You are here

Ε41

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      Ἐννέ' ἐγὼ ζήσας λυκαβάντων ἤματα1 μούνων2 ,

            ἦλθον ὑποχθονίους  ἀέλι̣̣̣̣̣ον3 προλιπών ,

     ἐν δάκρυσιν γενέταν κ̣̣̣̣̣[αὶ μ]ατ̣̣̣̣̣έ̣̣̣̣̣ρα4  καὶ στοναχαῖσιν

4            λείψας5· οὔνομα δὲ ψιλ̣̣̣̣̣ὸ̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣6  ἐρεῖ τίς ἔφυν7.

      ‹α›ἰα[ῖ]8, Χάρμε χρηστέ, χαῖρε .

 

  1. 1 ἤματα SEG: ἥματα Mitf.1 Vér. ‖
  2. μούνων Mitf.1, it. SEG Vér.: πάντα Hadj. (falso)
  3. 2 ἀέλι̣̣̣̣̣ον prop. Mitf.2 et Bousq., it. SEG et (ἁέλι̣̣̣̣̣ον) Vér.: ‹τὸν› μελεὸν (et προλιπὼν sine inc.) Mitf.1
  4. 3 κ̣̣̣̣̣[αὶ μ]ατ̣̣̣̣̣έ̣̣̣̣̣ρα  prop. Mitf.2 et Bousq., it. SEG Vér.
  5. 4 λείψας· οὔ. δὲ ψ. interp. SEG Vér.: λείψας οὔ. δέ· ψ. Mitf.1 ‖
  6. ψιλ̣̣̣̣̣ὸ̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ scripsimus; ψιλό̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣, Bousq.: ψι[λ]ὸς Mitf.1SEG; ψιλ̣̣̣̣̣ὸς Vér. ‖
  7. ἐρεῖ τίς ἔφυν (sed -ὸς) SEG Vér.: ἐρεῖ τὶς ἔφυν (falso) Mitf.1 unde ἐρεῖ τις ἔφυν Hadj.; ἐρεῖ τις, ἔφυν prop. Bousq. (fort. οὔνομα δὲ ψιλός̣̣̣̣̣̣̣̣̣̣̣̣̣̣̣, ἐρεῖ τις, ἔφυν: vid. infra adnot. ad loc.)
  8. (5) ‹α›ἰα[] suppl. Mitf.1, it. cett.

Ἐννιὰ ἐγὼ σὰν ἔζησα χρονῶν ἡμέρες μόνο
      ἦλθα στὸν Κάτω κόσμο πρόωρα ἀφήνοντας τὸν ἥλιο,
μέσα στὰ δάκρυα πατέρα μάνα καὶ μέσ' στοὺς στεναγμοὺς
      ἀφήνοντας· καὶ τὸ ὄνομα γυμνὸ θὰ λέει ποιός ἤμουν.
Ωἰμέ, Χάρμε χρηστέ, χαῖρε.

Σχόλια: 

Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα ἀποτελούμενο ἀπὸ δύο ἐλεγειακὰ δίστιχα, χαραγμένα σὲ ἀκατέργαστη ὀρθογώνια κιτρινωπὴ πλάκα ἀπὸ πωρόλιθο σὲ ὀκτὼ σειρές, ἐνῶ μιὰ ἔνατη σειρὰ δίνει σὲ πεζὸ λόγο τὸ κείμενο μιᾶς ἀποστροφῆς πρὸς τὸν νεκρὸ Χάρμο. Βρέθηκε τὸν χειμώνα τοῦ 1955/56 ἐντειχισμένη στὸ Βυζαντινὸ τμῆμα τῶν τειχῶν τοῦ Φρουρίου τῆς Κερύνειας, ὅπου καὶ ἐναποτέθηκε σὲ μιὰν ἀποθήκη ("where it is now preserved in a storeroom", ἔγραφε τὸ 1961 ὁ Mitford1· σήμερα ἡ Κερύνεια εἶναι κατεχόμενη κι ἡ ἀποθήκη πιθανῶς συλημένη, ἄδεια). Ἡ ἐπι­γραφή, μὲ γράμματα βαθιὰ χαραγμένα καὶ εὐδιάκριτα (κατὰ τὴν περιγραφὴ τοῦ Mitford1 καὶ τὶς δημοσιευμένες φωτογραφίες), εἶναι ἀνέπαφη στὸ μέγιστο μέρος, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα μικρὸ τμῆμα στὸ δεξιό της μέρος ποὺ ἀντιστοιχεῖ μὲ τὸ μέσο περίπου τῶν στίχων. Χρονολογήθηκε ἀπὸ τὸν Mitford1 στὰ τέλη τοῦ 2ου ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου αἰ. μ.Χ. ἀπὸ τὰ γράμματα τῆς ἐπιγραφῆς ἀλλὰ καὶ τὴν προσφώνηση χρηστέ, χαῖρε ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὴ τῶν ἐπιτύμβιων ἐπιγραφῶν τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορικῆς περιόδου τῆς Κυπριακῆς ἱστορίας (« ΙΙ/ΙΙΙP » SEG2, « IIe ou IIIe s. p. C. » Vérilhac3, ἀλλὰ «3ος αἰ. π.Χ.» Χατζηιωάννου4). Τὸ μέτρο εἶναι ἄψογο (μὲ μόνη ἀδυναμία τὴν τομὴ μετὰ τὸ δὲ στὸν στ. 4), ἡ γλώσσα ποιητική (μὲ τύπους ὅπως λυκαβάντων ἤματα μούνων, ἀέλιος, γενέταν, κ.λπ.) καὶ κατὰ μεγάλο μέρος τυπική, τὰ νοήματα ἁπλὰ μὲ ἐξαίρεση τὸν προβληματικὸ στ. 4. Τὸ θέμα τοῦ πρόωρου θανάτου ἐμφανίζεται συχνὰ σὲ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα (καὶ ἐξετάζεται ἀνωτέρω Ε19 κ.ἀ.).

1. λυκαβάντων ἤματα μούνων: ὁ συνδυασμὸς μόνον ἐδῶ· πβ. ὅμως GVI5 2011 (2/3 αἰ.) στ. 1-2 εἴκοσιν ἕξ λυκάβασιν ἐγὼ ζήσασα Σαβεῖνα | καὶ μησὶν τέτρασιν, εἶτ' ἑνδέκατον πάλιν ἦμαρ καὶ 1066 (πιθ. 2ος αἰ. μ.Χ.) στ. 3-4 εἰκοστὸν λυγά[βαντα καὶ] ὄγδοον οὐκέτι πλήσας | [φῶς λ]ε̣̣[ί̣̣]πω̣̣ (βλ. καὶ στ. 7-8), EGr6 702 (Ρωμ.) στ. 1 κἑ. Ἐνθάδε (...) κεῖμ[αι] | παιδίον, ἐκπρολιπὼν γλυκε[ρὸν] φάος ἀελίοιο, | ζήσας μὲν λ[υκάβαν]τας ἐγὼ [δύ]ο [κ]αὶ δύο μῆ[νας], | [ἑβ]δομάδας δισσὰς μό[νον, εἶτα βίου τέ]λος ἔσχον, κ.τ.τ. Τὸ οὐσ. λυκάβας (: τὸ ἔτος, κατὰ κάποιους Ὁμηριστὲς καὶ «μήνας», κατὰ τὸν Leumann7 «μέρα τῆς νέας σελήνης»), ἤδη στὸν Ὅμηρο, ἀπαντᾶ συχνότατα σὲ ἐπιγράμματα, καὶ κατὰ μιὰν ἄποψη τὸ Λ σὲ μεταγενέστερα Ἑλληνικὰ καὶ Ρωμαϊκὰ νομίσματα μπροστὰ ἀπὸ τὸν ἀριθμὸ τοῦ ἔτους αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ λέξη δηλώνει. Κατὰ τὸν Ἡσύχιο λυκάβας (ξ 161, τ 306)· ὁ ἐνιαυτός, καὶ λυκάβαντες· οἱ ἐνιαυτοί. παρὰ τὸ λυγαίως βαίνειν, ὅ ἐστι σκοτεινῶς· λεληθότως γὰρ ὁ χρόνος διέρχεται· ἀλλ' ἡ λέξη εἶναι ἀβέβαιης ἐτυμ. (βλ. Hofmann – Παπαν.8 σ.λ.) ἴσως μὲ α΄ συνθ. τὸ λυκ- (φῶς, πβ. Λύκιος Ἀπόλλων) καὶ β΄ συνθ. τὸ βαίνω (βλ. LSK9 σ.λ. λυκάβας) ἢ μᾶλλον τὸ ἄβα· τροχός, κατὰ τὸν Ἡσύχιο (βλ. Chantraine10 σ.λ. λυκάβας, μὲ βιβλιογραφία). Τὸ οὐσ. ἦμαρ (βλ. καὶ ἀνωτ. Ε29.1 μὲ σχόλ.) εἶναι ἐπικ. τύπος Δωρ. προελεύσεως (τὸ καὶ σημ. ἡμέρα, Δωρ. ἁμέρα, ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Ὅμηρο σὲ Ἰων. τύπο ἡμέρη: βλ. LSJ911 / LSK9 σ.λ. ἡμέρα)· ἔχει ἀντίστοιχον Ἀρκαδοκυπρ. τύπο ἆμαρ, ποὺ ἀνευρίσκεται στὸ μοναδικὸ ἄματι ἄματι σὲ συλλαβ. ἐπιγρ. ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα τοῦ 6ου αἰ. π.Χ. («μέρα παρὰ μέρα, κάθε μέρα», πβ. τὸ Μυκην. Ϝετεϊ Ϝετεϊ «κάθε χρόνο», βλ. ICS12 318 καὶ Chantraine10 σ.λ. ἦμαρ, ὅπου καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἐτυμ., γιὰ τὰ ἦμαρ καὶ ἡμέρη βλ. ἐπίσης A. Debrunner13, "Homerica" [I.], MH 3 [1946] 40-42). Ἐπικὸς εἶναι καὶ ὁ τύπος μοῦνος (βλ. καὶ ἀνωτ. Ε40.7, μὲ σχόλ.), συχνὸς ἤδη στὸν Ὅμηρο καὶ σὲ πολλοὺς ποιητές (βλ. LSJ911 / LSK9 σ.λ. μόνος καὶ Chantraine10 σ.λ. μόνος· γιὰ τὸ ο / ου πβ. καὶ τὸ σημερινὸ Κυπρ. οὗλ(λ)οι = ὅλοι, οὗλ(λ)ον λαλεῖς: ὅλο μιλᾶς, ὅλο φλυαρεῖς). Ἡ φράση λυκαβάντων ἤματα ἐννέα = ἐννέα ἔτη, ἴσως κατὰ τὸ λυκαβαντίδες ὧραι = ἔτη (Ἀνθ. Παλ. 5.13.1 Ἑξήκοντα τελεῖ Χαριτὼ λυκαβαντίδας ὥρας: ὥρας ἑξηκοστοῦ ἔτους, ἔτος ἑξηκοστόν).

2. ὑποχθονίους: ἐνν. δόμους, κατὰ τὴ Vérilhac3 ("L' absence de préposition oblige à sous-entendre δόμους au lieu de comprendre « je suis allé chez ceux qui habitent sous terre »")· δὲν ἀποκλείεται ὅμως νὰ ἐννοοῦνται οἱ ὑποχθόνιοι θεοίδαίμονες, καθὼς τὸ οὐσ. συχνὰ παραλείπεται, καὶ ἡ ἐδῶ ἀπουσία πρόθεσης δὲν εἶναι κατ' ἀνάγκη δηλωτικὴ τοῦ τόπου κυριολεκτικά. Ἡ φράση ἦλθον ὑποχθονίους δὲν ἀπαντᾶ, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, ἀλλοῦ. (Γιὰ τὸ ὑποχθόνιος κ.τ.τ. βλ. West WD14 181: σημ. στὸ Ἡσ. Ἔργα 122-3.)

ἀέλι̣̣ον προλιπών: πβ. EGr6 702.2 (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1), πβ. ἐπίσης GVI5 991.1 κἑ. Ἠέλιον προλιποῦσα φαεσ[φό]ρον εἰς Ἀχέροντα | Σωσικράτει' ἔμολον (πβ. καὶ ἑπόμ. πρὸς τοὺς ἐδῶ στ. 3-4), 935.3 ἔλιπον φάος ἠελίοιο καὶ 936 Εἰσίων χρηστέ, χαῖρε.– καὶ σύ γε, ὦ παροδεῖτα. | ἀρτιφυὴς γὰρ ἐὼν λείπω φάος ἠελίοιο, | θνήσκω δὲ ἐκπλήσας τέσσαρα καὶ δέχ' ἔτη, κ.τ.τ., καὶ ἀνωτ. Ε29 λίπεν ἦμαρ (μὲ σχόλ.). Ἡ γραφὴ ἀέλι̣̣ον (ἀντὶ τοῦ <τὸν> μέλεον, ποὺ κατὰ τὴν πρώτη ἔκδοση ἀπὸ τὸν Mit­ford1 γράφει ὁ Χατζηιωάννου4) εἶναι βέβαιη, ἑπομένως καὶ ἡ στίξη μὲ κόμμα μετὰ τὸ προλιπών, καὶ κατ' ἀκολουθία ἡ στίξη μὲ ἄνω τελεία μετὰ τὸ λείψας (στ. 4).

3. κ̣̣[αὶ μ]ατ̣̣έ̣̣ρα: ἀνάγνωση – συμπλ. Mitford1 (δεύτερη) καὶ Bousquet, ποὺ υἱο­θετεῖται ὀρθῶς στὸ SEG2 20 (1964) 85 ἀρ. 299 (ὅπως καὶ ἡ προηγούμενη) καὶ στὴ συνέχεια ἀπὸ τὴ Vérilhac3 (1978)· ὁ Χατζηιωάννου4 υἱοθετεῖ τὴ γραφὴ τῆς α΄ ἔκδοσης (Mitford1 1961, μὲ ἀμφιβολίες) Ν̣̣[εικ]ά<ν>ορα. Τὰ ἐδῶ συμφραζόμενα ἐπανέρχονται συχνὰ στὴν ἐπιτύμβια ποίηση: βλ. ἀνωτ. Ε26.6 (5-8) καὶ Ε31.5 κἑ. μὲ σχόλια. Βλ. ἐπίσης ἀνωτ. Ε22.2 (καὶ Ε27.4) σχόλ. γιὰ τὸ γενέτας.

4. οὔνομα (...) ψιλ̣̣ὸ̣̣ν̣̣: ἡ στίξη, σύνταξη καὶ ἑρμηνεία τοῦ στ. εἶναι προβληματική. Ἡ σύνταξη τοῦ λείψας μὲ τὰ προηγούμενα (ἀπαραίτητη μετὰ τὴν ὀρθὴ ἀνάγνωση τοῦ ἀέλι̣̣ον καὶ τὴν ἀναπόφευκτη σύνδεσή του μὲ τὸ προλιπών: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2, σ.λ.), ἀφήνει τὸ ὑπόλοιπο τοῦ στ. γιὰ συνεξέταση. Ἀβε­βαιότητα δημιουργεῖ ἡ φθορὰ τῆς ἐπιγραφῆς στὸ τέλος τῆς 7ης σειρᾶς, ὥστε νὰ εἶναι δυσανάγνωστη ἡ λέξη μετὰ τὸ οὔνομα δὲ καὶ πρὸ τοῦ ἐρεῖ τῆς 8ης σειρᾶς. Ἔτσι, ὁ Mitford1 διαβάζει (καὶ γράφει τὸ 1961) ψι[λ]ὸς καὶ ἡ γραφή του υἱοθετεῖται στὴν ἔκδοση στὸ SEG2 , ἡ Vérilhac3 ψιλ̣̣ὸς καὶ ὁ Bousquet2 ψιλὸ̣̣ν̣̣ (εἰσάγοντας μιὰ νέα γραμμὴ ἑρμηνείας). Δὲν ἔχουμε τὴ δυνατότητα –μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Κερύνειας ἀπὸ τὰ Τουρκικὰ στρατεύματα τὸ 1974– νὰ δοῦμε τὴν ἐπιγραφή· ἀπὸ τὶς φωτογραφίες ὅμως συμπεραίνει κανεὶς ὅτι τὸ τελευταῖο γράμμα μπορεῖ κάλλιστα νὰ εἶναι ν, παρὰ τὴν ἀνάγνωση -ς «μὲ βεβαιότητα» ἀπὸ τὸν Mitford1, ποὺ ἔγραφε τὸ 1961: "The inscription ... derives its interest from the word ψι[λ]ός, restored with certainty in line 4" (πβ. καὶ Vérilhac3: « Mitford a toujours lu un sigma à la fin du quatrième mot »), συμπλήρωνε πὼς ἐννοεῖται ἡ λέξη λόγος κι ὅτι ἡ ἔκφραση ψιλὸς λόγος ἀναφέρεται στὸν πεζὸ λόγο τῆς 9ης σειρᾶς, μὲ τὸ ὄνομα Χάρμε (βλ. καὶ Vérilhac3), παρέθετε τὴν ἄποψη ὅτι "ἐρεῖ τις, 'some man will say,' is all but inevitable, with οὔνομα accordingly denoting '(great) name' " καὶ κατέληγε: "No convincing meaning can then, I object, be given to ψι[λ]ός, and the whole becomes fatally obscure and allusive". Αὐτὸ τὸ «ἀδιέξοδο» προσπαθεῖ νὰ παρακάμψει ἡ Vérilhac3, ἐπικαλούμενη δύο ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα ὅπου γίνεται παραπομπὴ στὸ συνοδευτικὸ πεζὸ κείμενο γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ νεκροῦ (ἀρ. 141 καὶ 136) καὶ μεταφράζοντας: « quant à mon nom, la prose dira qui j'étais » (μὲ νόημα εὐλογοφανές). Στὸ πρῶτο ὅμως ἀπὸ τὰ μνημονευόμενα δύο ἐπιγράμματα (141 = GVI5 2013, 2/3 αἰ.) ἡ παραπομπὴ εἶναι σαφής (στ. 3 [οὔ]νομα δ'<εἰ>δίζησαι, ἐνὶ πρώτοισί μ' ε(ἰδ)ήσ[εις]) καὶ τὸ ὄνομα –ποὺ παρατίθεται μόνο πάνω ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ ἐπιγράμματος– Γάιος Οὐεδούσ[ιος] ἀπρόσφορο γιὰ ἔμμετρο λόγο· καὶ στὸ δεύτερο (136=GVI5 1634) πάνω ἀπὸ τὴ ρητὴ παραπομπὴ τοῦ στ. 1 Ὅστις καὶ τίνος εἰμὶ τὰ πρόσθεν γράμματα φράζε[ι] ἀναγράφεται: Ψηφισαμένης τῆς ἐξ Ἀρείου πάγου βουλῆς τὸν υἱὸν τοῦ κοσμητοῦ Αὐρ. Ἀπφιανὸν Χρήστου Μαραθώνιον οἱ περὶ τὸ Διογενεῖον συνάρχοντες ἀρετῆς ἕνεκεν. Δὲν νομίζουμε πὼς ἡ ἐδῶ περίπτωση εἶναι ὅμοια μὲ τὶς παραπάνω: τὸ ὄνομα Χάρμος (Χάρμε) μποροῦσε εὔκολα νὰ συμπεριληφθῆ στὸ ἐπίγραμμα (βλ. π.χ. Ἀνθ. Παλ. 11.82 στ. 1 Πέντε μετ' ἄλλων Χάρμος ἐν Ἀρκαδίᾳ δολιχεύων καὶ στ. 4 «Θάρσει, Χάρμε», λέγων ἦλθεν ἐν ἱματίῳ)· κι ἡ «παραπομπὴ» θυμίζει Δελφικὸ χρησμό. Δὲν ἀπομένουν παρὰ δύο ἐναλλακτικὲς ἑρμηνεῖες. (i.) Ἂν ὄντως στὴν ἐπιγραφὴ ἔχουμε -ς, πρέπει νὰ στίξουμε: οὔνομα δὲ ψιλός, ἐρεῖ τις, ἔφυν = ἀπ' ὄνομα γυμνός, θὰ πεῖ κανείς, (ἐκ φύσεως) ἤμουν (τουτέστιν ἀνώνυμος ἢ μᾶλλον ἀπροστάτευτος, μὲ ἀναφορὰ στὴ σχέση ὀνόματος – ἀτόμου: βλ. χαρακτηριστικὰ GVI5 1805.1-2, Οὐ γενόμαν Σάμιος [κ]εῖνος ὁ Πυθαγόρας, | ἀλλ' ἐφύην σοφίῃ τἀτὸ λαχὼν ὄνο[μα]). (ii.) Ἂν μπορεῖ νὰ διαβαστῆ (ὅπως φαίνεται στὶς φωτογραφίες καὶ ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Bousquet2) -ν, ἀναντίρρητα πρέπει νὰ στίξουμε οὔνομα δὲ ψιλὸν ἐρεῖ τίς ἔφυν (μὲ τὸ τίς ἔφυν πλάγ. ἐρωτ. πρότ. ὡς ἀντικ. τοῦ ἐρεῖ καὶ τὸ οὔνομα ψιλὸν ὑποκ. του) καὶ νὰ ἑρμηνεύσουμε: καὶ γυμνὸ τὸ ὄνομα (καὶ μόνο τὸ ὄνομα) θὰ μαρτυρεῖ ποιός ἤμουν (ποιός γεννήθηκα). Ἡ ἄποψη αὐτὴ προβάλλει ὡς πολὺ πιθανή, ἂν λάβουμε πρόσθετα ὑπόψη ὅτι δὲν γίνεται καμιὰ ἀπολύτως ἀναφορὰ σὲ χαρίσματα τοῦ νεκροῦ στοὺς τέσσερεις στίχους τοῦ ἐπιγράμματος (ὅπως κατὰ κανόνα ἀλλοῦ: π.χ. Ε8, Ε18, Ε42 [τετράστιχα], Ε27 καὶ Ε28 κ.ἄ. [ἑξάστιχα], ἀκόμα καὶ σὲ δίστιχα ὅπως Ε10, Ε36, Ε38, Ε39). (Ὁ τύπος οὔνομα εἶναι γνωστὸς ἐπικὸς τύπος, ποὺ ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα· βλ. ἀνωτ. Ε2.7 μὲ σχόλ., πβ. Ε22.3. Γιὰ τὸ ψιλὸς βλ. κυρίως Chantraine10, πβ. TGrL15 καὶ LSJ911 / LSK9 σ.λ., στοὺς ὁποίους βλ. ἐπίσης –σ.λ. φύω– γιὰ τὸν ἀόρ. ἔφυν.)

(5.) Τὸ αἰαῖ (ἐπιφώνημα θλίψεως, ἀπαντώμενο συχνὰ στοὺς Τραγικοὺς ποιητές) προσδίδει ἰδιαίτερα τραγικὸ τόνο στὴν προσφώνηση Χάρμε χρηστέ, χαῖρε, ὅπου δεσπόζει ἡ παρήχηση τοῦ χ στὴν ἀρχὴ τῶν τριῶν λέξεων καὶ τοῦ ρ στὸ ἐσωτερικό τους, καθιστώντας σχεδὸν ποιητικὴ μιὰν ἰδιαίτερα συχνὴ στὶς ἐπιγραφὲς τῆς περιό­δου αὐτῆς πεζὴ προσφώνηση. Τὸ ἐπίθ. χρηστὸς ἀπαντᾶ καὶ σὲ ἐπιγράμ­ματα, ὅπως ἴσως στὸ Ε50.2 κατωτ. (μαζὶ μὲ τὸ σεμνός, στὸν στ. 3), μὲ τὴ ριζικὴ σημασία τοῦ «χρήσιμος, ὠφέλιμος» (σπάνια) καὶ κυρίως μὲ τὴ σημ. τοῦ ἀγαθοῦ, τοῦ προικισμένου μὲ διάφορες ἀρετές (πέρα ἀπὸ τὰ σχετικὰ λήμματα Chantraine10, TGrL15 καὶ LSJ911 / LSK9, βλ. Rohde16 Psyche 527 / 555 κἑ. σημ. 29-32· L. Robert ÉtA17 369 κἑ. [μὲ βιβλιογραφία]· M. N. Tod, "Laudatory Epithets in Greek Epitaphs"18, ABSA 46 (1951) 182-90· βλ. ἐπίσης L. Robert19, Hellenica 7. 152-60). Τὸ ὄνομα Χάρμος ἀπαντᾶ μόνον ἐδῶ στὴν Κύπρο, συχνὰ ὅμως στὸ Αἰγαῖο καὶ στὴν Ἀττική· ἀπαντοῦν ἐπίσης τὰ ὀνόματα Χαρμίων (καὶ στὴν Κύπρο), Χάρμης, Χάρμων καὶ Χαρμώ, κ.ἄ. πολλὰ ἀπὸ Χαρμ- (ἁπλὰ καὶ σύνθετα). Γιὰ τὴν προσφώνηση χαῖρε στοὺς στίχους τοῦ ἐπιγράμματος βλ. Ε26.9, Ε28.5, Ε30.7, Ε38.2, Ε39.2 (καὶ Ε25.8), πβ. Ε6 Χαίρετε (– È È ) πρὶν ἀπὸ τὸν στ. 1 καὶ μετὰ τὸν τελευταῖο στὸ ἐπίγρ. στ. 4 (μὲ σημ.), γιὰ τὴν ἐτυμ. τοῦ χαίρω ἀνωτ. Ε25 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. χάριτα[ς]. Βλ. καὶ ΑΚυΓ1/1β´ 5 Υ3.4 Χαῖρε θεὰ Σαλαμῖνος ἐϋκτιμένης μεδέουσα ... (μὲ σχόλ.).

  1. Mitford, T. B. (1961), Further Contributions to the Epigraphy of Cyprus, AJA 65: 93-151.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  2. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  3. Vérilhac, A. - M. (1978-1982), Παῖδες ἄωροι (Poésie funéraire), tom. 1-2, Πραγματεῖαι τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν,41 Ἀθῆναι.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  4. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  5. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  6. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑
  7. Leumann, M. (1950), Homerische Wörter, Basel.
  8. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .
  9. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  10. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  11. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  12. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.
  13. Debrunner, A. (1946), Homerica, MH 3: 40-47.
  14. West, M L. (1978), Hesiod, Works and Days, Oxford.
  15. Stephanus, H. (1954), Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, Vols. I-IX(2), Graz .a↑ b↑
  16. Rohde, E. (1925), Psyche: The Cult of Souls and Belief in Immortality among the Greeks, London / New York.
  17. Robert, L. (1937), Études Anatoliennes: Recherches sur les Inscriptions Grecques de l'Asie Mineure, Études Orientales, publ. par l'Institut Français d'Archéologie de Stamboul sous la direction de M. Albert Gabriel, V Paris.
  18. Tod, M. N. (1951), Laudatory Epithets in Greek Epitaphs, ABSA 46: 182-190.
  19. Robert, L. (1940-1965), Hellenica: Recueil d'épigraphie, de numismatique et d'antiquités grecques, Vols. I-XIII, Vol. 2,