You are here

*F2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Tzetz. Chil. 1.468-69, 7.642-44
  1. [Vid. Tzetz. Chil., ed. Kiessling; Isig. fr. 4 (= a., om. b.), p. 163 Westermann et IV. 435 Müller = fr. 23, p. 148 Giannini. Vid. etiam Oehler § 19 (pp. 19-20); ΑΚΕΠ Γα΄ 85.1 et 2; (b.) FGrH 688 F 51b (Ktesias von Knidos), 273 F 141 (Alexandros Polyhistor, von Milet), 499 T 2 (Agl(a)osthenes), 568 T2 (Hippostratos), 28 T 2 (Akestorides).]
  2. a. 1 χρυσόχροον Mon. B, prob. Kiess. (et post eum omnes): χρυσόχροα rell
  3. 2 Ἰσίγονον Kiess. (et post eum omnes): Ἡσίγονον codd., edd. vett. (cf. et infra *F3).
  4. b. 3. Ἡσίγονος Jacoby 499 T 2 (et F 9 = infra *F3).
Τζέτζ. Χιλ. 1.468.69, 7.642-49

a. Γιὰ πρόβατα ποὺ τὴν προβιὰ χρυσῆ τὴν ἔχουν

πὼς γράφει ὁ Ἰσίγονος μᾶς λέει ὁ Ρηγίνος.


b. Ὅτι αὐτὰ εἶν' ἀληθινά, ἀμέτρητοι λὲν ἄλλοι

τέτοια καὶ πιὸ παράδοξα πὼς εἶδαν στὴ ζωή τους

οἱ Κτησίας καὶ Ἰάμβουλος, Ἰσίγονος, Ρηγίνος,

Ἀλέξανδρος, Σωτίωνας καὶ ὁ Ἀγαθοσθένης,

Ἀντίγονος καὶ Εὔδοξος, Ἱππόστρατος, μυρίοι,

ὁ Πρωταγόρας ὁ ἴδιος, μαζὶ κι ὁ Πτολεμαῖος,

ὁ Ἀκεστορίδης ὁ ἴδιος καὶ ἄλλοι πεζογράφοι,

ποὺ ἐγὼ ὁ ἴδιος διάβασα, καὶ ποὺ δὲν διάβασα ἄλλοι.

Σχόλια: 

a.1 χρυσόχροον (...) ἐρέαν: μόνον ἐδῶ, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, ἡ φράση· οἱ πιθανότητες νὰ ἀνάγεται στὸν Ἰσίγονον εἶναι πολλές. Τὸ ἐπίθ. χρυσόχροος (βλ. LSJ91 / LSK2 σ.λ.) ἀπαντᾶ καὶ στὴν Ἀνθ. Παλ. 9.525.23 σὲ αἰτ. ἀρσ. ὡς ἐπίθ. τοῦ Ἀπόλλωνα (Ὑμνέωμεν Παιᾶνα, μέγαν θεὸν Ἀπόλλωνα κ.λπ.), καὶ σὲ ἐπιγρ. τοῦ 2/3 αἰ. μ.Χ. ἀπὸ τὴ Νουβία (SEG3 24 [1969], 1244.2 χρυσόχ<ροε> Παιάν (συμπλ. Merkelbach4). Τὸ οὐσ. ἐρέα (LSJ91 / LSK2 σ.λ., = ἔριον, μαλλί) ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἐδῶ χωρίο (ἐσφαλμένα: ''Isig. ap. Sotion. p. 183 W.5'' στοὺς LSJ91, ἀντί: Isig. ap. Tzetz. p. 163 W.5), ἀπαντᾶ καὶ στὸν Καλλίξ. (3ος αἰ. π.Χ.;) ἀπόσπ. 2 Müller (FHG6 ΙΙΙ. 55 = Ἀθήν. 5, 197b), στὸν Στράβ. 4.4.3 (ἀντὶ δὲ χιτώνων σχιστοὺς χειριδωτοὺς φέρουσι μέχρι αἰδοίων καὶ γλουτῶν. ἡ δ' ἐρέα τραχεῖα μὲν ἀκρόμαλλος δέ, ἀφ' ἧς τοὺς δασεῖς σάγους ἐξυφαίνουσιν οὓς λαίνας καλοῦσιν· οἱ μέντοι Ῥωμαῖοι καὶ ἐν τοῖς προσβορροτάτοις ὑποδιφθέρους τρέφουσι ποίμνας ἱκανῶς ἀστείας ἐρέας), κ.ἀ. (βλ. LSJ91 Suppl. σ.λ. [b.] ''applied to other materials resembling wool, ἐρέας λαγείας νωτιαίας Edict. Diocl. in SEG3 31.911.10''). Συχνότατα, ἀντίθετα, ἀπαντᾶ τὸ ἐπίθ. χρυσόμαλλος καὶ τὸ οὐσ. δέραςδέρος (ἢ κῶας, ἢ κῴδιον), κυρίως στοὺς εὐρύτατα διαδεδομένους μύθους γιὰ τὸ χρυσόμαλλον δέραςδέρος κ.λπ. τοῦ κριοῦ ποὺ ὁ Ἰάσων ἐπιτάχθηκε νὰ φέρει ἀπὸ τοὺς Κόλχους (βλ. συνοπτικὰ ΕλλΜ7 4. 157 κἑ., κυρίως 158-65 μὲ εἰκ. 107-12 καὶ μὲ «Τεκμηρίωση» στὴ σ. 158, ὅπου παραπομπὲς στὶς ἀρχαῖες πηγές)· ἀξίζει νὰ σημειωθῆ τὸ ἐπεισόδιο μὲ τοὺς ταύρους ποὺ ἔβγαζαν φωτιὰ ἀπὸ τὸ στόμα τους κι ἔπρεπε νὰ δαμάσει ὁ Ἰάσων πρὶν πάρει τὸ χρυσόμαλλον δέρας (ὅ.π., μὲ εἰκ. 107 καὶ 109) καὶ κυρίως τὸ ἐπεισόδιο ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Φρίξου καὶ τῆς Ἕλλης (ὅ.π. 127-30, μὲ εἰκ. 88-91 καὶ «Τεκμηρίωση» στὴ σ. 129) ποὺ μνημονεύεται στὸν *Πλούτ. Περὶ ποτ. 14.4 (Τάναϊς, ποταμὸς τῆς Σκυθίας): Παράκειται δ' αὐτῷ ὄρος τῆ διαλέκτῳ τῶν ἐνοικούντων προσαγορευόμενον Βριξάβα, ὅπερ μεθερμηνευόμενον Κριοῦ μέτωπον. ὠνομάσθη δὲ διὰ τοιαύτην αἰτίαν· Φρίξος ἀποβαλὼν παρὰ τὸν Εὔξεινον πόντον Ἕλλην τὴν ἀδελφὴν καὶ διὰ τὰ δίκαια τῆς φύσεως συγκεχυμένος ἐν ταῖς ἀκρωρείαις λόφου τινὸς κατέλυσεν. βαρβάρων δέ τινων θεασαμένων αὐτὸν καὶ μεθ' ὅπλων ἀναβαινόντων, ὁ χρυσόμαλλος κριὸς προκύψας καὶ ἰδὼν τὸ πλῆθος τῶν ἐπερχομένων ἀνθρωπίνῃ φωνῇ χρησάμενος (πβ. ἀνωτ. F1.1-2 ἀνθρωπείαι φησὶ κεχρῆσθαι φωνῆι, καὶ ἑπόμενα) διεγείρει τὸν Φρίξον ἀναπαυόμενον, καὶ ἀναλαβὼν τὸν προειρημένον μέχρι Κόλχων εἰσήνεγκεν. Ὁ δὲ λόφος ἀπὸ τοῦ συγκυρήματος Κριοῦ μέτωπον προσηγορεύθη· ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθῆ ἡ σχετικὴ διήγηση τοῦ ἀρχ. Σχολ. τοῦ Λουκιαν. (22.1: 86.5 κἑ. Rabe8), κατὰ τὴν ὁποία Ἰάσων μετὰ τῶν ἄλλων Ἀργοναυτῶν ἀποσταλεὶς ἐφ' ᾧτε κομίσασθαι καὶ πρὸς τὸ Ἄργος ἀποκαταστῆσαι, εἶτα Μηδείας (...) συνεργησάσης Ἰάσονι αὐτό τε τὸ δέρος ληφθῆναι καὶ πρὸς τὸ Ἄργος σωθῆναι, ποὺ φαίνεται νὰ συμφύρει τὴν παράδοση γιὰ τὸ χρυσόμαλλον δέρας ποὺ ὁ Ἰάσων παρέδωσε στὸν Πελία κατὰ τὸν *Ἀπολλόδωρο (1.143, βλ. ΕλλΜ7 4. 176, καὶ 177 εἰκ. 116) μὲ τὴν παράδοση γιὰ τὸν χρυσόμαλλον ἄρνα (ἢ ἀρνόν, ἀρνειόν) ποὺ ὁ Ἑρμῆς ἔστειλε στὰ κοπάδια τοῦ Ἀτρέα προκαλώντας ἔριδες καὶ συμφορές (Εὐρ. Ὀρ. 807 κἑ. καὶ 984 κἑ. μὲ Σχόλ. ἀρχ. στὰ χωρία κυρίως 995 κἑ.). Ἔτσι, πίσω ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ σὲ πρόβατα μὲ χρυσόχροον ἐρέαν, ποὺ ὁ Ῥηγῖνος κατὰ τὸν Τζέτζη ἀπέδιδε στὸν Ἰσίγονον, κρύβεται παράδοση πλούσια καὶ εὐρύτατα διαδεδομένη.

2. Ῥηγῖνος τὸν Ἰσίγονον εἰσφέρει γεγραφότα: Ὁ Βυζαντινὸς λόγιος Ἰωάννης Τζέτζης (12ος αἰ. μ.Χ.) φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει πὼς ὁ Ἰσίγονος δὲν περιλαμβάνεται στοὺς συγγραφεῖς ποὺ διάβασε ὁ ἴδιος ἀλλὰ σ' ἐκείνους ποὺ γνωρίζει καὶ χρησιμοποιεῖ τὰ ἔργα τους μέσω ἄλλων (βλ. κατωτ. b.7), χωρὶς νὰ ἀποκλείεται βέβαια τὸ ἐνδεχόμενο νὰ προσφεύγει ἄμεσα σ' αὐτὸν σὲ ἄλλες περιπτώσεις, ὅπως δὲν ἀποκλείεται καὶ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀναφέρεται σὲ θέματα γιὰ τὰ ὁποῖα ἔκανε λόγο καὶ ὁ Ἰσίγονος χωρὶς νὰ τὸν ὀνομάζει (τέτοια ἐνδέχεται νὰ εἶναι καὶ ἡ περίπτωση τῶν μυκώμενων χάλκινων βοδιῶν τῆς Ρόδου [βλ. ἀνωτ. F1 σχόλ. σ.στ. 3-4 σ.λ. τὸν τοῦ Διὸς ταῦρον], ποὺ δύσκολα θὰ παρέκαμπτε ὁ Ἰσίγονος χωρὶς νὰ δώσει τὴ δική του ἐκδοχὴ ἂν ὁ αὐτὸς ἔκανε λόγο γιὰ τὸν ὁμιλοῦντα ταῦρο τοῦ Δία στὴ Ρόδο). Ἀπὸ τὴν ἄλλη, παραπέμποντας ἔμμεσα στὸν ἸσίγονονΤζέτζης καθιστᾶ τὸν Ῥηγῖνον term. ante quem γι' αὐτόν. Ποιόν ὅμως Ῥηγῖνον; Κάποιον ὀνομαστὸ συγγραφέα ἀπὸ τὸ Ῥήγιον τῆς Κάτω Ἰταλίας στὸν ὁποῖον ὁ Τζέτζης ἀναφέρεται –ἴσως καὶ γιὰ λόγους μετρικούς– μὲ τὸ ἐθνικό του ἐπίθετο (τέτοιοι εἶναι οὐκ ὀλίγοι, κι ἀνήκουν σὲ ἐποχὲς διάφορες), ἢ κάποιον ὁ ὁποῖος –ἀπὸ τὸ Ρήγιο ἴσως καταγόμενος– ἔμεινε γνωστὸς μὲ τὸ κύριο ὄνομα Ῥηγῖνος (πβ. Voss9 522 [«sed éstne id proprium historici nomen? an potiùs signatur, vel Theagenes Rheginus, vel Hipys Rheginus?»] Müller [FHG6] ΙΙ. 12, βλ. καὶ RE1 σ.λ. Ῥηγῖνος [F. Jacoby] μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία); Ἡ Σοῦδα, σ.λ. Ῥηγῖνος, γραμματικός. ἔγραψε τὸν λεγόμενον Πολυμνήμονα (καὶ Ῥηγῖνος· ὁ ἀπὸ τοῦ Ῥηγίου) φαίνεται νὰ ἐνισχύει τὴ β΄ ἄποψη (πβ. λλ. Ἴβυκος, Ἵπυς [Ἵππυς, Ἵππων] Λύκος), μολονότι ἡ ταύτιση μὲ τὸν ἐδῶ Ῥηγῖνον παραμένει ἀμφίβολη (πβ. καὶ Στοβ. 3.4.44 καὶ 3.42.11 Ῥηγίνου ἐκ τοῦ Περὶ φιλίας, Φώτ. Βιβλ. 167 [114b 18] μαζὶ μὲ τὸν Σωτίωνα [βλ. κατωτ.] καὶ ἄλλως πολλοὺς –κατ' ἀλφαβητικὴ σειρὰ ἀνειμένη– φιλοσόφους [ἕπονται ποιηταὶ ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους καὶ Ζήνων, ῥήτορες καὶ ἱστοριογράφοι κ.ἄ. ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους καὶ Σωτίων] τῶν ὁποίων τὰς ῥήσεις ἥρμοσεν Ἰωάννης ὁ Στοβαῖος· Ἰω. Μαλάλ. Χρον. 54.7 Ῥηγῖνος ὁ σοφώτατος συνεγράψατο τῶν ἀπο­θεωθέντων ὀνόματα [πβ. 24.17 κ.ἀ. Παλαίφατος ὁ σοφώτατος χρονογράφος, 25.16 Σωτάτης ὁ σ., 26.9 Ἡρόδοτος ὁ σ., 29.4 κ.ἀ. Θεόφιλος ὁ σ., 31.6 κ.ἀ. Εὐριπίδης ὁ σ., 34.3 ὁ σ. Τραγκύλλος, Ῥωμαίων ἱστορικός, 34.9 Κλήμιος ὁ σ., 34.21 ὁ σ. Βούττιος, ἱστορικὸς χρονογράφος, 38.15 Παυσανίας ὁ σ. χρονογράφος, 40.11 κἑ. ὁ σ. Κεφαλίων καὶ ὁ σ. Σοφοκλῆς, κ.ἄ., ὅπως 54.13 Διόδωρος ὁ σ., 69.3 κ.ἀ., Ἀφρικανὸς ὁ σ., 70.9 Εὐσέβιος ὁ Παμφίλου ὁ σ., 85.20 Πλάτων ὁ σ., κ.λπ.: συγγραφεῖς διάφορων ἐπιπέδων καὶ ἐποχῶν], καὶ κυρίως Σωκρ. Σχολαστ. Ἐκκλ. ἱστ. 3.23.138 κἑ. οὐκ αἰσχύνονται πολλοὺς ἀνθρώπους ἀποθεώσαντες..., Ἡρακλέας φημὶ καὶ Διονύσους καὶ Ἀσκληπιούς... ὧν τοὺς ἀρσενικοὺς καὶ θηλυκοὺς ἔρωτας εἰ ἀπαριθμησαίμην, μακρὸς ἡμῖν ἔσται ὁ τῆς παρεκβάσεως λόγος. ἀρκέσει δὲ τοῖς ταῦτα γνῶναι ἐθέλουσιν ὁ Ἀριστοτέλους Πέπλος καὶ ὁ Διονύσου Στέφανος καὶ Ῥηγίνου ὁ Πολυμνήμων καὶ τῶν ποιητῶν τὸ πλῆθος). Σὲ κάθε περίπτωση ἡ χρονολόγηση τοῦ Ῥηγίνου (ὁ Müller10 ὅ.π. κλίνει πρὸς τὸν 1ον αἰ. π.Χ. ἤ καὶ λίγο νωρίτερα) εἶναι ἀβέβαιη, καὶ ἡ σχέση του μὲ τὸν Ἰσίγονον δὲν βοηθᾶ στὴ χρονολόγηση τοῦ τελευταίου (βλ. ἀνωτ. 22 *Τ1 σχόλ. σ.στ. 2-3).

b.3 κἑ. (...) Ἰσίγονος, Ῥηγῖνος (...): Ἡ σειρὰ μὲ τὴν ὁποία ἀναφέρονται οἱ δυὸ εἶναι μὲ βεβαιότητα –κατὰ τὰ ἀνωτέρω– χρονολογική, καὶ οἱ Κτησίας καὶ Ἰάμβουλος (βλ. καὶ Voss9 82-84 [καὶ 349 / 379) φαίνεται νὰ ἔχουν μεταξύ τους τὴν ἴδια σχέση (ὁ Κτησίας [688 F 51b J.] εἶναι ὁ γνωστὸς Κνίδιος ἱστορικὸς καὶ ἰατρὸς τοῦ 5/4 αἰ. π.Χ., καὶ ἡ τοποθέτησή του στὴν ἀρχὴ τοῦ στίχου εἶναι ἀπὸ κάθε ἄποψη εὔλογη). Ἡ σειρὰ ὅμως αὐτῶν ποὺ ἀκολουθοῦν δείχνει πὼς ὁ Τζέτζης δὲν ἔχει ἀποκλειστικὸ κριτήριο κατάταξης τὴ χρονολογία τους (μετρικοὶ λόγοι ἐπηρεάζουν προφανῶς τὴ σειρά, ὅπως πιθανῶς καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ καινότερα –σέ σύγκριση μὲ τὰ τοῦ Καρυανδέως Σκύλακος γιὰ τοὺς Σκιάποδας καί γε τοὺς Ὠτολίκνους ... περὶ γε Μονοφθάλμων τε καὶ τῶν Ἑνοτικτόντων κ.λπ. [στ. 630 κἑ.: 709 F 7b J.11]– θέματά τους). Ἔτσι, ὁ Ἀλέξανδρος (στ. 4 [273 F 141 J.11], ὁ Πολυίστωρ, Μιλήσιος: βλ. καὶ κατωτ. 28 F1 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Κυπριακά) ἀνήκει στὸν 2/1 αἰ. π.Χ., ὁ Σωτίων (βλ. κατωτ. *F3 καὶ *F4) ὁ παραδοξογράφος στὸν 1ον αἰ. μ.Χ. καὶ ὁ Ἀγαθοσθένης (βλ. καὶ κατωτ. *F3) πιθανῶς στὸν 4/3 αἰ. π.Χ. (ἂν αὐτός, ὅπως πιστεύουμε, εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν ἈγλαοσθένηνἈγλωσθένην [499 Τ 2 J.11, καὶ F 9 τὸ ἐδῶ *F3]· οἱ Ἀντίγονος (πιθανῶς ὁ Καρύστιος, ὁ παραδοξογράφος), Εὔδοξος (πιθανῶς ὁ Ῥόδιος ἱστορικός: 79 J.11, χωρὶς τὸ ἐδῶ χωρίο) καὶ Ἱππόστρατος (ὁ ἱστορικός, 568 Τ 2 J.11) φαίνεται νὰ ἀνήκουν στὸν 3ον αἰ. π.Χ. (μὲ ἐπιφυλάξεις γιὰ τὸν Ἱππόστρατο, καὶ τὴν ταυτότητα τῶν ἄλλων)· ποιός εἶναι ὁ ἐδῶ (στ. 6) Πρωταγόρας παραμένει ἀβέβαιο (μήπως ὁ Κυζικηνὸς ἱστορικὸς Πρωταγορίδης [βλ. 853 Τ 1 J.11, Πρωταγόρας Κυζικηνῶι], τοῦ 2ου πιθανῶς αἰ. π.Χ.;), ἐνῶ ὁ Πτολεμαῖος (πιθανῶς ὁ ἐπικαλούμενος Χέννος) ζεῖ τὸν 1/2 αἰ. μ.Χ. (βλ. ἀνωτ. 13 F1b σχόλ. σ.στ. 1 κἑ., καὶ Chatzis PChenn12 σελ. L ὅπου ἡ παρατήρηση ὅτι ὁ Τζέτζ. χρησιμοποίησε ἄμεσα τὴν Καιν. ἱστ.)· ὁ Ἀκεστορίδης (στ. 7), τέλος, ὁ ἱστορικός (28 T 2 [βλ. καὶ Τ 1] J.11) εἶναι ἀβέβαιο πότε ἔζησε. (Βλ. καὶ τὶς σημ. Kiesling13 σ.στ. 644 καὶ 646 [μὲ παραπομπές] καὶ τὰ σχόλια στὰ ἀνωτ. μνημονευόμενα ἀποσπ. Jacoby11, τὴν Εἰσαγωγὴ τοῦ Westermann στὸ PGr14 σσ. XV-L, καθὼς ἐπίσης τὰ σχετικὰ λήμματα Voss9 [βλ. Ind.], OCD15 καὶ RE.16) Τούτων οὕτως ἐχόντων, δύσκολα μπορεῖ νὰ προτείνει κανεὶς χρονολογικὴ κατάταξη τοῦ Ἰσιγόνου στὸ ἀνωτ. ἀπόσπ. (ἔστω κι ἂν ἔχει ἔντονη τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ Τζέτζ. δὲν τὸν θεωρεῖ ὡς ἕνα τῶν νεωτέρων ἀπ' αὐτούς).

  1. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  2. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  3. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.a↑ b↑
  4. Solmsen, F., Merkelbach R. & West M. L. (1970), Hesiodi Theogonia, Opera et Dies, Scutum, Fragmenta Selecta, Oxford.
  5. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .a↑ b↑
  6. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.a↑ b↑
  7. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑
  8. Rabe, H. (1913), Scholia in Lucianum, Leipzig.
  9. Vossius, G. H. (1651), De Historicis Graecis (Libri IV), Leiden.a↑ b↑ c↑
  10. Müller, C. (1855-1861), Geographi Graeci Minores, Vols. I-II, Paris.
  11. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  12. Chatzis, A. (1914), Der Philosoph und Grammatiker Ptolemaios Chennos (Leben, Schriftstellerei und Fragmente: mit Ausschluss der Aristotelesbiographie), Paderborn.
  13. Kiessling, T.. (1826), Ἰωάννου τοῦ Τζέτζου Βιβλίον Ἱστορικῆς τῆς διὰ στίχων πολιτικῶν Ἄλφα δὲ καλουμένης. Ioannis Tzetzae Historiarum variarum Chiliades, Leipzig.
  14. Westermann, A. (1839), Παραδοξογράφοι. Scriptores rerum mirabilium Graeci, Braunschweig – London.
  15. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.
  16. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .