You are here

E8

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

(α) [Ἐν]θάδ' ἐγὼ κεῖμαι , καί με χ[θ]ὼν ἥδε καλύπτει1 ,
           [Ὄ]νασο[ς Ὀν]άσ[αν]τος2 , μή̣̣̣̣̣ πω3 ὀϊόμενος4 ·
3        5οὐ γὰρ π[ο]νηρὸς ἐὼν [ἀ]λλὰ δικαιότατος6 
           τήνδ' ἐ[θ]έ[μη]ν̣̣̣̣̣ ἀρ̣̣̣̣̣ετὴν7 τοῖς παριοῦσιν ὁρᾶν .
(β)8 Ὄνασος Ὀ̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ά̣̣̣̣̣σα(ν)τος9.

  1. α1 suppl. BP; comma post κεῖμαι et καλύπτει add. Hans. (et nos dubit.)
  2. 2 []νασο[ς Ὀν]άσ[αν]τος Sakell. Hoff. aliique: []νασο‹ς Ὀ›[ν]άσ[αν]τος Deec. Hans.; ]νάσου ···ασ···τος BP (ΝΑΣΟΥΙΙ··ΑΣ···ΤΟΣ apogr.), it. Cougny; []νασοὈν]άσαντος Mass. Hadj.
  3. μή̣̣̣̣̣πω Hans. (μή̣̣̣̣̣ πω scripsimus): μ[ή]πω BP (ΜΙΙΠΩ apogr.), it. Cougny; μήπω cett.
  4. ὀϊόμενος plerique: οἰόμενος Cougny Mass. Hadj.
  5. 3 suppl. BP
  6. ‖ comma post ἐών omnes, et post δικαιότατος BP (sed vid. infra adnot. ad loc.)
  7. 4 τήνδ' ἐ[θ]έ[μη]ν̣̣̣̣̣ ἀρ̣̣̣̣̣ετὴν Peek (τήνδ' ? - Hans.); τ. [θ]έ[μη]ν ἀρετὴν plerique: τ. . [ρ]ετὴν BP (ΤΗΝΔΕ·Ε·· ΙΙΑΙΕΗΝ apogr.); "[τ]έ[θη]ν̣̣̣̣̣ [ε]ἰς̣̣̣̣̣ ([ὑπὸ]?) γ̣̣̣̣̣ῆν? " Peek adnot. ad loc.; comma post ἀρετήν add. Wilh.(vid. Hans)
  8. (β) Nomen et cognomen post quattuor versus literatura Paphi syllabica dextorsum incisa, ita legenda: o-na-so-se· ọ̣̣̣̣-ṇ̣̣̣̣ạ̣̣̣̣ (o-na Mass., cf. Sakell.) -sa-to-se(vid. BP 351, cf. Hans. adnot. ad v.)
  9. (5:β) Ὀ̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ά̣̣̣̣̣σα(ν)τος scripsimus (Ὀ̣̣̣̣̣ν̣̣̣̣̣ά̣̣̣̣̣σα‹‹ν››τος Hans.): Ὀνάσα(ν)τος Mass.; Ὀνάσα[ν]τος Sakell. (vid. et supra).

(α) Ἐδωδὰ ἐγὼ κεῖμαι, κι ἡ γῆ ἐτούτη μὲ καλύπτει,
           ὁ Ὄνασος Ὀνάσαντος, ὣς τώρα ἀνέγνοιαστος·
           γιατὶ μὴν ὄντας μοχθηρὸς μὰ δικαιότατος
           αὐτὴν ἐδῶ κατέθεσα τὴν ἀρετὴ νὰ βλέπουν οἱ διαβάτες.
(β) Ὄνασος Ὀνάσα(ν)τος.

.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο χαραγμένο σὲ μαρμάρινη πλάκα χρησιμοποιούμενη ἀργότερα ὡς Ἁγία Τράπεζα, διαστάσεων 75×50×8 ἑκατ., ποὺ ἀντιγράφηκε τὸ 1878 ἀπὸ τοὺς M. Beaudoin καὶ E. Pottier σὲ μοναστήρι ἐγκαταλειμμένο περίπου τρεῖς ὧρες στὰ βόρεια τοῦ Κτήματος («2 μίλια στὰ ΝΔ τῆς Τσάδας, τῆς ἐπαρχίας Πάφου», κατὰ τὸν Χατζηιωάννου: ΑΚΕΠ1 Δβ´ 90), τὸ ὁποῖο ὀνομάζουν Monastère du Stavro-Myrtou (πβ. Σακελλαρίου Κυπρ.2 A´ 113 «Ἡ ἐπιγραφὴ ... εὑρέθη ἐν τῇ μονῇ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Μύρτου» τῆς περιοχῆς Πάφου) κι ὁ Χατζηιωάννου1 (ὅ.π.) «μοναστήρι τοῦ Σταυροῦ τῆς Μίθας ἢ Μίθθας» (πβ. GaGy1 1135 «Σταυρὸς τῆς Μίνθας, ὁ: Monastery, Páfos, Tsáda»), ἐνῶ ὁ Masson3 διστάζει ἀνάμεσα στὰ ὀνόμ. Mytas καὶ Mytou (ICS3 83, ἐπικαλούμενος μαρτυρίες γιὰ τὶς ὀνομασίες «Σταυρὸς τῆς Μύτου» καὶ «Stavros Mythas»). Ἡ ἐπιγραφὴ χρονολογεῖται μὲ δισταγμοὺς στὸν 4/3ον αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὸν Peek (GVI4 424, πβ. Hansen CEG25 715 "saec. IV/III?") καὶ στὸν 4ον αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὸν Masson3 (ὅ.π., πβ. Χατζηϊωάννου1 ὅ.π.: «Εἶναι τοῦ 4ου αἰ. π.Χ.»). Τὸ ἔμμετρο κείμενο (α´: στ. 1-4) εἶναι χαραγμένο σὲ κεφαλαιογράμματη ἀλφαβητικὴ γραφή, ἐνῶ ἡ πέμπτη σειρὰ (β´) μὲ τὸ ὄνομα καὶ τὸ πατρώνυμο στὸ τοπικὸ συλλαβάριο τῆς Πάφου. Ὁ στ. 1 εἶναι σὲ μέτρο δακτυλικὸ ἑξάμετρο ἄψογο (μὲ πενθημιμερῆ τομή), οἱ στ. 2-4 σὲ δακτυλικὸ πεντάμετρο, ἄψογο στὸν στ. 4 ἀλλὰ μὲ προβλήματα στοὺς στ. 2-3 (μακρὲς συλλαβὲς ἀντὶ βραχειῶν στὸ α´ ἡμιεπές, ὅπως καὶ ἀλλοῦ σὲ Κυπριακὰ ἐπιγράμματα)· τῆς ἴδιας μορφῆς εἶναι καὶ τὸ ἐπίγραμμα EGr6 (Kaibel) 113 (στ. 1 δακτ. ἑξάμ., 2-4 πεντάμ.), πβ. καὶ κατωτ. Ε17 (βλ. σημ. ad tit.). Ἡ γλώσσα του εἶναι ἡ πανελλήνια τοῦ εἴδους (πβ. καὶ ἀνωτ. Ε3, κ.ἄ.), μὲ ἀπήχηση ἐπικὴ στὸ ὀϊόμενος τοῦ στ. 2 καὶ ἔντονη τὴν κυριαρχία τοῦ ἠχοῦντος ὡς Κυπριακοῦ ὀνόματος καὶ ἐπωνύμου τοῦ νεκροῦ: []νασο[ς Ὀ̣ν̣]ά̣­σ[αν]τος (α´. 2) / Ὄνασος Ὀνάσα(ν)τος (β´).

1. [Ἐν]θάδ' ἐγὼ κεῖμαι: πβ. ἀνωτ. Ε5.1 (ν)θάδ' ἐγὼν κεῖμαι καὶ Ε3.1-2 Ἐνθάδε ... | κεῖται, μὲ σημ. σ.λλ. Νὰ σημειωθῆ ὅτι στὴν ἐπιγραφὴ δὲν εἶναι ἀναγραμμένο τὸ -ε τοῦ ἐνθάδε, ὅτι μὲ ἄλλα λόγια ἐδῶ σημειώνεται ἡ ἔκθλιψη ποὺ ἀπαιτεῖ τὸ μέτρο, ὅπως καὶ σὲ ἀρκετὲς ἄλλες παρόμοιες περιπτώσεις ἐπιγραμμάτων χαρα­γμένων σὲ ἀλφαβητικὴ γραφή, γεγονὸς ποὺ ἐπιτρέπει ἀνάλογη ἀντιμετώπιση ἐπιγραμμάτων χαραγμένων σὲ τοπικὸ συλλαβάριο.

καί με χθ]ὼν ἥδε καλύπτει: τὸ ἴδιο β´ ἡμιστίχιο στὸ CEG25 543.8, πβ. κατωτ. Ε62.3 πτόλις ἅδε καλύπτε[ι] (στὸ τέλος στ.)· πβ. ἐπίσης Ε20.1 Ἥ̣δε σε, [Ν]ικόγενες, κεύθει χθὼν..., Ε40.2-3 τὸ δὲ σῶμα καλύπτει | γαῖα καὶ Ε49.7 σὰ δὲ ὀσστᾶ γαῖα καλύπτει (πβ. 5), κ.τ.τ. (Ε26.1 τεὰν ὑπὸ λισσάδα κε[ῖται], Ε38.1 γῆς ὑπὸ κόλπους, Ε47.1 τῆδ̣' ὑπὸ γῆ λέλιμε, Ε50.3 ἥδ' ἔχι θ̣α̣νόντα̣ γῆ̣). Πβ. ἐπίσης τὸν Ὅμηρ. λογότυπο κατὰ γαῖα καλύπτοι/κάλυψε (στὸ τέλος στ., ἐπίσης κατὰ χθόνα, ὑπὸ χθονός κ.τ.τ.), ποὺ ἐμφανίζεται συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα (βλ. GVI4 "5. Typus: ἐνθάδε γῆ κατέχει τὸν δεῖνα (ἐμέ) und Ähnliches (...κεύθω)", π.χ. 487.1, 510.1, 511.1, 575.3 κ.ἄ. κατὰ γαῖα καλύπτει στὸ τέλος στ., 544.1-2 Ἐνθάδε τὸν πάσης ἀρετῆς ἐπὶ τέρμα μολόντα | [Ε]ὐθύκριτον πατρία χθὼν ἐκάλυψε τάφωι, 545.1 [Ἐν]θάδε γαῖα ἐκάλυψεν ἀδελφῶ<ν> σώματα δ<ισ>[ν], καὶ κυρίως 546.1 Κυδίμαχο[ν] χθὼν ἥδε [π]ατρὶς στέρ[νοι]σι καλύπ[τε]ι σὲ Ἀθην. στήλη τοῦ 4ου αἰ. π.Χ.· βλ. ἐπίσης ΕΚυΕ7 5.3δ´). Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐδῶ σύζευξη τοῦ λογοτύπου ἐνθάδ(ε) ἐγὼ κεῖμαι (α´ ἡμιστ., μὲ πενθημιμερῆ τομή) καὶ τοῦ χθὼν ἥδε καλύπτει (μὲ τὴν προσθήκη τοῦ καί με = β´ ἡμιστ., μὲ τὰ ἐγὼ / με νὰ συνδέουν ἐσωτ. τὰ δύο ἡμιστίχια): ὁ β´ λογότυπος ἀποτελεῖ προφανῶς ἐξέλιξη τοῦ Ὁμηρ. καὶ συχνοῦ σὲ ἐπιγράμματα κατὰ γαῖα καλύπτοι/κάλυψεἐκάλυψε(ν) / καλύπτει· ἡ σύζευξη καὶ ἐξέλιξη Ὁμηρ. λογοτύπων στὰ ἐπιγρ., ὅπως ἐδῶ, εἶναι καὶ ποικίλη καὶ γόνιμη (βλ. π.χ. GVI4 417 κἑ. ["b) Entwickeltere Formen. – V. Jh. v. Chr. - V. Jh. n. Chr."], μὲ τὰ Κυπρ. ἐπιγρ. 424: τὸ ἐδῶ σχολιαζόμενο, 435:Ε45, 466:Ε47, πβ. καὶ 515:Ε36).

2. [Ὄ]νασο[ς Ὀν]άσαν]τος: τὸ ὄνομα Ὄνᾱσος / Ὄνησος, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Masson (ICS3 83 σημ. στὸ ἀπόσπ.), εἶναι πολὺ γνωστὸ καὶ ἐκτὸς Κύπρου (βλ. LGPN8 σ.λλ., πβ. σ.λλ. Ὀνάσιον, Ὀνασίων, Ὀνασώ, Ὀνήσανδρος, Ὀνησικράτης, Ὀνησί­κριτος, Ὀνήσιμος κ.λπ., βλ. καὶ SEG9 20 [1964] 71 ἀρ. 248 μὲ βιβλιογραφία), ἐνῶ τὸ Ὀνᾱ´σας / Ὀνήσας εἶναι πιὸ σπάνιο (Masson3 ὅ.π.) καὶ ἀπαντᾶ σχεδὸν ἀποκλει­στικὰ στὴν Κύπρο, ἀπὸ τὸν 6ον αἰ. π.Χ. (βλ. LGPN8 σ.λλ.: στὴν Ἀττικὴ τὸν 4ον αἰ. π.Χ. Ὀνήσιππος Ὀνήσαντος, ἴσως καὶ Ὀνήτωρ Ὀνάσαντ[ος] καὶ ὄχι -[ίδο]: βλ. Masson3 ὅ.π. / LGPN210 σ.λ. Ὀνασαντίδης, πβ. Ὀνασαγόρας [LGPN18: συχνὰ –καὶ ἀποκλειστικὰ– στὴν Κύπρο / LGPN210: ἅπαξ στὴν Ἀττική]· ἀντίθετα, τὸ Ὀνησᾶς εἶναι κοινὸ ὄνομα σὲ χρόνους μεταγενέστερους: LGPN18, καὶ κυρίως LGPN2)· περισσότερα βλ. στὸ εἰδικὸ ἄρθρο τοῦ Masson11 "Notes d'anthroponymie grecques, III. Ἀρκέσας, Ὀνάσας, et autres noms tirés de participes aoristes en –σας", RPh 56 [1982] 13-17, ὅπου σημαντικὲς παρατηρήσεις γιὰ τὴ σημασία τῶν ὀνομάτων αὐτῶν: "Ἀρκέσας n' est pas loin de ἄρκεσις «secours» (Sophocle), Ὀνάσας de ὄνησις « utilité, avantage » (Homère, etc.)", σὲ τελευταία ἀνάλυση. Τὸ ζεῦγος Ὄνασος Ὀνάσαντος (πβ. ὅ.π. τὸ Ὀνήτωρ Ὀνάσαντος, ἀπὸ τὸ -νί-νᾱ(νη)-μι=ὠφελῶ, εὐεργετῶ, προσφέρω ὑπηρεσίες) πρέπει νὰ σημαίνει τὸν «εὐεργετοῦντα» (ἢ μᾶλλον «εὐεργετήσοντα») γιὸ τοῦ «εὐεργετήσαντος» (μὲ τὸν ἀόρ. τῆς Ἑλλην. νὰ δηλώνει τὴ μετάβαση ἀπὸ μιὰ παλαιὰ σὲ μιὰ νέα κατάσταση ἢ μιὰ νέα κατάσταση ποὺ θεωρεῖται ὡς καρπὸς μακρᾶς προσπάθειας)· μὲ ἄλλα λόγια τὸ Ὄνασος φαίνεται νὰ ἐκφράζει τὴν εὐχὴ τοῦ πατέρα Ὀνάσαντος νὰ συνεχίσει ὁ γιός του τὴ δική του χρηστὴ παρουσία, εὐχὴ ποὺ πρέπει νὰ ἐκπληρώθηκε, ὅπως δείχνει τὸ περιεχόμενο τῶν ἑπόμενων στίχων, γιὰ ὅσον τοὐλάχιστο χρόνο ἔζησε ὁ Ὄνασος (γιὰ τὴν ἐτυμ. βλ. Hofmann – Παπαν.12, Frisk13 καὶ Chantraine14 σ.λ. ὀνίνημι, κ.ἄ., ὅπως ὁ E. Risch, HGLC15 69-70, ποὺ ἀνάγει τὸ Ὀνάσας στὸ Μυκην. Ὀνασεὺς καὶ τὸ συγκαταλέγει στὰ ἀνθρωπωνύμια τῆς Κυπριακῆς ποὺ ἀποτελοῦν Μυκην. κληρονομιά).
Κύρια ὀνόματα μὲ τὴν ἴδια ρίζα, ἁπλὰ ἢ σύνθ. καὶ ὑποκοριστικά, ἀπαντοῦν συχνὰ σὲ Κυπριακὲς ἐπιγραφές (βλ. Bechtel HPGr16 348 κἑ., Masson ICS3 Ind., Nicolaou PPC17 Ο9-42): χαρακτηριστικά, ICS3 153 Ὀνάϊyος ... τᾶι κασινήται Ὀνασι­τίμαι, 97 Ὀνασικύπρα ἁ Ὀνασιδάμωι, 175 Τιμοκύπρας τᾶ(ς) Ὀνασικύπρω, 217.2-3 Ὀνασίλον (ὀρθότ. Ὀνάσιλον) τὸν Ὀνασικύπρων κ.ἄ. πολλά. Τὸ Ὀνήσιλος εἶναι καὶ σήμερα σύνηθες στὴν Κύπρο.

μήπω ὀϊόμενος: β´ ἡμιεπὲς «πεντάμ.» στ., μὲ προσωδία – ÈÈ, – ÈÈ, – (ἢ μήπω οἰόμενος: – –, – ÈÈ, –). Στὸ ὀϊόμενος ὁδηγοῦν καὶ λόγοι μετρικοί (2 δάκτυλοι κατὰ κανόνα στὸ β´ ἡμιεπές) καὶ τὰ παράλληλα χωρία μὲ τὸ σπάνιο ὀϊόμενος (Ὁμηρ. καὶ μτγν. ποιητ. τύπος ἀντὶ τοῦ συνήθους οἰόμενος): Ο 728 ἀλλ' ἀνεχάζετο τυτθόν, ὀϊόμενος θανέεσθαι («θαρρώντας πιὰ πὼς ἦρθεν ἡ ὥρα του» κατὰ τοὺς Καζαντζάκη – Κακριδῆ), ξ 298 τῷ ἑπόμην ἐπὶ νηός, ὀϊόμενός περ, ἀνάγκῃ («ἐγὼ τὶ θὰ γενεῖ τὸ μάντευα, μὰ ἀκλούθηξα ἀπ' ἀνάγκη» Κ. – Κ.), χ 210 Ὣς φάτ', ὀϊόμενος λαοσσόον ἔμμεν' Ἀθήνην («Αὐτά εἰπε, κι ἂς ψυχανεμίζουνταν τὴν Ἀθηνὰ Παλλάδα» Κ. – Κ., πβ. Comm.Od.18 σημ. στὸν στ. "Suspecting (his ally) was Athena"), καὶ Ἀνθ. Παλ. 9.381.5 κεῖνον ὀϊομένη τὸν κάμμορον, εἴ ποθεν ἔλθοι («en songeant à lui ...» Waltz al., "denn sie ahnte ..." Beckby). Σ' ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα (ἀλλὰ καὶ Κόϊντ. Σμυρν. Μεθομ. 4.577 αὐτὸς ἐνὶ πρώτοισιν ὀϊόμενος μέγα κῦδος | ἱππασίης ἀνελέσθαι, πβ. ὅμως 5. 449-50 μετὰ κταμένοις Ὀδυσῆα | κεῖσθαι ὀϊόμενος μεμορυγμένον αἵματι πολλῷ, ὅπου μπορεῖ νὰ διαβαστῆ τετρασύλλ. οἰόμενος, ὅπως κι ἐδῶ, μὲ τὴ σημ. ὅμως τοῦ νομίζω) τὸ ὀϊόμενος εἶναι κατ' ἀνάγκη καὶ σαφῶς –καθὼς προηγεῖται βραχεῖα ὁπωσδήποτε συλλαβή (μὲ τελ. σύμφωνο) καὶ ἕπεται λέξη μὲ σύμφωνο ἀρχικό– πεντασύλλαβο μὲ προσωδία: È, – ÈÈ, – καὶ μὲ καὶ μὲ σημασία ὅμοια ἢ παραπλήσια πρὸς τὴν ἐδῶ: προσδοκῶ, ἢ ὑποψιάζομαι (ἐλπίζω ἢ φοβοῦμαι), πβ. Ἡσύχ. σ.λ. ἀνωϊστί· ἀνυπονοήτως. ἀπροσδοκήτως καὶ ἀνώϊστος. Οἱ τελευταῖοι τύποι καὶ τὸ ἐπίσης Ὁμηρ. ὀΐσ(σ)ασθαι φαίνεται νὰ ὁδηγοῦν σὲ ρίζα ἀρχικὴ μὲ δίγαμμα: *ὀϜίσ-yομαι > * ὀϜίομαι > ὀΐομαι > * (Ϝ)yομαι > οἴομαι, μὲ ἐτυμ. ἄγνωστη (βλ. Chantraine14 σ.λ. οἴομαι, πβ. ὅμως Hofmann – Παπαν.12 σ.λ. ὀΐομαι).

3. Πβ. (καὶ γιὰ τὸ νόημα τοῦ ὅλου ἐδῶ ἐπιγράμματος) Ἀνθ. Παλ. 13.3 (ΘΕΟ­ΚΡΙΤΟΥ) Ὁ μουσοποιὸς ἐνθάδ' Ἱππῶναξ κεῖται. | Εἰ μὲν πονηρός, μὴ ποτέρχευ τῷ τύμβῳ· | εἰ δ' ἐσσὶ κρήγυός τε (χρηστός, δίκαιος: "honnête" Buffière, τίμιος: "redlich" Beckby) καὶ παρὰ χρηστῶν (πβ. Ὄνασος Ὀνάσαντος), | θαρσέων καθίζευ, κἢν θέλῃς, ἀπόβριξον. Ἡ ἀντίθεση οὐ πονηρὸς ἐὼν ἀλλὰ δικαιότατος δὲν ἐπιτρέ­πει στίξη ἀνάμεσά τους (πβ. ὅμως πλείστους ἐκδότες), ἔστω κι ἂν τὸ οὐ πονηρὸς ἐὼν μπορεῖ νὰ συνδεθῆ αἰτιολογικὰ μὲ τὸ μήπω ὀϊόμενος μόνο του κι ὄχι –ὅπως εἶναι πιὸ φυσικό– ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸ ἀλλὰ δικαιότατος. Τὸ γὰρ στὴν ἀρχὴ τοῦ στίχου συνδέει ὄχι μόνο αὐτὰ ἀλλὰ καὶ γενικὰ τοὺς στ. 1-2 μὲ τοὺς στ. 3-4 (Ἐνθάδ' ἐγὼ κεῖμαι.../ἐθέμην ἀρετὴν τοῖς παριοῦσιν ὁρᾶν).

4. Πβ. CEG25 518.4 σῆ<ς> δ' ἀρετῆ<ς μ>νημ<ε>ῖον ὁρᾶν τό<δ>ε τοῖς παριõσιν καὶ 521.ii. ἐπ̣έθηκαν, | ζηλωτὸν στέφανον τοῖς παριοῦσιν ὁ<ρᾶ>ν (τῆς π. . στὸ β´ ἡμιεπές, ὅπως ἐδῶ), καὶ γιὰ τὸ ὅλο ἐδῶ ἐπίγρ. (ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ἄλλα) EpAP19 (Cougny) 2.252 Μναμεῖον τόδε σεῖο πατὴρ ἐποίησεν ἑαυτοῦ | χερσὶν πᾶσιν ὁρᾶν σᾶς ἀρετᾶς ἕνεκεν· | καὶ ἐγὼ ὕπερθ' ἑστῶσα προσημαίνω παριοῦσιν | ὡς υἱὸν Μόσχου τόνδ' ἔχω Ἑρμοκράτην | Χαλκιδέων χώρας ἐνθάδ' ἀποφθίμενον· πβ. ἐπίσης ὅ.π. 1.58 Ἐνδυμίωνος παῖδ' Αἰτωλὸν τόνδ' ἀνέθηκαν | Αἰτωλοὶ σφετέρας μνῆμ' ἀρετῆς ἐσορᾶν καὶ 1.27.2 εἰκόνα δ' ἔστησεν τήνδε βροτοῖς ἐσορᾶν, 2.206.1 κἑ. Τοῦτο γέρας ... | οὐκ ἴσον, οὐδ' ἀρετᾶς ἄξιον· ἀλλ' ἐθέμαν | μνάμαν εἰς αἰῶνα ... καὶ 2.379b.5-6 ἐθέμην | εἰς ἀρετὴν λεύσσων, Ἀνθ. Παλ. 7.333.4 τύμβον καὶ στήλην σὴν ἐθέμεσθα χάριν, GVI4 (Peek) 887 κἑ. (891.3 μνημεῖον δὲ ἀρετῆς παισὶν ἐμοῖς ἔλιπεν), 1529 κἑ. (1535.3-4 σω[φροσύνη]ς δὲ ἀρετῆς τα ... | μνημεῖον θνητοῖς πᾶσιν ὁρᾶν φανερόν), EGr6 (Kaibel) 163 Ἐνθ]άδε τῷδε τάφῳ κεῖται ... | πᾶσι βρο]τ[ο]ῖς ἀρέσας ... | μνῆμα μ]ὲν ἀρετῆς τήνδε στήλην [πέθηκεν, κ.ἄ. Βλ. καὶ Lattimore, TGLE20 § 67 ("Perpetual Fame") καὶ § 68 ("Perpetual Memory") στὶς σσ. 241-45, καὶ κυρίως κεφ. ΙΙ. ("The interpretation of Death") σσ. 21 κἑ., μὲ τὸ σημαντικὸ συμπέρασμα (σσ. 55 κἑ.) ὅτι καμμιὰ ἐπιτύμβια ἐπιγραφὴ ποὺ νὰ περιέχει βέβαιη δήλωση ἀθανασίας δὲν εἶναι παλαιότερη τοῦ 4ου αἰ. π.Χ., ἀλλὰ ὁ μέγιστος ἀριθμὸς αὐτῶν τῶν ἐπιτυμβίων ἀνήκει στὴ Ρωμαϊκὴ περίοδο. Στὸ ἐπίγραμμα δὲν μποροῦμε νὰ μιλήσουμε πειστικὰ γιὰ πίστη στὴ μεταθανάτια ζωή, ἀλλὰ γιὰ ἐπιδίωξη ὑστεροφημίας. Πβ. ὅμως κατωτ. Ε33.5 καὶ Ε40.2 (μὲ σχόλ., καὶ περαιτέρω παραπομπές).

  1. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  2. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.
  3. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  4. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑
  5. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑ c↑
  6. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑
  7. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .
  8. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  9. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.
  10. Osborne, M. J. & Byrne S. G. (1994), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. II: Attica, Oxford.a↑ b↑
  11. Masson, O. (1982), Notes d' anthroponymie grecques, III. Ἀρκέσας, Ὀνάσας, et autres nomes tirés de participes aoristes en -σας, RPh 56: 13-17.
  12. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑
  13. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.
  14. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  15. Karageorghis, J. & Masson O. (1988), The History of the Greek Language in Cyprus, International Symposium Sponsored by the Pierides Foundation, Larnaca, Cyprus, 8-13 Sept. 1986 Nicosia.
  16. Bechtel, F. (1917), Die historischen Personennamen des Griechischen bis zur Kaiserzeit, Halle.
  17. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  18. Russo, J., Fernandez-Gatiani M. & Heubeck A. (1992), A Commentary on Homer's Odyssey, Vol. III: Books xvii-xxiv, Cambridge.
  19. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.
  20. Lattimore, R. (1942), Themes in Greek and Latin Epitaphs, Urbana.