You are here

Ε50

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      1[Ἀστοῖσι τόν ποτ' ἄρμενον (?) καὶ ὀθ]νήοις φίλον2 ,
      τὸν ἐν τέχναις̣̣̣̣̣3 μαγειρικαῖς  ἀεὶ φανέντα χριστόν̣̣̣̣̣ ,
3    τὸν σεμνὸν ἄνδρα Βάκχιν4 ἥδ' ἔχι5  θ̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣νόντα̣̣̣̣̣ γῆ̣̣̣̣̣6.

  1. 1 versum suppl. Peek, καὶ ὀθ]νήοις  fort. recte; cetera e.g. iteravimus ‖
  2. ΝΗΟΙΣΦΙΛΟΝ Cesnola2 (recte): ΝΗ··· φίλον (ΝΗ··· ΦΙΛΟΝ Pierides) Cesnola1 (Νη··· φίλον Sakellariou); ]οις φίλον Myres
  3. 2 τέχναις̣̣̣̣̣ et χριστόν̣̣̣̣̣ scripsimus (ΧΡΙCΤ- in lap. indubitanter incisum est): χρηστόν cett. (-ὸν scr. Cesnola1; -ὸν, Myres)
  4. 3 Βάκχιν, interp. Sakellariou et Hadjioannou (fort. recte) ‖
  5. ἔχι Cesnola2 (ΕΧΙ, ut in lap.), it. Peek: ἔχ(ε)ι Myres: ἔχει Cesnola1
  6. θ̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣νόντα̣̣̣̣̣  γῆ̣̣̣̣̣ scripsimus: θανόντα γῆ cett. (ΑΝ | ··· ΑΒΑΚΧΙΝΗΔΕ | ····· ΑΝΟΝΤΑΓΗ Pierides).

Τὸν κάποτε στοὺς συμπολίτες του εὐάρεστο κι ἀγαπητὸ

                   στοὺς ξένους,
ποὺ στὶς μαγειρικὲς πάντα καλὸς ἐφάνηκε τὶς τέχνες,
τὸν σεμνὸν ἄνδρα Βάκχιν ἐτούτη ἡ γῆ νεκρὸ κρατεῖ.

Σχόλια: 

Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα χαραγμένο σὲ μικρὴ μαρμάρινη στήλη ποὺ βρέθηκε στὴ Λάρνακα (Κίτιο) ἀκρωτηριασμένη σοβαρὰ στὸ πάνω μερος καὶ πολὺ ἐλαφρὰ στὴ δεξιὰ πλευρά. Τὸ σωζόμενο τμῆμα δίνει τὸ τέλος ἑνὸς στίχου καὶ ἀκέραιους –μὲ μερικὰ γράμματα δυσανάγνωστα– ἄλλους δύο στίχους, σὲ 7 σειρές: ΝΗΟΙC­ΦΙΛΟΝ | ΤΟΝEΝΤEΧΝΑΙC̣ | ΜΑΓEΙΡΙΚΑΙCΑEΙ | ΦΑΝEΝΤΑΧΡΙCΤΟΝ̣ | ΤΟΝCEΜΝΟΝ­ΑΝ|ΔΡΑΒΑΚΧΙΝΗΔE|ΧΙΘ̣Α̣ΝΟΝΤΑ̣Γ̣Η̣. Ἡ ἐπιγραφὴ διαβάστηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Δ. Πιερίδη, τοῦ ὁποίου ἀπόγραφο (μὲ κενὰ στὸ μέσο τῆς α΄ σειρᾶς καὶ στὴν ἀρχὴ τῆς στ΄ καὶ τῆς ζ΄ σειρᾶς) δημοσιεύεται στὴν πρώτη ἔκδοση Cesnola τὸ 1877 (Cyprus1, ἀρ. 45) μὲ κείμενο σὲ σειρὲς καὶ μὲ τὴν ἑξῆς σημείωση: "From Larnaca. In very small letters of a late period, with occasional ligatures. The reading here given is by M. Pierides, who is reminded by the fact of the inscription being in horour of a cook that Cyprus has always been famous for persons of culinary skill; down to recent times Cypriote cooks were in request at the embassies and consulates of the Levant" (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. τέχναις μαγειρικαῖς)· ἀκολουθεῖ βελτιω­μένο ἀπόγραφο στὸ Atlas2 (1903, Plate CXLV, μὲ φωτογραφία τῆς ἐπιγραφῆς, σύντομη περιγραφὴ καὶ μετάφραση), ὅπου ὅμως τὸ NHOICΦΙΛΟΝ τῆς α΄ σειρᾶς ἐκλαμβά­νεται ὡς ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπιγραφῆς καὶ μεταφράζεται "To temples dear" (ἐνδιάμεσα ἡ καταλογάδην ἔκδοση –ἀπὸ Cyprus1 45– Σακελλαρίου, Κυπρ.3 Α΄ 41 ἀρ. 18, 1890). Πρῶτος ὁ Myres4 τὸ 1914 θίγει τὸ θέμα μέτρου, μὲ τὴν παρατήρηση: "The metre is unusual; and it is probable that the first two words closed another couplet, of which the beginning is lost, of the same structure as that which follows, τὸν ἐν τεχναῖς (sic)...γῆ", ἐκδίδει ὅμως καταλογάδην· ὁ Peek, GVI5 538a (1955) ἐκδίδει κατὰ στί­χους, κατατάσσοντας σὲ δύο στίχους τὶς σειρὲς β΄-ζ΄ (κατὰ τὴν ἀνωτ. παρατή­ρηση τοῦ Myres4) καὶ τὴν α΄ σειρὰ στὸ τέλος τοῦ στ. 1 (τὸν ὁποῖο καὶ συμπλη­ρώνει), ἀλλὰ δὲν σχολιάζει τὸ μέτρο· τελευταῖος ὁ Χατζηιωάννου6, παραθέτοντας τὸ κείμενο Peek5 (ΑΚΕΠ6 Δα΄ 116, 1980), σημειώνει (Δβ΄ 116) ὀρθὰ ὅτι «Τὸ μέτρο τοῦ ἐπιγράμματος εἶναι ἰαμβικὸ ἀκανόνιστο, δηλ. οὔτε τρίμετρο οὔτε τετράμετρο», ἀλλὰ στὴ μετρική του ἀνάλυση κατὰ λάθος ἐμφανίζει περισσότερες συλλαβὲς στοὺς στ. 1-2 καὶ δίνει ἐσφαλμένη προσωδία È – – – στὸ θεωρούμενο ὡς γ΄ μέτρο τοῦ στ. 1 καὶ ὀθνήοις (ὅπου, τότε, πρέπει νὰ ἔχουμε χασμωδικὴ βράχυνση στὴ συλλ. -θνη-, ὅπως πιθανῶς καὶ στὸ καὶ) καὶ στὸ α΄ μέτρο τοῦ στ. 2 (τὸν ἐν τέχναις, ὅπου πρέπει νὰ ἔχουμε Ἀττικὴ βράχυνση στὴ συλλ. τέ-). Ἡ μετρικὴ δομὴ τοῦ χω­ρίου τὸν ἐν τέχναις ... γῆ φαίνεται νὰ εἶναι κατ' ἀνάγκη ἡ ἑξῆς: È – È –, È – È –, È – È –, È – – | – – È –, È – È –, È – È –, È –. Στὸν πρῶτο ἀπὸ τοὺς δύο αὐτοὺς στίχους τὸ μέτρο εἶναι ἀναντίρρητα ἰαμβικὸ τετράμετρο καταληκτικό, ἐνῶ στὸν δεύτερο λείπει μιὰ συλλαβὴ στὸ τέλος γιὰ νὰ ἔχουμε τὸ ἴδιο μέτρο (ἢ περισσεύει μιὰ συλλ. γιὰ νὰ ἔχουμε ἰαμβ. τρίμ. ὑπερκατάληκτο). Τὸ NHOICΦΙΛΟΝ στὴν α΄ σειρὰ τῆς ἐπιγραφῆς, μὲ τὴν προσωδία È– – È –, ἢ σχηματίζει τὸ τελευταῖο μέτρο τοῦ στίχου (μὲ πιθανὴ προσωδία – – È –) ἢ μᾶλλον –καὶ κατὰ συμπλήρωση Peek5– ἐν μέρει ἀνήκει στὸ γ΄ μέτρο (καὶ ὀθνήοις, È– – È –) καὶ ἐν μέρει δίνει δύο πρόσθετες συλλαβές, ὅπως στὸν τελευταῖο στίχο τὸ θανόντα γῆ. Αὐτὰ τὰ δεδομένα φαίνονται νὰ ὁδηγοῦν στὴν ὑπόθεση τριῶν στίχων μὲ ἀνόμοιο μετρικὸ τέλος (πιθανῶς μὲ ὅμοιο τέλος στοὺς στ. 1 καὶ 3 (κατὰ τὴ συμπλήρωση Peek5), ἀλλὰ δὲν ἀποκλείουν τὴν πιθανότητα ἑνὸς ἀκόμα στίχου μὲ τὴ μετρικὴ μορφὴ τοῦ ἐδῶ στ. 2 πρὶν ἀπὸ τὸν ἐδῶ στ. 1, ὥστε νὰ σχηματίζονται δύο ζεύγη στίχων (ὅπως ὑποθέτει ὁ Myres4), μὲ ἕνα ἀξιοπρόσεκτο μετρικὸ σχῆμα. Μόνο ὅμως ἡ ἀνεύρεση τοῦ ἄνω μέρους τῆς ἐπιγραφῆς θὰ μποροῦσε νὰ δώσει ἀπάντηση βέβαιη στὰ ἐρωτήματα αὐτά: Σὲ κάθε περίπτωση, ἔχουμε ἄλλο ἕνα ἀξιόλογο σύντομο ἐπίγραμμα τοῦ Κιτίου μὲ ἀναφορὰ σὲ ἐπάγγελμα (βλ. ἀνωτ. Ε36 γιὰ τὸν Μοψαῖον, τὸν μειμολόγων πάντων ἔξοχον ἐν χάρισιν), τοῦ 3ου αἰ. μ.Χ. αὐτὴ τὴ φορά (βλ. Peek5 καὶ Χατζηιωάννου6, πβ. Myres4: "of the third or fourth centure A.D." καὶ Cesnola1 ἀρ. 45: "of a late period"), μὲ λεκτικὸ ποὺ παραπέμπει –λαμβανομένου ὑπόψη καὶ τοῦ διαφορετικοῦ μέτρου– καὶ στὰ πιθανῶς ὄχι πολὺ προγενέστερα Κιτιακὰ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα γιὰ τοὺς σεμνοὺς Σώπατρο καὶ Ἀρτεμίδωρο (βλ. ἀνωτ. Ε38 καὶ Ε39).

1. Γιὰ τὸ ἀστοῖσι (καὶ τὸ φίλον) στὴν ἀρχὴ ἐπιγράμματος ἢ ἁπλῶς στίχου πβ. GVI5 321 ἀσστοῖς καὶ χσένοισι Φάνες φίλος [ἐνθάδε κεῖται] | ὅς ποτ' ἀρισστεύōν ἐν προμάχοις [ἔπεσεν] (βλ. καὶ EGr7 487, μὲ κριτ. ὑπόμν.) καὶ 1239.1-2 ἀστοὶ καὶ ξε<>νοι, κατακλαύσατε πάντες Ῥαχῆλιν, | σώφρονα, πᾶσι φίλην, EGr7 462.4 ἀστοῖσι καὶ ξίνοισιν (2/3 αἰ., βλ. καὶ συμφραζόμενα), CEG28 483.4-5 ἀστοῖσίν τε ποθενόν· ἀεὶ γὰρ πᾶσιν ἀρέσκων | ἦν ψυχήν τε φίλοις ἔσχε δικαιοτάτην (στ. 1 τέχνην τε κράτιστον), κ.τ.τ. Γιὰ τὸ ἄρμενος (μετοχὴ ἀορ. β΄ τοῦ ἀραρίσκω) μὲ τὴ σημ. τοῦ «εὐχάριστος, εὐάρεστος» πβ. Πλάτ. Ἐπιγρ. 6.1 Bergk9 ἄρμενος ξείνοισιν (Πίνδ. Νεμ. 3.58 <ἐν> ἀρμένοισι πᾶσι θυμὸν αὔξων καὶ Ὀλ. 8.72-3 Ἀΐδα τοι λάθεται | ἄρμενα πράξαις ἀνήρ) (βλ. LSJ910 / LSK11 σ.λ. ἀραρίσκω Β.V.4, καὶ Chantraine12, ὅπου καὶ ἐτυμ.).

[ὀθ]νήοις: πολὺ πιθανὸ συμπλήρωμα Peek5, ἀντὶ τοῦ συνήθους ὀθνείοις (πβ. καὶ ἀνωτ. Ε34.13 v. l. ἦτ' ἀντὶ εἶτ', βλ. καὶ ΑΚΕΠ6 Δα΄ σελ. 3). Τὸ ἐπίθ. ὀθνεῖος, ἀβέβ. ἐτυμολ. κατὰ τοὺς Hofm. – Παπαν.13 καὶ κατὰ τὸν Chantraine12 ἀπὸ τὸ ἔθνος (κατὰ τὸ οἰκεῖος, μὲ τὸ ὁποῖο ἀποτελοῦν ζεῦγος) ἢ ἀπὸ τὸ *ὄθνος (βλ. σ.λ. ἔθνος, μὲ λοιπὲς ἐτυμ. παρατηρήσεις: « Cf. encore ἔθος, et d'autre part ἔτης », κ.λπ.), ἐμφανίζεται στοὺς Δημόκρ., Εὐρ., Πλάτ. κ.ἀ. μὲ τὴ σημ. τοῦ ξένος, παράδοξος (Hofmann – Παπαν.13 καὶ LSK11), κατ' ἀντίθεση πρὸς τὰ οἰκεῖος / συγγενής, καὶ μαζὶ μὲ τὰ ἀλλότριος, θυραῖος, κ.τ.τ. Κατὰ τὸν Ἡσύχ. ὀθνεῖα· μάταια, ἀλλότρια, ἀλλοεθνῆ, ξένα, ἀλλογενῆ. Κατὰ τὸν Chantraine12, (σ.λ. ὀθνεῖος :) "le mot a pris en grec tardif le sens d'« étrange, anormal »", (σ.λ. ἔθνος, ὀθνεῖος, etc. :) "le sens original est « appartenant à l'ἔθνος » par opposition au γένος, donc proprement « étranger à la famille », d'ou finalement « étranger » en general", καὶ " Ἔθνος n. « groupe » plus ou moins permanent d'individus, soldats, animaux (...) d'où « nation, classe, caste » (...),« sexe » (...),« peuple étranger, barbare » (...), d'ou τὰ ἔθνη « les Gentils »" (κ.λπ.). Βλ. π.χ. Εὐρ. Ἄλκ. 532-3 [Ἡρακλ.] ὀθνεῖος ἢ σοὶ συγγενὴς γεγῶσά τις; | [Ἄδμ.] ὀθνεῖος, ἄλλως δ' ἦν ἀναγκαία δόμοις καὶ 810-1 [Ἡρακλ.] οὐ χρῆν μ' ὀθνείου γ' οὕνεκ' εὖ πάσχειν νεκροῦ; | [Θεράπων] ἦ κάρτα μέντοι καὶ λίαν θυραῖος ἦν, πβ. καὶ 646 γυναῖκ' ὀθνείαν (ξένος γιὰ τὸν Ἡρακλῆ ἐπανειλημμένα, ὅ.π. 747 κἑ., 821 [Θερ. στὸν Ἡρ.] γυνὴ μὲν οὖν ὄλωλεν Ἀδμήτου, ξένε / θυραίου πήματος σπουδὴν ἔχων γιὰ τὸν Ἄδμητο στ. 778 καὶ θυραίων πημάτων 814, θυραῖον κῆδος 828), Πλάτ. Πολ. 470b λέγω δὲ τὰ δύο τὸ μὲν οἰκεῖον καὶ συγγενές, τὸ δὲ ἀλλότριον καὶ ὀθνεῖον. ἐπὶ μὲν οὖν τῇ τοῦ οἰκείου ἔχθρᾳ στάσις κέκληται, ἐπὶ δὲ τῇ τοῦ ἀλλοτρίου πόλεμος καὶ 470c φημὶ γὰρ τὸ μὲν Ἑλληνικὸν γένος αὐτὸ αὑτῷ οἰκεῖον εἶναι καὶ συγγενές, τῷ δὲ βαρβαρικῷ ὀθνεῖόν τε καὶ ἀλλότριον, κ.τ.τ. Πβ. EGr7 189.1-2 Στέργω καὶ φθιμένα τὸν ἐμὸν πόσιν· οὐ γὰρ ὀθνείαις | φροντίσιν θαητὸν τύμβον ἔτευξε βροτοῖς (στ. 5 κλεινὸν δ' ὄνομά μοι, ξένε, Κυδίλα).

2. τέχναις μαγειρικαῖς: Γιὰ τὴ λέξη μάγειρος καὶ τὴ μαγειρικὴ τέχνη στὴν Κύπρο βλ. ΑΚυΓ1/1β´ 10b F1 σχόλ. σ.στ. 7-8 (στ. 4 καὶ 5) σ.λλ. εἶναι μάγειροί φασιν καὶ ἡ τέχνη λυμαίνεται, 4 (στ. 1) σ.λ. οὐ παντελῶς ... ἡ τέχνη καὶ 17 (στ. 14) σ.λ. τῆς τέχνης ἀρχηγὸς ἦν, πβ. ἀνωτ. Ε14.3 τέχνας (: θυαπολίας στ. 2, μὲ σχόλ. σ.στ.) καὶ εἰσαγωγικὴ σημ. στὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα (μὲ τὴ σημ. Cesnola1 γιὰ τὶς παρατηρήσεις τοῦ Δ. Πιερίδη). Βλ. ἐπίσης L. Robert, « Apollon Lakeutès à Chypre »,14 CRAI 1978 338-44 (στὴ σημ. 9 πλούσια βιβλιογραφία), καὶ σημ. Mitford γιὰ τὰ διάφορα ἐπαγγέλματα σὲ Κυπριακὲς ἐπιγραφὲς στὸ IKour15 132 (σελ. 260 σημ. 1). [Μὴ λησμονοῦμε διαβάζοντας τὰ περὶ τοῦ Ἀπόλλωνος Μαγ(ε)ιρίου / Λακευτοῦ καὶ τοῦ μαντείου του στὴν Πύλα καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν « boucherie des sacrifices » στὸ ἀνωτ. ἄρθρο τοῦ L. Robert14 καὶ ἀλλοῦ, ὅτι ἡ ἀρχαία –καὶ σημερινή– Πύλα βρισκόταν –καὶ βρίσκεται– λίγα μόνο χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὸ Κίτιον (σημερινὴ Λάρνακα), τὴν πατρίδα τοῦ ἐδῶ μαγείρου.]

χριστόν̣: ΧΡΙCTOṆ̣ ἀναμφίβολα στὴν ἐπιγραφή, ἴσως ἀντὶ τοῦ χρηστόν (γραφὴ ὅλων τῶν προηγούμενων ἐκδοτῶν), γιὰ τὸ ὁποῖο βλ. ἀνωτ. Ε41.(5). Τὸ ἐπίθ. χριστός, ἀπὸ τὸ χρίω (καὶ χρῖσμα, χρῖσις, χρίσιμος, χριστήριον: μύρον, χρίστης: ἀσπριστής, κ.λπ.) ἀπαντᾶ γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Αἰσχύλο μὲ τὴ σημασία αὐτοῦ ποὺ χρησιμεύει ὡς ἀλοιφὴμύρον (Αἰσχ. Προμ. 479-80 οὐκ ἦν ἀλέξημ' οὐδέν, οὔτε βρώσιμον οὐ χριστὸν κ.λπ. [βλ. καὶ συμφραζόμενα, στ. 476-506: τέχνας 477, εἰς τέχνην 497, πᾶσαι τέχναι βροτοῖσιν ἐκ Προμηθέως 506 / τρόπους ... μαντικῆς 484 / δίαιταν ἥντινα | ἔχουσ' ἕκαστος 490-1 / κνίσηι τε κ.λπ. 496-8], Εὐρ. Ἱππ. 516 χριστὸν ἢ ποτὸν τὸ φάρμακον; κ.λπ.), καὶ ἀργότερα στὴν Ἑλλην. ἔκδ. τῆς Π. Δ. (ἔλαιον χριστόν) καὶ στὴν Κ. Δ., κυρίως ὅμως ἐπὶ προσ. μὲ τὴ σημ. «κεχρισμένος, χρισθείς» (LSK11 σ.λ., ΙΙ.1 / LSJ910: "anointed", πβ. Chantraine12 σ.λ. χρίω [ὅπου καὶ ἐτυμολογικὲς παρατηρήσεις]: « spécialement de ceux qui ont reçu l'onction sainte »), στὴν Π. Δ. γιὰ τοὺς βασιλεῖς τοῦ Ἰσραήλ, τοὺς πατριάρχες κ.λπ. καὶ στὴν Κ. Δ. κυρίως γιὰ τὸν Ἰησοῦ, τὸν Χριστόν. Στὴν ἐδῶ περίπτωση, ἂν δὲν πρόκειται γιὰ ἐσφαλμένη γραφὴ τοῦ χρηστός (βλ. καὶ ἀνωτ. Ε49 σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. μητὰ σσοῦ), φαίνεται ὅτι ἔχουμε ἕνα παράδειγμα τοῦ χριστὸς μὲ τὴ σημ. ἐκείνου ποὺ πῆρε τὸ χάρισμα τῆς τέχνης τῆς μαγειρικῆς (ἀπὸ τὸν γειτονικὸ Ἀπόλλωνα Μαγείριον ἴσως, ἴσως καὶ κατ' ἐπίδραση τῆς χριστιανικῆς λατρείας), τὸν χαρισματικό, τὸν καλὸ στὴν τέχνη του, τὸν ἐν τέχναις̣̣ μαγειρικαῖς ἀεὶ φανέντα χριστόν̣̣ (πβ. EGr7 125.1 τὸν ἐν βροτοῖς φανέντα κ.τ.τ., ἀλλὰ καὶ GVI5 1793.3 χρηστοὶ μὲν θνατοῖς, ἀθανάτοις δὲ ὅσιοι κ.τ.τ.)· οἱ ἔννοιες τοῦ χαρισματικοῦ καὶ καλοῦ στὴν τέχνη του, ἀφ' ἑνός, καὶ χρήσιμου, ἀφ' ἑτέρου, δὲν ἀλληλοαποκλείονται (καὶ ἡ ἔννοια τῆς χρηστότητας μπορεῖ νὰ ἐνυπάρχει καὶ στὸ χριστός).

3. τὸν σεμνὸν ἄνδρα Βάκχιν (...) θ̣α̣νόντα̣: πβ. ἀνωτ. Ε38.2 Σώπατρε σεμνὲ θανών (στ. 1 γῆς, ἐδῶ γῆ̣̣ στὸ τέλος τοῦ στ.) καὶ Ε39.1 Σεμνὸν ἀεὶ ζήσας βίοτον, μάκαρ Ἀρτεμίδωρε (ἀεὶ καὶ ἐδῶ, στ. 2). Γιὰ τὸ ἐπίθ. σεμνὸν καὶ τὴ μετχ. θ̣α̣νόντα̣ βλ. Ε38 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λλ. σεμνὲ καὶ θανών, γιὰ τὸν τύπο Βάκχιν (ἀντὶ Βάκχιον) βλ. ΑΚΕΠ6 Δβ΄ 116 (καὶ 33.2 / 33.3 Δημήτρις, πβ. IKour15 132.7 κἑ. Ἀσβόλις καὶ Ἀσβόλιν, Μακάρις καὶ Μακάριν, [Λούσκι]ν καὶ Λουσκίνι –μὲ γεν. Ἀσβολίου, Μακαρίου, Λουσκινίου–, Μακεδόνις ἀλλὰ αἰτ. Μ̣̣ακεδόνιο̣̣ν̣̣, CIS16 pl. XLI.b [ἀνωτ. σ. 123] Διονύσι κ.λπ.). Τὸ ὄνομα ἀπαντᾶ καὶ στὴν Κυρήνη, στὴ Δῆλο καὶ στὴν Ἀττική (βλ. LGPN17 σ.λ.)· πβ. καὶ Βάκχιος (συχνά, ἀπὸ τὴν Κύπρο ὁ Πλατωνικὸς φιλόσοφος Βάκχιος Τρύφωνος Πάφιος), καὶ Βακχίς (δὶς στὴν Κύπρο, κ.ἀ.) ἀλλὰ καὶ Βακχίων, Βάκχος, Βάκχων κ.λπ. Τὸ ὄνομα Βάκχις ἁρμόζει ἄριστα σὲ μάγειρο.

ἔχι: ἀντὶ ἔχει, συχνὰ σὲ ἐπιγραφές, Κυπριακὲς καὶ ἄλλες (βλ. π.χ. IKour15 129.8 [καὶ 15], 131.4,133.4, 12,20, κ.ἀ.: ὅ.π. 127-140 [3ου αἰ. μ.Χ.] συχνότατα ι ἀντὶ ει, συχνὰ ἐκ παραλλήλου, ὅπως π.χ, 130.4-6 εἴτε ξένοι ἴτε ἐντόπιοι ἴτε [ἄποροι ταφ]ῆς̣̣ ἴτε ἀπὸ τῆς ἀκρέας τῶν ἄστρων φέρεσθε εἴτε [ἐν ἀέρι που] πλάσζεσθε κὲ σὺ ὁ ὧδε κάτω κίμενος κ.τ.τ.). Πβ. ἀνωτ. Ε35.2-4 (τεμένι ἀλλὰ ἀσεβεῖς, ἰς, ἰμί), Ε43.1 ἔδι, Ε47 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. λιφθείς· βλ. καὶ ΑΚΕΠ6 Δα΄ σελ. 3.

  1. di Cesnola, L. P. (1877), Cyprus: Its Ancient Cities, Tombs, and Temples: A Narrative of Researches and Excavations during ten years' residence as American Consul in that Island, New York .a↑ b↑ c↑ d↑
  2. di Cesnola, L. P. (1885-1903), A Descriptive Atlas of the Cesnola Collection of Cypriote Antiquities in the Metropolitan Museum of Art, New York, Vols. I-III2, Boston (vol. 1) - New York.
  3. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.
  4. Myres, J. L. (1914), Handbook of the Cesnola Collection of Antiquities from Cyprus, New York.a↑ b↑ c↑ d↑
  5. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  6. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  7. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑
  8. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  9. Bergk, T. (1853), Poetae Lyrici Graeci, Vols. I-III, 2nd ed., Leipzig.
  10. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  11. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑
  12. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  13. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑
  14. Robert, L. (1978), Sur un Apollon oraculaire à Chypre, CRAI 122.2: 338-344.a↑ b↑
  15. Mitford, T B. (1971), The Inscriptions of Kourion, Memoirs of the American Philosophical Society 83: Philadelphia.a↑ b↑ c↑
  16. Nicolaou, I. (1971), Cypriot Inscribed Stones (Picture Book no 6), Cyprus .
  17. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.