You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Cael. Aurel. Tard. pass. 1.150-51

1Item esse furorem cum quadam vaticinatione  veteres posuerunt.

Demetrius  etiam parvi temporis mentis extensionem furorem appel-

lat; item turbore2 repentino expavescentes atque percussos  quosdam

ut etiam oblivione  praegestorum afficiantur. sic denique Artemido-

  rum grammaticum  Apollonius  memorat nitente gressu crocodi-

lum in harena iacentem expavisse, atque eius motu percussa mente

credidisse sibi sinistrum crus atque manum a serpente comestam, et

literarum memoria caruisse oblivione possessum. item melancho-

liam inquit speciem furoris esse nuncupandam; nos vero ipsam

quoque discernimus a furore .

  1. [Vid. Cael. Aurel. edd. Drabkin et Bendz; vid. etiam Deichgräber GrEmp 278: 4 sic denique – 9 nuncupandam.]
  2. 3 turbine (pro turbore) Drabkin.
Καίλ. Αὐρηλ. Χρόν. παθ. 1.150-51

Οἱ ἀρχαῖοι θεωροῦσαν τὴ μανία ὡς κάποιας μορφῆς προφητικὴ

δύναμη. Ὁ Δημήτριος προσέτι ἀποκαλεῖ τὴ μανία τέντωμα (ἰσχυρὴ

πίεση, κόπωση) τοῦ νοῦ γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα· καὶ (λέγει) ὅτι

κάποιοι κτυπημένοι ἀπὸ αἰφνίδια δίνη καὶ παθαίνοντας νευρικὸ

κλονισμὸ περιπίπτουν σὲ κατάσταση λήθης ὅσων ἔχουν συμβεῖ (πε-

ριπίπτουν σὲ κατάσταση ἀμνησίας). Ἔτσι, ἐν τέλει, ὁ Ἀπολ­λώ-

νιος διηγεῖται ὅτι ὁ γραμματικὸς Ἀρτεμίδωρος (α´ ἥμισυ τοῦ 1ου

αἰ. π.Χ.) ἐνῶ ἦταν ξαπλωμένος στὴν ἀμμουδιὰ τρομοκρατήθηκε

ἀπὸ τὸ στιβαρὸ βάδισμα ἑνὸς κροκόδειλου, καὶ παθαίνοντας νευ-

ρικὸ κλονισμὸ ἀπὸ τὴν κίνησή του πίστεψε ὅτι τὸ ἑρπετὸ κατέφαγε

τὸ ἀριστερὸ σκέλος καὶ τὸ χέρι του, κατεχόμενος δὲ ἀπὸ ἀμνησία

ξέχασε καὶ τὴ λογοτεχνία. Λέει ἐπίσης ὅτι ἡ μελαγχολία πρέπει νὰ

θεωρεῖται ὡς μορφὴ μανίας· ἐμεῖς ὅμως τὴν ξεχωρίζουμε ἀπὸ τὴ

μανία.

Σχόλια: 

Πηγή: Caelius Aurelianus, Tard. pass. 1.150-51 (Καίλιος Αὐρηλιανός, Χρόν. παθ. 1.150-51)· βλ. ἀνωτ. Τ5, Πηγή.

1. Item esse furorem cum quadam vaticinatione (...): πβ. Ἐρωτιαν. ἀπόσπ. 33 [Nachm.1] θεῖόν τινές φασι τὴν ἱερὰν νόσον. ταύτην γὰρ εἶναι θεόπεμπτον ἰεράν τε λέγεσθαι ὡς θείαν οὖσαν. ἕτεροι δὲ ὑπέλαβον τὴν δεισιδαιμονίαν. (...) ἄλλοι δὲ θεῖόν φασι τὸ ἐνθουσιαστικὸν πάθος. (...) καὶ οἱ τὴν ἐπιληψίαν θεῖον οἰόμενοι εἰρῆσθαι οὐκ ἀνέγνωσαν τὸν ἄνδρα (sc. Ἱπποκράτη). ῥητῶς γὰρ αὐτὸς ἐνθάδε μέμφεται τοὺς θεόπεμπτον ὀνομάζοντας τὸ πάθος δι' ὧν φησιν· «οὐδέν τί μοι τῶν ἄλλων νούσων δοκέει θειοτέρη εἶναι οὐδ' ἱερωτέρη, ἀλλὰ φύσιν ἔχει ἣν καὶ τὰ λοιπὰ νοσήματα». οἵ τε τὴν δεισιδαιμονίαν οἰόμενοι εἰρῆσθαι σφόδρα εἰσὶν εὐήθεις. οὐ γὰρ ἔμελεν Ἱπποκράτει περὶ προγνώσεως γράφοντι μεμνῆσθαι τῶν διὰ τὰς τροφὰς νοσούντων, ἀλλ' οὐδὲ τὴν μανίαν οὐδὲ τὸ ἐνθουσιαστικὸν πάθος. Γιὰ τὴ furorem (μανίαν) βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 8-10. (Γιὰ τὸ θέμα, συνοπτικά: Burkert ΑρΕΘ2 243 κἑ. [κ.ἀ.], μὲ βιβλιογραφία [τοῦ ἴδιου: ΜυΛΑ3, κυρίως 85 κἑ.]· βλ. ἐπίσης: Pollak ΙατρΑ4 53 κἑ. [κ.ἀ.], Μανιάτη ΙστΙ5 33 κἑ., κ.ἄ.)

2. Demetrius: Δημήτριος ὁ ἈπαμεύςΒιθυνός (ἀπὸ τὴν Ἀπάμεια τῆς Βιθυνίας), κατὰ πᾶσαν πιθανότητα (ἀκμή: πρὶν [ἢ περὶ] τὸ 100 π.Χ.;), ἰατρὸς Ἡροφίλειος, μνημονευόμενος ἐπίσης ἀπὸ τὸν Γαληνό (Π. συνθ. φαρμ. κ. γέν. XIII 722.3 Δημήτριος δὲ ὁ Βιθυνὸς ἔφη αὐτὴν τὴν χρυσοκόλλαν λίαν κηρῷ θερμῷ ἀναλαμβάνων χρῆσθαι καὶ 11 Δημήτριον δ' ἔφη [sc. Ἡρακλείδης ὁ Ταραντῖνος] τὸν Βιθυνὸν ἀναλαμβάνοντα τῷ κηρῷ μόνην τὴν χρυσοκόλλαν οὕτως χρῆσθαι. καὶ καλῶς γε ποιῶν ὁ Δημήτριος οὕτως ἐχρῆτο [717.1 κἑ. Περὶ τῶν ὑφ' Ἡρακλείδου γεγραμμένων]: φάρμακο κατὰ τῶν ἑλκῶν) καὶ τὸν Σωρανό, κυρίως: Γυναικ. 2.55 (Περὶ σειριάσεως, ἐν Σημειωτικῷ), 3.2 [3.1 κἑ. Εἰ ἔστιν ἴδια πάθη γυναικῶν] ἡ δὲ ζήτησις εὔχρηστος ἕνεκα τοῦ μαθεῖν, εἰ καὶ ἰδίας τινὸς θεραπείας χρῄζουσιν αἱ γυναῖκες, καὶ γεγένηται διαφωνία· τινὲς μὲν γὰρ ὑπολαμβάνουσιν ἴδια πάθη γίγνεσθαι γυναικῶν, καθάπερ οἱ ἀπὸ τῆς ἐμπειρίας καὶ Διοκλῆς ἐν τῷ πρώτῳ τῶν Γυναικείων καὶ τῶν Ἐρασιστρατείων Ἀθηνίων καὶ Μιλτιάδης, τῶν Ἀσκληπιαδείων δὲ Λούκιος ἐν τῷ τρίτῳ τῶν Χρονίων καὶ Δημήτριος ὁ Ἀπαμεύς, τινὲς δὲ μὴ γίνεσθαι, καθάπερ κατὰ τοὺς πλείστους Ἐρασίστρατος καὶ Ἡρόφιλος, ὡς παρασεσημείωται καὶ Ἀπολλώνιος ὁ Μῦς ἐν τῷ πρώτῳ καὶ τρίτῳ τῶν Περὶ τῆς αἱρέσεως καὶ Ἀσκληπιάδης κατὰ τοὺς πλείστους καὶ ὁ Φιλαλήθης Ἀλέξανδρος Θεμίσων τε καὶ Θεσσαλὸς καὶ οἱ ἀπ' αὐτῶν. (...) πάθη δὲ ἑπτὰ πρῶτα καὶ ἁπλᾶ· διόπερ οὐδὲν ἴδιον ὑποστήσεται πάθος γυναικῶν. (...) καὶ τούτοις μὲν συναινοῦμεν, ἐξαμαρτάνειν δὲ <λέγομεν> τοὺς ἄλλους ταῖς ἀποδείξεσι, 3.19 (3.17 κἑ. Περὶ φλεγμονῆς ὑστέρας, 3.19.1 τῶν μὲν προγενεστέρων τινὲς τὸν ἐναντίον [sc. πόνον] φασὶν ἀλγεῖν βουβῶνα καὶ μηρόν, Δημήτριος δὲ ὁ Ἀπαμεὺς τὸν κατ' εὐθύ· μὴ εἶναι γὰρ πιθανὸν τὰ μὲν πρὸς τῷ φλεγμαίνοντι μέρη μὴ πονεῖν, τὰ δὲ ἀπαθῆ τὰς ἀλγηδόνας ἔχειν, κ.λπ.), 3.43 (Περὶ ῥοῦ γυναικείου, 43.1 κατὰ δὲ Δημήτριον τὸν Ἡροφίλειον «φορὰ ὑγρῶν διὰ μήτρας μετὰ παρεκτάσεως χρόνου», 43.2 διαφοραὶ δὲ αὐτοῦ ..., κατὰ δὲ τὸν Δημήτριον παρὰ τὴν χρόαν καὶ τὴν δύναμιν, κ.λπ.), 4.1-4.5 (Τί ἔστιν δυστοκία, 4.1.1 Οἱ Ἡροφίλειοι, καὶ μάλιστα Δημήτριος, φασὶν δυστοκίαν εἶναι δυσχερῆ τόκον· κατὰ δέ τινας δυστοκία ἐστὶν ἡ μετὰ δυσεργείας ἀποκύησις, 4.1.2 Τίνες αἰτίαι δυστοκίας καὶ κατὰ πόσους τρόπους γίνεται δυστοκία ἐπὶ τῶν παρὰ φύσιν γεννωμένων), 4.2.1 (ὁ δὲ Ἡροφίλειος Δημήτριος ἀντιδιαστέλλεται τοῖς ῥηθεῖσι λέγων τὰ αἴτια τῆς δυστοκίας τὰ μὲν παρ' αὐτὴν εἶναι τὴν τίκτουσαν, τὰ δὲ παρ' αὐτὸ εἶναι τὸ τικτόμενον, τὰ δὲ παρὰ τὸ δι' οὗ ἡ ἔκτεξις γίνεται. [..., 4.5.3-4:] ταῦτα λέγει <Δημήτριος ὁ Ἡροφίλειος>. τούτων οὖν ῥηθέντων τῶν αἰτίων οὐδείς ἐστιν ὁ ἀντερείσας αὐτῷ καὶ ἀντειπών, ἀλλὰ καὶ μαρτυρήσας καὶ στηρίξας αὐτὸν ὡς ἀληθῶς [ἆρα καὶ] λέγοντα· εἰ μὴ ἄρα καὶ δικαίως ἐν τούτῳ μεμψαίμεθα τοὺς <Ἡροφιλείους>, ἐπεὶ δυνάμεις ἐπιτελεστικάς φαμεν ἐν τῷ περὶ νοσημάτων τόπῳ ὑπόστασιν μὴ ἔχειν· οὐδὲ γὰρ αὐτοὶ τὴν οὐσίαν αὐτῶν ὁμολογοῦσιν)· βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. F3.2 σ.λ. Demetrio καὶ F5.22 σ.λ. Δημήτριον. (Στὸ Kleine Pauly6 [σ.λ. Demetrios 33] ὁ Ἀπαμεὺς ἰατρὸς τοποθετεῖται ἀνεπιφύλακτα γύρω στὸ 100 π.Χ. ["Um 100 v. Chr."]. Σὲ κάθε περίπτωση, τὸ denique ... Apollonius [στ. 4-5, σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τοὺς στ. 1 κἑ.] φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ σὲ χρόνους παλαιότερους ὄχι μόνο τοῦ Ἀπολλωνίου [: term. a. quem] ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἀρτεμιδώρου τοῦ γραμματικοῦ [βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λλ.], μᾶλλον δὲ στὸν 2ον παρὰ στὸν 1ον αἰ. π.Χ. πρέπει νὰ τοποθετηθεῖ ἡ ἀκμὴ τοῦ Δημητρίου τοῦ Ἀπαμέως. Κατὰ τὸν von Staden, Heroph.7 κεφ. XVI ("Demetrius of Apamea"), σελ. 509: "This points roughly to some time between the later third century B.C. and the early first century B.C. as the period of Demetrius literary activity". Περισσότερα: ὅ.π., σσ. 505-11, μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.)

3. turbore repentino expavescentes atque percussos: κατὰ τὸν ψευδο-Γαληνό, Ὅροι ἰατρ. XIX 462.11 (§§ υπε´-υπστ´) Ἔκστασίς ἐστιν ὀλιγοχρόνιος μανία καὶ Ἔκπληξίς ἐστι διανοίας ἔκστασις διά τινα ταραχὴν αἰφνίδιον ἔξωθεν. Πβ. Γαλην. Εἰς Ἱππ. Ἀφορ. XVIII1 35.13 κἑ. (κγ´. Ἢν φόβος καὶ δυσθυμίη πολὺν χρόνον ἔχουσα διατελέει, μελαγχολικὸν τὸ τοιοῦτον) Ἐὰν μὴ διά τινας φανερὰς αἰτίας φοβεῖταί τις ἢ δυσθυμῇ φανερῶς ἐστι μελαγχολικὰ καὶ τὰ τοιαῦτα συμπτώματα καὶ μᾶλλον εἰ τύχῃ κεχρονικότα. διὰ μέντοι φανερὰν αἰτίαν ἀρξάμενα, κἄπειτα χρονίζοντα μὴ λανθανέτω σε μελαγχολίαν ἐνδεικνύμενα. καὶ γὰρ καὶ μανία πολλοῖς ἤδη φαίνεται γεγενημένη, διὰ θυμὸν ἢ ὀργὴν ἢ λύπην ἀρξαμένη, αὐτοῦ τοῦ σώματος δηλονότι πρὸς τὸ παθεῖν τὰ παθήματα ταῦτα κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον ἐπιτηδείως ἔχοντος. Βλ. καὶ κατωτ. στ. 4 κἑ. (μὲ σχόλ.. σ.στ. 8-10), πβ. κατωτ. F3 (μὲ σχόλ. σ.στ. 1).

4, 8. oblivione: oblivio εἶναι ἡ λήθη, ἐπιλησμοσύνη, ἀμνησία (Ν.Ε. ἀμνησία, [Μπαμπ. Λεξ.8 1. ΙΑΤΡ.:] «η ολική ή μερική απώλεια τής μνήμης ως αποτέλεσμα τραυματικών ερεθισμάτων ή παθολογικών καταστάσεων»). Ἡ λέξη ἀμνησία ὡς ἰατρικὸς ὅρος ἐμφανίζεται σὲ μεταγενέστερους χρόνους (ἡ λέξη εἶναι ἐν γένει μεταγενέστερη: βλ. LSJ99 σ.λ.)· τὸ ἀμνήμων, ποὺ ἐμφανίζεται ἤδη στὸν Αἰσχύλο (Ἑπτ. 606 θεῶν ἀμνήμοσιν, καὶ Εὐμ. 24 Βρόμιος ἔχει τὸν χῶρον, οὐδ' ἀμνημονῶ) καὶ συχνὰ ἀργότερα μὲ τὴ σημασία κυρίως τοῦ ἐπιλήσμονος καὶ ἀγνώμονος (βλ. LSJ910 σ.λλ. ἀμνήμων καὶ ἀμνημονέω), ἀπαντᾶ σπάνια μὲ τὴ σημασία τοῦ ἀπολέσαντος τὴ μνήμη (Cat. Cod. Astr. VIII1 192.23 Cumont [βλ. LSJ910 Suppl. σ.λ. ἀμνήμων], πβ. Ἀνων. ἰατρ. Π. κατασκ. ἀνθρ. 2.5 καὶ 3.4), καὶ τὰ ἴδια ἰσχύουν γιὰ τὸ ἀμνημοσύνη (μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπώλειας τῆς μνήμης: Cat. Cod. Astr. ὅ.π. καὶ 189.24 [LSJ910 Suppl. σ.λ. ἀμνημοσύνη], κατὰ τοὺς LSJ910 σ.λ. ἀμνημοσύνη καὶ Εὐρ. Ἴων 1100 [δείκνυσι γὰρ ὁ Διὸς ἐκ | παίδων ἀμνημοσύναν], βλ. καὶ Anon. Lond. Iatr. 2.33), πιὸ σπάνια δὲ γιὰ τὸ ἀμνημονῶ (Ἀνων. ἰατρ. Διάγν. 3.39 κἑ. [40] οἱ δὲ μετὰ σπασμῶν ἀναισθητοῦσι μὲν ὁμοίως καὶ ἀμνημονοῦσι καὶ τρέμουσι, ἀναπνοὴν δὲ καὶ σφυγμοὺς ἀτάκτους ἔχουσι, κ.λπ.). Ἀντίθετα, χρησιμοποιοῦνται οἱ ὅροι ἐπιλησμοσύνη (ἐπιλήσμων ἤδη στὸν Ἱπποκράτη, Κω. προγν. 157 οἷσι κεφαλαλγίαι καὶ ἦχοι ἀπυρέτοισι καὶ σκοτοδινίη καὶ φωνῆς βραδυτὴς καὶ νάρκη χειρῶν, ἢ ἀποπλήκτους ἢ ἐπιληπτικοὺς προσδέχου τούτους ἔσεσθαι, ἢ καὶ ἐπιλήσμονας) καὶ –κυρίως– λήθη, περιφραστικὰ δὲ μνήμης ἀπώλειαμνήμης βλάβη (βλ. χαρακτηριστικὰ Γαλην. Π. πεπονθ. τόπ. VIII 149.16 τῆς ἐπιλησμοσύνης, ἢ λήθης, ἢ μνήμης ἀπωλείας ἢ βλάβης, ἢ ὅπως ἄν τις ὀνομάζειν ἐθέλῃ τὸ προκείμενον ἐν τῷ λόγῳ πάθος, ἤ, εἰ μὴ πάθος, ἀλλὰ νόσον, ἢ σύμπτωμα, ἢ ἀρρώστημα, μὲ ἀναφορὰ στὸν Ἀρχιγένη, ποὺ στὴν Ἐπιστολὴ πρὸς Μᾶρσον [Μαυρ. Ἀρχιγ.11 110-14, κ.ἀ.] ὁμιλοῦσε περὶ ἀνακτήσεως μνήμης βεβλαμμένης). Ἡ λήθη, ποὺ ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Ὅμηρο (Β 33 ἀλλὰ σὺ σῇσιν ἔχε φρεσί, μηδέ σε λήθη | αἱρείτω, εὖτ' ἄν σε μελίφρων ὕπνος ἀνήῃ, πβ. Εὐρ. Βάκχ. 282, Ξεν. Οἰκον. 12.11.4 τὸ γὰρ μεθύειν λήθην ἐμποιεῖ πάντων τῶν πράττειν δεομένων, κ.ἄ.) καὶ –προσωποποιημένη– στὸν Ἡσίοδο (Θεογ. 227) φαίνεται νὰ ἐνέχει ἐξ ἀρχῆς καὶ τὴν ἔννοια τῆς παθολογικῆς ἀπώλειας τῆς μνήμης, προσωρινῆς ἢ καὶ μόνιμης. Ὅπως σημειώνει ὁ West (Theog.12 σελ. 230): «227. Λήθην: not the oblivion of death (Sittl; Philippson, p. 14), or "Oblivio beneficiorum, officiorum, legum" (van Lennep; cf. Kroll, R.E. xii 2141, Schwenn, p. 87, H. Fränkel, Dichtung u. Phil., 1st ed., p. 145, differently put id., 2nd ed., p. 114, Wege u. Formen, 2nd ed., p. 332), but simply "forgetfulness" or "negligence"» (κ.λπ., μὲ παραπομπὴ ["for the absolute use"] στὸν Πλάτ. Φίληβ. 63de [τὰς ψυχὰς ἐν αἷς οἰκοῦμεν ταράττουσαι διὰ μανίας | καὶ ... δι' ἀμέλειαν λήθην ἐμποιοῦσαι ... διαφθείρουσιν], κ.ἀ.: βλ. καὶ Ξεν. Ἀπομν. 3.12.6 [καὶ λήθη δὲ καὶ ἀθυμία καὶ δυσκολία καὶ μανία πολλάκις πολλοῖς διὰ τὴν τοῦ σώματος καχεξίαν εἰς τὴν διάνοιαν ἐμπίπτουσιν οὕτως ὥστε καὶ τὰς ἐπιστήμας ἐκβάλλειν: πβ. τὰ ἐδῶ στ. 7-8 et litterarum memoria caruisse oblivione possessum], πβ. Θεογν. 704-5 [Περσεφόνην ... | ἥ τε βροτοῖς παρέχει λήθην βλάπτουσα νόοιο], Σιμων. Ἐπιγρ. 7.25.6, κ.ἄ. πολλά). Ὡς ἰατρικὸς ὅρος ἐμφανίζεται ἤδη στὸν Ἱπποκράτη (Π. ἐπιδημ. 3.3.6 περὶ δὲ τοὺς παροξυσμοὺς λήθη καὶ ἄφεσις καὶ ἀφωνίη, πβ. Προρρ. 1.64 Μετὰ ῥίγεος ἄγνοια, κακόν· κακὸν δὲ καὶ λήθη). Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ σχετικὴ περικοπὴ –μὲ ἀναφορὰ στὸν Πλάτωνα– τοῦ περὶ Ψυχ. δυν. ἔργου τοῦ Γαληνοῦ (IV 787.6 κἑ. εἰ μὲν γὰρ εἶδός ἐστιν ὁμοιομεροῦς σώματος ἡ ψυχή, τὴν ἀπόδειξιν ἐξ αὐτῆς τῆς οὐσίας ἕξομεν ἐπιστημονικωτάτην· εἰ δ' ὑποθοίμεθα ταύτην ἀσώματον εἶναι φύσιν ἰδίαν ἔχουσαν, ὡς ὁ Πλάτων ἔλεγεν, ἀλλὰ τό γε δεσπόζεσθαι καὶ δουλεύειν τῷ σώματι καὶ κατ' αὐτὸν ἐκεῖνον ὁμολογεῖται διά τε τὴν τῶν βρεφῶν ἄνοιαν καὶ τὴν τῶν ἐν γήρᾳ ληρούντων ἔτι τε τῶν εἰς παραφροσύνην ἢ μανίαν ἢ ἐπιλησμοσύνην [ἢ ἄνοιαν] ἀφικνουμένων ἐπὶ φαρμάκων δόσεσιν ἤ τισιν ἐν τῷ σώματι γεννηθεῖσι μοχθηροῖς χυμοῖς. ἄχρι μὲν γὰρ τοῦ λήθην ἢ ἄνοιαν ἢ ἀκινησίαν ἢ ἀναισθησίαν ἕπεσθαι τοῖς εἰρημένοις, ἐμποδίζεσθαι φαίη τις ἂν αὐτὴν ἐνεργεῖν αἷς ἔχει φύσει δυνάμεσιν, κ.λπ.).

4-5. Artemidorum grammaticum: Ἀρτεμίδωρος ὁ γραμματικός (α´ ἥμισυ 1ου αἰ. π.Χ., "first century B.C." κατὰ τὸν von Staden Heroph.7 493 σημ. 41), Ταρσεύς (βλ. Στράβ. 14.5.15). Ὁ Ἐρωτιανὸς μνημονεύει ἑρμηνεία του γιὰ τὴ λέξη λάσιον (Ἱπποκρ. λέξ. σ.λ. λάσιον· ὀθόνιον, ὡς Θεόπομπος ἐν Ὀδυσσεῖ. καὶ Ἀρτεμίδωρος ὁ γραμματικὸς ἐν ταῖς Λέξεσί φησι λινοῦν ὕφος δασὺ εἶναι). Καὶ τὰ ἀρχ. σχόλια στὸν Θεόκριτο ἀποδίδουν σ' αὐτὸν συλλογὴ βουκολικῶν ποιημάτων (σχολιάζοντας ἐπίγραμμα ἀποδιδόμενο σ' αὐτόν [Ἀνθ. Παλ. 9.205: Θεοκρ. Ἐπιγρ. 26* Gow13]: Σχόλ. Θεοκρ. ὅτι καὶ ἐπίγραμμα Ἀρτεμιδώρου γραμματικοῦ φέρεται τόδε ἐπὶ τῇ ἀθροίσει τῶν βουκολικῶν ποιημάτων· «Βωκολικαὶ μοῖσαι σποράδες ποκά, νῦν δ' ἅμα πᾶσαι | ἐντὶ μιᾶς μάνδρας, ἐντὶ μιᾶς ἀγέλας». ὅτι ἐκ τοῦ προειρημένου ἐπιγράμματος Ἀρτεμιδώρου στοχάσαιτ' ἄν τις {ὅτι} διεσπαρμένα ὄντα τὰ βουκολικὰ εἰδύλλια πρότερον αὐτὸν τὸν Ἀρτεμίδωρον συνάξαι καὶ οὕτω συνθεῖναί τε καὶ κατατάξαι· ὃ δὴ καὶ Ἀρίσταρχον ἐν τοῖς Ὁμήρου πεποιηκέναι λέγεται)· βλ. σχετικὰ Lesky ΙΑΕΛ514 1003, East. – Knox ΙΑΕΛ415 801 καὶ 1030 (γιὰ τὸν ὅρο γραμματικὸς βλ. κατωτ. F5.5 σχόλ. σ.λ.).

5. Apollonius: ὁ Ἀπολλώνιος ὁ Κιτιεύς, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὁ ὁποῖος μνημονεύεται στὸ ἴδιο ἔργο τόσο στὰ προηγούμενα, γιὰ τὸ ἴδιο μάλιστα θέμα (Τ5.6 Apollonii Citiensis), ὅσο καὶ στὰ ἑπόμενα (F2.2 Apollonius Citiensis), ἀλλὰ καὶ στὸ Ὀξ. παθ. τοῦ ἴδιου (F3.2-3 Apollonio Citiensi). Ἡ χρονολογικὴ συσχέτιση μὲ τὸν Ἀρτεμίδωρο τὸν γραμματικό (βλ. ἀνωτ.) δὲν ἀποκλείει –ἂν δὲν ἐνισχύει ἔντονα– τὴν ταύτιση αὐτή. Τὸ σύγγραμμα τῶν Θεραπειῶν (καὶ δὴ τὸ δεύτερο βιβλίο του Περὶ ἐπιληπτικῶν: βλ. ἀνωτ. Τ5.6-7) προβάλλει ὡς πιθανὴ πηγὴ τοῦ Καιλίου Αὐρηλιανοῦ καὶ γιὰ τὸ ἐδῶ ἀπόσπασμα.

8-10. melancholiam (...) furore: ὅτι ἡ μελαγχολία εἶναι μορφὴ μανίας δὲν εἶναι προφανῶς μόνο τοῦ Ἀπολλωνίου τοῦ Κιτιέως ἄποψη (ἡ μνεία τοῦ ὀνόματός του γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα ὀφείλεται ἀσφαλῶς στὴν προηγηθεῖσα διήγηση γιὰ τὸν Ἀριστόξενο). Βλ. Γαλην. Εἰς Ἱππ. Ἀφορ. XVIII1 33.13 μανίαν τὴν κυρίως μελαγχολίαν καλεῖ (sc. Ἱπποκράτης) καὶ Π. μελ. χολ. V 133.5 μήτε μελαγχολίαν μήθ' ὅλως μηδεμίαν μανίαν (πβ. Π. πεπονθ. τόπ. VIII 166.8 καθάπερ ἐπὶ μανίας τε καὶ μελαγχολίας, 200.13 αἵ τε μανίαι καὶ αἱ μελαγχολίαι καὶ αἱ μωρώσεις, ἀπώλειαί τε τῆς μνήμης, ἀμυδρότης τε τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν κινήσεων ἐκλύσεις, καὶ 156.14 ὥσπερ γε καὶ ἐπὶ μελαγχολίας καὶ φρενίτιδος καὶ μανίας, ἐπιληψίας τε καὶ ληθάργου κ.λπ., κ.ἄ.)· Ὀρειβ. Ἰατρ. συναγ. 45.30, 42 μανίας τῆς τε ἄλλης καὶ μελαγχολίας, καὶ 45 μελαγχολίαν τε ἰῶνται καὶ πᾶσαν μανίαν ἄλλην (πβ. 50 μελαγχολίαν καὶ μανίαν καὶ ὅσα περὶ κεφαλὴν κεχρονισμένα γίνεται [κ.λπ.], 7.26.177 νοσήμασι ... ἁρμόζει μανίαις, μελαγχολίαις, ποδάλγαις [κ.λπ.], κ.ἀ.)· Θεοφ. Πρωτοσπ. Εἰς Ἱππ. Ἀφορ. 2, 496.21 νῦν μανίαν τὴν μελαγχολίαν λέγει καταχρώμενος, ἥτις ἐπὶ μελαγχολικῷ χυμῷ γίνεται· ἡ γὰρ κυρίως μανία ἔκστασίς ἐστι τοῦ λογισμοῦ ἐπὶ ξανθῇ χολῇ γινομένη (372.15 ἡ μὲν μανία ἀπὸ ξανθοχολικῆς, ἡ δὲ μελαγχολία ἀπὸ μελαίνης γίνεται χολῆς). Πβ. ψ.-Γαλην. Εἰσαγ. XIV 740.12 τῆς δὲ περὶ τὴν διάνοιαν ἐκστάσεως, δύο μὲν τὰ ἐξέχοντα εἴδη, μανία τε καὶ μελαγχολία. πολλαὶ δὲ καὶ ἐν τούτοις αἱ διαφοραί, ἀκατωνόμαστοι οὖσαι. συνίσταται μὲν οὖν περὶ κεφαλὴν πᾶσαν ἔκστασις διανοίας. αἰτία δὲ τῆς μὲν μανίας ξανθὴ χολή. διὰ τοῦτο ταραχώδεις καὶ ἔκφοροι καὶ πρόχειροι ὑβρισταί τε οἱ τούτῳ ἐχόμενοι τῷ πάθει. τῆς δὲ μελαγχολίας αἰτία μέλαινα χολή, ψυχρότερος χυμὸς καὶ ζοφώδης. διὸ ζοφοειδεῖς τέ εἰσι καὶ δύσθυμοι οἱ τοιοῦτοι. ὕποπτοι δὲ εἰς πάντα καὶ μισάνθρωποί τε καὶ ἐρημίαις χαίροντες (κ.λπ.)· καὶ Ὅροι ἰατρ. XIX 416.7 (σμστ´.) Μανία ἐστὶν ἔκστασις τῆς διανοίας καὶ παραλλαγὴ τῶν νομίμων καὶ τῶν ἐν τῷ ὑγιαίνειν ἐθῶν ἄνευ πυρετοῦ. (σμζ´.) Μελαγχολία ἐστὶ πάθος βλάπτον τὴν γνώμην μετὰ δυσθυμίας ἰσχυρᾶς καὶ ἀποστροφῆς τῶν φιλτάτων γιγνόμενον ἄνευ τοῦ πυρετοῦ. τισὶ δὲ αὐτῶν καὶ χολὴ προσγινομένη πολλὴ μέλαινα βλάπτει στόμαχον, ὥστε καὶ ἀπεμεῖσθαι καὶ οὕτως τὴν γνώμην συγκακοῦσθαι. Κεφάλαια περὶ μανίας ἢ/καὶ περὶ μελαγχολίας (μὲ ἔμφαση κατὰ κανόνα στὶς διαφορές) ἔχουν συντεθεῖ οὐκ ὀλίγα: Ὀρειβ. Σύν. Εὐστ. 8.7 Περὶ μανίας· ἐκ τῶν Φιλουμένου· Ἀέτ. Λόγ. ἰατρ. 6.8 Περὶ μανίας ἐκ τῶν Ἀρχιγένους καὶ Ποσειδωνίου καὶ 6.14 Θεραπεία μελαγχολικῶν (περίλ. 6.14 Περὶ μελαγχολίας ἐκ τῶν Γαληνοῦ καὶ Ῥούφου καὶ Ποσειδωνίου, πβ. 3.115 Ἱερὰ Ἀρχιγένους ἐκ τῆς πρὸς Μᾶρσον ἐπιστολῆς περὶ μελαγχολίας [Μαυρ. Ἀρχιγ.11 116-19, κ.ἀ.] καὶ 3.116 Ἱερὰ Ῥούφου ἐκ τῶν περὶ μελαγχολίας)· Παύλ. Αἰγιν. Ἐπιτ. ἰατρ. 3.14 Περὶ μελαγχολίας καὶ μανίας καὶ ἐνθεαστικῶν (1 Ἡ μελαγχολία παραφροσύνη τίς ἐστιν ἄνευ πυρετοῦ κ.λπ., 2 Θεραπεία μελαγχολίας, 3 Θεραπεία μανίας), καὶ Παύλ. Νικ. Π. διαφ. παθ. 21 Περὶ μελαγχολίας καὶ 22 Περὶ μανίας [Ieraci Bio σσ. 80-83]· Λέ. ἰατρ. Σύν. ἰατρ. 2.13 Περὶ μελαγχολίας καὶ 2.14 Περὶ μανίας. Περισσότερα: Χάρις Ιωαννίδου, Μελαγχολία (η αρχαία ελληνική άποψη)16, Αθήνα (Γρηγόρης) 2006.

  1. Nachmanson, E. (1918), Erotiani Vocum Hippocraticarum collectio (cum fragmentis), Collectio scriptorum veterum Upsaliensis Göteborg-Uppsala.
  2. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.
  3. Burkert, W. (1994), Μυστηριακές Λατρεῖες τῆς Ἀρχαιότητας, μτφρ. Ματθαίου, Ε. Ἀθήνα.
  4. Pollak, K. (2005), Ἡ ἰατρικὴ στὴν ἀρχαιότητα. Ἑλλάδα – Ρώμη – Βυζάντιο. Ἡ ἰατρικὴ στὴ Βίβλο καὶ τὸ Ταλμούδ, Ἀθήνα.
  5. Μανιάτης, Π. (2002), Ιστορία της Ιατρικής (Από τους προϊστορικούς χρόνους έως σήμερα), Καισαριανή.
  6. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  7. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .a↑ b↑
  8. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.
  9. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  10. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  11. Μαυρουδῆς, Α. Δ. (2000), Ἀρχιγένης Φιλίππου Ἀπαμεύς: Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα ἑνὸς Ἕλληνα γιατροῦ στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, Πονήματα: Συμβολὲς στὴν ἔρευνα τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Λατινικῆς Γραμματείας,3 Ἀθῆναι.a↑ b↑
  12. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.
  13. Gow, A. S. F. (1965), The Greek Anthology: Hellenistic Epigrams., Vols. I-II, Cambridge .
  14. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  15. Χριστοδούλου, Μ. Ν. (1978), Quaestiones de Cypriorum dialecto / Γλωσσικαὶ περὶ Κύπρου πραγματεῖαι τοῦ ΙΘ΄ αἰῶνος, Κυπριολογικὴ Βιβλιοθήκη ἐκδιδομένη ἐπιμελείᾳ Θ. Παπαδοπούλλου Λευκωσία.
  16. Ιωαννίδου, Χ. (2006), Μελαγχολία (η αρχαία ελληνική άποψη), Αθήνα.