You are here

Ε1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Ε1

a Στόλος Θέωνος Ἀθηναῖος

   ὁ συγγενὴς βασιλέως
c  Πτολεμαίου τοῦ δευτ̣̣̣̣̣έ̣̣̣̣̣[ρου]1
Σωτῆρος Σίμ[α]λον̣̣̣̣̣2
e  Τιμάρχου Σαλ[αμί]νιον3,
 τὸν ἑαυτοῦ φίλ̣̣̣̣̣ον4,
g          Ἀπόλλων̣̣̣̣̣ι̣̣̣̣̣5


1 Ἀλκινόου μελάθροισι προσ̣̣̣̣̣[είκ]ελα6 δώματα ναίων,
         Σίμαλε, τᾶς ἀφελοῦς δ[εῖγμα]7 φιλοξενίας,
ἁπλόε καὶ ἐμ μύθοισι καὶ [ἐμ βιότω]ι8 περικαλλεῖ,
     προσφιλὲς Αἰγύπτου κ[οιρανί]δ̣̣̣̣̣αις 9 ἔρυμα
5 καὶ Ῥώμας ὑπάτοισι καὶ Ἀ[τ]θίδι Κ[έ]κροπος10 αἴηι
       καὶ Δάλου ναέται̣̣̣̣̣ς11 πλε[ῖσ]τα σεβ[ι]ζόμενε12,
 εἴθε χρόνοις κείνοις [σε λοχ]εύσα[το πα]τ̣̣̣̣̣ρ̣̣̣̣̣ὶς13 ἐραννά,
       Τρώων καὶ Δαναῶν ἁν̣̣̣̣̣ίκ̣̣̣̣̣[α] μ̣̣̣̣̣έ[λπε μ]άχα̣̣̣̣̣ς14
Μαιονίδας, τὰν σὰν ἵν' ἐ[ϋφρο]σ[ύναν ἐσί]δ̣̣̣̣̣η̣̣̣̣̣ι σοι15
10   χρύσεον ἐμ βύβλοις γ[ράμμ' ἀνεγειράμ]ενος16
οὐκ ἂν ὁ Φαιάκων γὰ[ρ ἄναξ17 τόσον ἤρατο κῦ]δος18
      ὡς σύ, δόμον ξέν[ιον19 πᾶσι παρασχόμενος]20.
                               Ἀντισθέν[ους Παφίου]21

  1. c δευτ̣̣̣̣̣έ̣̣̣̣̣[ρου Rouss.: δευ[τέρου] Foug. Str. Ditt. Durrb.; δευτέ[ρου] Hadj.
  2. d Σίμ[α]λον̣̣̣̣̣ Rouss.: Σίμ[α]λο[ν] Foug. Str. Ditt. Durrb.; Σίμ[α]λον Hadj.
  3. Σαλ[αμί]νιον omnes
  4. φίλ̣̣̣̣̣ον nos: φί[λ]ον Foug. Ditt. Durrb.; φίλον Str. Rouss. Hadj. (fortasse recte)
  5. Ἀπόλλων̣ι̣ nos: Ἀπόλλω[νι] Foug. Str. Ditt.; Ἀπόλλωνι Durrb. Rouss. Hadj.
  6. προσ̣̣̣̣̣[είκ]ελα Rouss. Pouill.: προσ[είκ]ελα Hadj.; προ[σείκ]ελα Foug. Gomp. Durrb. Peek
  7. δ[εῖγμα] Foug. Gomp. Rouss. Pouill. Hadj.: δ[εῖγμ]α Durrb. Peek; fortasse δ[εῖγμ]α̣̣̣̣̣ scribendum
  8. 3 [ἐμ βιότω]ι Peek (vid. et infra adnot. ad loc.): [ἐμ βιότῳ] Gomp. coll. I 443 μύθων τε ῥητῆρ' ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων; [ἐν κόσμω]ι Rouss. Pouill.; [ἐν κόσμῳ] Foug. Durrb. Hadj.
  9. κ[οιρανί]δ̣̣̣̣̣αις dubitantes scripsimus (vid. infra adnot. ad loc.): κ[οιρανί]δαις Peek (vid. adnot. ad loc.; “κ[οιραν]ίαις... ist zu knapp”); κ[οιραν]ίαις Foug. Gomp. Durrb. Rouss. Pouill. Hadj.
  10. [τ]θίδι Κ[έ]κροπος αἴηι Rouss. Peek Pouill. Hadj. (vid. et infra adnot. ad loc.): [γνῆι Κέ]κροπος αἴηι Foug. Gomp. Durrb.
  11. ναέται̣̣̣̣̣ς dubitantes scripsimus (vid. infra s.vv. ναέται̣̣̣̣̣ς et πλε[ῖσ]τα σεβ[ι]ζόμενε): ναέταις Peek; ναέτα<ι>ς Gomp.; ναέτα[ι]ς Durrb. Hadj.; ναέτας Foug. Rouss. Pouill.
  12. ‖ πλε[ῖσ]τα σεβ[ι]ζόμενε Rouss. Peek Pouill.: πλε[ῖστα····]ιζόμενε Foug.; πλε[ῖστα] (χαρ)ιζόμενε Gomp.; πλε[ῖστα χαρ]ιζόμενε Durrb.; πλεῖ[στα χαρι]ζόμενε Hadj.; fortasse πλε[ῖσ]τα σεβι̣̣̣̣̣ζόμενε scribendum
  13. 7 [σε λοχ]εύσα[το πα]τ̣̣̣̣̣ρ̣̣̣̣̣ὶς dubitans prop. Pouill. adnot. ad loc.; dubitantes scripsimus (fortasse σ̣̣̣̣̣ε̣̣̣̣̣ [λ]ο̣̣̣̣̣[χ]εύσα[τοπ̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣τ̣̣̣̣̣ρ̣̣̣̣̣ὶς; possis etiam σ' ἐλοχεύσατοσε τοκεύσατο vel σ' ἐτοκεύσατο, vid. et infra s.v.): ····ΕΥΣΑ·····ΙΣ scr. Rouss. et Pouill.; σ̣̣̣̣̣ε [λ]ο[χ]εύσα[το] πατ̣̣̣̣̣ρ̣̣̣̣̣ὶς Peek || (ὅτε θεσ)πεσίησ(ιν ἀοιδαῖς?) Gomp.; [ὅτε vel οἷς θεσ]πεσίη̣̣̣̣̣σ[ιν ἀοιδαῖς] Durrb.; [ὅτε θεσ]πεσίησ[ιν ἀοιδαῖς,] Hadj. (ἀοιδαῖς pro ἐραννὰ ad finem v.)
  14. ἁν̣̣̣̣̣ίκ̣̣̣̣̣[α] μ̣̣̣̣̣έ[λπε μ]άχα̣̣̣̣̣ς dubitantes scripsimus (vid. infra ad loc.): ἁνίκ̣̣̣̣̣' []μ̣̣̣̣̣ε[λψε μ]άχας Peek (fortasse recte; cf. Pouill. adnot. ad loc.); A······E····ΑΧΑΣ Rouss. Pouill.; ······μάχας, Foug.; (θανάτιζε) [μ]άχας Gomp., [θανάτιζε μ]άχας Hadj.; [ντιδίδαξε ? μ]άχας Durrb.
  15. ἵν' ἐ̣̣̣̣̣[ϋφρο]σ[ύναν ἐσί]δ̣̣̣̣̣η̣̣̣̣̣ι σοι dubitantes scripsimus (vid. infra ad loc.); ἵν' ἐ̣̣̣̣̣[ϋφρ]ο̣̣̣̣̣σ̣̣̣̣̣[ύναν ἐσί]δ̣̣̣̣̣η̣̣̣̣̣ι σοι Peek: ἶνι[ν······· Foug.; ἶνι[ν] (θεοειδέ' ἔκ)λεισ(εν,) Gomp., ἶνι[ν θεοειδε' ἔκ]λεισ[εν] Hadj. (num ἐκλέϊσεν?); ἶνι[ν, τὸν σὸν παρά]δ̣̣̣̣̣εισον̣̣̣̣̣ Durrb.; ἶνι[ν– –] Σ [– – –] Λ̣̣̣̣̣ΕΙ σοι Rouss. Pouill.
  16. 10 γ[ράμμ' ἀνεγειράμ]ενος Peek: Γ post βύβλοις et ΕΝΟΣ ad finem v. Rouss. Pouill.; ενος ad finem v. Foug.; (μνᾶμ' ἀνεγειράμ)ενος Gomp., [μνᾶμ' ἀνεγειράμ]ενος Hadj.; [ᾖσεν ἀγαλλόμ]ενος· Durrb.; num γ[ράμμ' ἀναγραψάμ]ενος vel ἀναλεξάμ]ενος? (vid. infra s.v.)
  17. 11 γὰ[ρ ἄναξ Peek: γὰ(ρ ἀγὸς Gomp.; ΓΑ Rouss. Pouill.; [β]α[σιλεὺς Durrb. Hadj. (vid. et infra ad loc.)
  18. ‖ τόσον ἤρατο κῦ]δος Gomp. Peek Hadj.: ΔΟΣ ad finem v. Rouss. Pouill.; nihil Foug. Durrb.
  19. 12 ξέν[ιον omnes
  20. ‖ πᾶσι παρασχόμενος] Gomp. Peek Hadj.; nihil post ξέν[ιον cett.
  21. 13 Ἀντισθέν]ους Παφίου] Rouss. Pouill. Hadj.: Ἀντισθέν[ης····· Foug.; Ἀντισθέν[ους] Durrb.; Ἀντισθένη̣̣̣̣̣[ς ὁ Πάφιος ἔγραψεν] Peek; nihil Gomp. (vid. et infra s.v.).
Ε1

Ὁ Στόλος Θέωνος ὁ Ἀθηναῖος
ὁ μέγας ἀξιωματοῦχος τοῦ βασιλιᾶ
Πτολεμαίου τοῦ δευτέρου
Σωτῆρος (τὸ ἄγαλμα ποὺ παριστάνει) τὸν Σίμαλο

Τιμάρχου τὸν Σαλαμίνιο,
τὸν δικό του φίλο,

(ἀφιερώνει) στὸν Ἀπόλλωνα.


Μὲ τοῦ Ἀλκίνοου τ' ἀνάκτορα παρόμοια μέγαρα σὺ ποὺ κατοικεῖς,
      Σίμαλε, τῆς ἀπροσποίητης δεῖγμα φιλοξενίας,
ἁπλὲ καὶ στοὺς λόγους καὶ στὸν βίο τὸν περικαλλῆ,
      προσφιλὲς στῆς Αἰγύπτου τοὺς βασιλιάδες καταφύγιο
καὶ στῆς Ρώμης τοὺς ὑπάτους καὶ στὴν Ἀττικὴ τοῦ Κέκροπα τὴ γῆ
      καὶ στῆς Δήλου τοὺς κατοίκους πολυσέβαστε,
εἴθε στοὺς χρόνους κείνους νὰ σὲ γεννοῦσε ἡ πατρίδα ἡ ποθητή,
      τῶν Τρώων καὶ τῶν Δαναῶν ὅταν τραγούδαγε τὶς μάχες
ὁ Μαιονίδης, τὴ δική σου εὐφροσύνη νὰ ἀτενίσει
      χρυσὸ μέσ' στὰ βιβλία μνημεῖο λόγου ἀνεγείροντας·
τῶν Φαιάκων ἔτσι ὁ βασιλιὰς τόση δὲν θά 'παιρνε τὴ δόξα 
      ὅπως σύ, ποὺ σπιτικὸ φιλόξενο στοὺς πάντες πρόσφερες.
                                            τοῦ Ἀντισθένη ἀπὸ τὴν Πάφο

Σχόλια: 

Τὸ ἐπίγραμμα τοῦτο ΑΝΤΙΣΘΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΦΙΟΥ, ἀποτελούμενο ἀπὸ ἕξι ἐλεγειακὰ δίστιχα, εἶναι χαραγμένο σὲ βάση ἀγάλματος ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο ποὺ βρέθηκε στὴ Δῆλο (IDél 1533) σπασμένη σὲ τρία μεγάλα καὶ ἄλλα μικρότερα κομμάτια (συνολικῶν διαστάσεων 0,55 × 0,58 × 0,10)· προηγεῖται πεζὴ ἀφιέρωση ἑπτὰ σειρῶν, ὅπου δίνονται πολύτιμες πληροφορίες (βλ. κατωτ.), οἱ ὁποῖες, σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὸ ἑπόμενο ἐπίγραμμα (IDél 2549, κατωτ. Ε2), ὁδηγοῦν σὲ χρονολόγηση περὶ τὸ 100 π.Χ. (βλ. καὶ ἀνωτ. Εἰσαγωγή). Ὁ ἀκρωτηριασμὸς τῆς μαρμάρινης πλάκας, στὸ μέσο κυρίως (βλ. φωτογραφία στὸ ÉDél: J. Pouilloux, “Salaminiens de Chypre à Délos”, BCH Suppl. 1 [1973], 409, Fig. 5, καὶ ἀνωτ. σελ. 67), δὲν ἐπιτρέπει ἀσφαλῆ ἀποκατάσταση τοῦ κειμένου τοῦ ἐπιγράμματος.
a. Στόλος Θέωνος Ἀθηναῖος: αὐτὸς ποὺ τιμᾶ τὸν Κύπριο Σίμαλο, τὸν ἑαυτοῦ φίλον, ἀφιερώνοντας ἄγαλμά του στὸν Δήλιο Ἀπόλλωνα, καὶ τιμᾶται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀπὸ τὸν Σίμαλο, ὅπως μαρτυρεῖ ἀναθηματικὴ ἐπιγραφὴ σὲ μαρμάρινη πλάκα ἀπὸ τὴ Δῆλο (βλ. Durrbach ChID 127 [σ. 205], M.A. Wilhelm, "Hellenisti­sches", AAWW 58 [1921] 82-3 ἀρ. IV], καὶ Roussel – Launey IDél 1534 σελ. 40, ὅπου καὶ περαιτέρω παραπομπές): Στόλον Θέωνος Ἀθηναῖον, | τὸν συνγενῆ βασιλέως Πτο|λεμαίου τοῦ δευτέρου Σωτῆ|[ρο]ς καὶ ἀρχεδέατρον καὶ ναύ|[αρ]χον καὶ ἐπιστολογράφον, τετα|γμένον δὲ καὶ πρὸς ταῖς ἡνίαις,| Σίμαλος Τιμάρχου Σαλαμίνιο[ς], τὸν ἑαυτοῦ φίλον, Ἀπόλλωνι. Ἡ συγκριτικὴ ἐξέταση τῶν δύο αὐτῶν ἐπιγραφῶν τῆς Δήλου, ὅπου ὁ Στόλος ἀποκαλεῖται καὶ συγγενὴς βασιλέως, καὶ τῶν λοιπῶν ἐπιγραφῶν ποὺ ἀναφέρονται στὸν Στόλο (βλ. R. S. Bagnall, "Stolos the Admiral", Phoenix 26 [1972] 358-68, μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία) ὁδηγεῖ σὲ χρονολόγηση τῶν ἐπιγραφῶν μὲ τὸν Σίμαλο μετὰ τὸ 108 π.Χ. ("from a point immediately after Soter regained control of Cyprus, or about 104" κατὰ τὸν Bagnall, ὅ.π. 367 / “aux années 100 ou aux premières décennies du 1er siècle av. J.-C.” κατὰ τὸν Pouilloux, ÉDél 407 σημ. 50· πβ. P. M. Frazer, "Inscriptions from Cyrene", Berytus 12 [1958] 114). Ἀπὸ τὶς δύο ἀνωτέρω ἐπιγραφὲς τῆς Δήλου αὐτὴ τοῦ Σίμαλου γιὰ τὸν Στόλο φαίνεται νὰ στηρίζεται λεκτικὰ σ' αὐτὴ τοῦ Στόλου γιὰ τὸν Σίμαλο (μὲ χαρακτηριστικὴ τὴ θέση τῆς κοινῆς φράσεως τὸν ἑαυτοῦ φίλον, μὴ κανονικὰ στὴν ἀφιέρωση τοῦ Σίμαλου γιὰ τὸν Στόλο), καὶ μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ σχετικὰ μεταγενέστερη. Ἀπὸ τοὺς ἀναφερόμενους στὴν ἀφιέρωση τοῦ Σίμαλου τίτλους τοῦ Στόλου ἀξίζει νὰ σημειωθῆ αὐτὸς τοῦ ἀρχεδεάτρου, ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶ καὶ σὲ ἐπιγραφὴ τῆς Παλαιπάφου τῆς ἴδιας περίπου ἐποχῆς (μαζὶ μὲ τὸν τίτλο τοῦ συγγενοῦς, ἐπίσης): Βασιλέα Πτολεμαῖον θεὸν | Ἀλέξανδρον, Ἰσίδωρος Ἑλένου | Ἀντιοχεύς, ὁ συγγενὴς καὶ | ἀρχεδέατρος, εὐεργεσίας ἕνεκεν (βλ. OGIS 181: ΑΚΕΠ Δα´ 62, μὲ σχόλια Δβ´ 62· γιὰ τὸν τίτλο τοῦ ἀρχεδεάτρου βλ. ἐπίσης Durrbach ChID σελ. 206, καὶ IDél ἀρ. 1534 [σσ. 40-41], πβ. Ἡσύχ. σ.λ. ἐδέατρος· προγεύστης βασιλέως. ἐπιμελητὴς δείπνου).
Ὁ Κυρ. Χατζηιωάννου χαρακτηρίζει τὸν Στόλον Θέωνος Ἀθηναῖον «Κυπριακῆς καταγωγῆς» (στὸν Γενικὸ πίνακα ὀνομάτων καὶ πραγμάτων, ΑΚΕΠ Ε´ σ. 401), κατατάσσοντας τὴν ἀφιερωματικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ Στόλου γιὰ τὸν Σίμαλο ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἀφιερώματα Κυπρίων εἰς ναοὺς Δήλου» (ΑΚΕΠ Δα´ 14: «181-146 π.Χ.», χωρὶς τὴν ἀντίστοιχη ἀφιερωματικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ Σιμάλου τοῦ Σαλαμινίου γιὰ τὸν Στόλο τὸν Ἀθηναῖο, ἐκ παραδρομῆς προφανῶς). Ἡ ὑπόθεση, ὅμως, γιὰ Κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ Στόλου δὲν φαίνεται νὰ εὑρίσκει ἐρείσματα στὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα, μολονότι ὡς ἰδιαίτερα ἔμπιστος καὶ στενὸς συνεργάτης τοῦ Πτολεμαίου Λαθύρου τὸν συνοδεύει πιθανῶς στὴν Κύπρο ἀπὸ τὸ 106 περίπου ὣς τὸ 88 π.Χ. (ὅπως ὑποστηρίζει ὁ C. Skeat, RPtol 15 κἑ.), κατὰ διαστήματα τοὐλά­χιστο. Τὸ ἐθνικὸ Ἀθηναῖος θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδοθῆ σὲ πολιτογράφησή του, ἂν στὴν ἐπιγραφὴ IDél 1534 διαβαστῆ [Στόλος Θέω]νος Κυ̣[ρηναῖος] ἀντὶ τοῦ πιὸ πιθανοῦ Κυ̣[δαθηναιεύς] (βλ. Bagnall ὅ.π. 361)· ἀλλὰ κι ἔτσι πιὸ πιθανὴ προβάλλει ἡ Ἀθηναϊκὴ καταγωγὴ τοῦ Στόλου καὶ ἡ τιμητικὴ πολιτογράφησή του στὴν Κυρήνη λόγω τῶν σημαντικῶν σχέσεων μὲ τὴν πόλη. Κι ἂν ὄντως ὁ Στόλος Θέωνος ἦταν Κύπριος ποὺ πολιτογραφήθηκε Ἀθηναῖος, δύσκολα θὰ ἀποσιω­ποῦσε τὴν Κυπριακὴ καταγωγή του στὴν ἀφιερωματικὴ ἐπιγραφή του γιὰ τὸν Σίμαλον Τιμάρχου Σαλαμίνιον, καὶ δύσκολα ἐπίσης ὁ Σίμαλος Τιμάρχου στὴ δική του ἀφιερωματικὴ ἐπιγραφὴ θὰ μνημόνευε μὲν τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ ἐθνικὸ Σαλαμίνιος ἀλλὰ τὸν Στόλον Θέωνος θὰ ἀποκαλοῦσε Ἀθηναῖον. Οὔτε καὶ φαίνεται πιθανὴ ἡ ἀπονομὴ κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ σὲ Κύπριο τίτλων τόσων καὶ τέτοιων, ὅπως εἶναι αὐτοὶ ποὺ συγκεντρώνει ὁ Στόλος Θέωνος Ἀθηναῖος (πβ. τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Κυρηναῖο Ἕλενο, γιὰ τὸν ὁποῖο βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. d-e· πβ. ἐπίσης TSaI2 σσ. 37 κἑ.).
Τὸ ἐθνικὸ Ἀθηναῖος χρησιμοποιεῖται κατὰ κανόνα ἀπὸ ἢ γιὰ Ἀθηναίους πολίτες ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ στὶς σχέσεις τους μὲ μὴ Ἀθηναίους (ἐκτὸς ἂν πρόκειται γιὰ γνωστοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν), ἀντὶ τοῦ δημοτικοῦ ἐπιθέτου, ποὺ χρησιμοποιεῖται στὶς μεταξὺ Ἀθηναίων πολιτῶν σχέ­σεις (δηλώνοντας τὸν δῆμο καταγωγῆς). Βλ. κυρίως S. Reinach, “Fouilles de Délos”, BCH 7 (1883) 342 κἑ. (ἰδιαίτερα 343 κἑ.: θεωρία M. Homolle), μὲ χαρακτη­ριστικὰ παραδείγματα στὴ σελ. 345: [Βασιλέα Ἀντίοχον] Ἐπιφανῆ | [βασιλέως μεγ]άλου Ἀντιόχου | [‒ ‒ ‒ ‒ ‒ ‒ ‒ ‒ ‒ ‒] ος Ἀθηναῖος | [ἀνέθηκεν Ἀπόλλ]ωνι Δ[η]λί[ω]ι (OGIS ἀρ. 249)· Χρύσερμον Ἡρακλείτου Ἀλεξανδρέα, | τὸν συγγενῆ βασιλέως Πτολεμαίου | καὶ ἐξηγητὴν καὶ ἐπὶ τῶν ἰατρῶν | καὶ ἐπιστάτην τοῦ Μουσείου, || Ἄρειος Παμφίλου Ἀθηναῖος | καλοκαγαθίας ἕνεκεν τῆς εἰς ἑαυτὸν | Ἀπόλλωνι, Ἀρτέμιδι, Λητοῖ, κ.ἄ. (βλ. OGIS 63 [ἀπὸ τὴν Κύπρο], 216, 258, 261, 353, 369, 371, 372, 373, 430, 591, 720, 721). Βλ. ἐπίσης τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Φλυέα / Ἀθηναῖον Τίμαρχον Σιμάλου κατωτ. σχόλ. σ.στ. d-e, ἀρ. 3.

b. ὁ συγγενὴς βασιλέως: μέγας ἀξιωματοῦχος τοῦ βασιλιᾶ, "homo primi in aula regia ordinis" κατὰ τὸν Dittenberger (OGIS 707 [πίν. VIII. σ.λ. συγγενής, 2] μὲ παραπομπές: βλ. κυρίως 104 [Ι. 180 κἑ.] μὲ σημ. 2, ὅπου καὶ βιβλιογραφία)· τιμητικὸς τίτλος ἀντίστοιχος πρὸς τὸ Ἀγγλ. Cousin καὶ τὸ Γερμ. Vetter (LSK σ.λ. συγγενής ΙΙΙ, πβ. LSJ9), ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Περσικὴ αὐλὴ καὶ ἐπεκτάθηκε στὶς αὐλὲς τῶν Πτολεμαίων καὶ τῶν Σελευκιδῶν (βλ. LSJ9 σ.λ. συγγενής ΙΙΙ, μὲ παραπομπὲς στὸν Ξεν., Κύρ. παιδ. 1.4.27 καὶ 2.2.31, κ.ἀ.). Ὁ ἰδιαίτερα τιμητικὸς τίτλος τοῦ συγγενοῦς (ἢ συνγενοῦς), ποὺ ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ ἐπιγραφὲς τῆς Κύπρου καὶ ἄλλων κέντρων τοῦ Πτολεμαϊκοῦ καὶ τοῦ Ρωμαϊκοῦ κόσμου, συνοδεύεται κατὰ κανόνα ἀπὸ τὴ γεν. ἑνικ. βασιλέως (ἢ βασιλέως Πτολεμαίου), ποὺ πολλὲς φορὲς παραλείπεται ὡς εὐκόλως ἐννοούμενη· σὲ ἐπιγραφὴ ὅμως ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο τῆς Κυπριακῆς Σαλαμίνας (ΑΚΕΠ Δα´ 197 / TSal2 97) ἐμφανίζεται ἡ γεν. πληθ. τῶν βασιλέων, ποὺ ὁ J. Pouilloux (“Deux amis: le stratège Diogénès fils de Noumenios et le gymnasiarque Stasicratès fils de Stasicratès”, ΠραΚυΣΑ Α´ 141 κἑ.) θεωρεῖ ὡς μεταγενέστερη ἐξέλιξη καὶ ἀνάγει μὲ πειστικὰ ἐπιχειρήματα στὴ βασιλεία τῆς Κλεοπάτρας Η´ καὶ τῶν συμβασιλέων της κατὰ τὸ ἔτος 38/37 π.Χ. (ἄποψη ἐπικροτούμενη ἀπὸ τὸν Χατζηιωάννου, ΑΚΕΠ Δβ´ 197· ἡ ἐπιγραφὴ γράφτηκε στὶς 19 Νοεμβρίου 38 π.Χ.: TSal2 97).
Οἱ συγγενεῖς βασιλέως βρίσκονται στὴν κορυφὴ τῆς ἱεραρχίας τῶν αὐλικῶν ἀξιωματούχων κατὰ τὴν Πτολεμαϊκὴ περίοδο, στὴν ὁποία ἀνήκει τὸ πλεῖστο μέρος τῶν Κυπριακῶν καὶ ἄλλων ἐπιγραφῶν· ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν ἐπιγραφῶν αὐτῶν, ἀκολουθοῦν οἱ ὁμότιμοι τοῖς συγγενέσι (βλ. OGIS ἀρ. 177 μὲ σημ. 3, πβ. ΑΚΕΠ Δα´ 70.4 / Δβ´ 70.4), οἱ ἀρχισωματοφύλακες καὶ οἱ πρῶτοι φίλοι (OGIS 99 μὲ σημ. 1 καὶ ΑΚΕΠ Δα´ 16 / Δβ´ 16.6, ὅπου καὶ βιβλιογραφία σχετική / βλ. καὶ OGIS 113 [ἀπὸ τὸ Κίτιο], 149 [ἀπὸ τὴν Πάφο], κ.ἄ.: γιὰ τὸν πρῶτο τίτλο – 103, 119, 128, 155 [ἀπὸ τὴν Κυπριακὴ Πόλη τῆς Χρυσοχοῦ], 160 [ἀπὸ τοὺς Χύτρους τῆς Κύπρου] κ.ἄ.: γιὰ τὸν δεύτερο τίτλο), οἱ ἁπλοὶ φίλοι (βλ. OGIS 100 μὲ σημ. 2), οἱ διάδοχοι ποὺ ἀντικαθιστοῦσαν ἄλλους σὲ διάφορες περιπτώσεις περιμένοντας νὰ τοὺς ἀπονεμηθῆ ἀντίστοιχος τίτλος (βλ. OGIS 100 μὲ σημ. 4, κ.ἄ.). Ὡς οἱ πιὸ στενὰ σχετιζόμενοι μὲ τὸν βασιλιά, οἱ συγγενεῖς, ἔχοντας ὡς σύμβολα τὴ μίτρα καὶ χρυσὴ ἢ ἐπίχρυση πόρπη στὸν μανδύα τους, συμμετεῖχαν στὰ συμβούλια καὶ συντελοῦσαν στὴ διαμόρφωση τῆς βασιλικῆς πολιτικῆς, ἰδιαίτερα μετὰ τὴ βασιλεία τοῦ Πτολεμαίου Ε´ τοῦ Ἐπιφανοῦς (204/3-181/0 π.Χ.). Ὁ M. L. Strack ("Griechische Titel im Ptolemäerreich", RhM 55 [1950] 161-90) στὸν συστηματικὸ κατάλογο ποὺ παρουσιάζει μὲ βάση ὅλες τὶς παπυρικὲς καὶ ἐπιγραφικὲς μαρτυρίες (σσ. 183-87) ἀναφέρει τὰ ὀνόματα 44 συγγενῶν γιὰ τὸ χρονικὸ διάστημα ἀπὸ τὸ 181 μέχρι τὸ τέλος τοῦ 1ου μ.Χ. αἰ., ἀνάμεσά τους καὶ τὸν Στόλον Θέωνος Ἀθηναῖον (15). Συνοπτικὴ θεώρηση τοῦ ὅλου θέματος καὶ πρόσθετη βιβλιογραφία βλ. στὸν F. Durrbach, ChID 90 (OGIS 63, βλ. προηγούμενη σημ. γιὰ τὸ ἐθνικὸ Ἀθηναῖος). Γιὰ τοὺς θεσμοὺς τῶν πόλεων τῆς Κύπρου κατὰ τὴν Πτολεμαϊκὴ περίοδο βλ. Hommossany Μελέτες 38 κἑ. (μὲ πλούσια βιβλιογραφία), καὶ τὸ κεφάλαιο «Ἀξιωματοῦχοι καὶ θεσμοί» τοῦ Φρ. Βράχα, ΕΚ 41 κἑ.

c-d. Πτολεμαίου τοῦ δευτ. έ. [ρου] Σωτῆρος:Πτολεμαῖος Θ´ (Φιλομήτωρ Β´, Σωτὴρ Β´, Λάθυρος), πρεσβύτερος γιὸς τοῦ Πτολεμαίου Η´ (Εὐεργέτου Β´, Φύσκω­νος) καὶ τῆς Κλεοπάτρας Γ´, 26-27 ἐτῶν κατὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του τὸν Ἰούνιο τοῦ 116 π.Χ., βασίλευσε στὴν Αἴγυπτο ἢ στὴν Κύπρο μέχρι τὸ 81 π.Χ., μὲ τὸν ὑποστηριζόμενο ἀπὸ τὴ μητέρα τους νεώτερο ἀδελφό του Ἀλέξανδρο νὰ διεκδικεῖ καὶ νὰ καταλαμβάνει γιὰ ἀρκετὰ χρόνια τὸν θρόνο τῆς Αἰγύπτου ὡς Πτολεμαῖος Ι´ (περ. 105-88 π.Χ., πιθανῶς καὶ ἕνα διάστημα περὶ τὸ 110 π.Χ.). Ἡ βασιλεία τοῦ Πτολεμαίου Θ´ στὴν Κύπρο διαρκεῖ ἀπὸ τὸ 105/4 μέχρι τὸ 89/8 π.Χ. κατὰ τὴ Hommossany, Μελέτες 246: «Χρονολογικός κατάλογος των ετών Βασι­λείας των Πτολεμαίων (όπως σημειώνεται στα νομίσματα βάσει του θησαυρού της Πάφου)»· πβ. Παυλίδη ΙΝΚ1 345 κἑ. (μὲ τὸ «Γενεαλογικό δέντρο Πτολεμαίων βασιλιάδων Αιγύπτου και Κύπρου» στὴ σελ. 347)· πβ. ἐπίσης OCD σ.λ. Ptolemy (IX), ΑΚΕΠ Δβ´ 61 κἑ. (σσ. 129 κἑ., κυρίως σελ. 133, ὅπου «Πίνακας τῶν Πτολεμαίων καὶ τῶν τέκνων των»), ΙΕΕ Ε´ 188 κἑ. Βλ. καὶ ChID σσ. 203-7 (σημ. στὶς ἐπιγραφὲς ἀρ. 124: ἀφιέρωση τοῦ Πτολεμαίου Θ´ Σωτῆρος Β´ στὴ Δῆλο, καὶ ἀρ. 127-28: ἀφιέρωση τοῦ Σίμαλου καὶ τοῦ Στόλου), ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία.

d-e. Σίμ[α]λον̣ Τιμάρχου Σαλ[αμί]νιον: γόνος ὀνομαστῆς καὶ πλούσιας οἰκογένειας ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου, τῆς ὁποίας τὰ παρακλάδια ἁπλώνονται στὴν Ἀθήνα καὶ στὴ Δῆλο καὶ φθάνουν στὸν Τάραντα τῆς Κάτω Ἰταλίας καὶ τῆς ὁποίας τὸ γενεαλογικὸ δέντρο ἀνασυνθέτει μὲ φροντίδα ὁ J. Pouilloux (ὅ.π. 412, πβ. καὶ M.-T. Couilloud, MFuR σσ. 135-36, ἀρ. 210) καὶ υἱοθετεῖ ἡ Ἰνὼ Νικολάου (PPC Τ23, μὲ μιὰν ἀξιοσημείωτη προσθήκη: Τ25), στηριγμένοι στὸ σχετικὸ ἐπιγραφικὸ ὑλικό:
(1, α´) Τιμητικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ Στόλου γιὰ τὸν Σίμαλον Τιμάρχου Σαλαμίνιον καὶ ἐπίγραμμα τοῦ Ἀντισθένους (ποὺ παρατίθενται καὶ συζητοῦνται ἀνωτ. καὶ κατωτ.), καὶ (β´) ἐπιγραφὴ στὴ βάση τοῦ ἀγάλματος τοῦ Στόλου ποὺ ὁ Σίμαλος Τιμάρχου Σαλαμίνιος ἀνταφιερώνει στὸν Δήλιο Ἀπόλλωνα περὶ τὸ 100 π.Χ. (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. a. σ.λ. Στόλος Θέωνος Ἀθηναῖος), ἀπ' ὅπου προκύπτει ἡ εἰκόνα μιᾶς ἰδιαίτερα σημαντικῆς προσωπικότητας. (γ´) Ἐπιγραφὴ σὲ μαρμάρινη βάση ἀγάλματος ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο τῆς Σαλαμίνας τῆς Κύπρου, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Σίμαλος (ἄν ὀρθά, ὅπως φαίνεται, ἀποκαθίσταται τὸ ὄνομά του) γυμνασιαρχῶν τιμᾶ τὸν στρατηγὸ καὶ ναύαρχο τῆς νήσου Ἕλενο (JHS 79 [1959] 102 ἀρ. 9: ΑΚΕΠ Δα´ 54 / TSal2 81, στοὺς ὁποίους καὶ παραπομπές): Ἕλενον, τὸν συνγενῆ κ̣α̣ὶ τροφ̣έα τοῦ | βασιλέως κα̣ὶ στρατηγὸν κ̣αὶ ναύ̣αρχον | καὶ ἀρχιερέα τῆς νήσου καὶ ἱερέα διὰ βίου | βασιλίσσης Κλεοπάτρας Θεᾶς Ἀφροδί̣της | Εὐεργέτιδος, Σ̣ί̣μαλος̣ γ̣υ̣μ̣να̣σιαρχῶν. Ὅπως σημειώνουν οἱ T. B. Mitford καὶ Ἰνὼ Νικολάου (ISal 6), ὁ Ἕλενος κατέχει σημαντικὰ ἀξιώματα στὴν Κύπρο ἀπὸ τὸ 120 περ. π.Χ. μέχρι τὸ 107-106 καὶ πιθανῶς κατὰ τὸ 105 π.Χ., μὲ τρεῖς ἀνδριάντες του στὴ Σαλαμίνα καὶ ἕξι ἢ ἑπτὰ ἀναφορὲς σ' αὐτὸν στὸν ναὸ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Παλαίπαφο νὰ μαρτυροῦν τὴν ἐξέχουσα θέση του· καθὼς ἡ πρώτη του στρατηγία στὴν Κύπρο ἀνήκει στὰ ἔτη 118 καὶ 117 π.Χ. καὶ ἡ δεύτερη ἀρχίζει τὸ 114 π.Χ. ἀλλ' ἀνακηρύσσεται ναύαρχος μόλις τὸ 107 π.Χ., ἐνῶ μὲ τὴ βασιλεία τοῦ Πτολεμαίου Λαθύρου στὴν Κύπρο (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. c-d) φαίνεται νὰ ἀναστέλλεται ἡ ἀπονομὴ τοῦ τίτλου τοῦ στρατηγοῦ (βλ. Homossany Μελέτες 200 κἑ.), ἡ χρονολόγηση τῆς ἀνωτέρω ἐπιγραφῆς στὸ 107-106 / 105 π.Χ. –τελευταία χρονιὰ τῆς βασιλείας τοῦ Πτολεμαίου Ἀλέξανδρου στὴν Κύπρο– μπορεῖ νὰ θεωρεῖται βέβαιη (βλ. καὶ Βράχα ΕΚ 48 κἑ. [«Πίνακας στρατηγῶν καὶ βασιλέων» σ.λ. Ἕλενος, Πτολεμαῖος Ἀλέξανδρος καὶ Πτολεμαῖος Λάθυρος] καὶ ΑΚΕΠ Δβ´ 54). Δίνεται ἔτσι μιὰ σταθερὴ χρονολογικὴ βάση γιὰ τὸν Σίμαλον, ποὺ γυμνασιαρχῶν στὴ γενέτειρά του Σαλαμίνα διατηρεῖ φιλικὲς σχέσεις μὲ τὸν Ἕλενο καὶ μέσω αὐτοῦ πιθανῶς μὲ τὸν Πτολεμαῖο Ἀλέξανδρο, μὲ τοὺς ὁποίους δὲν φαίνεται νὰ ἐγκαταλείπει τὴν Κύπρο ὅταν ὁ τελευταῖος ἀνακαταλαμβάνει τὸν θρόνο τῆς Αἰγύπτου, ἀλλὰ μένοντας συνάπτει φιλικὲς σχέσεις μὲ τὸν νέο βασιλιὰ τῆς Κύπρου Πτολεμαῖο Λάθυρο καὶ τὸν στενό του συνεργάτη Στόλο (βλ. Bagnall ὅ.π. 367· γιὰ τὸν Ἕλενον βλ. κυρίως τὸ ἄρθρο τοῦ T. B. Mitford "Helenos, Governor of Cyprus" στὸ JHS 79 [1959] 94-131, καὶ τὸ ἐμπεριστατωμένο λῆμμα Ἕλενος Ἀπολλωνίου Κυρηναῖος στὴν PPC (Ε5) τῆς Ἰ. Νικολάου· βλ. ἐπίσης OGIS 148 μὲ σημ. καὶ 181 μὲ σημ., καὶ ΑΚΕΠ Δα´ / Δβ´ 20.55, 54, 126.1). (δ´) Ἐπιγραφὴ ἀφιερωματικὴ Ἑρμαϊστῶν, Ἀπολλωνιαστῶν καὶ Ποσειδωνιαστῶν περὶ τὸ 100 π.Χ. (IDél 1755), ὅπου ἀναφέρεται καὶ ὁ Σίμαλος Τιμάρχου υἱὸς Ταραντῖνος (στ. 5), ὁ ὁποῖος ταυτίζεται πιθανῶς μὲ τὸν Σίμαλον Τιμάρχου Σαλαμίνιον (βλ. J. Hatzfeld, “Les Italiens résidant à Délos (mentionnés dans les Inscriptions)”, BCH 36 [1912] 79· P. Roussel – M. Launey IDél 1535 σημ. στὸ χωρίο· J. Pouilloux ÉDél 406 κἑ.· I. Nicolaou PPC Σ13: Σίμαλος Τιμάρχου Σαλαμίνιος· βλ. ἐπίσης M.-T. Couilloud MFuR 210· πβ. ὅμως W. S. Ferguson HAth 408 σημ. 1, καὶ F. Durrbach ChID 128 σελ. 207): Οἱ ταυτόχρονες σχέσεις μὲ τοὺς ἀνώτατους ἄρχοντες τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Ρώμης, ὅπως ἐμφανίζονται στὸ ὑμνητικὸ ἐπίγραμμα τοῦ Ἀντισθένη (Ε1 στ. 4 κἑ.), στηρίζουν τὴν ἀνωτέρω ἄποψη, ἡ δὲ παράλληλη πολιτογράφηση δὲν εἶναι σπάνιο φαινόμενο κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτή. Οἱ ἐμπορικὲς ἐνασχολήσεις καὶ ἡ μεγάλη φήμη τῆς οἰκογένειας φαίνεται νὰ ὁδηγοῦν τὸν Σίμαλο στὴ Δύση καὶ νὰ τοῦ ἀποφέρουν τὸν τίτλο τοῦ Ταραντίνου πολίτη.
(2.) Γιὸς τοῦ ἀνωτέρω εἶναι ὁ Σίμαλος Σιμάλου Ταραντῖνος, ποὺ ἐμφανίζεται στὸν στ. 11 ἐπιγραφῆς (ε´) ποὺ ἀφιερώνουν στὴ Δῆλο τὸ 103/2 π.Χ. (IDél 1927, μὲ σημ.: G. Fougères, BCH 15 [1891] 261 ἀρ. 3) οἱ ἐφηβεύσαντες ἐπ' ἄρχοντος Θεοκλέους, καὶ (στ´) σὲ Ἀττικὴ ἐπιγραφή (IG2 II 1028 στ. 145) τοῦ 102/1 π.Χ. (βλ. PPC Σ12, πβ. IG2 ὅ.π. καὶ ÉDél 412 καὶ 413 σημ. συμπλ.: 100/99 π.Χ.), ὅπου ἀναγράφονται οἱ ἐ[φηβε]ύσαν[τες ἐπὶ Ἐχε]κράτου ἄρχοντος (105 κἑ.: ξένοι).
(3.) Γιὸς τοῦ Σιμάλου Τιμάρχου (:1), ἐπίσης, καὶ ἀδελφὸς τοῦ Σιμάλου Σιμάλου (:2) εἶναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὁ ἀναφερόμενος (ζ´) ὡς Τίμαρχος Σιμάλου Φλυεύς στὸν κατάλογο Ἀθηναίων ἐφήβων ἐπὶ ἄρχοντος Ἀριστάρχου τὸ 106/5 π.Χ. (IG2 II 1011 στήλη ΙΙ στ. 101) καὶ (η´) σὲ ἐπιτύμβια στήλη τῶν ἀρχῶν τοῦ 1ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴ Ρήνεια, ἡ ὁποία βρίσκεται στὸ Μουσεῖο Μυκόνου, μὲ τὴν προσφώνηση Τ[ί]μαρχε Σι̣μ̣ά̣λ[ου] Ἀθηναῖε φιλόλο[γε] χρηστέ, χαῖρε (βλ. Couilloud MFuR 210, RDAC 1975 σελ. 121 σημ. 1, ΑΚΕΠ Δα´ 118). Ὅτι στὶς ἀνωτέρω ἐπιγραφὲς μνημονεύεται τὸ ἴδιο πρόσωπο, φαίνεται βέβαιο (βλ. ÉDél ὅ.π. 413 σημ. συμπλ., PPC T22 Τίμαρχος Σιμάλου Φλυεύς, καὶ ΑΚΕΠ Δβ´ 118)· ἡ χρήση τοῦ δημοτικοῦ Φλυεὺς στὴν Ἀθήνα καὶ τοῦ ἐθνικοῦ Ἀθηναῖος στὴ Ρήνεια εἶναι σύμφωνη μὲ τὸν σχετικὸ κανόνα (βλ. σχόλ. σ.στ. a. σ.λ. Ἀθηναῖος). Τὸ δὲ γεγονὸς ὅτι οἱ δύο γιοὶ τοῦ Σίμαλου ἔχουν πάρει δύο διαφορετικὲς ἐθνικότητες, τοῦ Ἀθηναίου ὁ πρωτότοκος καὶ τοῦ Ταραντίνου ὁ δεύτερος, εἶναι σημάδι τῆς ἐμφύτευσης (“signe de l'implantation”) τῆς οἰκογένειας στὴ Δύση, κατὰ τὸν J. Pouilloux (ÉDél 413 σημ. συμπλ.), ὁ ὁποῖος καὶ βρίσκει παράλληλη τὴν περίπτωση τοῦ γιοῦ τοῦ Σαλαμίνιου Σίμαλου ποὺ πολιτογραφεῖται Ἀθηναῖος μὲ αὐτὴ ἐπιγραφῆς ἀναφερόμενης στὸν Πτολεμαῖον Τιμοκρέοντος Ἀθηναῖον, τὸν ὁποῖο τιμᾶ Τιμοκρέων ὁ ἀδελφός ἀφιερώνοντας ἄγαλμά του στὸ Γυμνάσιο τῆς Σαλα­μίνας (βλ. ὅ.π. 413 σημ. συμπλ., μὲ παραπομπὴ στὴ σημ. 23, καὶ 401 κἑ., ὅπου τὸ κείμενο τῆς ἐπιγραφῆς καὶ φωτογραφίες· βλ. ἐπίσης TSal2 93, ὅπου σημειώνεται ὅτι τὸ ὄνομα Τιμοκρέων εἶναι ἄγνωστο στὴν Ἀθήνα ἐνῶ ἀπαντοῦν συχνὰ στὴν Κύπρο ὀνόματα μὲ α´ συνθετικὸ Τιμο- καὶ προστίθεται: “D'où l'hypothèse: il pourrait s'agir d'un Salaminien qui aurait reçu à Athènes le droit de cité et s'en ferait gloire dans sa patrie d'origine”, μὲ παραπομπὴ ὅ.π. 401· πβ. ὅμως PPC Π68 Πτολεμαῖος Τιμοκρέοντος Ἀθηναῖος: μὲ παραπομπές, καὶ Τ42-43 Τιμοκρέων (Ἀθηναῖος) καὶ Τιμοκρέων Τιμοκρέοντος Ἀθηναῖος: μὲ τὰ ἐδῶ προστιθέμενα Ἀθηναῖος δηλωτικὰ τῶν σκέψεων τῆς συγγραφέως· γιὰ τὴν ἐπιγραφὴ βλ. καὶ V. Karageorghis, “Chronique des fouilles et découvertes archéologiques à Chypre en 1968”, BCH 93 (1969) 548. Βλ. ἐπίσης J. Pouilloux, “Athènes et Salamine de Chypre”, RDAC 1975, σσ. 120-21.
(4.) Γιὸς ἀδελφοῦ τοῦ Σιμάλου Τιμάρχου (:1) εἶναι πιθανῶς ὁ Τίμαρχος Τιμάρχου Σαλαμίνιος, ποὺ μνημονεύεται σὲ ἐπιγραφὴ (θ´) ἀπὸ τὸ Γυμνάσιο τῆς Δήλου (IDél 2595, ὅπου περιγραφὴ καὶ παραπομπές) χρονολογούμενη στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. (ChID 117) καὶ συγκεκριμένα στὸ 105/4 π.Χ. (PPC T24, στὴν ὁποία Στασέας Φιλοκλέους Κολωνῆθεν παιδο|τρίβης ἀνέγραψεν τοὺς ἐκ τῆς ἑαυτοῦ πα|λαίστρας ἱερατεύσαντας καὶ λαμπαδαρ|χήσαντας καὶ ἀγωνοθετήσαντας καὶ γυ|μνασιαρχήσαντας ἐκ τῶν ἐλευθέρων παί|δων τὰ Ἑρμαῖα: (στ. 30 κἑ. Γυμνα­σίαρχοι, στ. 39-40:) Τίμαρχος | Τιμάρχου Σαλαμείνιος (στοὺς στ. 46-47 ἀναφέρεται καὶ δεύτερος Κύπριος, ὁ Ζωίλος Ζωίλου Καρπασε|ώτης· πβ. καὶ IDél 2593, ὅπου ἀνάμεσα στοὺς ἐν τῷ ἐπὶ Θεαι[τ]ήτου ἄρχοντος ἐνιαυτῶι... γυμνασια[ρχήσαντας] γίνεται μνεία στὸν στ. 28 στὸν Ἀρίστωνα Σαλαμίνιον καὶ ἀνάμεσα σ' αὐτοὺς ποὺ ἠφήβευσαν ἀναγράφεται καὶ ὁ Ἐπικράτης Καρπα[σεώτης], ἐνισχύοντας τὴν ἐντυπωσιακὴ παρουσία Κυπρίων στὴ Δῆλο κατὰ τὴν ὑπὸ ἐξέταση περίοδο). Περαιτέρω βιβλιογραφία ἀπὸ τὸν J. Pouilloux, ÉDél 406 μὲ σημ. 38, καὶ τὴν Ἰνὼ Νικολάου, PPC σ.λ. Τίμαρχος Τιμάρχου Σαλαμείνιος (ἀρ. Τ24).
(5.) Ἀδελφὸς τοῦ τελευταίου εἶναι πιθανῶς ὁ ἀναφερόμενος σὲ ἀκρωτη­ριασμένη ἐπιτύμβια στήλη (ι´) τῆς Ἀθηναϊκῆς ἀγορᾶς (τέλη 2ου / ἀρχὲς 1ου αἰ. π.Χ.), ποὺ δημοσίευσε πρῶτος ὁ B. D. Meritt ("Greek Inscriptions", Hesperia 23 [1954] 274 ἀρ. 124, πίν. 59· πβ. SEG 14 [1957] 56, ἀρ. 23): [··]ο̣ναι[·]ς | [··]μάρχου | [Σαλ]αμίνιος, μὲ τὴ σημ. ὅτι "In line 1 the third letter may have been omikron or (possibly) phi" (ἡ Ἰνὼ Νικολάου, PPC T25, γράφει: [- - - -] ỌNAI[O?]Σ [ΤΙ]ΜΑΡΧΟΥ [ΣΑΛ]ΑΜΙΝΙΟΣ). Τὸ ὄνομα ποὺ φέρει ὁ Σαλαμίνιος γιὸς τοῦ Τιμάρχου δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι οὔτε Τίμαρχος (καθὼς μάλιστα μνημονεύεται ὁ ἀδελφὸς Τίμαρχος Τιμάρχου Σαλαμίνιος: ἀνωτ., ἀρ. 4) οὔτε Σίμαλος (γεγονὸς ποὺ πιθανῶς ὑποδηλώνει τὴν ὕπαρξη τρίτου ἀδελφοῦ), οὔτε καὶ εἶναι ὄνομα συνηθισμένο (μπορεῖ νὰ διαβάσει κανείς, π.χ., [Κρ]ο̣ναῖ[ο]ς, [Χρ]ο̣ναῖ[ο]ς, [Δα]φ̣ναῖ[ο]ς).
(6.) Πατέρας τοῦ Σιμάλου Τιμάρχου (:1) εἶναι ἀναμφισβήτητα (“procul dubio”, κατὰ τὸν Dittenberger, OGIS 118 σημ. 2) ὁ Τίμαρχος Τιμάρχου Σαλαμίνιος, ὁ ὁποῖος περὶ τὰ μέσα τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. (ÉDél 403, πβ. PPC σ.λ. καὶ ΑΚΕΠ Δβ´ 10.2: 160/150 π.Χ.) γιὰ τὶς ὑπηρεσίες του σὲ Ἀθηναίους πολίτες στὴ Σαλαμίνα ἀνακη­ρύσσεται πρόξενος καὶ εὐεργέτης τῆς Ἀθήνας, ὅπως μαρτυρεῖ ἐπιγραφὴ (ια´) μὲ τὸ τιμητικὸ ψήφισμα, ποὺ βρέθηκε κοντὰ στὸ Θησεῖο ἀκρωτηριασμένη στὸ πάνω μέρος (IG2 II 909: OGIS 118, μὲ παραπομπὲς καὶ σημειώσεις· πβ. ΑΚΕΠ Δα´ / Δβ´ 10.2): (...) [ἔδοξεν τῆι βουλῆι κ]αὶ [τ][ι] δή[μωι](...) [ἐπειδὴ | Τίμαρχος Τιμάρχου Σαλ]αμίνιος εὔνους ἐσ[τὶν τῶι δήμ|ωι τῶι Ἀθηναίων, καὶ ἰ]δίαι τοῖς παραγινομένοις τῶ[ν πολιτ|ῶν εἰς Σαλαμῖνα τ]ὴν ἐν Κύπρωι εὔχρηστον ἑαυτὸν [παρα|σκευάζει, καὶ πε]ρὶ τούτων ἀπομεμαρτυρήκασιν αὐτῶι [οἱ | παραγεγονότες] εἰς Σαλαμῖνα τῶν πολιτῶν (...) ἐπαινέσαι Τίμαρχον Τιμάρχου Σαλαμίνιον, καὶ στεφανῶ|σαι αὐτὸν θαλλοῦ στεφάνωι εὐνοίας ἕνεκεν καὶ φιλοτιμί|ας τῆς εἰς τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων. εἶναι δὲ αὐτὸν καὶ πρόξε|νον καὶ εὐεργέτην τοῦ δήμου τοῦ Ἀθηναίων· καὶ εἰς τὸ λοι|πὸν δὲ τὴν αὐτὴν αἵρεσιν διατηροῦντι πρὸς τὸν δῆμον | καὶ ἄλλο ἀγαθὸν εὑρέσθαι ὅτου ἂν εἶ ἄξιος. ὅπως δ' ἂν καὶ ὑπό|μνημα ὑπάρχει αὐτῶι περὶ τῆς πρὸς τὸν δῆμον εὐνοίας, ἀναγρά|ψαι τόδε τὸ ψήφισμα τὸγ γραμματέα τὸγ κατὰ πρυτανείαν ἐν στήλαις λιθίναις δυσίν, ὥστε ἀνατεθῆναι τὴμ μὲν | μίαν ἐν τῶι τεμένει τοῦ Δήμου καὶ τῶν Χαρίτων, τὴν δὲ ἄλ|λην ἐν Σαλαμῖνι ἐν τῶι τῆς Ἀθηνᾶς ἱερῶι· εἰς δὲ τὴν ἀνα|γραφὴν τῶν στηλῶν καὶ τὴν ἀνάθεσιν μερίσαι τὸν ταμί|αν τὸ γενόμενον ἀνάλωμα. | Ἡ βουλή, | ὁ δῆμος | Τίμαρχον | Τιμάρχου | Σαλαμίνιον. Κατὰ τὴν Ἰνὼ Νικολάου (PPC σ.λ., Τ23) ὁ Τίμαρχος Τιμάρχου Σαλαμίνιος εἶναι ἀναμφίβολα "the most outstanding Cypriot, who also lived abroad, during the period under concern" (πβ. J. Pouilloux, ÉDél 403: “le plus important”). Ἂν ὄντως, ὅμως, ὁ διακεκριμένος αὐτὸς Σαλαμίνιος ἔζησε καὶ στὴν Ἀθήνα, τότε δὲν ἀποκλείεται νὰ πολιτογραφήθηκε Ἀθηναῖος καὶ νὰ ἔτυχε πρόσθετων τιμῶν (βλ. ἀνωτ.: καὶ ἄλλο ἀγαθὸν εὑρέσθαι ὅτου ἂν εἶ [ Χατζηιωάννου] ἄξιος)· σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση ὁ ἄρχων κατὰ τὸ 138/7 π.Χ. Τίμαρχος (SIG 696 ΑΒ, πβ. 687 στ. 5: c. 137/6, βλ. καὶ E. Manni FER σελ. 84) θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ ταυτιστῆ μαζί του.
Στὴν ἴδια ὀνομαστὴ οἰκογένεια δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀνήκει καὶ ὁ Διονύσιος Σι­μάλου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται ἀνάμεσα στοὺς ποτικιθαρίζοντας τὸ 106/5 πιθανῶς π.Χ. (SIG 711 L20, δίς), ἴσως κι ἄλλοι (ὁ J. Hatzeld, π.Χ., σημειώνει πὼς ὁ Σίμαλος Σιμάλου εἶναι « peut-être père ou patron d'Εἰρήνη Σιμάλου »: BCH 36 [1912] 79). Ὅπως ὅμως παρατηρεῖ καὶ ἡ M.-T. Couilloud (MFuR 210: σελ. 136 σημ. 1) γιὰ τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος οἰκογένεια, « ces parentés ne sont pas toujours tres claires; l' identification repose sur la similitude des dates et des noms: à la même époque est-il possible que deux familles portant les mêmes noms, l'une d'origine italienne, l'autre d'origine salaminienne vivent à Délos et à Athènes? » Τὰ ἐπιμέρους προβλήματα ἀναμφισβήτητα παραμένουν πολλά. Ἀντίθετα, εἶναι σαφὴς ἡ εἰκόνα μιᾶς περι­φανοῦς Σαλαμίνιας οἰκογένειας ποὺ ἁπλώνει τὰ πλοκάμια της στὰ ἐκτὸς Κύπρου κέντρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τιμώντας τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα καὶ μαρτυ­ρώντας τὶς ἰδιαίτερα στενὲς σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Μεγαλονήσου μὲ τὰ κέντρα αὐτά, μὲ τὴν Ἀθήνα καὶ τὴ Δῆλο κατὰ κύριο λόγο. (Γιὰ τὶς σχέσεις τῆς Σαλα­μίνας μὲ τὴν Ἀθήνα βλ. καὶ J. Pouilloux, « Athènes et Salamine de Chypre », RDAC 1975, 111-21. Γιὰ τὸν Τίμαρχο Τιμάρχου καὶ ἄλλους ἐπιφανεῖς Κυπρίους ποὺ ἀνα­γορεύτηκαν πρόξενοι, καὶ γενικὰ γιὰ τὸν προξενικὸ θεσμὸ στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα, βλ. Γεωργῆ ΑπΕΕΠ 14-24: κυρίως 16 κἑ. Βλ. ἀκόμα Παυλίδη ΙΝΚ1 434 (καὶ γενικὰ τὸ κεφ. 38: «Οἱ Κύπριοι στὴν Ἑλλάδα», σσ. 430-35), καὶ I. Nicolaou, "Cypriots in the East and West. Foreigners in Cyprus (Archaic to Roman Period)", Acts of the International Archaeological Symposium "Cyprus between the Orient and the Occident", Nicosia 8-14 September 1985, ed. V. Karageorghis (Nicosia 1986), σσ. 423 κἑ.)
1. Ἀλκινόου μελάθροισι: Νέος σχηματισμός. Στὸν Ὅμηρο (μόνο στὴν Ὀδ.) τὸ παλάτι τοῦ Ἀλκίνοου χαρακτηρίζεται δόμος (ζ 302 δόμος Ἀλκινόοιο, πβ. η 88.131.144 κ.ἀ.), δῶμα (η 85 δῶμα καθ' ὑψηρεφὲς μεγαλήτορος Ἀλκινόοιο, η93 δῶμα φυλασσέμεναι μ. Ἀ., θ 13 ὃς νέον Ἀλκινόοιο δαΐφρονος ἵκετο δῶμα, θ 56 βάν ῥ' ἴμεν Ἀ. δ. ἐς μέγα δῶμα (πβ. ζ 12, η 103.139.225 κ.ἄ.), καὶ στὸν πληθ. δώματα (ζ 299 δώματα πατρὸς ἐμοῦ μεγαλήτορος Ἀλκινόοιο, η 82 Ὀδυσσεὺς | Ἀλκινόου πρὸς δώματ' ἴε κλυτά, πβ. Η 3 πατρὸς ἀγακλυτὰ δώμαθ' ἵκανε, η 102 κατὰ δώματα, κ.ἄ.). Γιὰ τὰ ἀνάκτορα τοῦ Ἀλκίνοου χρησιμοποιοῦνται ἐπίσης οἱ ὅροι μέγαρον (η180 ἀνὰ μέγαρον, πιθανῶς γιὰ τὴν κύρια αἴθουσα: βλ. π.χ. Comm. Od. στὸ ζ 303 σ.λ. δόμοι καὶ 304 σ.λ. μεγάροιο, πβ. LSJ9 σ.λ. μέγαρον) καὶ στὸν πληθ. μέγαρα (ζ 62 καὶ η 190 ἐνὶ μεγάροις· η 150 καὶ θ 42 ἐνὶ μεγάροισι, πβ. ΑΚυΓ1/1β´ 5 Υ1.231· η 12 καὶ 53 ἐν μεγάροισιν). Ἡ λέξη μέλαθρον ἀπαντᾶ στὸν Ὅμηρο μόνο σὲ ἑνικὸν ἀρ. (κι ὄχι συχνά, βλ. Β 414 Πριάμοιο μέλαθρον | αἰθαλόεν, Ι 204 ἐμῷ ὑπέασι μελάθρῳ, Ι636 αἴδεσαι δὲ μέλαθρον, θ 279 σὲ ἐπικὴ γεν. ἑν. μελαθρόφιν, λ 278 ἁψαμένη βρόχον αἰπὺν ἀφ' ὑψηλοῖο μελάθρου, σ 150 ἐπεί κε μέλαθρον ὑπέλθῃ, τ 544 κατ' ἄρ' ἕζετ' ἐπὶ προύχοντι μελάθρῳ, χ 239 αὐτὴ δ' αἰθαλόεντος ἀνὰ μεγάροιο μέλαθρον | ἕζετ' ἀναΐξασα, πβ. καὶ ΑΚυΓ1/1β´ 5 Υ1.173 εὐποιήτοιο μελάθρου | κῦρε κάρη καὶ Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙ (Εἰς Δημ.) 188 κἑ. μὲ σχόλια Richardson στό χωρίο), καὶ δηλώνει τὴν κύρια δοκὸ τῆς στέγης (βλ. καὶ Ἡσύχ. σ.λ. μελαθρόφιν· ἐκ τῶν δοκῶν τῆς στέγης. τῶν μελάθρων, τῶν δοκῶν τῆς στέγης), γενικὰ τὴ στέγη ἢ ὀροφή, ἀργότερα τὴν ἴδια τὴν οἰκία (βλ. π.χ. Ἡσύχ. σ.λ. μέλαθρον· οἴκημα): μὲ τὴν τελευταία ἔννοια κυρίως στὸν πληθ. (στοὺς Τραγικοὺς ποιητὲς κ.ἀ.)· κατὰ τὸ Μέγ. Ἐτυμ. (576.16) ἡ λέξη παράγεται ἀπὸ τὸ μελαίνω (πβ. καπνοδόκη, βλ. LSJ9 / LSK σ.λ. μέλαθρον· γιὰ τὴ σημασία τοῦ ὅρου μέλαθρον στὸν Ὅμηρο βλ. καὶ Comm. Il. στὸ Ι204 σ.λ. μελάθρῳ). Γιὰ τὰ Ὁμηρικὰ ἀνάκτορα βλ. Comp. Η. 489 κἑ. (ch. 17 "Houses and Palaces")· βλ. ἐπίσης, ἀνάμεσα σ' ἄλλα: L. Deroy, « Le mégaron homérique. Recherches d'étymologie grecque », RBPh 26 (1948) 515-37· J. Bérard, « Le plan du palais d'Ulysse d'après l'Odyssée », REG 67 (1954) 1-34· C. Hopkins, "The megaron of the Mycenaean palace", SMEA 6 (1968) 45-53· M. O. Knox, "«House» and «Palace» in Homer", JHS 90 (1970) 117-20, κ.ἄ. Γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀλκινόου βλ. Comm. Od. στὸ ζ 12 σ.λ. Ἀλκίνοος, ὅπου καὶ παραπομπές (πβ. καὶ κατωτ. Ε58 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. τοξαλκέτα).
Ἡ περίτεχνη Ὁμηρικὴ περιγραφὴ τῶν ἀνακτόρων τοῦ Ἀλκίνοου δίνεται ἀπὸ τὸν ποιητὴ κατὰ τὴν ἐκεῖ ἄφιξη τοῦ Ὀδυσσέα, στοὺς στ. η 81-132, σὲ τρία τμήματα: (1. στ. 81-102) τὰ οἰκοδομήματα καὶ ὁ ἐξοπλισμός, (2. στ. 103-11) τὸ προσωπικό, (3. στ. 112-32) οἱ κῆποι (βλ. Comm. Od., σχόλια στὸ χωρίο): «Κι ὁ Ὀδυσσέας | στὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Ἀλκίνοου κίνησε νὰ πάει· μὰ πρὶν πατήσει | τὸ χάλκινο κατώφλι, στάθηκε καὶ δούλευεν ὁ νοῦς του· | τὶ φῶς ὁλοῦθε ἀπ' τοῦ λιοντόκαρδου τοῦ Ἀλκίνοου τὸ παλάτι | τὸ ἀψηλοτάβανο ξεχύνουνταν – σὰ φεγγαριοῦ, σὰν ἥλιου. | Χάλκινοι οἱ τοῖχοι του ζερβόδεξα, ποὺ ἀπ' τὸ κατώφλι ὡς μέσα | τραβοῦσαν, καὶ ψηλὰ τοὺς ἔζωνε μιὰ ζώνη ἀπὸ λαζούρι. | Μαλαματένιες πόρτες σφάλιζαν τὸ σπίτι, κι ἀσημένιοι | πάνω στὸ χάλκινο στηρίζουνταν κατώφλι οἱ παραστάτες· | κι εἶχε κρικέλι ἀτόφιο μάλαμα κι ἀνώφλι ἀτόφιο ἀσήμι. | Κι ἦταν καὶ δυὸ σκυλιὰ ζερβόδεξα χρυσά, καὶ δυὸ ἀσημένια, | μαστορεμένα ἀπὸ τὸν Ἥφαιστο μὲ τὴ σοφή του τέχνη, | τοῦ Ἀλκίνοου νὰ φυλᾶν τοῦ ἀντρόκαρδου τὸ σπίτι νύχτα μέρα, | κι ἦταν ἀθάνατα κι ἀγέραστα. Καὶ μὲς στὸ ἀρχονταρίκι | ἀπ' τὸ κατώφλι ὡς μέσα ἀδιάκοπα γραμμὴ θρονιὰ ἀκουμποῦσαν | στοὺς τοίχους δῶθε κεῖθε, κι ἔβλεπες ἀπάνω τους ριγμένα | λεπτά, καλόφαντα σκεπάσματα, φασμένα ἀπὸ γυναῖκες. | Ἐκεῖ συχνὰ τῶν Φαίακων οἱ ἄρχοντες νὰ φᾶν, νὰ πιοῦν καθόνταν, | κι εἶχαν μπροστά τους ὅσα θά 'φταναν γι' ἀκέριο χρόνο ἀκόμα. | Μαλαματένιοι πάνω νιούτσικοι σὲ στέριους στυλοβάτες | στέκαν κρατώντας μὲς στὰ χέρια τους δαυλιὰ φλογαναμμένα, | νά 'χουν νὰ φέγγουν στοὺς συντράπεζους τὶς νύχτες στὸ παλάτι. | Πενήντα μέσα στὸ παλάτι του γυναῖκες σκλάβες ἔχει· | (...) Ἀπόξω ἀπ' τὴν αὐλή του βρίσκεται χτῆμα τρανό, ἐκεῖ δίπλα, | τέσσερα στρέμματα, ποὺ ζώνεται μὲ φράχτη γύρω γύρω· | καὶ μέσα ἐκεῖ ψηλὰ κι ὁλόχλωρα φυτρώνουν δέντρα πλῆθος: | (...) Εἶναι καὶ βρύσες δυό· ποτίζεται τριγύρα τὸ περβόλι | ἀπὸ τὴ μιά, καὶ τρέχει ἡ δεύτερη στὸ σπίτι, ἀπ' τὸ κατώφλι | περνώντας κάτω τῆς αὐλόπορτας, νερὸ νὰ παίρνει ὁ κόσμος. | Τέτοια οἱ θεοὶ μαθὲς ἐχάρισαν τοῦ Ἀλκίνου πλούσια δῶρα.» (Μετάφραση Καζαντζάκη – Κακριδῆ. Γιὰ τοὺς Ἡφαιστότευκτους σκύλους βλ. ΕλλΜ 2. 191-92, 199 καὶ 200 [γιὰ τὸν Ζέφυρο καὶ τοὺς κήπους τοῦ Ἀλκίνοου ὅ.π. 327]· βλ. καὶ Comm. Il. στὸ Η 417-20. Πβ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν περίφημη «Οἰκία τοῦ Εὐστόλιου» στὸ Κούριο κατωτ. Ε52 καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὰ λουτρὰ καὶ τοὺς κήπους τῶν λουτρῶν τοῦ Γυμνασίου τῆς Σαλαμίνας κατωτ. Ε53.)

προσ̣[είκ]ελα δώματα: Νέος σχηματισμός, ἐπίσης. Τὸ ἐπίθ. προσείκελος εἶναι μεταγενέστερο (βλ. Ἡρόδ. 2.12.2 προσεικέλην, 3.110 θηρία πτερωτὰ τῇσι νυκτερίσι προσείκελα μάλιστα, 4.177 προσείκελος: μὲ δοτ. καὶ στὶς 3 περιπτώσεις)· στὸν Ὅμηρο ἀπαντᾶ μόνο τὸ ἁπλὸ εἴκελος (Δ 253 κ.ἀ., κ 304 κ.ἀ., πάντοτε μὲ δοτ.), μαζὶ μὲ τὸ ὁμόρριζο ἐοικώς (μὲ δοτ. ἐπίσης, σπάνια ἀπολύτως). Τὸ οὐσ. δῶμα / δώματα (ἀπὸ τὸ δέμω, πβ. δόμος, δομή, οἰκοδομή κ.λπ., ἀρχαιότερος τύπος δῶ: βλ. Comm. Il. στὸ Ξ173 καὶ Comm. Od. στὸ ω115) χρησιμοποιεῖται στὸν Ὅμηρο μὲ τὴ σημασία τῆς οἰκίας ἢ μέρους τῆς οἰκίας (τοῦ κυρίου δωματίου ἢ αἴθουσας), ἀργότερα καὶ μὲ τὴ σημασία τοῦ οἴκου/οἰκογένειας (βλ. LSJ9 σ.λ., πβ. Hofmann – Παπαν. σ.λ. δῶμα: «οἰκία, δωμάτιον, οἶκος, οἰκογένεια», καὶ Ἡσύχ. σ.λ. δώματα· οἶκος. οἰκήματα. ταμιεῖα. οἰκοδομήματα), περιγράφοντας συχνὰ τὰ ἐνδιαιτήματα θεῶν καὶ ἀρχόντων (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. γιὰ τὰ ἀνάκτορα τοῦ Ἀλκινόου, πβ. Β 13.30.67.484 κ.ἀ. Ὀλύμπια δώματ' ἔχοντες / ἔχουσαι, Χ 478 Πριάμου κατὰ δώματα, δ 46 δῶμα καθ' ὑψηρεφὲς Μενελάου, δ 715 κατὰ δῶμ' Ὀδυσῆος, κ 426 κ.ἀ. ἐν δώμασι Κίρκης κ.τ.τ.). Ἔτσι, ἡ ἐδῶ χρήση τοῦ οὐσ. δώματα γιὰ τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Σίμαλου καὶ τοῦ μελάθροισι γιὰ τοῦ Ἀλκίνοου τὰ ἀνάκτορα προσδίδει ἰδιαίτερη ἔμφαση στὰ μέγαρα (ἢ «παλάτια») τοῦ ἐπιφανοῦς Σαλαμίνιου. (Παρόμοια χρήση τοῦ οὐσ. δώματα, μὲ διάφορο ὅμως ἀποτέλεσμα, ἀπαντᾶ καὶ στὴν παρουσίαση τῶν ἀνακτόρων τοῦ Ἀλκίνοου στὸν Ὀδυσσέα ἀπὸ τὴ Ναυσικᾶ, στὸ ζ 298 κἑ.: καὶ τότε Φαιήκων ἴμεν ἐς πόλιν ἠδ' ἐρέεσθαι | δώματα πατρὸς ἐμοῦ μεγαλήτορος Ἀλκινόοιο. | ῥεῖα δ' ἀρίγνωτ' ἐστὶ καὶ ἂν πάϊς ἡγήσαιτο | νήπιος· οὐ μὲν γάρ τι ἐοικότα τοῖσι τέτυκται | δώματα Φαιήκων, οἷος δόμος Ἀλκινόοιο κ.λπ. ὸἱ ὑπογραμμίσεις εἶναι δικές μας]. Πβ. καὶ τὸ ἐπίγραμμα 1056 Kaibel: Α]ὐλῆς νῦν [ἐσορᾷς] πρόθυρον μόνον· εὖτε δὲ πά[σην] | Μάξιμος ἐκτελέσῃ (αἶψα δὲ τοῦτο πέλοι), | ὄψεαι Ἀλκινόου προφερέστερα δώματα πάντα· | τέκνοις δ' ἐκτελέοι καὶ τέκνων τέκεσιν. | τελείῳ.) Ἡ περιγραφὴ τοῦ Πάφιου Ἀντισθένη φέρνει στὸν νοῦ τὴ μεγαλοπρέπεια τῶν Κυπριακῶν ἀρχοντικῶν τῆς Ἑλληνιστικῆς καὶ τῆς Ρωμαϊκῆς περιόδου ποὺ ἔφερε στὸ φῶς ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη, κυρίως τὴν «Οἰκία τοῦ Διονύσου» στὴν Πάφο (βλ. π.χ. D. Michaelides CyM 2 κἑ., πβ. W. A. Daszewski – Δ. Μιχαηλίδη, Οδηγός Ψηφιδωτών Πάφου (Λευκωσία 1989) 11 κἑ. μὲ κάτοψη τῆς οἰκίας στὴ σελ. 15· βλ. ἐπίσης J. Mlynarczyk, "Remarks on the Town Plan of Hellenistic Nea Paphos", ΠραΚυΣΒ Α´ 319 κἑ. μὲ παραπομπὲς στὴν παλαιότερη βιβλιογραφία, κ.ἄ.).

δώματα ναίων: Ὁμηρικὸς λογότυπος, ι 18 δώματα ναίων (βλ. καὶ στ. 21 ναιετάω, 23 ναιετάουσι, 36 ναίει, 49 ναίοντες, πβ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 9 σ.λ. τὰν σὰν...) καὶ ο 227 ἀφνειὸς Πυλίοισι μέγ' ἔξοχα δώματα ναίων, Β 854 κλυτὰ δώματα ναῖον, ω 304 κλυτὰ δώματα ναίω, δ 811 δώματα ναίεις, ε 80 δώματα ναίει, Βατραχομ. 61 δώματα ναίειν (παντοῦ στὸ τέλος τοῦ στ.), κ.τ.τ. Γιὰ τὴ λέξη δῶμα βλ. καὶ C. M. Bowra, "Homeric words in Cyprus", JHS (1934) 62.

ναίων: τοῦ ἐπικ. ρήμ. ναίω (καὶ ναιετάω) ποὺ ἐπὶ προσ. σημαίνει κυρίως κατοικῶ (συχνὰ μὲ αἰτ. τόπου, ὅπως ἐδῶ / σπάνια ἐπὶ τόπων, μὲ τὴ σημ. τοῦ εὑρίσκομαι, κεῖμαι). Ἀπὸ ρίζα νασ- (*νάσjω, ΙΕ *nes), ἀπ' ὅπου καὶ ναέτης, μετα-νάστης κ.λπ. (συγγ. πρὸς τὰ νέομαι, νόστος, ναός, κ.λπ., ἴσως καὶ πρὸς τὸ ἄσμενος: βλ. Hofmann – Παπαν. σ.λ. ναίω μὲ σημ. 1 καὶ ναός, πβ. ὅμως Chantraine σ.λλ.). Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. ναέταις.

2. Σίμαλε: Εὔστοχα στὴν ἀρχὴ τοῦ β´ στίχου, μὲ τὸ Ἀλκινόου στὴν ἀρχὴ τοῦ α´· ἐνισχύεται ἔτσι ὁ παραλληλισμὸς τῶν δύο, κι ὄχι μόνο ὡς πρὸς τὴ μεγαλοπρέπεια τῶν ἀρχοντικῶν τους.

ἀφελοῦς: ἀπροσποίητης, ἀπέριττης, αὐθόρμητης (εὔστοχο ἐπίθ. γιὰ τὴν περιβόητη Κυπριακὴ φιλοξενία: βλ. κατωτ.), νενομισμένης ἢ δέουσας ἢ ἁρμόζουσας (ὄχι τραχιᾶς καὶ ἄξεστης: κατὰ τὴν κύρια σημ. τοῦ ἀφελής), ἴσως ἁπλῆς καὶ λιτῆς (κατ' ἀντίθετη πρὸς τὴ μεγαλοπρέπεια τοῦ μεγάρου). Μὲ α´ συνθ. τὸ στερ. ἀ- καὶ β´ συνθ. τὴ ρίζα φελ- (βλ. φελλεύς, γῆ φελλίς, τὰ φελλία: γιὰ ἀνώμαλο πετρῶδες ἔδαφος, πβ. Ἡσύχ. σ.λ. φελλεύς· τὸ δυσεργὲς χωρίον) τὸ ἐπίθ. ἀφελὴς σημαίνει: «ὁ ἄνευ ἀνωμαλίας, ὁμαλός, ἐπίπεδος, ἁπλοῦς, ἀπέριττος» (βλ. Hofmann – Παπαν. σ.λλ. ἀφελὴς καὶ φελλεύς, πβ. LSJ9 / LSK σ.λλ., καὶ Ἡσύχ. σ.λ. ἀφελής· ἀσινής. καθαρός. ὁλόκληρος, ὁ μήτε πλεονάζων μήτε δέων τι τοῦ σώματος). Τὸ ἐπίθ. χρησιμοποιεῖται ἐπὶ τόπων, προσώπων καὶ ὕφους.

δ[εῖγμα]: ὅπως καὶ σήμερα, παράδειγμα ἢ ὑπόδειγμα, ἀπόδειξη, λατ. documentum, «μέρος ὀλίγον τὸ δεικνυόμενον ἐξ οὗ εἰκάζεται τὸ ὅλον» (LSK σ.λ., βλ. καὶ. LSJ9 σ.λ.). Καὶ τοπωνύμιο, στὸν Πειραιὰ κ.ἀ., γιὰ μέρος ὅπου γινόταν ἔκθεση προϊόντων.

φιλοξενίας: οὐσ. μεταγενέστερο (βλ. π.χ. Πλάτ. Νόμ. 953a τῷ δὲ τοιούτῳ παντὶ χρὴ καταλύσεις πρὸς ἱεροῖς εἶναι φιλοξενίαις ἀνθρώπων παρεσκευασμένας, περὶ ξένων καὶ φιλοξενίας γενικὰ 952d-953e), ἀπὸ τὸ ἐπίθ. φιλόξενος (Πινδ. Ἰσθμ. 2.24 παθόντες πού τι φιλόξενον ἔργον = φιλοξενηθέντες, ποιητ. τύπος φιλόξεινος ζ 121 ~ ι176 ~ ν 202 ἦ ῥ' οἵ γ' ὑβρισταί τε καὶ ἄγριοι οὐδὲ δίκαιοι | ἦε φιλόξεινοι, καί σφιν νόος ἐστὶ θεουδής;)· συχνὸ στὸν Ὅμηρο τὸ ξεῖνος (Δ 377 κ.ἀ., α 05 κ.ἀ.: βλ. Comm. Od. στὸ ρ 10 σ.λ. τὸν ξεῖνον), ὅπου ἀπαντοῦν ἐπίσης τὰ οὐσ. ξεινήϊον - ξεινήϊα / ξείνιον - ξείνια / (μόνο στὴν Ὀδ.) ξένιον - ξένια (=δῶρον / δῶρα φιλοξενίας), ξεινοσύνη (φ 35, ἅπαξ λεγόμ.) καὶ ξενίη (μόνο στὴν Ὀδ., ξ 158 κ.ἀ.), τὸ ρῆμα ξεινίζω (γ 355, κυρίως στὸν ἀόρ.: Γ 232 κ.ἀ., ξ 322 κ.ἀ.), τὸ ἐπίθ. / οὐσ. ξεινοδόκος (Γ 354, θ 210 κ.ἀ.), ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπίθ. τοῦ Δία ξείνιος (Ν 625 Ζηνὸς... | ξεινίου, ι 271 Ζεὺς δ' ἐπιτιμήτωρ ἱκετάων τε ξείνων τε, | ξείνιος, ὃς ξείνοισιν ἅμ' αἰδοίοισιν ὀπηδεῖ καὶ ξ 284 Διὸς δ' ὠπίζετο μῆνιν | ξεινίου, ὅς τε μάλιστα νεμεσσᾶται κακὰ ἔργα) καὶ ξένιος (ξ 389 Δία ξένιον δείσας). (Γιὰ τὸ ξένος ὡς ἐπίθ. καὶ οὐσ. βλ. LSJ9 / LSK σ.λ., βλ. ἐπίσης Comm. Il. στὸ Δ387 ξεῖνός περ ἐών, καὶ Comm. Od. στὸ ξ 158 ξενίη, χ290 ξεινήϊον καὶ ω 293 ξεινήϊα, ω 286 ξενίῃ ἀγαθῇ (μὲ παρατηρήσεις ἑρμηνευτικές, μετρικὲς καὶ ἐτυμολογικές, καὶ βιβλιογραφία). Γιὰ τὴν Ὁμηρικὴ φιλοξενία βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα H. S. Kakridis, NAHH 1 κἑ., μὲ βιβλιογραφία, πβ. V. Magnien, « L' habitude des cadeaux chez les Grecs anciens », AFLT 2 [1952] 39-49.)
Γιὰ τὴν Κυπριακὴ φιλοξενία γίνεται ἰδιαίτερη μνεία ἤδη στὸν Ὅμηρο, Λ 19 κἑ., ὅπου ἡ περιγραφὴ τοῦ θώρακα τὸν ὁποῖο ὁ Κινύρας πρόσφερε στὸν Ἀγαμέμνονα ξεινήϊον εἶναι (βλ. ΑΚυΓ1/1β´ 1 Τ1 σχόλ. σ.στ. 2 κἑ.). Χαρακτηριστικὰ εἶναι ὅσα ἀναφέρει σχετικὰ ὁ Ἀθαν. Σακελλάριος (Κυπρ. Α´ 693 κἑ.): «(...) Τὴν ξενίαν δὲ ταύτην ἀπὸ τῶν ἀρχαίων μέχρι νῦν οἱ Κύπριοι διετήρησαν, εὐπροσήγοροι πάντοτε πρὸς τοὺς ξένους των ὄντες. (...) Ὅταν ξένος τις καὶ ὅλως ἄγνωστος μεταβῇ εἴς τινα κώμην, ὁ πρῶτος συναντήσας αὐτὸν τῆς κώμης κάτοικος θεωρεῖ καθῆκόν του νὰ τὸν φιλοξενήσῃ κατὰ τὸ δυνατόν (...). Ἐὰν δ' ὁ ξένος παρατείνῃ τὴν ἐν τῇ κώμῃ διαμονήν του πρὸς σκοπὸν ἐργασίας καὶ δεικνύῃ σύναμα ἄμεμπτον διαγωγήν, πάντες οἱ κάτοικοι τῆς κώμης φιλοτιμοῦνται καὶ ἐργασίαν νὰ τοῦ εὑρίσκωσι καὶ κατὰ σειρὰν νὰ τὸν φιλοξενῶσιν· ὑπάρχουσι δὲ μάλιστα παραδείγματα, καθ' ἃ ξένοι διῆλθον ἓν ἢ καὶ περισσότερα ἔτη ἐν κυπριακαῖς κώμαις χωρὶς οὐδὲ ὀβολὸν πρὸς διατροφήν των νὰ δαπανήσωσιν. (...) Ὅταν δ' αὐτὸς ἀπέλθῃ τῆς κώμης τὸ δισάκκιόν του δὲν χωρεῖ τὰ δῶρα τῆς ὥρας τοῦ ἔτους, ἅτινα εἰς αὐτὸν δίδουσιν (...), πολλάκις φορτώνει ἓν ἢ περισσότερα ζῷα ἐκ δώρων τῆς ὥρας τοῦ ἔτους (...)». Σήμερα βέβαιοι οἱ ξένοι δὲν φορτώνουν «ζῷα ἐκ δώρων τῆς ὥρας τοῦ ἔτους», μὰ ἡ ἐγκάρδια καὶ πλούσια φιλοξενία ἐντυπωσιάζει πολλούς· εὔκολα συναντᾶ κανεὶς στὴν Κύπρο τᾶς ἀφελοῦς δεῖγμα φιλοξενίας, κυρίως σὲ ὅσα χωριὰ κρατήθηκαν μακρυὰ ἀπὸ τὰ κακὰ τοῦ ἄκρατου τουρισμοῦ. Βλ. καὶ Ohnefalsch ΕΗΕΚ 164-70.

3. ἁπλόε: τοῦ ἐπιθ. ἁπλόος, -η, -ον / συνῃρ. ἁπλοῦς, -ῆ, -οῦν. Στὸν Ὅμηρο μόνο τὸ ἐπίθ. ἁπλοΐς (Ω 230 ~ ω 276 ἁπλοΐδας χλαίνας: βλ. Comm. Il. καὶ Comm. Od., πβ. LSJ9 σ.λ.), ποὺ ἀπαντᾶ ὡς οὐσ. σὲ ἐρωτικὸ ἐπίγραμμα τοῦ Ἀγαθία (Ἀνθ. Παλ. 5.294 [293] στ. 4 ἔσκεπε τὴν κούρην ἁπλοῒς ἐκταδίη), κατ' ἀντίθεση πρὸς τὸ δίπλαξ (Γ 126 κ.ἀ., τα 241: βλ. Comm. Il. στὸ Γ 125-7), μεταγεν. διπλοΐς. Τὸ ἐπίθ. ἁπλοῦς, σημ. ἁπλός (συγκρ. ἁπλούστερος, ὑπερθ. ἁπλούστατος, ὅπως καὶ σήμερα), μὲ ἀρχικὴ πιθανῶς σημασία «εἷς μόνος, μόνος» (ἁ- = *sṃ + -πλόος, πιθανῶς ταυτό­σημο μὲ τὸ πλοῦς, πβ. Σερβ. jedan put «(ἕνα ταξίδι, ὅθεν:) ἅπαξ»: βλ. LSJ9 σ.λ. ἁπλόος, πβ. ὅμως Hoffmann – Παπαν. κ.ἄ. σ.λλ. δίπλαξ καὶ διπλάσιος: ρίζα *pel- = συμπτύσσειν, διπλώνειν), χρησιμοποιεῖται καὶ περὶ λόγων (βλ. χαρακτηριστικὰ Αἰσχ. Χοηφ. 554 ἁπλοῦς ὁ μῦθος) καὶ περὶ τρόπου ζωῆς (βλ. π.χ. Πολύβ. 9.10.5 ἁπλουστάτοις χρώμενοι βίοις) καὶ περὶ προσώπων μὲ ἀναφορὰ στοὺς λόγους καὶ στὶς σκέψεις καὶ στὶς πράξεις τους (βλ. LSJ9 / LSK σ.λ. ἁπλόος ΙΙ. a καὶ b), ὅπως ἐδῶ.

ἐμ μύθοισι: Ἡ ἀφομοίωση τοῦ τελικοῦ ν ὄχι μόνο ἐντὸς λέξεων (πβ. τὰ Ὁμηρικὰ ἐμμαπέως, ἐμμεμαῶτες, ἐμμενές, κ.τ.τ.) ἀλλὰ καὶ στὸ τέλος λέξεως εἶναι καὶ σήμερα συνήθης στὴν Κυπριακὴ διάλεκτο (ἒμ μὲ θέλεις, ἒμ μοῦ λαλεῖς, κ.λπ.: δὲν μὲ θέλεις, δὲν μοῦ μιλᾶς, κ.λπ.). Πβ. κατωτ. στ. 10 ἐμ βύβλοις, Ε12.2 ὑψηλὸμ πύργων ἀμφ[έ]θετο στέφανον, Ε16.2 Σολίωμ βασιλέ[α], Ε18.2 ἰατρῶμ Φαΐδαμ παῖδα, κ.ἄ., βλ. καὶ ἀνωτ. Εἰσαγωγή, πβ. ΑΚΕΠ β´. 25 § 20.– Ὁ ἐπικὸς τύπος τῆς δοτ. μύθοισι(ν) ἀπαντᾶ συχνὰ ἤδη στὸν Ὅμηρο (Γ 171 κ.ἀ., β 83 κ.ἀ.), πάντοτε ὅμως ἀπροθέτως. Ἡ ἱκανότητα κάποιου νὰ σκέφτεται συχνὰ καὶ νὰ διακρίνεται μὲ τοὺς λόγους του ἀγορεύων εἶναι βασικὸ ἡρωικὸ ἰδεῶδες, ποὺ συνοδεύει κατὰ κανόνα τοὺς γέροντας (μὲ χαρακτηριστικὰ τὰ λόγια τοῦ Νέστορα στὸ Δ 322-3 ἱππεῦσι μετέσσομαι ἠδὲ κελεύσω | βουλῇ καὶ μύθοισι· τὸ γὰρ γέρας ἐστὶ γερόντων καὶ τῆς Ἀθηνᾶς στὸν Ὀδυσσέα στὸ ν 297-8 σὺ μέν ἐσσι βροτῶν ὄχ' ἄριστος ἁπάντων | βουλῇ καὶ μύθοισιν, ἐγὼ δ' ἐν πᾶσι θεοῖσι, πβ. π 418-20 γιὰ τὸν Ἀντίνοο), μὲ σημαντικὴ ἐξαίρεση τὸν Πολυδάμα, ποὺ γεννήθηκε τὴν ἴδια μέρα μὲ τὸν Ἕκτορα, ἀλλ' ὁ μὲν ἂρ μύθοισιν, ὁ δ' ἔγχεϊ πολλὸν ἐνίκα (Σ 251-2, βλ. καὶ Comm. Il. στὸ χωρίο). Ἡ διάκριση στὴ μάχη εἶναι ἀναμφίβολα ἡ κύρια ἡρωικὴ ἀρετή. Ἤδη ὅμως στὴν ἐνάτη ραψωδία τῆς Ἰλιάδος (στ. 439 κἑ.), πέμποντας στὸν Ἀγαμέμνονα τὸν Ἀχιλλέα «ἄμαθο, χωρὶς νά 'χει γνωρίσει ἀκόμα τὸν ἄγριο πόλεμο καὶ τὶς συνελεύσεις, ὅπου ξεχωρίζουν οἱ ἄντρες», ὁ Πηλέας πέμπει μαζί του καὶ τὸν Φοίνικα νὰ τὸν διδάσκει ὅλα τοῦτα, μύθων τε ῥητῆρ' ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων (Ι 443· πβ. καὶ Comm. Od. στὸ ρ 66).

[ἐμ βιότω]ι περικαλλεῖ: Ὁ Fougères κι ἄλλοι μετ' αὐτὸν γράφουν ἐν κόσμωι, ὁ Gomperz καὶ ὁ Peek ἐν βιότωι (βλ. ἀνωτ. Ε1.3 κριτ. ὑπόμν.). « L'opposition de l'un ou de l'autre terme avec μῦθος n'est pas telle qu'on puisse préférer l'un à l'autre », σημειώνει ὁ J. Pouilloux (ÉDél 410, σημ. στὸν στ. 3: [ἐν κόσμω]ι), ἄποψη ποὺ πιθανῶς ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὸ πολύσημο τῶν λέξεων βίοτος καὶ κόσμος (ζωή, περιουσία: σημερ. βιός / κόσμος ‒ ἀνθρώπινο γένος, τάξη ‒ εὐκοσμία ‒ εὐπρέπεια ἢ καλὴ διαγωγὴ κ.τ.τ., κόσμημα ‒ στολισμὸς κ.τ.τ., κόσμος ‒ οἰκουμένη ‒ σύμπαν, κ.ἄ.), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἐπίθ. περικαλλὴς προσδιορίζει ἤδη στὸν Ὅμηρο καὶ ἀνθρώπινα ἔργα (βλ. χαρακτηριστικὰ β 117 ~ η 111 δῶκεν Ἀθήνη | ἔργα τ' ἐπίστασθαι περικαλλέα καὶ φρένας ἐσθλάς) καὶ πρόσωπα. Υἱοθετήσαμε τὸ συμπλήρωμα [ἐμ βιότω]ι γιὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: (α´) Τὸ Ὁμηρ. μύθων τε ῥητῆρ' ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. ἐμ μύθοισι), ποὺ παραβάλλει ὁ Gomperz, ἀποτελεῖ ὄντως ἐπιχείρημα καὶ σημασιολογικὸ καὶ φραστικὸ ὑπὲρ τοῦ ἐμ βιότωι. (β´) Τὸ προηγούμενο ἁπλόε δύσκολα ἁρμόζει στὸ ἐν κόσμωι περικαλ­λεῖ· τὰ παράλληλα χωρία, κυρίως τὸ τοῦ Πολυβίου ἁπλουστάτοις χρώμενοι βίοις (βλ. ἀνωτ.), ὑποστηρίζουν τὸ ἐμ βιότωι. (γ´) Τὸ ὅλο ὕφος τοῦ ἐπιγράμματος ὁδηγεῖ στὸ πιὸ ἀρχαιοπρεπὲς καὶ πιὸ Κυπριακὸ ἐμ βιότωι. (δ´) Τὸ ἐδῶ κενό (lacuna) δὲν φαίνεται νὰ ἐπιτρέπει τὸ συμπλήρωμα [ἐν κόσμω]ι· τὸ [ἐμ βιότω]ι ἁρμόζει ἄριστα.

4. κ[οιρανί]δ̣αις: κ[οιρανί]δαις διαβάζει καὶ συμπληρώνει ὁ Peek, σημειώνοντας πὼς τὸ κ[οιραν]ίαις (Fougères, Gomperz καὶ λοιποί: βλ. ἀνωτ. Ε1.4 κριτ. ὑπόμν.) νοσεῖ παλαιογραφικὰ ὡς πολὺ σύντομο ("ist zu knapp") καὶ προσθέτοντας: "κοιρανίδαι von den Ptolemäern auch in dem Gedicht Preisigke, Sammelbuch 5829" (ἡ παραπομπὴ καὶ στοὺς LSJ9 σ.λ. κοιρανίδης)· ὁ J. Pouilloux (ÉDél 410) γράφει κ[οιραν]ίαις, ἀλλὰ στὴ σημ. στὸν στ. συζητώντας τὶς παρατηρήσεις τοῦ Peek καταλήγει στὸ συμπέρασμα πὼς ἡ γραφὴ κ[οιρανί]δαις εἶναι προτιμητέα. Προτιμητέα φαίνεται ἡ λέξη κοιρανίδαις καὶ γιὰ λόγους σημασιολογικούς: κοιρανίδης εἶναι «μέλος ἡγεμονικοῦ οἴκου» (Hofmann – Παπαν. σ.λ. κοίρανος) καὶ γενικὰ ὁ κοίρανος (ἄρχων, κ.τ.τ.), κοιρανία καὶ -ίη ἡ ἀρχή (ἐξουσία, κράτος, βασιλεία κ.τ.τ. κατὰ κανόνα, πβ. ὅμως Ἀνθ. Πλαν. 358.4 νεύματι κοιρανίης: « avec le consentement de l'Empereur » κατὰ τὴ μετάφραση R. Aubreton). Πβ. καὶ ἑπόμενα: καὶ Ῥώμας ὑπάτοισι (...) καὶ Δάλου ναέταις. Πβ. ἐπίσης (καὶ γιὰ τὰ ἑπόμενα) Σοφ. Ἀντ. 940 κἑ. λεύσσετε, Θήβης οἱ κοιρανίδαι, | τὴν βασιλειδᾶν μούνην λοιπήν, | οἷα πρὸς οἵων ἀνδρῶν πάσχω,| τὴν εὐσεβίαν σεβίβασα.– Τὸ κοίρανος (ἀπ' ὅπου καὶ κοιρανίδης, κοιρανέω καὶ κοιρανία) φαίνεται νὰ παράγεται ἀπὸ τὸ *κόρjα>*κοῖρα = στρατός, Μακεδ. ὄνομα Κόρρ-αγος (ἀρχηγὸς στρατοῦ), πβ. Γερμ. ἀρχ. heri καὶ σημερ. Heer = στρατός, κ.τ.τ. (βλ. καὶ Hofmann – Παπαν. σ.λ. κοίρανος, κ.ἄ., πβ. ὅμως LSJ9 / LSK σ.λ. κῦρος). Ἡ κλητ. προσφώνηση κοίρανε Πλούτων ἀπαντᾶ στὸ Ε43.1 καὶ ἡ αἰτ. κοίρανον στὸ E51.2 (βλ. κατωτ. μὲ σχόλ.)· καὶ κύριο ὄνομα Κοιρανίδας (βλ. Πινδ. Ὀλ. 13.75 δεῖξέν τε Κοιρανίδᾳ πᾶσαν τελευτὰν πράγματος).

ἔρυμα: προφυλακτήριο μέσο, ὀχύρωμα, φρούριο, καταφύγιο (βλ. Ἡσύχ. σ.λ. ἔρυμα· ὀχύρωμα. φυλακή. κάλυμμα. φύλαγμα, πβ. ἐρύεσθαι· σώζειν καὶ ἐρυμνόν· ἰσχυρόν. μέγα. ὑψηλόν, καὶ ὀχυρόν, οὗ ταχέως οὐδεὶς ἐπιβαίνει). Ἀπὸ τὸ ἐρύομαι (πβ. ῥύομαι): σύρω γιὰ τὸν ἑαυτό μου ἢ πρὸς τὸν ἑαυτό μου, ἀπαλλάττω ἀπὸ κίνδυνο, προστατεύω, κ.λπ. (ρίζα Fερυ- καὶ Fρυ-, ἀπ' ὅπου καὶ ἐρυμνός, ἐρυσί-πτολις, ῥυμός, ῥυτήρ, ῥυτά: τὰ ἡνία, ῥυστάζω κ.λπ.). Ἔρυμα χροὸς στὸν Ὅμηρο (Δ 137) εἶναι ἡ μίτρα καὶ στὸν Ἡσίοδο (Ἔργ. 536) ἡ χλαίνη καὶ ὁ χιτώνας· στὴν Ἀττ. τραγωδία ἔρυμα Τρώων τὸ τεῖχος τῆς Τροίας (Σοφ. Αἴ. 467), ἔρυμα χώρας ὁ Ἄρειος Πάγος (Αἰσχ. Εὐμ. 701), ἔρυμα δώμασι τὰ τέκνα (Εὐρ. Μήδ. 57)· στὴν Ἀνθ. Παλ. 6.81.1 ἔρυμα χροὸς ἡ ἀσπίδα, 2.1.230 Σικελῆς ἔρυμα χθονὸς ὁ Μίλων, 9.59.6 (τοῦ Ἀντιπάτρου) Ῥώμας ... πάτρας ἔρυμα ὁ Γαῖος (« Gaius César, petit-fils et héritier présomptif d' Auguste » κατὰ τὸν P. Waltz, ὅ.π. σημ. 2), κ.λπ. Ἐδῶ προσφιλὲς Αἰγύπτου κ[οιρα-νί]δ̣αις ἔρυμα (ἴσως καὶ Ῥώμας ὑπάτοισι, βλ. κατωτ.) εἶναι ὁ Σίμαλος μὲ τὸ μεγαλοπρεπὲς μέγαρο καὶ τὴν ἐγκάρδια φιλοξενία, σὲ μιὰ περίοδο συνεχῶν ἀναστατώσεων στὸν βασιλικὸ οἶκο τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Κύπρου (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. c-d) ζεστὸ καταφύγιο γι' αὐτούς· ἡ δοτ. ἐξαρτᾶται πιθανῶς ἀπὸ τὸ προσφιλές, ἴσως ὅμως καὶ ἄμεσα ἀπὸ τὸ ἔρυμα, ὅπως στὴ φράση τοῦ Εὐριπίδη ἔρυμα δώμασι (βλ. ἀνωτ.).

5. Ῥώμας ὑπάτοισι: Οἱ σχέσεις τοῦ Σιμάλου μὲ τοὺς ὑπάτους τῆς Ρώμης, πιθανῶς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Στόλου, ἀντικατοπτρίζονται καὶ στὰ παρακλάδια τῆς οἰκογένειας στὴ Δύση (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. d-e, πβ. σχόλ. σ.στ. a γιὰ τὸν Στόλο). Ποιές ἀκριβῶς ἦταν οἱ σχέσεις αὐτές, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ προσδιοριστῆ, καθὼς λείπουν ἄλλες σχετικὲς πληροφορίες καὶ καθὼς τὸ ἐδῶ κείμενο ἐπιτρέπει σύνταξη τοῦ Ῥώμας ὑπάτοισι μὲ τὰ προηγούμενα (προσφιλὲς ἔρυμα Αἰγύπτου κοιρανίδαις καὶ Ῥώμας ὑπάτοισι, ἴσως καὶ Ἀτθίδι Κέκροπος αἴηι) ἢ /καὶ μὲ τὰ ἑπόμενα (... πλεῖστα σεβιζόμενε) ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγνωση δοτ. ναέται̣ς ἢ αἰτ. ναέτας στὸν στ. 6 (βλ. κατωτ.) καὶ τὴ σύνταξη τῶν τριῶν ἐπάλληλων καὶ στοὺς στ. 5-6, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα συνδέει τὸ προσφιλὲς Αἰγ. κ. ἔρυμα τοῦ στ. 4 μὲ τὸ πλεῖστα σεβιζόμενε τοῦ στ. 6 καὶ τὰ ἄλλα δύο τὰ ἐπιμέρους τμήματα. Γράφοντας ναέται̣ς στὸν στ. 6, θεωροῦμε πὼς ἡ φράση Ῥώμας ὑπάτοισι ἀποτελεῖ τὴ μετάβαση ἀπὸ τὰ προηγούμενα στὰ ἑπόμενα καὶ συντελεῖ (μαζὶ μὲ τὴ δοτ. κοιρανίδαις) στὴ σύνταξη μὲ δοτ. τοῦ σεβιζόμενε. Γιὰ τὸ ὕπατος βλ. κατωτ. Ε2 σχόλ. σ.στ. 10 σ.λ. τὰς ὑπάτας ναέται.

Ἀ[τ]θίδι Κ[έ]κροπος αἴηι: ἔτσι πρῶτα στοὺς Roussel – Launey, μὲ τὴ σημείωση (IDél 1533 σελ. 39 σημ. στοὺς στ. 12-13: ἐδῶ 5-6): « καὶ Ῥώμας ὑπάτοισι καὶ ἁ[γνῆι Κέ]κροπος αἴηι, καὶ Δάλου ναέτα<ι>ς πλε[ῖστα χαρ]ιζόμενε, Gomperz, suivi par Durrbach; cette restitution est ruinée par le raprochement d'un petit fragment recollé par P. Roussel »· μετὰ τὴ συγκόλληση τοῦ μικροῦ ἀποσπάσματος ἀπὸ τὸν Rous­sel, ἡ παλαιὰ συμπλήρωση ἁ[γνῆι Κέ]κροπος αἴηι (Gomperz, Fougères, Durrbach) ἔχει γενικὰ ἐγκαταλειφθῆ (Peek, Pouilloux, Χατζηιωάννου γράφουν Ἀ[τ]θίδι Κ[έ]κροπος αἴηι, ὅπως στὴν ἔκδοση Roussel – Launey). Ἀτθίς (-ίδος, ἡ), μεταγεν. ποιητ. τύπος, ὡς ἐπίθ. (Ἀτθίδας... ναῦς Εὐρ. Ἰφ. Αὐλ. 247-8, κ.τ.τ.) καὶ ὡς οὐσ. (ἐνν. γῆ, χώρα, γλῶσσα, γυνή, κ.λπ.) = ἡ Ἀττική, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀθήνα (βλ. LSJ9 σ.λ. Ἀτθίς, 4· πβ. Ἡσύχ. σ.λ. Ἀτθίδων· Ἀθηναίων)· αἶα (ποιητ. τύπος, κυρίως στὸν Ὅμηρο καὶ στὴν Ἀττ. τραγωδία) = γαῖα, γῆ. Τοὺς μύθους γιὰ τὴ μορφὴ τοῦ Κέκροπος ἀνακεφαλαιώνει ὁ Ἀπολλόδωρος (Βιβλ. 3.177-80, πβ. Τζέτζ. Χιλ. 5. 63-69, κ.ἄ.), βλ. καὶ ΕλλΜ 3.15-20. Γιὰ τὴ φράση Κέκροπος αἴηι πβ. Ἀνθ. Παλ. 7.130.4 Κέκροπος πόλις (Ἀθηνῶν ... Κέκροπος πόλις ... Παλλάδος ἄστυ) καὶ 7.708.5 Κέκροπος πόλι. Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἐδῶ ἡ ἐπιλογὴ τύπων ἀρχαιοπρεπῶν ἀπὸ τὸν Πάφιο ποιητή. (Βλ. καὶ κατωτ. Ε32 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. [Κεκρο]πίδης.)

6. Δάλου: Δωρ. (ἀλλὰ καὶ Κυπριακὸς) τύπος ἀντὶ Δήλου (βλ. π.χ. Πινδ. Ὀλ. 6.59, Πυθ. 1.39, Νεμ. 1.4, Παι. 4.11, κ.λπ.). Πρώτη ἀναφορὰ τῆς Δήλου στὸ ζ 162, ἀκολούθως στὸν Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙΙ (Εἰς Ἀπόλλ.). 16 κ.ἀ. Γιὰ τὶς σχέσεις τῆς Κύπρου μὲ τὴ Δῆλο βλ. καὶ ΑΚΕΠ Δα´ / Δβ´ 12, 12.1, 14, 14.1, 133, κ.ἀ.– Ἡ ἐδῶ χρήση τοῦ τύπου Δάλου ἢ κατ' ἐπίδραση τῶν Κυπριακῶν τύπων μὲ α ἀντὶ η ἢ / καὶ χάριν ἀρχαιοπρέπειας, ἴσως καὶ κατ' ἐπίδραση τοῦ Ἀντιπάτρου· βλ. καὶ κατωτ. Ε2.11 Δᾶλον ἀν' ἱμερτὰν καὶ Ἀντιπ. (στ. 9) Δάλου δὲ προμάχοισι.

ναέται̣ς: ναέταις κατὰ τὸν Peek (ναέτα<ι>ς γράφει ὁ Gomperz τὸ 1887 καὶ τὸ 1912, ναέτα[ι]ς ὁ Durrbach τὸ 1921 καὶ ὁ Χατζηιωάννου τὸ 1980)· ναέτας κατὰ τοὺς Fougères (1887), Roussel – Launey (1937), Pouilloux (1973, χωρὶς σχετικὸ σχόλιο). Ἡ ὅλη σύνταξη τῶν στ. 4-6 ἐνισχύει τὴν ἐπιλογὴ τῆς δοτικῆς, καθὼς προηγοῦνται τὰ κοιρανίδαις / ὑπάτοισι / Ἀτθίδι ... αἴηι καὶ καθὼς τὸ σεβιζόμενε (βλ. κατωτ.) δὲν τὴν ἀπαγορεύει. Πβ. καὶ κατωτ. Ε2 στ. 5 Ῥώμας ναέταις καὶ στ. 10 ὑπάτας ναέται (μὲ σχόλ.). Πβ. ἐπίσης Ἀνθ. Πλαν. [16] 331.4 Ῥώμης ... ἐνναέταις (118.8 ἐνναέταις, 94.6 ἐνναέτειρα), Ἀνθ. Παλ. 9.535.2 ναέταις (Κισσῷ μὲν Διόνυσος ἀγάλλεται, αἰγίδι δὲ Ζεύς, | οἱ ναέται ξείνοις, ἡ δὲ πόλις ναέταις), 6.171.2 Ῥόδου ναέται καὶ 6.207.10 αἱ γυάλων Ναυκράτιδος ναέται (6.168.2 ἐνναέταν, 9.425.2 ἐνναέταις, 9.786.3 ἐνναέται, 7.409.9 ναετὴρ Κολοφῶνος, 9.155.5 καὶ 9.465.3 ναετῆρας, 9.495.1 Ἑλλάδος ἐνναετῆρες), κ.λπ.: οἱ τύποι εἶναι μεθομηρικοί, ἐμφανίζονται ὅμως συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα.– Ἀπὸ τὸ ναίω (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ναίων), τὰ ναέτης (ναέτας στὸν Σιμωνίδη κ.ἀ.), ναετήρ, ἐνναέτης (συχνὰ ἐνναέτας, θηλ. ἐνναέτις) καὶ ἐνναετήρ (θηλ. ἐνναέτειρα) σημαίνουν τὸν κάτοικο (βλ. LSJ9 σ.λλ., πβ. Ἡσύχ. σ.λ. ναέται· οἰκήτορες. καὶ ναετῆρες).

πλε[ῖσ]τα σεβ[ι]ζόμενε: ἔτσι στοὺς Roussel – Launey (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 5 σ.λ. Ἀτθίδι Κέκροπος αἴηι), μετ' αὐτοὺς καὶ οἱ Peek καὶ Pouilloux. Τὸ πλεῖστα εἶναι προφανῶς σύστοιχο ἀντ. τοῦ σεβιζόμενε, ὅπως κι ἂν συνταχθῆ τὸ κείμενο. Τὸ σεβίζομαι (ἐνεργ. σεβίζω, ἀπὸ ρίζα σεβ-: σέβας, σεμνὸς καὶ σεπτός, σέβομαι καὶ σεβάζομαι, εὐσεβὴς καὶ ἀσεβὴς καὶ δυσσεβής, κ.λπ.) εἶναι κατὰ κανόνα μέσ. φωνῆς μὲ ἐνεργ. σημ., συντασσόμενο ὅπως καὶ τὸ ἐνεργ. μὲ αἰτ. προσ. ἤ πράγμ. ποὺ δηλώνει τὸ ἀντικ. τοῦ σεβασμοῦ ἤ τῆς τιμῆς, ἐνδεχομένως καὶ μὲ δοτ. (ἁπλὴ ἢ ἐμπρόθεσμη) ποὺ δείχνει τὸν τρόπο ἐκδήλωσης ἢ μὲ γεν. ποὺ δηλώνει τὸν λόγο / αἰτία τοῦ σεβασμοῦ: βλ. π.χ. Αἰσχ. Χοηφ. 912 οὐδὲν σεβίζῃ γενεθλίους ἀράς, τέκνον; (πβ. Ἀγαμ. 258 ἥκω σεβίζων σόν, Κλυταιμήστρα, κράτος καὶ 785 πῶς σε σεβίξω;), Ἱκέτ. 815 σεβίζου δ' ἱκέτας σέθεν καὶ 922 τοὺς ἀμφὶ Νεῖλον δαίμονας σεβίζομαι, Εὐρ. Ἠλ. 195-7 οὔτοι στοναχαῖς, | ἀλλ' εὐχαῖσι θεοὺς σεβί-|ζουσ' ἕξεις εὐαμερίαν (πβ. Σοφ. Οἰδ. Κολ. 1006-7 θεοὺς ἐπίσταται | τιμαῖς σεβίζειν καὶ 1556-7 τὰν ἀφανῆ θεὸν | καὶ σὲ λιταῖς σεβίζειν καὶ Πινδ. Πυθ. 5.80-1 ἐν δαιτὶ σεβίζομεν | Κυράνας ἀγακτιμέναν πόλιν, βλ. καὶ Εὐρ. Ἱππ. 538-40 Ἔρωτα ... οὐ σεβίζομεν, Μήδ. 155-6 σὸς πόσις | καινὰ λέχη σεβίζει καὶ Ἠλ. 944-5 σεβίζω σ' ἴσα καὶ μάκαρας | πλούτου μεγάλης τ' εὐδαιμονίας), κ.τ.τ. (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. κοιρανίδαις γιὰ τὸ χωρίο Σοφ. Ἀντ. 940 κἑ.: ... τὴν εὐσεβίαν σεβίσασα). Γράφοντας ἐδῶ ναέτας (βλ. ἀνωτ.), ἑπομένως, πρέπει νὰ θεωρήσουμε τὸ σεβιζόμενε ὡς μέσ. μὲ ἐνεργ. σημ. καὶ νὰ μεταφράσουμε: καὶ στῆς Δήλου τοὺς κατοίκους (σὺ ποὺ) πλεῖστες τιμὲς παρέχεις, κ.τ.τ. Γράφοντας ὅμως ναέταις (βλ. ἀνωτ.) τὸ σεβιζόμενε καθίσταται παθ. συντασσόμενο μὲ δοτ. τοῦ ἐνεργοῦντος προσώπου (μολονότι χρόνου ἐνεστ.): πβ. Πινδ. Ἰσθμ. 5.28-9 σοφισταῖς ... σεβιζόμενοι (χωρίο ὅμως προβληματικὸ στὴ σύνταξη καὶ ἑρμηνεία του) καὶ κυρίως Ἐμπεδ. ἀπόσπ. 112.8 τοῖσιν €ἅμ'€ἂν ἵκωμαι ἐς ἄστεα τηλεθάοντα, | ἀνδράσιν ἠδὲ γυναιξί, σεβίζομαι (ὀρθότερα ἴσως χωρὶς κόμμα πρὸ τοῦ σεβίζομαι· μετάφρ.: "(...) zu den Männern und Frauen, so werde ich von ihnen verehrt"· πβ. καὶ προηγούμενα, στ. 4-6 = Ἀνθ. Παλ. 9.569. 5-8, ἐγὼ δ' ὔμμιν θεὸς ἄμβροτος, οὐκέτι θνητός, πολεῦμαι μετὰ πᾶσι τετιμένος...| ταινίαις τε περίστεπτος στέφεσίν τε θαλέοις. Τὸ ὅλο χωρίο (στ. 4-6, βλ. ἀνωτ.) φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν παθ. σύνταξη, μὲ τὶς δοτ. τοῦ στ. 5 (τοὐλάχιστο τὸ Ἀτθίδι Κέκροπος αἴηι) νὰ συνδέονται μὲ τὸ σεβιζόμενε μᾶλλον παρὰ μὲ τὸ ἔρυμα. Στὴ μετάφραση φροντίσαμε νὰ κρατήσουμε τὶς δυνατότητες διαφορετικῆς σύνταξης τοῦ κειμένου. (Ὁ J. Pouilloux, RDAC 1975 σελ. 120, σημειώνει πὼς κατὰ τὸν Ἀντισθένη ὁ Σίμαλος ἔχαιρε σεβασμοῦ στὴν Ἀθήνα: « il était vénéré en Atthis, la terre de Céprops (Ἀτθίδι Κέκροπος αἴηι ... σεβιζόμενε, l. 5/6) », μὲ παραπομπὴ στὴν ἐργασία του στὶς ÉDél σελ. 410, ὅπου ὅμως γράφει ναέτας: γραφὴ ποὺ ἀποκλείει αὐτὴ τὴ σύνταξη καὶ ἑρμηνεία.)

7. [σε λοχ]εύσα[το πα]τ. ρ̣ὶς: J. Pouilloux, σημ. στὸν στ. (ÉDél 410), μὲ ἔντονες ὅμως ἀμφιβολίες, ἐπικροτώντας μᾶλλον τὴν ἀνάγνωση τῶν R. Roussel – M. Launey: [···]ΕΥΣΑ[·····]ΙΣ (βλ. καὶ σημ.)· ὁ W. Peek γράφει σ̣ε [λ]ο[χ]εύσα[το]πατ. ρ̣ὶς (ὀρθῶς ἴσως σ̣ε̣ [λ]ο̣[χ]εύσα[το] π̣α̣τ. ρ̣ὶς). Τὸ [ὅτε ou οἷς θεσ]πεσίῃσ[ιν ἀοιδαῖς] τοῦ F. Durr­bach (πβ. Th. Gomperz καὶ Κυρ. Χατζηιωάννου) δὲν ἔχει κανένα παλαιογραφικὸ ἔρεισμα. Δυνατὴ εἶναι ἡ συμπλήρωση σ' ἐλοχεύσατο (βλ. ἑπόμενα). Παλαιο­γραφικὰ δὲν ἀποκλείεται τὸ σε τοκεύσατο ἢ σ' ἐτοκεύσατο· τὰ παράλληλα ὅμως χωρία φαίνονται νὰ ὁδηγοῦν στὸ λοχεύομαι καὶ ὄχι στὸ τοκεύομαι, καθὼς τὸ τοκεύω (βλ. LSJ9 / LSK σ.λ.) καὶ μεταγενέστερο εἶναι καὶ δὲν φαίνεται νὰ χρησιμο­ποιεῖται κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀντισθένη μὲ ὀνόματα χωρῶν ἢ πόλεων (πβ. W. Peek σημ. στὸ χωρίο στὴ σελ. 413).

λοχεύσατο: μέσ. ἀόρ. α´ μὲ ἐνεργ. σημ., τοῦ λοχεύω (<λόχος: τοκετός, λοχεία, λόχευμα καὶ λοχεύτρια, λοχεῖος καὶ λόχιος, Λοχεία καὶ Λοχία γιὰ τὴν Ἄρτεμη, ἄλοχος· λεχώ, λεχωὶς καὶ λεχωιάς, λεχώιος κ.λπ. <λέχος: κλίνη, κυρίως γαμήλια κλίνη, καὶ σὰ λέχεα = ἡ σύζυγός σου, πβ. λέκτρον < λέγω: πλαγιάζω, ρίζα λέχ-)· γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Ὁμηρ. ὕμν. IV (εἱς Ἑρμ.). 230 νύμφη | ἀμβροσίη ἐλόχευσε Διὸς παῖδα Κρονίωνος, συχνὰ ἀργότερα: Ὀρφ. Ἀργ. 184 Τελαμὼν ... τὸν ρ' ἐλό­χευσεν | Αἰακῷ ... | Αἴγιν' ἐν κροκάλῃσιν, 137 τούς ποτε νύμφῃ | Λαοθόῃ ... ἐλόχευ­σεν | ... Ἀργειοφόντης καὶ 13 Κρόνον, ὡς ἐλόχευσεν ... | Αἰθέρα καὶ ... Ἔρωτα, | Νυκτὸς ἀειγνήτης υἷα (γιὰ τὸν πατέρα), 160 Μελέαγρος ἔβαινεν, | Οἰνεὺς τόν ρ' ἐλόχευσε καὶ Ἀλθαίη (γιὰ τοὺς δύο γονεῖς), Εὐρ. Ἴων 948 τίς λοχεύει σ(ε); καὶ 1596 Ἀπόλλων ...| ἄνοσον λοχεύει σ(ε) = σὲ ξεγεννᾶ (πβ. Εὐρ. Ἠλ. 1129 αὐτὴ 'λόχευον κἄτεκον μόνη βρέφος), κ.ἀ.– ἰδιαίτερα στὴ μέση φωνὴ μὲ σημ. ἐνεργ. (ὅπως ἐδῶ): Εὐρ. Ἴων 921 ἔνθα λοχεύματα σέμν' ἐλοχεύσατο | Λατὼ Δίοισί σε καρποῖς, Καλλιμ. Ὕμν. Δήλ. (4.) 326 χαίροι δ' Ἀπόλλων τε καὶ ἣν ἐλοχεύσατο Λητώ, Ὀρφ. Ὕμν. 71.2 Μηλινόην ... | ἣν παρὰ Κωκυτοῦ προχοαῖς ἐλοχεύσατο σεμνὴ | Φερσεφόνη λέκτροις ἱεροῖς Ζηνὸς Κρονίοιο, EGr (Kaibel) 476.1 μήτηρ με λοχεύσατο, κ.ἀ., μὲ ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτη τὴν ἐπέκταση τῆς χρήσεως καὶ γιὰ τὸν τόπο γεννήσεως (ὅπως ἐδῶ, βλ. Peek στὸ χωρίο): Ἀνθ. Πλαν. (16.) 295 οὐχὶ πέδον Σμύρνης ἐλοχεύσατο θεῖον Ὅμηρον, | ... οὐ Κύπρος ἁγνή, EGr (Kaibel) 546.1 πατρὶς Λυ[κί]ων ἐλοχεύσατο [γαῖα] (Λυ[κίων μ'] ἐλοχεύσατο ἢ μ]ε λοχεύσατο) καὶ 563.1 Τρεινακρία γαία (sic) με λοχεύσατο (βλ. καὶ στ. 2 σωφροσύνης βιότῳ κῦδος ἐνεικαμένην, πβ. ἀνωτ. στ. 3 καὶ κατωτ. στ. 11), GrE (Geffcken) 220.3 ὅμ ποτ' Ἀλεξάνδρεια λοχεύσατο πατρὶς ἀγητή (θαυμαστή, ἀπὸ τὸ ἄγαμαι: πβ. πρὸς τὸ ἐδῶ ἑπόμ. πατρὶς ἐραννά), κ.ἀ.

πατρὶς ἐραννά: Στὸν Ὅμηρο συχνοὶ οἱ λογότυποι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν (Β40 κἀ., α290 κ.ἀ.) καὶ φίλην ἐς πατρίδ' (Ι 428 κ.ἀ., δ 586 κ.ἀ.), πβ. φίλῃ ἐνὶ πατρίδι γαίῃ καὶ φίλης ἀπὸ πατρίδος αἴης, κ.τ.τ.· ὁ Αἰολ. τύπος ἐραννός (<ἐρασ-νός) ἀπαντᾶ στὸν Ὅμηρο στὶς φράσεις Καλυδῶνος ἐραννῆς (Ι 527 καὶ 573) καὶ πόλιν ... ἐραννήν (η 18), μὲ συχνὴ ὅμως τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἰων. τύπου ἐρατεινός (ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα ἔρως, ἐράω καὶ ἔραμαι, ἐραστός, ἐραστής, ἐράσμιος, ἐρατός κ.λπ.): βλ. κυρίως Γ401 Μῃονίης ἐρατεινῆς, Σ291 Μῃονίην ἐρατεινήν καὶ Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙΙ (Εἰς Ἀπόλλ.). 179 Μῃονίην ἐρατεινὴν | καὶ Μίλητον ἔχεις ἔναλον πόλιν ἱμερόεσσαν (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 9 σ.λ. Μαιονίδας).

8. Τρώων καὶ Δαναῶν: Γ 417, πβ. ξ 448 κ.ἀ. Τρῶες καὶ Δαναοὶ σύναγον κρατερὴν ὑσμίνην, Β40 θήσειν ... ἔμελλεν (sc. Ζεύς) ἐπ' ἄλγεά τε στοναχάς τε | Τρωσί τε καὶ Δαναοῖσι διὰ κρατερὰς ὑσμίνας, κ.τ.τ., πβ. Γ 266 κ.ἀ. Τρώων καὶ Ἀχαιῶν κ.τ.τ., πβ. ἐπίσης (καὶ γιὰ τὰ ἐδῶ ἑπόμενα) α 350 Δαναῶν κακὸν οἶτον ἀείδειν, κ.λπ.

ἁν̣ίκ̣[α] μ̣έ[λπε μ]άχα̣ς: βλ. κυρίως Peek (ἁνίκ̣' [ἔ]μ̣ε[λψε μ]άχας, ἴσως ὀρθῶς) καὶ Pouilloux σημ. στὸν στ. (σσ. 410-11).– Ὁ Δωρ. τύπος ἁνίκα ἀπαντᾶ στὸν Πίνδαρο κ.ἀ. (βλ. π.χ. Πίνδ. Πυθ. 4.24 ἁνίκ' ἄγκυραν ... | ... ἐπέτοσσε)· στὸν Ὅμηρο μόνο ὁ ἡνίκ' ἅπαξ (χ 198 ἡνίκ' ἀγινεῖς: + ὁριστ. ἐνεστ., πβ. Βατραχομ. 155 ἡνίκα δ' ὁρμηθέντες ἐφ' ἡμᾶς ἐξέλθωσι: +ὑποτ. ἀορ.). Γράψαμε ἁνίκα μέλπε (ἴσως ἁνίκ' ἔμελπε: ἔμελψε Peek) χάριν τοῦ νοήματος (: τοῦ Ὁμήρου ἡ ἐνέργεια δὲν ἦταν στι­γμιαία) καὶ κατ' ἀναλογία παρόμοιων συντάξεων (ἡνίκα + ὁριστ. παρατ.: Σοφ. Αἴ. 1144-5 ἡνίκ' ἐν κακῷ | χειμῶνος εἴχετο, Θουκ. 7.73.3 ἡνίκα ξυνεσκόταζεν, κ.τ.τ.). Ἄν διαβάσει κανεὶς στὸ τέλος τοῦ στ. ΑΧΟΣ (βλ. Pouilloux ὅ.π. σελ. 411: « A la fin du vers on peut hésiter sur la lecture ΑΧΟΣ ou ΑΧΑΣ »), θὰ μποροῦσε νὰ γράψει ἁν̣ίκ̣[α] μ̣έ[λπετ'] ἄχος (ἢ ἁνίκ' ἐμέλπετ' ἄχος): τὸ μέλπω / μέλπομαι χρησιμο­ποιεῖται τόσο στὴν ἐνεργ. φωνὴ ὅσο καὶ στὴ μέση φωνὴ μὲ σημ. ἐνεργ. ἤδη στὸν Ὅμηρο, στὴν ἐνεργ. φ. Α 474 μέλποντες ἑκάεργον, πβ. Ἡσ. ἀπόσπ. 357 M. – W. ἐγὼ καὶ Ὅμηρος ἀοιδοὶ | μέλπομεν... | Φοῖβον Ἀπόλλωνα / στὴ μέση φ. μὲ ἐνεργ. σημ. Η 240 μέλπεσθαι, Π 182 μελπομένῃσιν, δ 17 καὶ ν 27 ἐμέλπετο θεῖος ἀοιδός, πβ. Ὁμηρ. ὕμν. IV (Εἰς Ἑρμ.). 476 μέλπεο καὶ καθάριζε καὶ ἀγλαΐας ἀλέγυνε (βλ. καὶ ἑπόμ.: στ. 481 εὐφροσύνην νυκτός τε καὶ ἤματος) καὶ XIX (Εἰς Πᾶνα). 21 μέλπονται (συχνὰ σὲ σκηνὲς μὲ φαγοπότι, χορὸ καὶ τραγούδι, πβ. καὶ λ. μολπή). Προτιμήσαμε τὸν πιὸ ποιητικὸ καὶ ἀρχαιοπρεπῆ ἀναύξητο τύπο μέλπε (μέλ­πετο), ὅπως καὶ στὸν προηγούμενο στ. 7 σε λοχεύσατο (σ' ἐλοχεύσατο), καὶ τὸν ἐνεργ. τύπο μέλπε, γιατὶ τὸ μέσ. μέλπομαι εἶναι κατὰ κανόνα ἀμετάβατο ἐνῶ ἀντίθετα συχνὴ ἡ χρήση τοῦ ἐνεργ. μὲ αἰτ. (βλ. π.χ. Ἀριστοφ. Θεσμ. 989 κώμοις | σὲ φιλοχόροισι μέλψω, κ.ἄ.). Προτιμήσαμε συνακολούθως τὸ μάχας καὶ γιὰ λόγους παλαιογραφικούς (δύσκολα διαβάζει κανεὶς ΑΧΟΣ στὸ τέλος τοῦ στίχου) καὶ γιατὶ τὰ παράλληλα χωρία δὲν φαίνεται νὰ μποροῦν νὰ στηρίξουν τὴ φράση μέλπω (ἢ μέλπομαι) ἄχος (μολονότι ἡ λ. ἄχος εἶναι πολὺ συχνὴ ἤδη στὸν Ὅμηρο, ἡ δ' ἀντίθεση ἄχους / εὐφροσύνης [στὸν ἑπόμ. στ.] θὰ ἦταν ἰδιαίτερα εὔστοχη ἐδῶ).
9. Μαιονίδας: ὁ Ὅμηρος, ὡς καταγόμενος ἀπὸ τὸν Μαίονα (βλ. Ἀγών 20 καὶ 52-3· Βί. Ὁμ. Ι [Πλουτ.] 10 / 13-20 καὶ 25-38, IV.1 κἑ., VI.25 κἑ.· Sud. [Allen V. 256-7] 1 κἑ.· Πρόκλ. Χρηστ. 99.14 κἑ.-100.1 Allen V). Ἔτσι ἀποκαλεῖται ὁ Ὅμηρος συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα (βλ. π.Χ. Ἀνθ. Παλ. 5.30.2, 5.69.2, 7.2.2 καὶ 7.15.2 [Ἀντιπάτρου], 7.138.3 [βλ. τὸ ὅλο ἐπίγρ.], 7.213.8 Μαιονίδας, 9.575.5 Μαιονίδαο [βλ. τὸ ὅλο ἐπίγρ.], κ.ἀ.). Ὁ Μαίων, οἱ Μαίονες (Μῄονες) καὶ ἡ Μῃονίη ἐμφανίζονται στὸν Ὅμηρο (Β 864-6 Μῄοσιν καὶ Μῄονας, Γ 401 Μῃονίης, Ε 43 Μῄονος υἱόν, Σ 291 Μῃονίην, ἐπίσης Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙΙ (Εἰς Ἀπόλλ.). 179 Μῃονίην, πβ. Δ 142 γυνὴ ... Μῃονίς: βλ. καὶ Comm. Il. στὸ Β 864-6, Γ 400-2, Δ 141-2, Ε 43-4, Σ 290-2 μὲ χάρτη τόμ. Ι σελ. 249, πβ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. πατρὶς ἐραννά). Μῄονες ἐκαλοῦντο καὶ οἱ Κύπριοι, καὶ ἡ Κύπρος Μηϊονίς (βλ. ΑΚΕΠ Β´ 149.4, Γβ´ 193, Δβ´ 78, Ε´ 192: «Ὑποθέτομε ὅτι ὠνομάσθηκε Μηϊονὶς ἡ Κύπρος ἀπὸ τοὺς Κυπρίους, ποὺ διεκδικοῦσαν τὸν Ὅμηρον (= Μαιο­νίδαν) ὡς συμπατριώτη τους»), διαπίστωση ποὺ ὁδηγεῖ τὸν Κυρ. Χατζηιωάννου στὴν ὑπόθεση ὅτι ἐδῶ «ὁ Κύπριος ἐπιγραμματοποιὸς ἴσως νὰ ἤθελε νὰ τονίσει τὴν ὑποτιθέμενη Κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ Ὁμήρου» (ὅ.π. Δβ´ 78). Ἡ πολὺ συχνὴ χρήση τοῦ Μαιονίδας / -ης σὲ ἐπιγράμματα (καὶ γιὰ λόγους μετρικούς, καθὼς ἡ λέξη ἁρμόζει στὴν ἀρχὴ τοῦ ἑξάμετρου καὶ τοῦ πεντάμετρου στίχου, μὲ τὴν προσωδία – ÈÈ | –) ἐξασθενίζει ἀλλὰ δὲν ἀποκλείει τὴν ὑπόθεση αὐτή.

τὰν σὰν ἵν' ἐ̣[υφρο]σ[ύναν ἐσί]δ̣η̣ι σοι: βλ. κυρίως Peek τὰν σὰν ἵν' ἐ̣[υφρ]ο̣σ̣[ύναν ἐσί]δ̣η̣ι σοι, πβ. Roussel – Launey καὶ Pouilloux τὰν σὰν ἶνι[ν - -] Σ[ - - -]Λ̣ΕΙ σοι. Ἡ ἀνάγνωση τῆς ἐπιγραφῆς εἶναι δύσκολη· παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις τῶν τελευταίων (βλ. κυρίως Pouilloux στὸν στ.), δὲν ἀποκλείεται ἡ γραφὴ ἵν' ἐ̣[ καὶ δ̣η̣ι σοι, ἴσως δ̣ε̣ι σοι), ἐνῶ ἀντίθετα δὲν φαίνεται νὰ μπορεῖ νὰ διαβαστῆ Ọ πρὸ τοῦ Σ στὸ μέσο. Τὸ ἀναντίρρητο τὰν σὰν συνεπάγεται θηλ. οὐσ. σὲ αἰτ. ἀναφερόμενο στὸν Σίμαλο, ἐνῶ ἡ ὅλη σύνταξη (μὲ τὴν πιθανὴ ἀνάγνωση ρήμ. στὸν προηγού­μενο στ. καὶ μετοχῆς στὸν ἑπόμενο) ἀπαιτεῖ ρημ. τύπο πρὸ τοῦ σοι, ἡ ἐνέργεια τοῦ ὁποίου νὰ μεταβαίνει ἄμεσα ἢ ἔμμεσα στὸν Σίμαλο (μὲ τὸ σοι πιθανῶς δοτ. χαριστική), ἢ καὶ ρῆμα σὲ εὐκτ. μέλλ. (-σοι). Γράφοντας τὰν σὰν ἶνι[ν οἱ λοιποὶ πλὴν Peek ἐκδότες ἀναφέρονται σὲ θυγατέρα τοῦ Σιμάλου, θεόμορφη (θεοειδέ' ἔκλεισεν γράφουν οἱ Fougères Gomperz Χατζηιωάννου, ἀλλὰ τὸν σὸν παράδεισον ὁ Durrbach, πβ. ὅμως Roussel – Launey: « les lettres ΛΕΙΣΟΙ sont sûres »), ἴσως νεκρή (πολύκλαυτον ἀντὶ θεοειδέ' προτείνει στὴ σημ. στὸν στ. ὁ Gomperz), παραλληλιζόμενη πρὸς τὴ Ναυσικᾶ (ὁ Pouilloux στὴ σημ. 59 ἐπικαλεῖται τὸ χωρίο ζ 162-3, ὅπου ὁ Ὀδυσσεὺς μπροστὰ στὴν κόρη τοῦ Ἀλκίνοου θυμᾶται σκηνὴ ἀπὸ τὴ Δῆλο). Ἡ φράση τὰν σὰν ἶνιν εἶναι καὶ παλαιογραφικὰ πιθανὴ καὶ γλωσσικὰ ἑλκυστικὴ (βλ. κατωτ. Ε13 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἐκ πολυκλείτων καὶ Ε59α.a σημ. σ.λ. ἶνις̣, κυρίως τὰ σχετικὰ μὲ τὴ χρήση της στὴν Κύπρο). Ἡ εἰσαγωγὴ ὅμως τῆς κόρης τοῦ Σίμαλου ἐδῶ φαίνεται νὰ μὴν ἁρμόζει στὸ ὅλο νόημα τοῦ ἐπι­γράμματος, καὶ νὰ ἀποκλείεται ἀπὸ τὴ συνέχεια (δυσκολία ποὺ προσπαθεῖ νὰ παρακάμψει ὁ Fougères γράφοντας Μαιονίδας τὰν σὰν ἶνιν θεοειδέ' ἔκλεισεν [ἴσως –τότε– ἐκλέϊσεν μὲ συνίζηση, πβ. κατωτ. Ε18 σχόλ. σ.στ. 1 ἐκλέϊζεν] καὶ μεταφράζοντας Homère « eût à célébrer ta magnificence »: εἴθε ... ὁ Ὅμηρος νὰ εἶχε ὑμνήσει τὴ μεγαλοπρέπειά σου). Ἀντίθετα, τὸ τὰν σὰν ... ἐϋφροσύναν τοῦ Peek δὲν εἶναι μόνο παλαιογραφικὰ πιθανὸ ἀλλὰ καὶ νοημαντικὰ εὔστοχο καὶ ὑφολογικὰ πρόσφορο: ἁρμόζει στὸ πνεῦμα τῆς ἀφελοῦς ... φιλοξενίας (στ. 2) στὸν ξένιον δόμον (πβ. στ. 12) τοῦ Σιμάλου καὶ στηρίζεται ἀπὸ τὸ ι 6 ποὺ παραβάλλει ὁ Peek (ἢ ὅτ' ἐϋφροσύνη μὲν ἔχῃ κατὰ δῆμον ἅπαντα) καὶ τὸ ὅλο χωρίο (μὲ τοὺς δαιτυμόνες μπροστὰ σὲ πλούσιες τράπεζες νὰ ἀκουάζωνται ἀοιδοῦ, κ.τ.τ., βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. δώματα ναίων), ἀλλὰ καὶ ἄλλα παράλληλα χωρία, μὲ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὴ τὴ συχνὴ παρουσία στὴν Ἀνθ. Παλ. τοῦ εὐφροσύνα/-η (9.26.10 καὶ 9.375.6 -αν, 7.23.6, κ.ἀ.), ὅπως καὶ τοῦ ἐσιδεῖν (12.52.5 ἵν'... ἐσίδῃ, 14.56.1 ἄν μ' ἐσίδῃς, 11.412.6 πῶς ἄν τις γράψαι, μηδ' ἐσιδεῖν ἐθέλων, κ.ἀ., βλ. καὶ 14.144.3 τὰν σὰν ...). Γιὰ ὅσους ἀποκλείουν ἀνάγνωση ἄλλη ἀπὸ ΛΕΙΣΟΙ στὸ τέλος τοῦ στίχου, ἢ καὶ γιὰ νὰ ἀποφευχθῆ ἡ ἐπανάληψη τὰν σὰν ... σοι, μιὰν ἄλλη δυνατότητα παρέχει ἡ εὐκτ. μέλλ. ἐϋκλείσοι ἢ ἐϋκλεΐσοι (μὲ συνίζηση), τοῦ ρήμ. ἐϋκλεΐζω / εὐκλεΐζω / εὐκλείζω / εὐκλῄζω (= καθιστῶ εὐκλεῆ, ἐπαινῶ, δοξάζω: βλ. κατωτ. Ε18 σχόλ. σ.στ. 1 Ἑλλὰς ἐκλέϊζεν μὲ σημ., πβ. Ε14.4 κλειζόμενος), ποὺ ἀπαντᾶ σὲ διάφορα χωρία καὶ ἐκφράσεις (Ἀνθ. Παλ. 6.269.6 [Ὡς Σαπφοῦς] ἁμετέραν εὐκλέϊσον γενεάν, Τυρτ. 12.24 πατέρ' εὐκλεΐσας, Πινδ. Πυθ. 9.91 πόλιν τάνδ' εὐκλέϊξας, EGr 21.12 πατ[ρίδ'] εὐκλ[έϊσαν], 26.4 πατέρα εὐκλείζων καὶ 7 εὐκλέισε Ἀνδοκίδαν, κ.ἄ., πβ. Ἀνθ. Παλ. 13.14.2 πατρίδ' ἐπευκλεΐσας, κ.τ.τ.) καὶ ἐκφράζει ἄριστα τὸ ἐδῶ νόημα, δίνει τὴν ἠχηρὴ ἐπανάληψη ἐϋφροσύναν ἐϋκλείσοι καὶ δὲν ἀποκλείεται κατ' ἀνάγκη ἀπὸ τὴ σύνταξη τοῦ ἵνα· ἡ περίπτωση ὅμως αὐτὴ ὅπως καὶ ἡ ἑπόμενη, χρειάζεται εἰδικὴ ἐργασία (θὰ ἐπανέλθουμε).

10. χρύσεον ἐμ βύβλοις γ[ράμμ' ἀνεγειράμ]ενος: ἔτσι ὁ Peek· [μνᾶμ' ἀνεγει­ράμ]ενος ὁ Gomperz καὶ κατ' αὐτὸν ὁ Χατζηιωάννου (σημ. Roussel – Launey στὸν στ., IDél 1533), [ᾖσεν ἀγαλλόμ]ενος ὁ Durrbach, γραφὲς ποὺ ἀγνοοῦν τὴν ὕπαρξη Γ μετὰ τὸ βύβλοις (βλ. Roussel – Launey, Peek, Pouilloux). Ἡ λέξη γράμμ(α) φαίνεται ἀναπόφευκτη (καθὼς τὸ Γ εἶναι βέβαιο, καὶ τὸ γέρας ἀποκλείεται τοὐλάχιστο ἀπὸ τὸ μέτρο), στηρίζεται δὲ ἀπὸ παράλληλα χωρία: βλ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 9.522.1-2 Ἰλιάς, ὦ μέγα ἔργον, Ὀδυσσείης τε τὸ σῶφρον | γράμμα, τὸ καὶ Τροίῃ θῆκεν ἴσην Ἰθάκην, 9.184.3 γράμμα τ' Ἀνακρέοντος (πβ. 11.78.4 γράμματα τῶν Λυρικῶν), 9.63.4 τὸ ξυνὸν Μουσῶν γράμμα καὶ Ἀντιμάχου, 7.471.3-4 [Καλλιμ.] Πλάτωνος | ἓν τὸ περὶ ψυχῆς γράμμ' ἀναλεξάμενος· 5.158.3 χρύσεα γράμματ' ἔχον, 12.162.3 δέλτον ἔχων χρυσέην, 7.5.1 χρύσειον ... Ὅμηρον, Ἀνθ. Πλαν. [16.] 45.2 χρυσείαις γραφίδεσσιν, κ.τ.τ.· Ἀνθ. Παλ. 6.328.1 τὴν τριτάτην Χαρίτων ... βύβλον, 9.161.1 Ἡσιόδου ... βύβλον (καὶ 3 βύβλον), κ.τ.τ., 7.138.1 Ἕκτωρ Ὁμηρείῃσιν ἀεὶ βεβοημένε βίβλοις (στ. 4 σελὶς Ἰλιάδος), 9.160.1-2 Ἡρόδοτος Μούσας ὑπεδέξατο· τῷ δ' ἄρ' ἑκάστη | ἀντὶ φιλοξενίης βίβλον ἔδωκε μίαν, 9.192.1-2 αἱ βίβλοι... θυγατέρες μὲν Μαιονίδου, μύθων δ' ἵστορες Ἰλιακῶν καὶ 15.37.1 σεῖο βίβλους ... Ὅμηρε, 11.354.7 τὰς βίβλους ἀνελέξατο, κ.τ.τ. Ἀντίθε­τα, ἀμφίβολη παραμένει ἡ μετοχὴ ἀνεγειράμενος (μὲ τὴν ἔννοια τὴ μεταφορική, ἀνεγείροντας μνημεῖο λόγου), καθὼς μπορεῖ νὰ συμπληρωθεῖ τὸ ἐδῶ χάσμα μὲ τὸ ἀναλεξάμενος (βλ. ἀνωτ. παράλλ. χωρία, ποὺ κατὰ κανόνα στὴ μέση φωνὴ σημαίνει ἀναγινώσκω ἀλλὰ μπορεῖ νὰ δώσει καὶ τὴν ἔννοια τοῦ ξανατραγουδῶ / ξανατραγουδώντας γράφω) ἢ μᾶλλον μὲ τὸ ἀναγραψάμενος (πβ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 8.133.3 κἑ. τὸ δ' ἅμ' ἕσπετο μοῦνον | ... κῦδος [βλ. ἑπόμ. στ.] ... | ... τάδ' ἔγραψα, κ.τ.τ.), ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ (γράμμα)ποησάμενος ἢ τὸ τεχνησάμενος (γραφὲς μετρικὰ ἰσοδύναμες).

11. ὁ Φαιάκων γὰ[ρ ἄναξ: κατὰ τὸν Peek· ὁ Gomperz ἀντὶ τοῦ ἄναξ δίνει τὸ συμπλήρωμα ἀγός, οἱ Roussel – Launey καὶ Pouilloux ἀφήνουν τὸ μετὰ τὸ ΓΑ χάσμα ἀσυμπλήρωτο (βλ. παρατηρήσεις Pouilloux στὸν στ.), ἐνῶ ὁ Durrbach καὶ κατ' αὐτὸν ὁ Χατζηιωάννου (βλ. σημ. Roussel – Launey στὸν στ., IDél 1533) ἀντὶ τοῦ γὰ[ρ ἄναξ ἢ ἀγὸς γράφουν [β]α[σιλεὺς]. Τὸ τελευταῖο, μολονότι τὰ Ὁμηρικὰ πρότυπα ὁδηγοῦν μᾶλλον σ' αὐτὸ [Ἀλκίνοον βασιλῆα η 55 καὶ 141 καὶ θ 469, Ἀλκινόῳ βασιλῆι ν 62, πβ. Ὀρφ. Ἀργ. 1317 Φαιήκων βασιλεύς), ἀποκλείεται ἀπὸ τὴ βέβαιη ἀνάγνωση ΓΑ (ἢ ΠΑ, βλ. Roussel – Launey σημ. στὸν στ.: « Après Φαιάκων, on lit ΓΑ ou ΠΑ. Βασιλεὺς est impossible »). Ἡ ἐπιλογὴ ἀνάμεσα στὰ ἄναξ καὶ ἀγὸς εἶναι δύσκολη, καθὼς μετρικὰ καὶ νοηματικὰ εἶναι ἰσοδύναμα καὶ παλαιογραφικὰ ἐξίσου πιθανά, στηρίζονται δ' ἀμφότερα ἀπὸ παράλληλα χωρία: Τὸ οὐσ. ἀγὸς ἐμφανίζεται συχνὰ στὸν Ὅμηρο (Κρητῶν ἀγός Δ 265 κ.ἀ., Λυκίων ἀγός Ε 647 κ.ἀ., καὶ στὸν πληθ. Γ 231 κ.ἀ.), ἀλλ' ἅπαξ μόνο στὴν Ἀνθ. Παλ. 9.219.3 τοῖος ἐν Αἰνεάδῃσι Νέρων ἀγός. Τὸ οὐσ. ἄναξ (βλ. κατωτ. Ε6 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. [Ϝά]ναξ) εἶναι ἀκόμα πιὸ συχνὸ στὸν Ὅμηρο (ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων Α7 κ.ἀ., Πύλοιο ἄναξ Β77, Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι Β102 κ.ἀ., κ.τ.τ.), συχνότατο δὲ καὶ σὲ ἐπιγράμματα (βλ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 2.1.77 Φοῖβος ἄναξ καὶ 207 Πύρρος ἄναξ, 6.333.3 ἄναξ ... οἷος Ἀπόλλων, 9.655.3 ἄναξ Ἡρακλῆς, 9.657.4 θεῖος ἄναξ, κ.τ.τ.)· πρὸς τὰ ἐδῶ πβ. καὶ Ἀλκινόῳ ..., οὕνεκα πᾶσι | Φαιήκεσσιν ἄνασσε, θεοῦ δ' ὣς δῆμος ἄκουεν καὶ δόμον ... | Ἀλκινόου, ὃς τοῖσδε μετ' ἀνθρώποισιν ἀνάσσει στὸ η11 καὶ 23 (σ' ἕνα χωρίο ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον λεκτικὰ σὲ σύγκριση μὲ τὸ ὅλο ὑπὸ ἐξέταση ἐπίγραμμα τοῦ Ἀντισθένη), καὶ Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 4.549 αὐτόχθονα λαὸν ἀγείρας | Φαιήκων, σὺν γάρ οἱ ἄναξ πόρσυνε κέλευθον | ἥρως Ναυσίθοος. Συνεξετάζοντας ὅλα αὐτὰ κλίναμε ὑπὲρ τοῦ Φαιάκων ... ἄναξ.

τόσον ἤρατο κῦ]δος: Gomperz, Peek, Χατζηιωάννου. Ἡ συμπλήρωση εἶναι σχεδὸν βέβαιη, παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις τῶν Roussel – Launey καὶ Pouilloux (βλ. κυρίως τὴ σημ. τοῦ τελευταίου στὸ χωρίο). Ἄλλη λέξη ἀπὸ τὸ κῦ]δος δὲν μπορεῖ νὰ φανταστῆ κανεὶς στὸ τέλος. Ὁ λογότυπος ἤρατο κῦδος, συχνὸς στὸν Ὅμηρο (Γ373 κ.ἄ., πβ. κῦδος ἄροιο, κ. ἄροιτο, κ. ἄρηαι, κ. ἄρηται, κ. ἀρέσθαι, ἀλλὰ καὶ κῦδος ἕλον), ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ παράλληλα χωρία σὲ ἐπιγράμματα: βλ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 7.158.6 ὄφρα καὶ ἐσσομένοισι μετ' ἀνδράσι κῦδος ἄροιτο | εἵνεκεν εὐεπίης τήν οἵ πορε Φοῖβος Ἀπόλλων, | ἡρώῳ μέλψαντι μέτρῳ (πβ. ἀνωτ. στ. 8) θεραπήϊα νούσων | βίβλοις ἐν πινυταῖς (καὶ στ. 3 βίβλους, πβ. ἀνωτ. στ. 10), 14.90.2 (Χρησμὸς στὸν Ἡρόδ. 6.77.2) κῦδος ... ἄρηται, 8.133.4 κἑ. ἀειρομένῳ κῦδος, ὅπου ὅμως καὶ κῦδος ἄριστον ἑλών 9.678.2., πβ. Ἀνθ. Πλαν. [16.] 349.6 κῦδος ἑλὼν ἀρετῆς καὶ 378.2 κῦδος ἑλών (στ. 5 χρυσέῳ μιν ἀνεγράψαντο μετάλλῳ, πβ. ἀνωτ. στ. 10)· ἡ ἐδῶ συμπλήρωση μὲ τὴ φράση εἵλετο κῦδος (σὲ μέση φ., ἀντὶ ἐνεργ.) φαίνεται ὄχι τόσο πιθανή. Τὸ κενὸ ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως ἀπομένει, τὸ μέτρο, τὸ ἑπόμενο στὸν στ. 12 ὡς σύ καὶ τὸ ὅλο νόημα δὲν ἐπιτρέπουν ἄλλο συμπλήρωμα ἀπὸ τὸ τόσον (ὁ πιὸ ποιητικὸς τύπος τόσσον ἀποκλείεται ἐδῶ ἀπὸ τὸ μέτρο, τοὐλάχιστον), ποὺ καὶ ἀλλοῦ ἐμφανίζεται μὲ συσχετικὸ ὡς (ἀντὶ τοῦ συνηθέστερου ὅσον, ἢ ὅσσον): βλ. π.χ. Δ 130 τόσον ... ὡς ... καὶ Ε 136 τόσσον ... ὥς τε λέοντα, Χ424-5 καὶ ι104-5 οὐ τόσσον ... ὡς ..., πβ. Ἀνθ. Παλ. 7.597.3-4 τόσον ... ὡς ... καὶ 377.5 τόσον ὥστ' ..., Ω670 τόσσον χρόνον ὅσσον ἄνωγας, κ.τ.τ.

12. δόμον ξένιον: Fougères καὶ Gomperz (1887), ὁμόφωνα δεκτὸ ἔκτοτε. Ἡ φράση γιὰ πρώτη φορὰ ἐδῶ· πβ. ὅμως Ἀνθ. Παλ. 9.668.13-4 ξένε, μή με παρέλθῃς | τόνδε δόμον, λιτῆς δ' ἀντίασον ξενίης. Γιὰ τὰ δόμος καὶ ξένιος (καὶ ξείνιος) βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. προσείκελα δώματα (καὶ δώματα ναίων) καὶ σ.στ. 2 σ.λ. φιλοξενίας.

πᾶσι παρασχόμενος]: εὔστοχο μετρικὰ καὶ νοηματικὰ συμπλήρωμα τοῦ Gomperz, υἱοθετημένο ἀπὸ τὸν Peek καὶ τὸν Χατζηιωάννου· οἱ Fougères, Durrbach, Roussel – Launey καὶ Pouilloux ἀφήνουν τὸ χάσμα μετὰ τὸ ξέν[ιον ἀσυμπλήρωτο.

13. Ἀντισθέν[ους Παφίου]: διαβάζοντας Ἀντισθεν[ ὁ Fougères γράφει Ἀντισθέν[ης·····, ὁ Durrbach Ἀντισθέν[ους], οἱ Roussel – Launey καὶ κατ' αὐτοὺς οἱ Pouilloux καὶ Χατζηιωάννου Ἀντισθέν[ους Πα­φίου]· ἀντίθετα ὁ Peek διαβάζει Ἀντισθένη̣[ καὶ γράφει Ἀντισθένη̣[ς ὁ Πάφιος ἔγραψεν]. Ὅπως ὅμως σημειώνει ὁ Pouilloux στὸν στ. 13, « il est impossible que la pierre présente une haste droite après le nu, haste que l'on interpréterait comme la partie gauche de l'êta de Ἀντισθένη̣[ς, car la pierre est brisée immédiatement sur la haste droite du nu. On reviendra donc à la lecture proposée par Roussel – Launey en invoquant le parallèle de I. Délos 2549 » (: κατωτ. Ε2.13 Ἀντισθένους Παφίου με[λοποιοῦ], πβ. Ἀντιπάτρου Σ[ι]δωνίου στὸ τέλος τοῦ σχετικοῦ ἐπιγράμματος). Γιὰ τὸν Ἀντισθένη τὸν Πάφιο βλ. ἀνωτ. στὸ σχετικὸ τμῆμα τῆς Εἰσαγωγῆς.