You are here

E39

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      Σεμνὸν ἀεὶ ζήσας βίοτον , μάκαρ Ἀρτεμίδωρε ,
2         σωφροσύνην διὰ σὴν1  χαῖρε καὶ ἐν φθιμένοις.

  1. 2 διὰ σὴν (sine inc.) Kaibel Myres Peek: διὰ σήν, interp. Cesnola (διὰ σὴν, scr.), Sakellariou et Hadjioannou.

Σεμνὴ πάντα σὰν ἔζησες ζωή, μακαριστὲ Ἀρτεμίδωρε,
     γιὰ τὴ δική σου σωφροσύνη χαῖρε καὶ στοὺς ἀποθαμένους.

Σχόλια: 

Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα ἀπὸ τὸ Κίτιο, ὅπως καὶ τὸ προηγούμενο, μὲ τὸ ὁποῖο ἐμφανίζει σημαντικὴ ὁμοιότητα. Ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα ἐλεγειακὸ δίστιχο ἄψογο, χαραγμένο σὲ τέσσερεις σειρὲς σὲ στρογγυλὴ στήλη ("On a round cippus of calcareous stone" κατὰ τὸν Cesnola1 ἀρ. 16· « Tablette très-fine de marbre blanc (Salines) » κατὰ τὸν Ceccaldi2), μὲ γράμματα ὕψους περ. 7/8-1 ἴντσα ("Letters about 7/8 to 1 inch high" κατὰ τὸν Cesnola1 ὅ.π., "in late letters, roughly cut" κατὰ τὸν Myres3 σελ. 552), ὅμοια μὲ αὐτὰ τοῦ ἀνωτ. Ε38 (ὅπως παρατηρεῖ ὁ Kaibel4 στὸ προηγούμενο ἐπίγραμμα γιὰ τὸ ἐδῶ, προσθέτοντας: «eadem praeterea σεμνότητος laus, eadem denique clausula v. 2»). Χρονολογεῖται στὸν 3ον αἰ. μ.Χ. (βλ. Χατζηιωάννου5 Δα΄ καὶ Δβ΄ 115, πβ. Peek6: "III. Jh. oder später").

1. Σεμνὸν ἀεὶ ζήσας βίοτον: νέος σχηματισμός, στὴν ἀρχὴ τοῦ στίχου (μὲ ἑφθημιμερῆ τομή)· πβ. EGr4 286 «I fere saeculi») στ. 1 [Ζ]ώπυρος ὁ χ[ρ]ησ[τ]ὸς εὐσε[βῶς  ] καὶ 596 («II vel III saeculi») στ. 1 Τὴν σεμνῶς ζήσασαν ἀμώμητόν τε σύνευνον, κ.τ.τ. Τὸ ἐδῶ σεμνὸν φαίνεται νὰ δηλώνει τὸν ἔντιμο καὶ ἠθικὸ τρόπο ζωῆς ποὺ προκαλοῦσε τὸν σεβασμό (γιὰ τὸ ἐπίθ. βλ. ἀνωτ. Ε38 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. σεμνέ), καὶ προσέδιδε κύρος στὸν Ἀρτεμίδωρο· τὸ σωφροσύνην τοῦ στ. 2 προσδιορίζει περαιτέρω τὸ ἐδῶ σεμνὸν ... βίοτον (βλ. κατωτ.). Τὸ βίοτον (ἀντὶ βίον) εἶναι εὔχρηστος ποιητ. τύπος.

μάκαρ Ἀρτεμίδωρε: στὴν ἴδια θέση τοῦ στ. καὶ στὸ EGr4 141.5 μάκαρ [Ἡλιόδωρε («Aetatis Romanae»), γιὰ νεκρὸ ὅ.π. 546.3, Add. 97a.7, κ.ἀ. σὲ ἐπιγράμματα, μὲ τὴ σημ. τοῦ μακαριστός (καὶ μακαρίτης), ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀρχικὴ σημ. τοῦ μακάριου, εὐτυχοῦς, καλότυχου (βλ. Chantraine σ.λ. μάκαρ, μὲ βιβλιογραφία: κυρίως De Heer, MEOE7· πβ. LSJ98 / LSK9 σ.λ.). Τὸ ὄνομα Ἀρτεμίδωρος –καὶ κατωτ. Ε44.7 σὲ ὀνομαστική– ἀπαντᾶ συχνότατα στὴν Κύπρο καὶ ἀλλοῦ (βλ. LGPN10 καὶ PPC11 σ.λ.).

2. σωφροσύνην διὰ σὴν: νέος ἐπίσης σχηματισμός, στὸ α΄ ἡμιεπὲς τοῦ στίχου· πβ. CEG212 479 (περ. 400-350) Σῶμα μὲν ἐντὸς γῆ κατέχει, τὴν σωφροσύνην δέ, | Χρυσάνθη, τὴν σὴν ὀ (= οὐ) κατέκρυψε τάφος καὶ 599 (τέλη 4ου αἰ. π.Χ.) Ἥδε χθὼ̣̣ν ἐ̣̣κ̣̣άλυψε Κλεὼ τὴν σώφρονα πάντα | (...) | σούς τε κασιγνήτους λ<υ>ποῦσα ἔθανες (...) | σὴν αὔξουσ' ἀρετὴν καὶ σωφροσύνην ἐρατεινήν, EGr4 558 («II fere saeculi») στ. 1-2 Σεμνὴν Πηνελόπην ὁ πάλαι βίος, ἔσχε δὲ καὶ νῦν | σεμνὴν Φηλικίταν, οὐ τάχα μιοτέρην καὶ στ. 8-9 Κλαύδιος (...) τήνδε ἀνέθηκεν | εἰκόνα Φηλικίτας, μάρτυρα σωφροσύνης, κ.ἄ. Τὸ τελευταῖο ἐπίγραμμα φαίνεται νὰ ἐμφανίζει τὴν ἴδια πρὸς τὸ ἐδῶ σχέση τῆς σεμνότητος καὶ τῆς σωφροσύνης τοῦ τιμώμενου νεκροῦ: ἡ σωφροσύνη δὲν αἰτιολογεῖ τὸ σεμνήν, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ νεκρὸς ὅταν ζοῦσε ἦταν σεβαστὸς ἐπειδὴ ἦταν σώφρων (ὅπως πρέπει νὰ ἑρμη­νεύσουμε ἂν στίξουμε μὲ κόμμα μετὰ τὸ σήν)· ἀποτελεῖ τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ σεμνοῦ βίου του, ἡ ὁποία δὲν θὰ ξεχαστῆ μὲ τὸν θάνατό του καὶ τῆς ὁποίας τὸ μνῆμα θὰ ἀποτελεῖ μάρτυρα (πβ. καὶ ἀνωτ. Ε8.3-4), ἡ ὁποία, κατὰ τὸν λιτὸ καὶ ἐπιγραμματικὸ ποιητή μας, θὰ ἀποτελεῖ πηγὴ χαρᾶς (καὶ ὑπερηφάνειας) γιὰ τὸν νεκρὸ Ἀρτεμίδωρο ἐκεῖ στὸν χῶρο τῶν ἀποθαμένων. Ἂς σημειωθῆ ὅτι ὁ Myres3 (ποὺ γράφει σ. διὰ σὴν χ. κ. ἐν φθ.) μεταφράζει: "Blessed Artemidoros, who has ever lived an honoured life, farewell even among the dead by reason of thy goodness", ἐνῶ ὁ Cesnola13 (ποὺ γράφει διὰ σὴν,) ἀποδίδει (ἀρ. 16): "Happy Artemidoros, who ever livedst an honored life through the prudence, farewell, even among the perished", κι ὁ Χατζηιωάννου5 (ποὺ ἐπίσης στίζει μὲ κόμμα μετὰ τὸν σήν, ὅπως καὶ ὁ Σακελλαρίου14) ἑρμηνεύει: «Σεμνὴ ζωή, μακάριε Ἀρτεμίδωρε, σὰν ἔζησες γιὰ πάντα | ἀπὸ τὴ φρονιμάδα σου, χαίρου καὶ στοὺς νεκροὺς ἀκόμα».

χαῖρε καὶ ἐν φθιμένοις: βλ. ἀνωτ. Ε38.2 μὲ σχόλ. (στὴν ἴδια θέση).

  1. di Cesnola, L. P. (1885-1903), A Descriptive Atlas of the Cesnola Collection of Cypriote Antiquities in the Metropolitan Museum of Art, New York, Vols. I-III2, Boston (vol. 1) - New York.a↑ b↑
  2. Ceccaldi, G. C. (1875), Nouvelles Inscriptions grecques de Chypre, RA 98.4: 95-101.
  3. Myres, J. L. (1914), Handbook of the Cesnola Collection of Antiquities from Cyprus, New York.a↑ b↑
  4. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑
  6. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.
  7. Heer, de. C. (1969), Μάκαρ, εὐδαίμων, ὄλβιος, εὐτυχής: A Study of the semantic Field denoting Happiness in Ancient Greek to the end of the 5th century B.C., Amsterdam.
  8. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  9. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  10. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  11. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  12. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  13. di Cesnola, L. P. (1877), Cyprus: Its Ancient Cities, Tombs, and Temples: A Narrative of Researches and Excavations during ten years' residence as American Consul in that Island, New York .
  14. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.