο· ἀρκεῖ νὰ θυμηθεῖ κανεὶς ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Ἐπίκουρου εἶναι ὁ Νικάνωρ ὁ Κύπριος, ποὺ μνημονεύεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν φιλόσοφο στὴ διαθήκη του (βλ. ἀνωτ. ΑΚυΓ3 27 *F3b σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Νικάνορα τὸν Κύπριον [μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία], συνοπτικά: Περιστιάνης ὅ.π. 915-16 [μὲ προσοχή!], CIS Pl. XXVc, LGPN1 σ.λ. Νικάνωρ, 11 ["iv-iii BC RE Supplbd. 8 (24a)"], κ.ἄ.), κι ὅτι τὸ ὄνομα Ἐπίκουρος ἀπαντᾶ σὲ ἐπιγραφὴ τοῦ 250-200 π.Χ. ποὺ βρέθηκε τὸ 1938 ἀπὸ τὸν Mitford στὴν περιοχὴ τοῦ ναοῦ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Παλαίπαφο, χαραγμένη πάνω σὲ ἐξαιρετικῆς ποιότητας γκρὶ μάρμαρο (ἐδῶ Εἰκ. 147) ποὺ ἀποτελοῦσε πιθανῶς τὴ βάση προτομῆς τοῦ μεγάλου Ἀθηναίου φιλοσόφου (βλ. Mitford HIOPa 7 ἀρ. 10, "The bust of Epicurus: 250-200 B.C.", καὶ Nicolaou CIS Pl. XXVa/b: "3rd century B.C."). Σὲ κάθε περίπτωση, μὲ τὶς ὅποιες ἐπιφυλάξεις γιὰ τὴν ἀκριβῆ χρονολόγηση τῆς βάσης τοῦ ἀνωτέρω οἰκοδομήματος (ἡ χρονολόγηση, ὅμως, τῆς ἐπιγραφῆς τοῦ Λεωνίδα στὸν 1ον αἰ. μ.Χ. ἀπὸ τὴ Samama [ὅ.π.], μὲ ἐπιχείρημα τὴν ἐμφάνιση τοῦ συμβόλου L, δὲν εὐσταθεῖ), ἡ εἰκόνα μιᾶς περιφανοῦς οἰκογένειας τῶν Χύτρων τοῦ 3ου καὶ τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. (τὸ β´ ἥμισυ τοῦ 3ου καὶ τὴν α´ εἰκοσιπενταετία τοῦ 2ου αἰ. κατὰ τὴ Nicolaou, BCH [ὅ.π.] 83), μὲ ἕναν Ἐπικούρειο φιλόσοφο κι ἕνα γιατρὸ ἀνάμεσά τους, προβάλλει λαμπρή, θυμίζοντας ἀνάλογες περιπτώσεις ἄλλων Κυπριακῶν πόλεων (βλ. ἀνωτ. *41 Τ1 σχόλ. σ.στ.1, μὲ περαιτέρω παραπομπές).