You are here

*F6

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plin. Nat. hist. 11.87-88

1venenum ab ‹i›is2 (sc. scorbionibus) candidum fundi Apollodorus 

auctor est, in novem genera discriptis3 per colores maxime supervacuos4,

quoniam non est scire quos minime exitiales praedixerit; geminos qui-

busdam aculeos esse, maresque saevissimos (nam coitum iis tribuit5),

  intelegi autem gracilitate et longitudine6; (88) venenum omnibus medio

die, cum incanduere solis ardoribus, itemque, cum sitiunt, inexple-

biles7 potus8. constat et septena caudae internodia saeviora9 esse; plur-

ibus enim sena sunt. hoc malum Africae volucre etiam austri faciunt

pandentibus brachia10 ut remigia sublevantes; Apollodorus idem

plane quibusdam inesse pinnas tradit.

  1. [Vid. Plin. Nat. hist. (lib. 11) edd. Mayhoff (vol. II, 1875, 19092 / repr. 1967), Rackham (vol. III, 1940), Ernout – Pépin (livre XI, 1947; cum siglis): "edd." infra.]
  2. 1 ‹i›is (iis) Mayh.1 Ern. – Pép.: his Mayh.2 Rackh.
  3. 2 discriptis DEF1R, it. edd.: de- F2a ‖
  4. maxime supervacuos codd., Mayh.2 (adnotans "an opere supervacuo?"), Ern. – Pép.: maxime, supervacuo Mayh.1 (adnot. "supervacuo Pint. -uos ll. edd. ante Hard."); maxime, opere supervacuo Rackh.
  5. 4 tribuit ER, edd.: tribunt D, tribuunt F
  6. 5 gracilitate et longitudine E, edd.: gracilitatem et longitudinem DFRd
  7. 6 inexplebiles vett., Mayh. Ern. – Pép.; explebiles M: inexplebile DEF1R, it. Rackh.; -li F2dT ‖
  8. potus a, edd.: potuus MDEFR; potu dT
  9. 7 saeviora codd., Mayh.: "an saevioru?" adnot. Mayh.2; saeviorum Rackh.
  10. 9 bracchia scr. Mayh. Rackh.
Πλίν. Φυσ. ἱστ. 11.87-88

Ὅτι τὸ δηλητήριο ποὺ αὐτοὶ (δηλ. οἱ σκορπιοὶ) ἐκχέουν εἶναι λευκό,

μαρτυρεῖ ὁ Ἀπολλόδωρος, ὁ ὁποῖος τοὺς ταξινομεῖ σὲ ἐννιὰ

εἴδη ἀνάλογα μὲ τὸ χρῶμα τους, ἐντελῶς ἀνώφελα, ἀφοῦ δὲν εἶναι

δυνατὸ νὰ καταλάβουμε ποιὰ θεωρεῖ ἐλάχιστα θανατηφόρα· (λέει)

ὅτι κάποιοι ἔχουν διπλὸ κεντρί, ὅτι οἱ ἀρσενικοὶ εἶναι οἱ πιὸ φοβεροὶ

(γιατὶ συνδέει μ' αὐτοὺς τὸ ζευγάρωμα), κι ὅτι μποροῦν νὰ ἀναγνω-

ριστοῦν ἀπὸ τὸ λεπτὸ καὶ ἐπίμηκες σχῆμα τους· ὅτι ὅλοι ἔχουν δη-

λητήριο στὸ μέσο τῆς ἡμέρας, ὅταν ἀνάβουν ἀπὸ τὴ λάβρα τοῦ

ἥλιου, κι ὅτι ὅταν διψοῦν δὲν μποροῦν πίνοντας νὰ ξεδιψάσουν.

Εἶναι βέβαιο ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἑπτὰ σποδύλους στὴν οὐρὰ εἶναι

πιὸ φοβεροί· οἱ πλεῖστοι ἔχουν ἕξι. Ἡ μάστιγα αὐτὴ τῆς Ἀφρικῆς

παίρνει τὴ δύναμη νὰ πετᾶ ἀπὸ τὸν μεσημβρινὸ ἄνεμο, ποὺ ὑπο-

βοηθᾶ τοὺς βραχίονες καθὼς ἁπλώνονται σὰν κουπιά· ὁ ἴδιος Ἀ-

πολλόδωρος ἀναφέρει ρητὰ ὅτι μερικοὶ ἔχουν φτερά.

Σχόλια: 

Πηγή: Plinius, Nat. hist. 11.87-88 (Πλίνιος, Φυσ. ἱστ. 11.87-88)· βλ. ἀνωτ. Τ1 καὶ 34 Τ1 σχόλ. σ.λ. Plinius, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

1 κἑ. (de scorbionibus): βλ. τὶς σημ. τῶν A. Ernout – R. Pépin1 στὸ ἐδῶ ἀπόσπασμα καὶ γενικὰ στὸ ὅλο χωρίο γιὰ τοὺς σκορπιούς (11.86-90, μὲ πολλὲς παραπομπές) καὶ Gow – Scholfield Nicander2 21-22 καὶ 186-87 (σημ. σ.στ. 771-816). Λίαν κατατοπιστικὰ εἶναι τὰ ἀρχαῖα σχόλια στὸν Νίκανδρο, Θηρ. 769-816 [Grugn.3] (Περὶ σκορπίου), μὲ πιὸ ἀξιοσημείωτα σὲ σχέση μὲ τὰ ἐδῶ (1.) τὰ ἀναφερόμενα στὰ διάφορα εἴδη σκορπιῶν καὶ τὶς ἰδιότητές τους: ([771b.] τούτων ὁ μὲν λευκὸς οὐ προσφέρει <τὴν αἴσθησιν> τῆς δήξεως οὐδὲ τὴν τυχοῦσαν βλάβην. ὁ δὲ πυρρὸς [κοκκινωπός], ὡς ὅτι μάλιστα ἐπώδυνος τοῖς πληγεῖσιν· τὸ γὰρ πλῆγμα οἷον ἀπὸ πυρὸς καιόμενον τὸν πληγέντα εἰς αἴσθησιν ἄγει, καὶ φλεγόμενόν τε ἔστιν ἰδεῖν δεινῶς ὑπὸ δίψους αὐτόν. [...] ὁ δὲ τρίτος, ὃν ζοφόεντα [μαῦρο] κεκλήκασι, μεγάλων ἐμπλήσει τοὺς πληγέντας <κακῶν· ὀδυνῶνταί> τε καὶ πάνυ σφόδρα παραπαίουσιν οἱ τοιοῦτοι, καὶ γελῶσι πλατύ. [Θηρ. στ. 777 ἄλλος δὲ χλοάων, δηλ. στὸ χρῶμα τῆς χλόης, κ.λπ.] [782a] ἐμπέλιος, ἤτοι πελιδνός, ὁ ὠχρὸς λεγόμενος, ἔχει μεγάλην γαστέρα, ὃς τοῖς πληγεῖσιν οἰδήσεις βουβώνων ἐμποιεῖ. [797a] καὶ μελίχλωρον· ἄλλος ἐστὶ σκορπίος ὀνομαζόμενος οὕτως, κηροειδὴς δέ, φλογοειδής. μελίχλωρον δὲ ἤτοι μελιτόχρουν [κ.λπ.]· καὶ (2.) τὰ περὶ δεσμῶν καὶ σπονδύλων (πβ. τὰ ἐδῶ στ. 7 κἑ.), μὲ ἐνδιαφέρουσα μνεία τοῦ Ἀπολλοδώρου: [781b.] ἐννεάδεσμοι· ἀντὶ τοῦ πολύδεσμοι· οὐ γὰρ ὁρᾶται πλείους ἔχων τῶν ἑπτά. οἱ ἐννεάδεσμοι, ἤτοι ἐννέα ἁρμογαῖς ἤτοι δεσμοῖς καὶ ἁρμοῖς συνεχόμενοι, δεῖ δὲ ἀκούειν ἐννεάδεσμον οἷον πολύδεσμον, ἵνα δὴ ᾖ ἐπιρρηματικόν· τὸ γὰρ ἐννέα ἐπὶ πλήθους τέτακται, ὥς ποτε ὁ Νίκανδρος μέμνηται τοῦ κέντρα ἔχοντος. Ἄλλως· ἐννεάδεσμοι, οὔτε διὰ τὸ ἐννέα δεσμοὺς ἔχειν, ὥς φησιν Ἀντίγονος, οὔτε διὰ τὸ ἐννέα σπονδύλους, ὥς φησι Δημήτριος· τοὺς γὰρ σπονδύλους ὁ σκορπίος οὐ πλείους ἔχων τῶν ἑπτὰ ὁρᾶται, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ σπάνιοι, καθώς φησιν ὁ Ἀπολλόδωρος (fr. II, III [pp. 190 sqq.] Schn.4ἴσως δὲ λέγει τοὺς δύο κέντρα ἔχοντας σκορπίους (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. Apollodorus). Πβ. Αἰλιαν. Ἰδιότ. ζῴων 16.42 Παμμένης ἐν τῷ Περὶ θηρίων σκορπίους λέγει γίνεσθαι πτερωτοὺς καὶ δικέντρους ἐν Αἰγύπτῳ (καὶ οὔ φησιν ἀκοὴν λέγειν, ἀλλὰ ἑαυτοῦ τήνδε τὴν ἱστορίαν ὁμολογεῖ) καὶ ὄφεις δικεφάλους, καὶ ἔχειν δύο πόδας κατὰ τὸ οὐραῖον τούτους. Βλ. καὶ κατωτ. *F7 καὶ *F8.

1, 8. Apollodorus: προφανῶς ὁ μνημονευόμενος στὸν κατάλογο τῶν πηγῶν τοῦ βιβλίου (1.11: ἀνωτ. T1b.1) Apollodorus ποὺ ἔγραψε De bestiis venenatis, ταυτιζόμε­νος, κατὰ τοὺς Ernout – Pépin1 (24.87 σημ. 2), μὲ τὸν ὁμώνυμο συγγραφέα ἑνὸς ἔρ­γου Περὶ θηρίων ποὺ ἔζησε τὸν 3ον αἰ. π.Χ. (βλ. καὶ ἀνωτ. *F2 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Apollodorus, μὲ περαιτέρω παραπομπές). Λίγες μόνο ἀμφιβολίες γιὰ τὴν ταύτιση αὐτὴ ἐπιτρέ­πουν τὰ ἐδῶ δεδομένα (βλ. καὶ ἀνωτ. Τ1*b σχόλ. σ.στ. 1). Ἀξιοπρόσεκτες –μολονότι δὲν φαίνεται δυνατὴ ἡ ἐξαγωγὴ βέβαιων χρονολογικῶν συμπερασμάτων γιὰ τὸν Ἀπολλόδωρον– εἶναι οἱ σχετικὲς περικοπὲς τῶν ἀρχ. σχολ. στὰ Νικάνδρ. Θηρ.: (α´) 781b [βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.], ὅπου ἀναφέρονται διαδοχικὰ οἱ Ἀντίγονος (ἴσως ὁ Νικαεύς, ποὺ μνημονεύεται στὴν ἀνώνυμη πραγματεία Περὶ ἰοβόλων θηρίων καὶ δηλητηρίων φαρμάκων [βλ. Μαυρ. Ἀρχιγέν.5 387], ἢ [ὁ ἴδιος;] ὁ ἐν στρατοπέδῳ ἐπισήμως ἰατρεύσας κατὰ τὸν Γαληνό [βλ. Μαυρ.5 ὅ.π. 19]), Δημήτριος (πιθανῶς ὁ Ἀπαμεύς, 2/1 αἰ. π.Χ.: βλ. ἀνωτ. 31 F1 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Demetrius), Ἀπολλό­δωρος (μὲ προφανῆ τὴν ὁμοιότητα πρὸς τὰ ἐδῶ, στ. 7-8)· (β´) 715a [περὶ φαλαγγίων], ὅπου μνημονεύονται κατὰ σειρὰν ὁ Ἰόβας ὁ βασιλεὺς τῆς Μαυρι­τανίας, τῆς ἐποχῆς τοῦ Αὐγούστου (FGrH6 [ΙΙΙΑ] 275 F 102, ἐν τῷ θηριακῷ), ὁ Ἀπολλόδωρος (frr. IV-V [pp. 193-96] Schn.4, ἐν τῷ περὶ θηρίων) καὶ ὁ Ἀριστο­τέλης (Hist. animal. 5.27)· καὶ (γ´) 858-59 [γιὰ τὸ δαύκειον] ὅπερ Ἀπολλόδωρός φησιν ἐν τῷ περὶ θηρίων (fr. V [p. 193] Schn.4) βοηθεῖν πρὸς τὰ εἰρημένα. Πβ. καὶ τὰ ἀρχ. σχόλ. στὰ Ἀλεξ. (i.) 570g: (...) οἱ φαρμακευθέντες (...) ὠχροὶ γίνονται. ὅτι δὲ οὐ πᾶς βάτραχος ἐπιτήδειος, ἀλλ' ὁ ἐν θερμοτέροις διατρίβων τόποις, καὶ Ἀπολλόδωρος (fr. XV [p. 197] Schn.4) <δέ BRυAld> φησι. τὴν αὐτὴν <δὲ G1C> πίσσαν μετ' οἴνου δοτέον, καὶ (ii.) 594: καὶ τῆς λιθαργύρου τὸ πόμα θανάσιμόν ἐστι. μάλιστα δὲ οἱ περὶ Ἀπολλόδωρόν φασι αὐτὸ δεδόσθαι μετὰ φακοῦ, ἢ πίσου, ἢ πλακοῦντος· διὰ τοῦτο γὰρ λανθάνει ὁμόχρουν. φησὶ δὲ τοῖς ἐνεγκαμένοις παρέπεσθαι βάρος κατὰ τῆς κοιλίας, κ.λπ. (βλ. καὶ ἀποσπ. VIII καὶ XVI [σσ. 195 καὶ 197], I [σσ. 189-90: κατωτ. *F7b] καὶ XIII [σ. 196: κατωτ. *F7a], X [σσ. 195-96: κατωτ.*F8], VI-VII [σ. 195] Schn.4).

  1. Ernout, A. & Pépin R. (1947), Pline l'ancien, Histoire naturelle, Livre XI, Paris.a↑ b↑
  2. Gow, A. S. F. & Scholfield A. F. (1953), Nicander: The Poems and Poetical Fragments, Cambridge.
  3. Grugnola, A. (1971), Scholia in Nicandri Theriaka, Testi e Documenti per lo Studio dell' Antichitá,34 Milano – Varese.
  4. Schneider, O. (1856), Nicandrea. Theriaca et Alexipharmaca, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  5. Μαυρουδῆς, Α. Δ. (2000), Ἀρχιγένης Φιλίππου Ἀπαμεύς: Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα ἑνὸς Ἕλληνα γιατροῦ στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, Πονήματα: Συμβολὲς στὴν ἔρευνα τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Λατινικῆς Γραμματείας,3 Ἀθῆναι.a↑ b↑
  6. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.