You are here

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Please add a search word

Μὲ τὸν τίτλο ΟΜΗΡΟΥ ΥΜΝΟΙ εἶναι γνωστὴ μιὰ ἀρχαία συλλογὴ ὕμνων1 Ὁμηρικῆς τεχνοτροπίας, ποὺ συχνὰ χαρακτηρίζονται ὡς προοίμια2 καὶ ἡ ἔκτασή τους ποικίλλει ἀπὸ 3 στίχους (ὁ ὑπ' ἀρ. XIII. Εἰς Δημήτραν) μέχρι 580 (ὁ ὑπ. ἀρ. IV. Εἰς Ἑρμῆν). Μεγάλοι ὕμνοι εἶναι οἱ ὑπ' ἀρ. II. (Εἰς Δημήτραν, 495 στ.), III. (Εἰς Ἀπόλλωνα, 546 στ.), IV. (Εἰς Ἑρμῆν, 580 στ.), V. (Εἰς Ἀφροδίτην, 293 στ.), ἐνῶ ἐκτε­ταμένος πρέπει νὰ ἦταν, ὅπως δείχνει καὶ ἡ σειρά του στὴ συλλογή, καὶ ὁ ὑπ' ἀρ. I. (Εἰς Διόνυσον), ποὺ σώθηκε ἀποσπασματικά. Ἡ ἀρχὴ τοῦ 1ου ὕμνου λείπει, μαζὶ καὶ ὁ τίτλος του. Τὸ ὄνομα τοῦ Ὁμήρου διαβάζεται ἢ ὑπονοεῖται στοὺς τίτλους τῶν ἑπόμενων ὕμνων: II. τοῦ αὐτοῦ (δηλ. τοῦ Ὁμήρου) ὕμνοι εἰς τὴν Δήμητραν, III. τοῦ αὐτοῦ Ὁμήρου ὕμνοι εἰς Ἀπόλλωνα ἢ (σ' ἄλλους κώδικες) Ὁμήρου ὕμνος εἰς Ἀπόλλωνα Ὕμνος Ὁμήρου εἰς τὸν Ἀπόλλωνα, IV. τοῦ αὐτοῦ ὕμνοι εἰς Ἑρμῆν (κ.τ.τ.), V. (5 Υ1) τοῦ αὐτοῦ Ὁμήρου ὕμνος εἰς Ἀφροδίτην, VI. (5 Υ2) τοῦ αὐτοῦ εἰς τὴν αὐτὴν Ἀφροδίτην κ.λπ., γιὰ νὰ κλείσει ἡ συλλογὴ μὲ τὴ φράση τέλος τῶν ὕμνων Ὁμήρου τέλος τῶν Ὁμήρου ὕμνων. Ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, ἔτσι, ὅλοι οἱ ὕμνοι ἀποδίδονται στὸν Ὅμηρο, κατὰ τὴ γνωστὴ συνήθεια τῶν ἀρχαίων νὰ συνδέουν τὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου ἀοιδοῦ μὲ ὅλη σχεδὸν τὴν ἑξάμετρη ἀρχαϊκὴ ἡρωικὴ ποίηση. Μόνο ὁ ὕμνος Εἰς Ἀπόλλωνα συνδέεται μὲ τὸ ὄνομα κάποιου ἄλλου ποιητῆ στὴν ἀρχαιότητα (ἀπὸ τὸν σχολιαστὴ τοῦ Πινδάρου, Νεμ. 2.1), τὸ ὄνομα τοῦ Κύναιθου, ἀρχηγοῦ σχολῆς ραψωδῶν ποὺ στὴν 69η Ὀλυμπιάδα (504-1 π.Χ.) ἀπάγγειλε Ὅμηρο στὶς Συρακοῦσες, καὶ ποὺ μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ συν­δέεται μὲ τὸ ἀρχικὸ στάδιο σύνθεσης τοῦ Ὕμνου3. Στὸν ἴδιο τοῦτον ὕμνο ἀναφέ­ρονται οἱ περίφημοι στίχοι (169 κἑ.) ποὺ ὤθησαν πολλοὺς στὴν ἀπόδοσή του στὸν Ὅμηρο καὶ στὴ θεωρία ὅτι ὁ μέγας ἀοιδὸς ἦταν ἀπὸ τὴ Χίο καὶ τυφλός: ὦ Μοῦσαι, τίς δ' ὔμμιν ἀνὴρ ἥδιστος ἀοιδῶν (...) | (...) Τυφλὸς ἀνήρ, οἰκεῖ δὲ Χίωι ἔνι παιπαλοέσσηι (: Ποιός εἶναι, Μοῦσες, ὁ πιὸ γλυκόλαλος ἀοιδός; | Τυφλὸς ἄντρας, καὶ κατοικεῖ στὴν κακοτράχαλη τὴ Χίο)4. Ἡ σύγχρονη ἔρευνα μὲ ἐλάχιστες ἐξαι­ρέσεις, κυρίως ὅσον ἀφορᾶ στὸν ὕμνο V (5 Υ1) Εἰς Ἀφροδίτην, δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀπόδοσή τους στὸν Ὅμηρο5, ἀλλὰ τοὺς θεωρεῖ μεταγενέστερους. Ἡ ἀπόδο­σή τους ὅμως σὲ συγκεκριμένο ποιητὴ παραμένει ἰδιαίτερα προβληματική, ὅπως καὶ ὁ τόπος καὶ ὁ χρόνος σύνθεσής τους6, καθὼς κατὰ κανόνα ἀπουσιάζουν οἱ ἐξωτερικὲς μαρτυρίες καὶ οἱ ἄμεσες ἐσωτερικὲς ἐνδείξεις ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ χρησιμεύσουν ὡς term. post quem ἢ ante quem (ὡς βάση, γενικά, χρονολόγησης), κυρίως γιατὶ ἐντάσσονται ὀργανικὰ στὴν ὅλη παράδοση τῆς «προφορικῆς» ραψωδικῆς ἡρωικῆς ποίησης, τῆς oral poetry ἢ poésie orale, ὅπου κυριαρχοῦν τὰ τυπικὰ ἢ τυποποιημένα στοιχεῖα ἢ λογότυπα (formulae), μὲ τὶς συχνὲς ἐπαναλήψεις τυπικῶν φράσεων ἢ τυπικῶν (ἐπαναλαμβανόμενων) στίχων ἢ τυπικῶν σκηνῶν ὁλόκληρων7. Ἀπὸ τὸν 7ον αἰώνα (ἴσως καὶ τὸν 8ο, κατὰ μερικούς) ὣς καὶ τὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχή8 –σὲ ἀκραῖες περιπτώσεις– εἶναι τὰ εὐρύτατα χρονικὰ πλαίσια μέσα στὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ κινηθεῖ ἡ ἔρευνα.

       Ἡ παράλληλη ἐξέταση τῆς ΔΟΜΗΣ καὶ τοῦ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ τῶν Ὁμηρικῶν ὕμνων ὁδηγεῖ εὔκολα στὸ συμπέρασμα ὅτι πρόκειται γιὰ ποιητικὸ εἶδος μὲ σταθερὰ κύρια χαρακτηριστικά9.

       Οἱ ΥΜΝΟΙ (ὕμνοι σὲ θεότητες, καὶ –σπάνια– σὲ ἡμιθέους, μὲ ἐξαίρεση τὸν τελευταῖο Εἰς ξένους) ἀποτελοῦνται ἀπὸ τρία μέρη: ΑΡΧΗ (ΠΡΟΟΙΜΙΟ), ΜΕΣΟ (ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ) καὶ ΤΕΛΟΣ (ΕΠΙΛΟΓΟΣ).

       Στὸ κατὰ κανόνα πολὺ σύντομο ΠΡΟΟΙΜΙΟ ἐμφανίζεται στὸν πρῶτο στίχο τὸ ΟΝΟΜΑ τοῦ ἐξυμνουμένου σὲ αἰτ., ἕνα ΠΑΡΑΘΕΜΑ (μὲ βασικὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ὑμνουμένου) καὶ τὸ ΕΠΙΚΛΗΤΙΚΟ ΡΗΜΑ (συνήθως τὸ ἄειδε, ἢ ἀείδω καὶ ἀείσομαι ἄισομαι σὲ προστ. ἢ ὁριστ. ἐνεστ. ἢ μέλλοντα). Ἀκολουθεῖ ἕνα «ΠΕΡΙ­ΓΡΑΦΙΚΟ» ἢ ἕνα «ΜΥΘΙΚΟ ἢ ΕΠΙΚΟ» μέρος (pars epica) ἢ καὶ τὰ δύο, χωρίζοντας ἔτσι τοὺς ὕμνους σὲ «περιγραφικοὺς» ἢ «μυθικοὺς» ἢ «μεικτούς». Στὴν τρίτη περίπτωση ἕνα σχῆμα Priamel (κατὰ κανόνα τῆς μορφῆς: ἄλλος κάνει ἢ λέει ἐκεῖνο, ἄλλος ἐτοῦτο κ.λπ., ἐγὼ κάνω ἢ λέω αὐτό) συνδέει συχνὰ ὡς γέφυρα τὸ περιγραφικὸ καὶ τὸ μυθικὸ μέρος. Πολλοὶ μύθοι περιλαμβάνουν τὴ γέννηση τῆς θεότητας, μὲ τὰ «ἐπιφάνιά» της νὰ συνοδεύουν πάντα τὴ γέννηση. Τὸ τέλος τοῦ μυθικοῦ μέρους μπορεῖ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ μιὰ προέκταση (prolongation), ποὺ συνδέει τὸ παρελθὸν (τὸν μύθο) μὲ τὸ παρόν (τὴν ἐφαρμογή του). Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ, τέλος, περιλαμβάνει μέχρι καὶ τρία στοιχεῖα (συχνὰ καὶ τὰ τρία), μὲ τὴν ἀκόλουθη σειρά: (α΄) ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ (συνήθως μὲ τὸ ρῆμα Χαῖρε) τοῦ ἐξυμνου­μένου καὶ ἕνα σύντομο παράθεμα (σὲ μισὸ ἢ ἕνα στίχο ὅλα, μὲ τρεῖς μόνο ἐξαιρέσεις), (β΄) ΠΡΟΣΕΥΧΗ ἢ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ, συχνὰ μὲ ἀναφορὰ στὸ τραγούδι (δὸς δ' ἱμερόεσσαν ἀοιδήν), καὶ (γ΄) ΑΝΑΦΟΡΑ γιὰ μετάβαση σὲ ἄλλον ὕμνο (συνήθως μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς τυπικοὺς στίχους: σεῦ δ' ἐγὼ ἀρξάμενος μεταβήσομαι ἄλλον εἰς ὕμνον, ἢ αὐτὰρ ἐγὼ καὶ σεῖο (ἢ ὑμέων τε) καὶ ἄλλης μνήσομ' ἀοιδῆς).

Ο ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΥΜΝΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ, ὁ ὑπ' ἀρ. Χ. (κατωτ. 5 Υ3) εἶναι ἕνας σύντομος καὶ λίαν περιεκτικὸς –ἐκτάσεως 6 μόνο στίχων– περιγραφικὸς ὕμνος: Στὸν πρῶτο στίχο τὸ ὄνομα τῆς ἐξυμνούμενης θεᾶς (Κυπρογενῆ Κυθέρειαν), τὸ ρῆμα (ἀείσομαι) καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ παραθέματος (ἥ τε βροτοῖσι), ποὺ συνεχίζεται καὶ ὁλοκληρώνεται στοὺς στ. 2-3 (: εὐπρόσδεκτα προσφέρει δῶρα, καὶ μὲ τὸ ποθητό της πρόσωπο | πάντα μειδιᾶ καὶ μὲ λουλούδι ποθητὸ ὁμοιάζει). Ἕνα κύριο μέρος συνοπτικό, λακωνικό, μὲ ἀναφορὰ στὰ εὐπρόσδεκτα στοὺς βροτοὺς δῶρα τῆς Ἀφροδίτης, καὶ μ' ἕναν λυρισμὸ ἀξιο­πρόσεκτο, ποὺ θυμίζει ἄλλες στιγμὲς τὸν Ὅμηρο κι ἄλλες τὴ Σαπφὼ καὶ τὸν Μίμνερμο καὶ τὸν Ἀλκμάνα. (Μυθικὸ μέρος δὲν ὑπάρχει στὸν ὕμνο.) Ἀκολουθεῖ ὁ ἐπίλογος, σὲ τρεῖς ἐπίσης στίχους, ὅπου ἀπαντοῦν καὶ τὰ τρία χαρακτηριστικὰ ποὺ ἔχουμε ἐπισημάνει, μὲ τὴν κανονικὴ σειρά: (α΄) Ὁ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ (Χαῖρε θεὰ) μὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ παράθεμα (Σαλαμῖνος ἐϋκτιμένης μεδέουσα | εἰναλίης τε Κύπρου), (β΄) ἡ ΕΥΧΗ (δὸς δ' ἱμερόεσσαν ἀοιδήν), καὶ (γ΄) ἡ ἀναφορὰ στὸ ἔργο τοῦ ποιητῆ (μὲ τὸν συχνὰ ἐπαναλαμβανόμενο τυπικὸ στίχο αὐτὰρ ἐγὼ καὶ σεῖο καὶ ἄλλης μνήσομ' ἀοιδῆς). Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι τὸ χαρακτηριστικὸ γιὰ τὴν ὑμνούμενη θεὰ παράθεμα, ποὺ συνοδεύει τὸν χαιρετισμό, ἐδῶ –κατὰ τρόπο μοναδικό, ποὺ μόνο μὲ τὸν μεγάλον ὕμνο στὴν Ἀφροδίτη μπορεῖ νὰ παραβληθεῖ κατὰ ἕνα μέρος– ἀναφέρεται στὴ Σαλαμίνα καὶ σ' ὅλη τὴν Κύπρο, καὶ ἐπεκτείνεται –μὴ κανονικὰ– στὸ α΄ μισὸ τοῦ β΄ στίχου, μὲ τὴ φράση εἰναλίης τε Κύπρου, δείχνοντας προφανῶς πρόθεση τοῦ ποιητῆ νὰ ἐνισχύσει τὸ Σαλαμῖνος ἐϋκτιμένης μεδέουσα τοῦ α΄ στίχου.

       Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἐδῶ ἡ ἐπανάληψη τῶν λέξεων ἱμερτός (στ. 2 ἐφ' ἱμερτῶι ... προσώπωι, στ. 3 ἐφ' ἱμερτὸν ἄνθος, πβ. στ. 5 δὸς δ' ἱμερόεσσαν ἀοιδήν) καὶ ἀείδω / ἀοιδή (στ. 1 ἀείσομαι, στ. 5 ἱμερόεσσαν ἀοιδήν καὶ στ. 6 καὶ ἄλλης μνήσομ' ἀοιδῆς): ὁ ἵμερος (ὁ πόθος τῆς Ἀφροδίτης, τοῦ ἔρωτα) καὶ ἡ ἀοιδή (τὸ τρα­γούδι ποὺ ξεσηκώνει τὸν πόθο), δίνουν τὸν τόνο στὸ ποίημα περίτεχνα συνται­ριασμένα στὸν στ. 5 σὲ μιὰ φράση, τὴν ἱμερόεσσαν ἀοιδήν (τὸ ποθοτρόφο τραγού­δι). Σὲ λίγους στίχους πάμπολλα, δοσμένα ἐπιγραμματικὰ ὅσα θὰ συναντή­ου­με στοὺς ἄλλους δυὸ μεγαλύτερους ὕμνους στὴν Ἀφροδίτη. Νὰ πρόκειται γιὰ τὸν πρόλογο καὶ τὸν ἐπίλογο ἑνὸς μεγαλύτερου ὕμνου, δὲν ἀποκλείεται. Φαίνεται ὅμως εὔλογο νὰ δεχτεῖ κανεὶς πὼς πρόκειται γιὰ ἀληθινὸ προοίμιον, ποὺ ραψωδοῦνταν πρὶν ἀπὸ ἄλλα μεγαλύτερα ἄσματα (στὴν προκειμένη περίπτωση πιθανῶς σε ποιητικὸν ἀγώνα, ὅπως καὶ ὁ ὕμνος ὑπ' ἀρ. VI: κατωτ. 5 Υ2)10.

       Ἀπὸ τὰ  τ υ π ι κ ὰ  σ τ ο ι χ ε ῖ α τοῦ σύντομου αὐτοῦ ὕμνου ἀξιομνημό­νευτος εἶναι ὁ στ. 4 Χαῖρε θεὰ Σαλαμῖνος ἐϋκτιμένης μεδέουσα, ποὺ ἀπαντᾶ σχεδὸν αὐτούσιος στὸν μεγάλον ὕμνο V. Εἰς Ἀφρ. (κατωτ. 5 Υ1) –στ. 292 Χαῖρε θεὰ Κύπροιο ἐϋκτιμένης μεδέουσα– καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ, γεγονὸς ποὺ σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τῆς oral poetry εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό, καὶ ἀποδεικνύει σ τ ε ν ὴ  σ υ ν ά φ ε ι α τῶν δύο αὐτῶν ὕμνων. Τυπικὸς εἶναι καὶ ὁ τελευταῖος στίχος (6 αὐτὰρ ἐγὼ καὶ σεῖο καὶ ἄλλης μνήσομ' ἀοιδῆς), ποὺ ἀπαντᾶ αὐτούσιος στὸν ὑπ' ἀρ. VI. (Υ2) Εἰς Ἀφρ. (τελευταῖος στ., 21) ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους 6 ὕμνους (ΙΙ.495, ΙΙΙ.546, IV.580, XIX.49, XXVIII.18, XXX.19), ἐλαφρὰ δὲ μεταπλασμένος (αὐτὰρ ἐγὼν ὑμέων τε καὶ ἄλλης μνήσομ' ἀοιδῆς) σὲ ἄλλους 4 (XXV.7, XXVIII.22, XXIX.14, XXXIII.19), καὶ ἔτσι δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ συμπεράνει κανεὶς ὁτιδήποτε γιὰ τὴν ἀρχικὴ προέλευσή του. Σημαντικὲς ἀπ' αὐτὴ τὴν ἄποψη εἶναι οἱ τυπικὲς φράσεις (α΄) Κυπρογενῆ Κυθέρειαν, (β΄) εἰναλίης Κύπρου, (γ΄) Σαλαμῖνος ἐϋκτιμένης, ποὺ μποροῦν –σύμφωνα πάντα μὲ τοὺς κανόνες τῆς oral poetry– νὰ μᾶς ὁδηγήσουν σὲ λίαν ἀξιοσημείωτα συμπεράσματα σὲ σχέση μὲ τὸν Ὅμηρο καὶ –κυρίως– τὸν Ἡσίοδο, τὸν Κύπριο χρησμολόγο Εὖκλο καὶ τοὺς λοιποὺς Ὁμηρικοὺς ὕμνους Εἰς Ἀφροδίτην: Ἡ φράση Κυπρογενῆ Κυθέρειαν εἶναι μοναδική, πλασμένη πιθανῶς ad hoc κατὰ τὴν τυπικὴ φράση ἐϋστέφανον Κυθέρειαν, ποὺ ἀπαντᾶ στὴ Θεογονία τοῦ Ἡσιόδου δυὸ φορὲς (στ. 196: σὲ αἰτ., καὶ 1008: σὲ ὀνομ.), δυὸ φορὲς στὴν Ὀδύσσεια (θ 288 καὶ σ 193) καὶ τρεῖς στὸν μεγάλον ὕμνο (V.: Υ1) Εἰς Ἀφρ., στ. 6 καὶ 175 (σὲ γεν.) καὶ 287 (σὲ δοτ.). Τὰ χωρία τῆς Θεογονίας τοῦ Ἡσιόδου ποὺ ἀναφέρθηκαν εἶναι καὶ τὰ δυὸ ἄμεσου ἐνδιαφέρον­τος. Τὸ δεύτερο στὴ σειρὰ καὶ πιὸ σύντομο (στ. 1008-10), γιὰ τὸν ἔρωτα τῆς Ἀφρο­δίτης μὲ τὸν Ἀγχίση καὶ τὴ γέννηση τοῦ Αἰνεία, φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ τὸ σπέρμα γιὰ τὸν μεγάλον ὕμνο Εἰς Ἀφρ. καὶ ἀναλύεται στὴ συνέχεια σὲ σχέση μ' ἐκεῖνον (ἐδῶ σχολιάζεται μόνο ἡ τυπικὴ φράση ἐϋστέφανον Κυθέρειαν). Τὸ δεύτερο καὶ ἐκτενέστερο ἀπόσπασμα (στ. 188-206), γιὰ τὴ γέννηση τῆς Ἀφροδίτης ἀπὸ τοὺς ἀφροὺς τῆς θάλασσας στὴν Κύπρο καὶ τὸν ρόλο τῆς θεᾶς τοῦ πόθου (Ἱμέρου) καὶ τοῦ ἔρωτα, σχετίζεται πολλαπλὰ καὶ μὲ τοὺς τρεῖς Ὁμηρικοὺς ὕμνους στὴν Ἀφροδίτη (καὶ σχολιάζεται ἐπίσης στὴ συνέχεια, πέρα ἀπὸ τὸν ἐδῶ συσχετισμὸ μὲ τὰ λογότυπα τοῦ μικροῦ Ὁμηρικοῦ ὕμνου ποὺ ἐξετάζουμε). Τὰ δύο στοιχεῖα τῆς φράσης Κυπρογενῆ Κυθέρειαν ἀπαντοῦν στὸ χωρίο αὐτὸ τοῦ Ἡσιόδου. Τῶν στ. 198-99 ἡ ἀρχὴ σὲ συνένωση δίνει –κατὰ τὴν τυπικὴ φράση (τοῦ στ. 196) ἐϋστέφανον Κυθέρειαν– τὴν Κυπρογενῆ Κυθέρειαν (θρέφθη· ἀτὰρ Κυθέρειαν (...) | Κυπρογενέα), μὲ τὴν αἰτ. Κυπρογενῆ στὴ θέση τοῦ μετρικῶς ἰσοδύναμου θρέφθη· ἀτὰρ καὶ σὲ συναίρεση, πράγμα ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ὑπόθεση γιὰ ἐπίδραση τοῦ ποιητῆ τῆς Θεογονίας στὸν ποιητὴ τοῦ μικροῦ ὕμνου Εἰς Ἀφρ. (X.: Υ3). Ἡ ὑπόθεση αὐτὴ ἐνισχύεται τόσο ἀπὸ τὴν παρουσία στὸ παραπάνω ἀπόσπασμα τοῦ Ἡσιόδου (στ. 201) τῆς λέξεως Ἵμερος (λέξη κλειδί, ὅπως εἴδαμε, στὸν ὕμνο μας) ὅσο καὶ ἀπὸ τὶς τυπικὲς φράσεις περίρρυτον (...) Κύπρον (στ. 193) καὶ περικλύστωι (...) Κύπρωι, ποὺ –γιὰ λόγους μετρικοὺς τουλάχιστον– ἐξελίσσονται στὸ εἰναλίης τε Κύπρου. Ὅτι ἡ τελευταία formula εἶναι μεταγενέστερη μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε –μὲ τὴ βεβαιότητα ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει κανεὶς μιλώντας γιὰ ἀνάλογα Ὁμηρικὰ προβλήματα– ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Ὁμηρικὸ ἐπίθ. εἰνάλιος (στὴν κυριολεξία: ὁ ἐν τῇ θαλάσσῃ, μέσα στὴ θάλασσα) ἐδῶ χρησιμοποιεῖται γιὰ νησί, γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι καταλληλότερο τόσο τὸ περίρρυτος ὅσο καὶ τὸ περίκλυ­στος (τοῦ Ἡσιόδου). Πιὸ σημαντικὸ ὅμως εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ τυπικὴ φράση ἀπαντᾶ ἐπίσης στὸν ὕμνο VI. (Υ2) Εἰς Ἀφρ., στ. 1-2 πάσης Κύπρου (...) | εἰναλίης, καὶ στὸ μοναδικὸ σωζόμενο ἀπόσπασμα τοῦ Κύπριου χρησμολόγου Εὔκλου (2 F2.5 [στ. 1] ἐν εἰναλίηι Κύπρωι, καὶ μόνον ἐδῶ: σὲ 2 ἀπὸ τοὺς 3 Ὁμηρικοὺς ὕμνους Εἰς Ἀφρ. καὶ στὸ βεβαιωμένα Κυπριακὸ ἀπόσπασμα τοῦ Εὔκλου), γεγονὸς φυσικὰ ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικό, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὴ σχέση τῶν δύο αὐτῶν Ὁμηρικῶν ὕμνων στὴν Ἀφροδίτη. Ἡ γ΄ τυπικὴ φράση, Σαλαμῖνος ἐϋκτιμένης (στ. 4), ὁδηγεῖ, μὲ τὸν στίχον ὁλόκληρο, στὸν ἐπίλογο τοῦ μεγάλου ὕμνου V. (Υ1) Εἰς Ἀφρ. (στ. 292), ὅπου ἡ παράλληλη φράση Κύπροιο ἐϋκτιμένης (φράσεις ποὺ πλάστηκαν ἡ μιὰ κατ' ἐπίδραση τῆς ἄλλης ἢ παράλ­ληλα, μὲ βάση ἀνάλογες Ὁμηρικὲς φράσεις)· κι ἂν ὄντως τὸ πολυκτεάνοιο ... Σαλαμῖνος τοῦ Εὔκλου (2 F1.7 στ. 3) ἀναφέρεται στὴ δική του πατρίδα, ἡ ὑπόθεση γιὰ σχέση τοῦ Κύπριου χρησμολόγου μὲ τοὺς δύο αὐτοὺς ὕμνους ἀποκτᾶ ἔτσι πρόσθετο ἔρεισμα.

       Ἡ προφανὴς ἐπίδραση τοῦ Ἡσιόδου (κατὰ πρῶτον λόγο) καὶ ἡ πιθανὴ ἐπίδραση τοῦ Ὁμήρου (κατὰ δεύτερο λόγο) στὸν προκείμενο μικρὸν ὕμνον Εἰς Ἀφροδίτην, μᾶς δίνει τουλάχιστο ἕνα term. post quem γιὰ τὴ χρονολόγησή του. Ἡ πιθανὴ σχέση του μὲ τὸν Κύπριο χρησμολόγο Εὖκλο καὶ μὲ τοὺς λοιποὺς ὕμνους Εἰς Ἀφροδίτην φαίνεται πρόδηλη καὶ προκλητική (γιὰ περαιτέρω ἐξήγηση). Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ἀναφορὰ τῆς Κύπρου ἔμμεσα στὸν πρῶτο στίχο (στὴν πρώτη του λέξη: Κυπρογενῆ) καὶ ἄμεσα καὶ ρητὰ ΣΤΟΝ ΕΠΙΛΟΓΟ: Σαλαμῖνος ἐϋκτιμένης μεδέουσα | εἰναλίης τε Κύπρου11, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ὁδηγήσει τὰ βήματά μας στὴν Κύπρο. Σὲ καμμιὰν ἄλλη περίπτωση, ἀπὸ ὅσα ξέρουμε, καὶ σὲ κανέναν ἄλλον ὕμνο εἰδικότερα (μὲ μερικὴ ἐξαίρεση τὸν μεγάλον ὕμνο Εἰς Ἀφροδίτην), δὲν παρατηρεῖται παρόμοιο φαινόμενο. Νὰ τραγουδᾶς στὸν ἐπίλογο «Χαῖρε θεὰ ποὺ τὴν καλοκτισμένη Σαλαμίνα γνοιάζεσαι | καὶ τὴν Κύπρο τὴ θαλασσόβρε­χτη· δός μου τραγούδι ποθοτρόφο. | Κι ἐγὼ καὶ μ' ἄλλο μου τραγούδι θὰ σὲ ὑμνή­σω», καὶ νὰ βρίσκεσαι στὴν Ἰωνία ἢ στὴ Βοιωτία ἢ στὰ Κύθηρα, δὲν εἶναι εὔλογο. Μὲ ποσοστὰ βεβαιότητας ἀρκετὰ ὑψηλὰ γιὰ πτυχὲς τοῦ Ὁμηρικοῦ προβλήματος, μποροῦμε νὰ ὑποστηρίξουμε πὼς ὁ ὕμνος αὐτὸς τουλάχιστο τραγουδιόταν –ἂν δὲν συντέθηκε– μὲ τὴ μορφὴ αὐτὴ στὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου, πιθανότατα σὲ ποιτικοὺς ἀγῶνες, ποὺ ποικίλες ἐνδείξεις μᾶς πείθουν ὅτι γίνονταν ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια στὴν Κύπρο (καὶ ἐπιβίωση τῶν ὁποίων ἀποτελοῦν οἱ σημερι­νοὶ ποιητικοὶ-μουσικοὶ ἀγῶνες τῶν ποιητάρηδων στὴ γιορτὴ τοῦ Κατακλυσμοῦ στὴν Κύπρο). Ὅτι ἡ μνεία τῆς Σαλαμίνας ὁδηγεῖ στὴν περίοδο ποὺ ἡ πόλη ἔγινε πρώτης σημασίας σὲ βάρος τῆς Πάφου τὸν 6ον αἰ. π.Χ. ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Εὐέλθοντα, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Κ. Σπυριδάκις12, δὲν εἶναι ἀναπόφευκτο συμπέ­ρασμα, καθὼς ἡ ἀρχαιολογικὴ ἔρευνα ἔχει ἀποδείξει πὼς ἡ πόλη ἄκμαζε –καὶ ἡ ἐπικὴ ποίηση μαζί της– τουλάχιστον ἀπὸ τὸν 7ον αἰώνα, ὅπου ὁδηγοῦν τὰ βήματά μας οἱ ἐνδείξεις ποὺ μὲ σχολαστικότητα ἀναπτύχθηκαν ἀνωτέρω.

      Γιὰ νὰ ἀνακεφαλαιώσουμε, ἡ μορφὴ καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ λακωνικοῦ αὐτοῦ «περιγραφικοῦ» ὕμνου Εἰς Ἀφροδίτην μᾶς ὁδηγοῦν –μὲ ὅση βεβαιότητα ἐπιτρέπει ἡ φύση τοῦ ὅλου Ὁμηρικοῦ προβλήματος– στὴν Κύπρο (στὴ Σαλα­μίνα), σὲ χρόνους μεταγενέστερους τοῦ Ὁμήρου καὶ τοῦ Ἡσιόδου καὶ κοντὰ σ' αὐτούς, πιθανῶς στὰ τέλη τοῦ 7ου (ἢ ἔστω στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου), ὅπως δείχνει ἡ γειτνίαση μὲ τὸν Μίμνερμο. Ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἡσιόδου φαίνεται ἔντονη καὶ τὰ νήματα ποὺ δένουν τὸν ὕμνο τοῦτο μὲ τοὺς ἄλλους Ὁμηρικοὺς ὕμνους Εἰς Ἀφροδίτην καὶ μὲ τὸν Εὖκλο πολλὰ καὶ ποικίλα. Λιτὰ καὶ ἐπιγραμματικά, ἔχουμε μπροστά μας ἕνα ἄριστο δεῖγμα ἀρχαίας Κυπριακῆς ποίησης, ἕναν περιγραφικὸ ὕμνο μὲ ἀσυνήθιστη πληρότητα καὶ αἰσθητικὴ τελειότητα.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΕ ΕΚΤΑΣΗ ΥΜΝΟΣ, ὁ ὑπ' ἀρ. VI. τῆς συλλογῆς (κατωτ. 5 Υ2), ἀπο­τελούμενος ἀπὸ 21 στίχους, ἐμφανίζει ἐπίσης ἀξιοσημείωτη ποιότητα. Μετὰ τὴν ἀναφορὰ –σὲ αἰτ. πάντα– τῆς ὑμνούμενης θεᾶς στὸν πρῶτο στίχο (αἰδοίην χρυσο­στέφανον καλὴν Ἀφροδίτην, μὲ τυπικὰ ἐπίθετα ποὺ ὁδηγοῦν στοὺς πρώτους στ. τῆς Θεογονίας τοῦ Ἡσιόδου), ἀκολουθεῖ στὸν β΄ στ. τὸ ρῆμα ἄισομαι καὶ ἕνα σύν­τομο παράθεμα, ποὺ ἁπλώνεται στὴν ἀρχὴ τοῦ γ΄ στ. (ἣ πάσης Κύπρου κρήδεμνα λέλογχεν | εἰναλίης) καὶ ὁδηγεῖ ἄμεσα μὲ τὸ ἀναφορικὸ ὅθι (ὅπου) στὸ μυθικὸ μέρος: τὴ γέννηση τῆς θεᾶς στὴν Κύπρο, τὸ χρυσοστόλισμά της ἀπὸ τὶς Ὧρες καὶ τὰ ἐπιφάνιά της (τὴν παρουσίασή της στοὺς θεούς, ποὺ τὴ θαυμάζουν κι ὅλοι εὔχονται γυναίκα τους νὰ ἦταν). Ὁ ἐπίλογος ἐμφανίζει ἐπίσης, ὅπως καὶ ὁ προη­γούμενος, καὶ τὰ τρία χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα μὲ τὴν κανονική τους σειρά: (α΄) ὁ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ Χαῖρ' ἑλικοβλέφαρε γλυκυμείλιχε, (β΄) ἡ ΕΥΧΗ δὸς δ' ἐν ἀγῶνι | νίκην τῶιδε φέρεσθαι, ἐμὴν δ' ἔντυνον ἀοιδὴν καὶ (γ΄) ἡ ΑΝΑΦΟΡΑ στὸ ἔργο τοῦ ποιητῆ, μὲ τὸν ἴδιο τυπικὸ στίχο (αὐτὰρ ἐγὼ καὶ σεῖο καὶ ἄλλης μνήσομ' ἀοιδῆς). Ἡ δομὴ τοῦ ὕμνου εἶναι ὄντως περίτεχνη, μὲ ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτο τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο γίνεται ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ ΠΡΟΟΙΜΙΟ στὸ ΜΥΘΙΚΟ-ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΟ ΜΕΡΟΣ.

      Ἡ μορφὴ καὶ τούτου τοῦ ὕμνου εἶναι τυπικὴ «Ὁμηρική». Ἡ σύγκριση μὲ τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ἡσίοδο φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὰ ἴδια συμπεράσμα­τα: βρισκόμαστε μετὰ ἀπ' αὐτοὺς καὶ κοντά τους. Ἡ ἀνάλυση τῶν τυπικῶν ἐκ­φράσεων, π.χ., μᾶς ὁδηγεῖ καὶ πάλι στὸν Ἡσίοδο, στοὺς πρώτους στίχους –αὐτὴ τὴ φορὰ– τῆς Θεογονίας, ὅπου (στοὺς στ. 16-17) τὰ ἐπίθ. χρυσοστέφανον καὶ ἑλικοβλέφαρον, ποὺ ἀπαντοῦν γιὰ πρώτη φορὰ στὸ χωρίο αὐτὸ τοῦ Ἡσιόδου, καὶ τὰ ἐπίθ. αἰδοίην καὶ καλὴν μαζί. Στὸ ἴδιο χωρίο τῆς Θεογονίας ἀπαντοῦν καὶ οἱ λέξεις χρυσέοισι (στ. 12, πβ. χρυσοστέφανον στ. 19) καὶ ἀοιδήν (στ. 22, πβ. καὶ ἑπόμ.), ποὺ ἐπαναλαμβάνονται στὸν ὕμνο μας καὶ φαίνονται νὰ ἀποτελοῦν λέξεις-κλειδιά: χρυσοστέφανον 1, χρυσάμπυκες 5 καὶ 12, χρυσείην 8, χρυσοῖο 9, χρυσέοισιν 11 / ἀοιδὴν – ἀοιδῆς στὸ τέλος τῶν 2 τελευταίων στίχων (ὅπως καὶ στὸν ὕμνο ποὺ ἔχουμε ἐξετάσει). Στὴ Θεογονία ἐπίσης, στοὺς στ. 188 κἑ., ποὺ ἔχουμε ἀναφέρει παραπάνω σὲ σχέση μὲ τὸν μικρὸν ὕμνο ὑπ' ἀρ. Χ. (5 Υ3), ὁδηγεῖ καὶ ἡ γέννηση τῆς θεᾶς Ἀφροδίτης ἀφρῶι ἔνι μαλακῶι, ὅπως καὶ στὸν Ἡσίοδο, ὅπου φαίνεται νὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ρίζα τοῦ αἰτιολογικοῦ μύθου γιὰ τὸν ἀφρὸν = τὸ γονιμοποιὸ ἀνδρικὸ σπέρμα.

     Τὸ στόλισμα τῆς Ἀφροδίτης –ποὺ ἀποτελεῖ τὸ κύριο θέμα τοῦ ὕμνου τούτου– τραγουδᾶ ὁ Ὅμηρος στὴν Ὀδύσσεια (θ 362-66): ἡ δ' ἄρα Κύπρον ἵκανε φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη, | ἐς Πάφον, ἔνθα τέ οἱ τέμενος βωμός τε θυείης. | ἔνθα δέ μιν Χάριτες λοῦσαν καὶ χρῖσαν ἐλαίωι | ἀμβρότωι, οἷα θεοὺς ἐπενήνοθεν.

      Ἡ σκηνὴ ἐλαφρὰ ἀνεπτυγμένη κατ' ἐμφανῆ ἐπίδραση καὶ τῆς σκηνῆς στολι­σμοῦ τῆς Ἥρας στὸ Ξ 153 κἑ., μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ ἀπὸ τοὺς δύο μικρότερους ὕμνους ἐπανάληψη λέξεων στημονικῶν, ἀπαντᾶ καὶ στὸν μεγάλον ὕμνο V. (Υ1) Εἰς Ἀφρ., ὅπου ἡ Ὁμηρικὴ λιτότητα τῆς Ὀδυσσειακῆς περιγραφῆς (5 στίχοι) γίνε­ται χείμαρρος ἀκατάσχετος (13 τουλάχιστο στίχοι)· ἀνάμεσά τους ἡ περιγραφὴ τοῦ ὕμνου VI. (Υ2), κάπου ἐκεῖ κοντὰ καὶ ἡ περιγραφὴ τοῦ στολισμοῦ στὰ ἀποσπ. IV.-V. (κατωτ. 3 F4-5) τῶν Κυπρίων, ποὺ διασώζει ὁ Ἀθήναιος (682 d καὶ f), μὲ τὴν παρατήρηση ὅτι «Ἄνθη γιὰ στεφάνια μνημονεύει αὐτὸς ποὺ συνέθεσε τὰ Κύπρια ἔπη Ἡγησίας ἢ Στασῖνος» (μὲ πιὸ πιθανὴ ἐδῶ τὴν ἐπίδραση καὶ τῆς σκηνῆς στολισμοῦ τῆς Πανδώρας στὸν Ἡσίοδο, Ἔργ. 72 κἑ.). Οἱ γλωσσικοὶ ἁρμοὶ ποὺ δένουν αὐτὰ τὰ ἀποσπάσματα (τῶν Ὁμηρ. ὕμνων V. [Υ1] καὶ VI. [Υ2] Εἰς Ἀφρ. καὶ τῶν Κυπρίων ἐπῶν) μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Ὅμηρο εἶναι πολλοὶ καὶ ποικίλοι. Θὰ ἦταν παρακινδυνευμένο νὰ προχωρήσει κανεὶς σὲ χρονολογικὴ κατάταξη καὶ τῶν τεσσάρων αὐτῶν ἀποσπασμάτων. Σίγουρα ὁ Ὅμηρος προη­γεῖται καὶ τῶν τριῶν, ποὺ ὅμως βρίσκονται πολὺ κοντὰ στὸν θεῖον ἀοιδὸ καὶ μεταξύ τους. Πιὸ κοντὰ στὸν Ὅμηρο λεκτικὰ βρίσκεται ὁ μεγάλος ὕμνος Εἰς Ἀφρ., ὅπου ἐπαναλαμβάνονται αὐτούσιοι ἢ σχεδὸν αὐτούσιοι οἱ τρεῖς ἀπὸ τοὺς πέντε στίχους τῆς Ὀδυσσείας τοῦ Ὁμήρου, ἐνῶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους δύο χρησιμοποιοῦνται αὐτούσιες ἢ ἐλαφρὰ μεταπλασμένες οἱ τυπικὲς φράσεις, παρεμβάλλονται δὲ αὐτούσιοι δύο στίχοι τῆς Ἰλιάδος. Οἱ Χάριτες μόνες τους ντύνουν σ' αὐτὸν τὸν ὕμνο (V.: Υ1) τὴν Ἀφροδίτη, ὅπως καὶ στὸν Ὅμηρο, οἱ Ὧρες στὸν ὑπ' ἀρ. VI. (Υ2) ὕμνο, οἱ Χάριτες καὶ οἱ Ὧρες στὰ Κύπρια (ὅπως καὶ στὸν Ἡσίοδο), γεγονὸς ποὺ ἐνισχύει τὴν ὑπόθεση γιὰ ἄμεση ἐπίδραση τοῦ Ὁμήρου στὸν μεγάλον ὕμνον Εἰς Ἀφρ., δὲν ἐπιτρέπει ὅμως καὶ περαιτέρω συμπεράσματα σχετικὰ βέβαια13.

       Τὸ κύριο θέμα τοῦ μυθικοῦ μέρους (τὸ στόλισμα τῆς Ἀφροδίτης) καὶ τὰ τυπικὰ γλωσσικὰ στοιχεῖα, γιὰ νὰ συνοψίσουμε, ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα γιὰ σύνθεση τοῦ ὕμνου μετὰ τὸν Ἡσίοδο, κοντά του καὶ κατ' ἐπίδρασή του. Ἰσχυρὰ νήματα δένουν τὸν ὕμνο τοῦτο μὲ τοὺς ἄλλους δυὸ Ὁμηρ. ὕμνους Εἰς Ἀφρ. καὶ μὲ τὴν ΚΥΠΡΟ (εἰδικὰ δὲ μὲ τὰ Κύπρια ἔπη καὶ τὸν ΣΤΑΣΙΝΟ, τὸν Ἡγησία καὶ τὸν ΕΥΚΛΟ). Ἡ ἐξέταση τῆς δομῆς δίνει πρόσθετους συνδετικοὺς ἁρμούς. Πέρα ἀπὸ τὰ ἐπιμέρους σημεῖα, ἀναντίρρητα χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ μεταχείριση τῆς τυπικῆς φράσης Κύπρου εἰναλίης, ποὺ ἀπαντᾶ μόνο στοὺς ὕμνους VI. καὶ X. Εἰς Ἀφρ. καὶ στὸν Κύπριο χρησμολόγο ΕΥΚΛΟ καὶ ποὺ ἁπλώνεται καὶ ἐδῶ στὴν ἀρχὴ ἑπόμενου ἀπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ παραθέματος στίχου. Μορφὴ καὶ περιεχόμενο τοῦ ὕμνου ἐμφανίζουν γνωστὰ χαρακτηριστικὰ τῆς σύγχρονής του Κυπριακῆς λογοτεχνίας. Ἡ λακωνικότητα καὶ ἡ σφριγηλὴ δομή, ὁ λυρισμὸς καὶ ἡ ἀναντίρρητη αἰσθητικὴ ἀξία ἀνιχνεύονται εὔκολα καὶ ἐδῶ14.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ, ὁ ὑπ' ἀρ. V. τῆς συλλογῆς (κατωτ. 5 Υ1), ἐκτάσεως 293 στίχων, ἔχει ὡς ΘΕΜΑ κύριο τὸν ἔρωτα τῆς Ἀφροδίτης15 καὶ τοῦ Ἀγχίση, ἀπὸ τὸν ὁποῖο γεννιέται ὁ Αἰνείας, ὁ μεγάλος γενάρχης τῶν Τρώων. Τὸ «ἐπικὸ» ἢ «μυθικὸ» μέρος –μαζὶ μὲ τρεῖς ἀξιοσημείωτες παρεκβάσεις– κρατᾶ φυσικὰ τὸ μέγιστο μέρος τοῦ ὕμνου (στ. 45 [53 κατ' ἄλλους] – 291). Προηγεῖται ἕνα ἀναλυτικὸ εἰσαγωγικὸ μέρος (στ. 1-44 ἢ 1-52) καὶ ἕπεται ἕνας πολὺ σύντομος –ἀναλογικὰ– ἐπίλογος (στ. 292-3)16.

      ΤΟ ΠΡΟΟΙΜΙΟ ἀρχίζει μὲ ἐπίκληση στὴ Μοῦσα –ποὺ ἐνθυμίζει τὸ προοίμιο τῆς Ὀδυσσείας– νὰ τραγουδήσει τὰ ἔργα τῆς πολύχρυσης Κύπριδος Ἀφροδίτης (Μοῦσά μοι ἔννεπε ἔργα πολυχρύσου Ἀφροδίτης | Κύπριδος) καὶ συνεχίζει μ' ἕνα μακροσκελὲς παράθεμα ποὺ ἀναφέρεται στὴν παντοδυναμία τῆς θεᾶς. Ἡ δομή του εἶναι περίπλοκη, περίτεχνη καὶ προβληματική, ἐξαιτίας μιᾶς μακρᾶς –καὶ ἀσυνήθιστης– παρέκβασης, ποὺ τὸ διασπᾶ σὲ τρία μέρη: (α΄) στ. 1-6: ΕΠΙΚΛΗΤΙΚΟ ΡΗΜΑ (ἔννεπε ἀντὶ τοῦ συνήθους ἄειδε), ΟΝΟΜΑ τῆς θεᾶς (σὲ ἀντίστροφη ἀπὸ τὴν κανονικὴ σειρά), ΠΑΡΑΘΕΜΑ ΣΥΝΤΟΜΟ (πολυχρύσου ... Κύπριδος, ἥ τε θεοῖσιν ἐπὶ γλυκὺν ἵμερον ὦρσε, μὲ τὸ Κύπριδος νὰ καταλαμβάνει καὶ πάλι –χαρακτηριστικὰ γιὰ τοὺς Ὁμηρικοὺς ὕμνους στὴν Ἀφροδίτη– τὴν ἀρχὴ τοῦ β΄ στίχου) καὶ –στὴ συνέχεια– ἐπέκταση τοῦ παραθέματος ἢ «περιγραφὴ» τῆς παντοδυναμίας τῆς θεᾶς σ' ἕνα σχῆμα PRIAMEL, ποὺ διακόπτεται ἀπὸ τὴν παρέκβαση. (β΄) στ. 7-33: Ἡ ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ17, ὅπου ἀναφέρονται τρεῖς θεές –ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ Ἄρτεμη, καὶ ἡ Ἑστία– τῶν ὁποίων «τὰ μυαλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ πείσει ἢ νὰ ἀπατήσει». Τὴν κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς θεὲς συνοδεύει ἕνα σύντομο καὶ περιεκτικὸ παράθεμα, ὥστε νὰ συναπαρτίζονται τρεῖς ἐπιμέρους ἑνότητες, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ χαρακτηριστοῦν μικροὶ «περιγραφικοὶ» ὕμνοι (ἐκτάσεως 8, 5 καὶ 12 στίχων ἀντίστοιχα). Ἡ παρέκβαση συνδέεται μὲ τὰ προηγούμενα καὶ τὰ ἑπόμενα μὲ τὴ γνωστὴ ἀπὸ τὸν Ὅμηρο τεχνικὴ τῆς κυκλικῆς σύνθεσης (Ring-composition): α΄ στίχος τῆς παρέκβασης τρισσὰς δ' οὐ δύναται πεπιθεῖν φρένας οὐδ' ἀπατῆσαι / τελευταῖος στίχος της τάων οὐ δύναται πεπιθεῖν φρένας οὐδ' ἀπατῆσαι (ὁ ἴδιος τυπικὸς στίχος). (γ΄) στ. 34-44: Ὁλοκλήρωση τοῦ σχήματος Priamel καὶ εἰδικὴ ἀναφορὰ στὸν Δία (ἄμεσα) καὶ στὴν Ἥρα (ἔμμεσα, μέσω τοῦ Δία). Τὸ πρῶτο μέρος τοῦ ὕμνου παίρνει ἔτσι τὴν ἑξῆς μορφή: «Μούσα, τὰ ἔργα ψάλλε μου τῆς Ἀφροδίτης τῆς πολύχρυσης, | τῆς Κύπριας θεᾶς, ποὺ στοὺς θεοὺς γλυκὺ σήκωσε πόθο | καὶ δάμασε τὰ φύλα τῶν θνητῶν ἀνθρώπων | καὶ τὰ θεόθρεφτα πουλιὰ καὶ τὰ θηρία ὅλα, | κι ὅσα ἡ στεριὰ τρέφει πολλὰ κι ὅσα ὁ πόντος· | κι ὅλοι γιὰ τὰ ἔργα γνοιάζονται τῆς ὡριοστέφανης Κυθέρειας. 2016 Τριῶν μονάχα τὰ μυαλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ πείσει ἢ νὰ ἀπατήσει: ‖ τοῦ ἀσπιδοφόρου Δία τῆς κόρης τῆς γλαυκομάτας Ἀθηνᾶς ... τῆς θορυβώδους Ἄρτεμης μὲ τὰ χρυσὰ τὰ βέλη ..., τῆς κόρης τῆς σεμνῆς τοῦ Κρόνου, τῆς Ἑστίας. Ἐτούτων τὰ μυαλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ πείσει ἢ νὰ ἀπατήσει. ‖ Ἀπὸ τοὺς ἄλλους ὅμως τίποτα τῆς Ἀφροδίτης δὲν ξεφεύγει, | οὔτε ἀπ' τοὺς μακάριους θεοὺς οὔτε ἀπ' τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους. Ὣς καὶ τοῦ Δία τὸν νοῦ ξεπλάνεψε τοῦ τερπικέραυνου |...|. Ὅσες φορὲς τὸ θέλησε τὸν συνετό του νοῦ ἐξαπατώντας | εὔκολα μὲ θνητὲς τὸν ἔσμιξε γυναῖκες, τὴν Ἥρα ἀποκοιμίζοντας τὴν ἀδελφὴ καὶ σύζυγό του, | ποὺ ἔξοχη στὴν ὀμορφιά ... καὶ πιὸ ἔνδοξη ἀπ' ὅλες τὶς γυναῖκες (εἶναι) ... καὶ σεβαστή, κι ἔξοχα καὶ λαμπρὰ ἔργα ξέρει.»

      Εἶναι προφανὲς πὼς μ' ἕναν ἐπίλογο θὰ μποροῦσε ὁ ὕμνος νὰ σταματᾶ ἐδῶ ὡς «περιγραφικὸς» ὕμνος· καὶ πὼς ἡ μακρὰ παρέκβαση, ποὺ διασπᾶ τὸ σχῆμα Priamel κατὰ τρόπον μοναδικό, ἐγείρει εὔλογο τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸν σκοπὸ ποὺ ἐξυπηρετεῖ, γιατί ὀνομάζονται καὶ ἐξυμνοῦνται ἀναλυτικὰ αὐτὲς οἱ τρεῖς θεές (Ἀθηνᾶ, Ἄρτεμη, Ἑστία), σ' ἕναν ὕμνο στὴν Ἀφροδίτη, πολὺ περισσότερο ποὺ τὸ ποίημα φαίνεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ εἶναι ὕμνος στὴν παντοδυναμία τῆς θεᾶς τοῦ ἔρωτα.

      ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ –τὸ ΜΥΘΙΚΟ ἢ ΕΠΙΚΟ μέρος, ἡ pars epica– τοῦ ὕμνου εἶναι καὶ αὐτὸ περίπλοκο καὶ περίτεχνα οἰκοδομημένο. Εἰσάγεται μὲ τοὺς στ. 45-52, ὅπου ἡ ἀπόφαση τοῦ Δία νὰ ἐμβάλει στὴν Ἀφροδίτη πόθο γιὰ θνητὸν ἄντρα, γιὰ νὰ πάψει νὰ καυχιέται γελώντας πὼς ἔσμιξε θεοὺς μὲ θνητὲς γυναῖκες καὶ μὲ θνητοὺς θεές, καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ ἑξῆς ἐπιμέρους τμήματα. (α΄) στ. 53-91: Ἔρωτας τῆς Ἀφροδίτης γιὰ τὸν Ἀγχίση, στολισμὸς τῆς θεᾶς καὶ ἐμφάνισή της στὸν Ἀγχίση, ποὺ τὴν ἐρωτεύεται. (β΄) στ. 92-154: διάλογος «θνητῆς» – θνητοῦ. (γ΄) στ. 155-84: Ἔρωτας, ὕπνος γλυκός, ξύπνημα καὶ τρόμος τοῦ θνητοῦ σὰν ἀτενίζει τὴ θεά. (δ΄) στ. 185-290: «διάλογος» θνητοῦ – θεᾶς, ποὺ προφητεύει τὸ μέλλον τοῦ Ἀγχίση καὶ τοῦ Αἰνεία. (ε΄) στ. 291: ἡ θεὰ ἀπέρχεται στὸν οὐρανό.

       (α΄) Ἀπὸ τὸ πρῶτο τμῆμα, τὸ πιὸ λυρικὸ ἀπ' ὅλα, ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ διάσπαση τοῦ θέματος τοῦ στολισμοῦ τῆς θεᾶς, τὴν ὥρα ποὺ τὴν περιποιοῦνται οἱ Χάριτες στὴν Πάφο καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἐμφανίζεται στὸν Ἀγχίση κι ἐκεῖνος θαυμάζει τὴν περιβολὴ καὶ τὴν ὀμορφιά της (ἐνῶ στὸν Ὅμηρο, ὅπου ἡ ΗΡΑ στολίζεται στὸν ΟΛΥΜΠΟ γιὰ νὰ σαγηνέψει τὸν ΔΙΑ, στὸ Ξ 153 κἑ., ἀπ' ὅπου πιθανῶς ἀντλεῖ ὁ ποιητὴς τοῦ ὕμνου μας, τὸ θέμα ἐμφανίζεται ἑνιαῖο).

      (β΄) Ὁ διάλογος «θνητῆς» – θνητοῦ στὸ β΄ τμῆμα ἀρχίζει μὲ τὴν προσφώνηση τῆς «ἄνασσας» ἀπὸ τὸν ἐρωτοχτυπημένο Ἀγχίση, ποὺ ζητᾶ νὰ μάθει ποιά θεὰ εἶναι ἢ ποιά νύμφη, νὰ τῆς κάνει βωμὸ νὰ τὴ λατρέψει. Ἐκείνη τοῦ ἀπαντᾶ πὼς δὲν εἶναι θεά (στ. 109-10 οὔ τίς τοι θεός εἰμι ... | ἀλλὰ καταθνητή γε, γυνὴ δέ με γείνατο μήτηρ), πὼς εἶναι κόρη τοῦ βασιλιᾶ τῶν Φρυγῶν Ὀτρέα, ποὺ τὴν ἅρπαξε ὁ Ἑρμῆς γιὰ νὰ γίνει γυναίκα τοῦ Ἀγχίση καὶ νὰ τοῦ προσφέρει λαμπρὰ τέκνα. Ὁ Ἀγχίσης ἀνταπαντᾶ (στ. 145 κἑ.): «Ἐὰν στ' ἀλήθεια εἶσαι θνητή ... δική μου σύζυ­γος θὰ λέγεσαι γιὰ πάντα· | κανένας ἔπειτα ἀπ' τοὺς θεοὺς καὶ τοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους | δὲν θὰ μὲ συγκρατήσει ἐδῶ, πρὶν σ' ἔρωτα μὲ σένανε νὰ σμίξω (...). Καὶ θά 'θελα ἔπειτα, μὲ τὶς θεὲς γυναίκα ὅμοια, | στὴν κλίνη τὴ δική σου ἀφοῦ ἀνεβῶ στὰ δώματα τοῦ Ἅδη μέσα νά 'μπω». Ἀξιοσημείωτο εἶναι ἐδῶ –ἐκτὸς ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἀγχίση– τὸ στοιχεῖο τῆς κυκλικῆς σύνθεσης, ποὺ χρησιμεύει γιὰ νὰ παρεμβληθεῖ στὸν λόγο τῆς Ἀφροδίτης ἡ ἁρπαγὴ τῆς κόρης τοῦ Ὀτρέα ἀπὸ τὸν Ἑρμῆ: νῦν δέ μ' ἀνήρπαξε χρυσόρραπις Ἀργειφόντης | ἐκ χοροῦ Ἀρτέμιδος (...) | ἔνθεν μ' ἥρπαξε χρυσόρραπις Ἀργειφόντης (στ. 117-21). Ὁ διάλο­γος εἶναι σύμμετρος. Τὸν ἀνοίγει καὶ τὸν κλείνει ὁ Ἀγχίσης (ὁ θνητὸς ἄντρας).

      (γ΄) Ἀκολουθεῖ ὁ ἔρωτας, ὁ γλυκὺς ὕπνος, τὸ ξύπνημα ἀπὸ τὴ θεόμορφη πιὰ Ἀφροδίτη κι ὁ τρόμος τοῦ θνητοῦ σὰν βλέπει τὴ θεὰ μπροστά του. Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἐδῶ ἡ περιγραφὴ τῆς περιβολῆς τῆς Ἀφροδίτης τὴν ὥρα ποὺ ξεντύνεται γιὰ ἔρωτα καὶ –ἀόριστα– τὴν ὥρα ποὺ παίρνει ξανὰ τὴ θεϊκὴ μορφή της, μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ διάσπαση τοῦ θέματος (δίνοντάς μας ἔτσι συνολικὰ δ ι π λ ὴ  δ ιά σ π α σ η). Ἀξιοσημείωτα –γιὰ τὸ ὅλο νόημα τοῦ ὕμνου– εἶναι καὶ τὰ λόγια τοῦ ποιητῆ ποὺ κλείνουν τὴν περιγραφὴ τοῦ ἔρωτα (στ. 166-7): «κι ἔτσι κι αὐτὸς μὲ θέλημα θεῶν καὶ μοίρα | μ' ἀθάνατη κοιμήθηκε θεὰ θνητός, | ἐπίγνωση μὴ ἔχοντας». (Κι ἐδῶ θὰ μποροῦσε νὰ κλείσει –μ' ἕναν ἐπίλογο– ὁ ὕμνος.)

       (δ΄) Ὁ «διάλογος» τῆς θεᾶς μὲ τὸν Ἀγχίση εἶναι τὸ ἑπόμενο –καὶ μέγιστο– τμῆμα τοῦ Μυθικοῦ μέρους (στ. 185-290). Ὁ ΑΓΧΙΣΗΣ συνειδητοποιώντας τί τοῦ 'χει συμβεῖ ἐκλιπαρεῖ τὴ θεὰ ἔλεος νὰ δείξει, «γιατὶ ὁ ἄντρας θαλερόβιος μετὰ δὲν εἶναι ὅποιος μὲ ἀθάνατες θεὲς ξαπλώνει» (στ. 185-90, 6 μόνο στίχοι). Ἡ ΑΦΡΟΔΙΤΗ (στ. 192-240, 99 στίχοι), δίνοντάς του θάρρος, τοῦ προφητεύει τὴ γέννηση τοῦ Αἰνεία καὶ τὸν προειδοποιεῖ νὰ μὴν καυχηθεῖ ποτὲ πὼς κοιμήθηκε μαζί της, γιατὶ θὰ τὸν κατακεραυνώσει ὁ Δίας.

      Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ εἶναι, ὅπως καὶ τὸ προοίμιο, πολύπλοκος ἀλλ' ὄχι καὶ τόσο περίτεχνα οἰκοδομημένος ὅσον ἀφορᾶ στοὺς ἐξωτερικοὺς ἁρμοὺς τῶν ἐπιμέρους τμημάτων, ποὺ ὁρίζονται κυρίως ἀπὸ δύο παρεκβάσεις. Στὴν ἀρχὴ τοῦ λόγου της ἡ θεὰ δίνει στὸν Ἀγχίση θάρρος, τονίζοντάς του πὼς δὲν ἔχει νὰ πάθει κανένα κακὸ ἀπ' αὐτή, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἄλλους θεούς, γιατὶ εἶναι στ' ἀλήθεια ἀγαπητὸς σ' αὐτούς. Ἀκολουθεῖ (στοὺς στ. 196-201) ἡ προφητεία γιὰ τὸν Αἰνεία καὶ τοὺς λαμπροὺς ἀπογόνους του, μὲ τὴν αἰτιολόγηση τοῦ ὀνόματος στὴ μέση (σὲ δύο στίχους ποὺ διασποῦν τὴ λογικὴ ἀκολουθία τῆς ἑνότητας, ὄντας ἀσύν­δετοι μὲ τὸν προηγούμενο καὶ τοὺς ἑπόμενους στίχους): ὁ Αἰνείας θὰ ὀνομαστεῖ ἔτσι γιὰ τὸ αἰνὸν ἄχος (τὸν φοβερὸ καημό) τῆς μάνας του, ποὺ σὲ θνητοῦ ξάπλω­σε ἄντρα κλίνη· γιὰ τῆς μάνας του τὸν καημό, ὄχι γιὰ τὸν δικό του, ὅπως στὴν 9η ραψωδία τῆς Ἰλιάδος τῆς Μάρπησσας ἡ κόρη ἀποκαλεῖται Ἀλκυόνη γιατὶ ἡ μάνα της ἔκλαιε σὰν θαλασσοπούλι ὅταν τὴν ἅρπαξε ὁ Ἀπόλλωνας (θνητὴν θεός). Μὲ ἕνα ἁπλὸ ἤτοι («στ' ἀλήθεια» ἢ «ὡς γνωστό») εἰσάγεται ἡ μακρὰ παρέκβαση (στ. 202-255) γιὰ τὸν Γανυμήδη –ποὺ τὸν ἅρπαξε ὁ Δίας γιὰ νὰ οἰνοχοεύει, ἀθάνατος κι ἀγέραστος, στὸν Ὄλυμπο– καὶ τὸν Τιθωνό, ποὺ τὸν ἐρωτεύτηκε ἡ Ἠὼς καὶ ζήτησε γι' αὐτὸν ἀπὸ τὸν Δία ἀθανασία, μὰ ξέχασε «τὴ νιότη νὰ ζητήσει καὶ τὰ ὀλέθρια ἀπὸ πάνω του νὰ ξύσει γηρατιά» (φράση σπάνια, ποὺ θυμίζει ἔντονα τὴν ἱστορία τοῦ Φοίνικα στὴν 9η ραψωδία τῆς Ἰλιάδος18).

        Τὰ δύο παραδείγματα, τοῦ Γανυμήδη καὶ τοῦ Τιθωνοῦ, παρατάσσονται ἁπλῶς τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο, μὲ τὴ φράση ὣς δ' αὖ («ἔτσι πάλι») ἀνάμεσά τους. Ἡ ἀπὸ κοινοῦ ἐφαρμογὴ τῶν δύο παραδειγμάτων στὴν ἐδῶ περίπτωση (στ. 239-54) δὲν εἶναι θεωρητικὰ εὔκολη οὔτε στὴν πράξη ἱκανοποιητική: «Τέτοιον (σὰν τὸν Τιθωνό, προφανῶς) ἐγὼ τουλάχιστο μέσ' στοὺς ἀθανάτους δὲν θὰ σὲ διάλεγα | ἀθάνατος νὰ εἶσαι καὶ στὸν αἰώνα τὸν ἅπαντα νὰ ζεῖς. | Ἂν ὅμως τέτοιος ὄντας στὴν ὀμορφιὰ καὶ στὸ παράστημα | θὰ ζοῦσες, κι ἄντρας δικός μου θὰ λεγόσουν, | τότε καημὸς τὰ συνετὰ μυαλά μου δὲν θὰ περικάλυπτε. | Μὰ τώρα γρήγορα γῆρας πάγκοινο θὰ σὲ περικαλύψει | ἀνελέητο, ποὺ τοὺς κοντοζυγώνει τοὺς ἀνθρώπους, | ὀλέθριο, δυσβάσταχτο, ποὺ κι οἱ θεοὶ βεβαίως τὸ μισοῦν. | Γιὰ μὲ ἐπιπρόσθετη ντροπὴ μεγάλη μέσ' στοὺς ἀθάνατους θεοὺς | παντοτινὰ θὰ ὑπάρχει κι ἀκατάπαυστα ἐξαιτίας σου, | ποὺ πρὶν τὰ ἐρωτόλογα καὶ τὰ σχεδιά­σματά μου, μὲ τὰ ὁποῖα ὅλους κάποτε | τοὺς ἀθανάτους ἔσμιξα μ' ὁλόθνητες γυναῖκες, | ἀντίκρυζαν μὲ δέος· γιατὶ ὅλους τὰ δικά μου σχέδια δαμάζουν. | Μὰ τώρα πιὰ τὸ στόμα μου δὲν θ' ἀνοιχτεῖ νὰ ὀνοματίσει | τοῦτο μέσ' στοὺς ἀθάνα­τους, γιατὶ πάρα πολὺ τυφλώθηκα | ἐλεεινὰ κι ἀκαταφρόνητα, κι ἀποπλανή­θηκα στὸν νοῦ, | καὶ στὴν κοιλιὰ παιδὶ ἔπιασα μ' ἕνα θνητὸ πλαγιάζοντας». Ὁλοκληρώνεται ἔτσι, ἀφήνοντας ποικίλα ἐρωτήματα γιὰ τὴ φύση καὶ τὴ χρησιμότητά της, ἡ μακρὰ παρέμβαση19. Καὶ ὁ ποιητὴς ξαναπιάνει –μὲ ἀφορμὴ τὸν τελευταῖο στίχο (255)– τὸ θέμα τοῦ Αἰνεία, ποὺ εἶχε ἀφήσει στὸν στ. 202 (οὐσιαστικὰ στὸν στ. 199), ὄχι ὅμως γιὰ νὰ ἐπανέλθει στὴν ἀφετηρία (ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ τεχνικὴ τῆς κυκλικῆς σύνθεσης), ἀλλὰ γιὰ νὰ συνεχίσει τὴ διήγηση. Τρεῖς νέοι διηγηματικοὶ στίχοι (256-58): Θὰ τὸν πάρουν μόλις γεννηθεῖ οἱ νύμφες τοῦ βουνοῦ καὶ θὰ τὸν ἀναθρέψουν. Καὶ νέα παρέκβαση γιὰ τὶς νύμφες, πού 'ναι θνητές (στ. 259-72). Ἡ ἐπαναφορὰ στὴν ἀφετηρία –τὴν ἀνατροφὴ τοῦ Αἰνεία ἀπὸ τὶς νύμφες– γίνεται τώρα κυκλικά: Ὁ στ. 273 ἀνακεφαλαιώνει τοὺς στ. 256-58 (μὲ χαρακτηριστικὸ τὸ ρῆμα θρέψουσι). Τὸ ἑπόμενο τμῆμα (στ. 274-80) ὁλοκληρώνει τὴν προφητεία γιὰ τὸ μέλλον τοῦ Αἰνεία (ποὺ προβλέπεται λαμπρό: μάλα γὰρ θεοείκελος ἔσται, 279), ἐπαναφέροντας τὸν λόγο νοηματικὰ –ὄχι ὅμως καὶ φραστικὰ– στοὺς στ. 196-201. Ὁ λόγος τῆς Ἀφροδίτης τελειώνει (στοὺς στ. 281-90) μὲ τὴ ρητὴ ἐντολή της στὸν Ἀγχίση νὰ λέει, ὅταν τὸν ρωτοῦν, πὼς μάνα τοῦ Αἰνεία εἶναι μιὰ νύμφη ροδοπρόσωπη, γιατὶ ἂν καυχηθεῖ πὼς ἔσμιξε ἐρωτικὰ μὲ τὴν ὡριοστεφάνωτη Κυθέρεια ὁ Δίας χολωμένος μὲ κεραυνὸ θὰ τὸν χτυπήσει ὠχρόμαυρο. «Σοῦ 'χουν λεχθεῖ τὰ πάντα· κι ἐσὺ στὸν νοῦ σου βάζοντάς τα | κρατήσου καὶ μὴ μ' ὀνοματίζεις, μὰ τὴν ὀργὴ φοβοῦ τῶν θεῶν».

      Ἐδῶ τελειώνει ὁ μακρὸς λόγος τῆς Ἀφροδίτης. Μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ μιὰ σύνθετη καὶ ἐξελισσόμενη κυκλικὴ σύνθεση τοῦ τύπου: Α (θάρσει· φίλος ἐσσὶ θεοῖσι) Β (Αἰνείας) Γ (α΄ 1. Γανυμήδης, 2. Τιθωνός, β΄. ἐφαρμογή: ἄχος καὶ ὄνειδος θεᾶς) Β΄ (αβα΄: ἀνατροφή – νύμφες – ἀνατροφὴ ΑΙΝΕΙΑ) Α΄ (?, μεῖνε φίλος θεοῖσιν). Γιὰ ὅποιον ἔχει ἀσχοληθεῖ μὲ τὴ μοναδικὴ τελειότητα τῆς κυκλικῆς σύνθεσης τῶν λόγων τῆς Ἰλιάδος –μὲ ἀποκορύφωμα τὸν ἀριστουργηματικὸ λόγο τοῦ Φοίνικα στὴν 9η ραψωδία– ἡ ἐδῶ σύνθεση δείχνει νὰ βρίσκεται στὴ σκιὰ ἐκείνης. Ὁ ποιητὴς τοῦ ὕμνου στὴν Ἀφροδίτη φαίνεται περισσότερο νὰ τραγουδᾶ αὐθόρμητα παρὰ νὰ συνθέτει, πράγμα ποὺ μᾶς θυμίζει περισσότερο τὸν συναι­σθηματικὰ φορτισμένο λόγο τοῦ Ἀχιλλέα στὴν ἴδια ἑνότητα (ὅταν, ἀπαντώντας στὸν Ὀδυσσέα, λέει πὼς θὰ ἀποείπηι, θὰ ἀφήσει ἐλεύθερο τὸν ἐσωτερικό του κόσμο νὰ ξεσπάσει), παρὰ τὸν σοφὰ οἰκοδομημένο λόγο τοῦ Φοίνικα. Οἱ ἁρμοὶ τοῦ λόγου αὐτοῦ τῆς Ἀφροδίτης δὲν εἶναι ἄψογοι ἐξωτερικά. Μὰ ἐσωτερικὰ τὰ νήματα ποὺ πλέκουν τὸν λόγο εἶναι ποικίλα, καὶ προφανῆ: μὲ  μ ι ὰ  σ η μ α ν ­ τ ι κ ὴ  ἐ ξ α ί ρ ε σ η, ποὺ ἀφορᾶ στὴν παρεμβολὴ τῶν «παραδειγμάτων» τοῦ Γανυμήδη καὶ τοῦ Τιθωνοῦ καὶ τὴν –προβληματικὴ– ποιητικὴ σκοπιμότητά τους. 

       (ε΄.) Ἀκολουθεῖ μ' ἕνα στίχο (291) τὸ τέλος τοῦ Ἐπικοῦ μέρους («ἔτσι ἀφοῦ μίλησε, στὸν οὐρανὸ τὸν ἀνεμοδαρμένο πέταξε», καὶ ὁ ΕΠΙΛΟΓΟΣ, σύντομος κι αὐτὸς (στ. 292-3): ὁ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ (Χαῖρε θεά) καὶ τὸ σύντομο ΠΑΡΑΘΕΜΑ, μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ καὶ σημαντικὴ μνεία τῆς Κύπρου («ποὺ τὴν καλοκτισμένη Κύπρο γνοιάζεσαι»), καὶ ἡ ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ γιὰ μετάβαση σὲ ἄλλον ὕμνο. Λείπει ἡ εὐχή (τὸ β΄ ἀπὸ τὰ τρία συνήθη στοιχεῖα τῶν ὑμνικῶν ἐπιλόγων).

       Ἡ μεθοδικὴ ἐξέταση τῆς δομῆς τοῦ ὕμνου ὁδηγεῖ ἀβίαστα στὸ συμπέρασμα γιὰ ἔντονη ἐπίδραση τοῦ Ὁμήρου καὶ στενὴ συνάφεια μ' αὐτὸν (ἀφ' ἑνός) καὶ γιὰ σχέση μὲ τὴν Κύπρο (ἀφ' ἑτέρου).

        Τὸ κύριο θέμα τοῦ ὕμνου, ὁ ΜΥΘΟΣ γιὰ τὸν ἔρωτα τῆς Ἀφροδίτης μὲ τὸν Ἀγχίση καὶ τὴ γέννηση τοῦ Αἰνεία ἀπ' αὐτόν, εἶναι γνωστὸς τόσο στὸν Ὅμηρο ὅσο καὶ στὸν Ἡσίοδο. Στὴν Ἰλιάδα, ὅπου ὁ Αἰνείας ἐμφανίζεται συχνά, ὁ ποιητὴς δὲν χάνει εὐκαιρία νὰ ἀναφερθεῖ στὴ θεϊκὴ καταγωγή του: Β 819-21 Δαρδανίων αὖτ' ἦρχεν ἐὺς πάϊς Ἀγχίσαο, | Αἰνείας, τὸν ὑπ' Ἀγχίσηι τέκε δῖ' Ἀφροδίτη | Ἴδης ἐν κνημοῖσι θεὰ βροτῶι εὐνηθεῖσα (: τῶν Δαρδάνων βασιλιὰς ἦταν ὁ λαμπρὸς γιὸς τοῦ Ἀγχίση, | ὁ Αἰνείας, ποὺ ἀπ' τὸν Ἀγχίση γέννησε ἡ θεία Ἀφροδίτη | στῆς Ἴδης τοὺς δρυμοὺς θεὰ μὲ θνητὸ ἀφοῦ ξάπλωσε)· Ε 247-8 Αἰνείας δ' υἱὸς μὲν ἀμύμονος Ἀγχίσαο | εὔχεται ἐκγεγάμεν, μήτηρ δέ οἵ ἐστ' Ἀφροδίτη (: καυχιέται ὁ Αἰνείας πὼς εἶναι γιὸς τοῦ ἀψεγάδιαστου Ἀγχίση, καὶ μάνα του εἶναι ἡ Ἀφροδίτη), καὶ Ε 468 Αἰνείας, υἱὸς μεγαλήτορος Ἀγχίσαο· Ε 311-3 (θὰ χανόταν ὁ Αἰνείας, ἂν δὲν ἐπενέβαινε ἡ κόρη τοῦ Δία Ἀφροδίτη, ἡ μάνα του, ποὺ τὸν γέννησε ἀπ' τὸν Ἀγχίση ὅντας ἔβοσκε βόδια:) Διὸς θυγάτηρ Ἀφροδίτη, | μήτηρ, ἥ μιν ὑπ' Ἀγχίσηι τέκε βουκολέοντι· Υ 105-6 (λόγια τοῦ Ἀπόλλωνα στὸν Αἰνεία:) καὶ δέ σέ φασι Διὸς κούρης Ἀφροδίτης | ἐκγεγάμεν, καὶ 208-9 αὐτὰρ ἐγὼν υἱὸς μεγαλήτορος Ἀγχίσαο | εὔχομαι ἐκγεγάμεν, μήτηρ δέ μοί ἐστ' Ἀφροδίτη (ἐγώ, λέει ὁ Αἰνείας, ἀπὸ τὸν μεγαλόκαρδο Ἀγχίση | καυχιέμαι πὼς ἔχω γεννηθεῖ, καὶ μάνα μου εἶναι ἡ Ἀφροδίτη). Καὶ στὴ Θεογονία (στ. 1008-10) ὁ Ἡσίοδος τραγουδᾶ: Αἰνείαν δ' ἄρ' ἔτικτεν ἐυστέφανος Κυθέρεια, | Ἀγχίσηι ἥρωι μιγεῖσ' ἐρατῆι φιλότητι | Ἴδης ἐν κορυφῆισι πολυπτύχου ἠνεμοέσσης (: τὸν Αἰνεία ὡς γνωστὸ γέννησε ἡ ὡριοστέφανη Κυθέρεια, | μὲ τὸν ἥρωα Ἀγχίση σ' ἔρωτα γκαρδιακὸ ἀφοῦ ἔσμιξε | στῆς Ἴδης τὶς κορφὲς τῆς πολύπτυχης τῆς ἀνεμοδαρμένης). Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς παρουσίασης τοῦ μύθου ἀπὸ τὸν Ὅμηρο καὶ τὸν Ἡσίοδο μαρτυρεῖ ἀναντίρρητα πὼς ὁ μύθος εἶναι ἤδη εὐρύτατα διαδεδομένος, μολονότι ἀναλυτικὰ ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ στὸν μεγάλον ὕμνον Εἰς Ἀφροδίτην. Μὲ τοὺς κανόνες τῆς oral poetry κρινόμενο αὐτὸ σημαίνει πὼς τόσο ὁ Ὅμηρος ὅσο καὶ ὁ Ἡσίοδος ἔχουν πιθανῶς ὑπ' ὄψιν τους μιὰ σχετικὴ πηγὴ ἀναλυτική, ποὺ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποτελεῖ πηγὴ καὶ γιὰ τὸν ὕμνο στὴν Ἀφροδίτη, τὸν πιὸ «Ὁμηρικὸ» καὶ τὸν πιὸ παλιὸ ἀπὸ τοὺς ὕμνους, ὅπως ἔχουν ἀποδείξει ἐπάλληλες καὶ ἐξαντλητικὲς ἔρευνες τὰ τελευταῖα χρόνια· μὰ –μὲ τοὺς κανόνες καὶ πάλι τῆς oral poetry– δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ καὶ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ λανθάνει ἐδῶ μιὰ μεταγενέστερη παραλλαγὴ παλαιότερου ἔργου, ἀπ' ὅπου ἄντλησε ὁ Ὅμηρος καὶ ὁ Ἡσίοδος· τὸ παράδειγμα τῶν Κυπρίων ἐπῶν εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ καὶ ὁ παραλληλισμὸς ἀναπόφευκτος.

      Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἐμφανίζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι στὸν Ὅμηρο καὶ στὸν Ἡσίοδο οὐδεμία νύξη γίνεται γιὰ τιμωρία καὶ ὄνειδος τῆς Ἀφροδίτης, γιὰ ἐπιβολὴ τοῦ ἔρωτα ἀπὸ τὸν Δία καὶ γιὰ ἐντολὴ τῆς θεᾶς στὸν Ἀγχίση νὰ ἀποκρύψει τὴν καταγωγὴ τοῦ Αἰνεία. Ἀντίθετα, ὁ τελευταῖος καυχιέται ἀπερίφραστα (σὲ δύο διαφορετικὰ χωρία τῆς Ἰλιάδος) ὅτι γεννήθηκε ἀπὸ τὸν Ἀγχίση καὶ τὴν Ἀφροδίτη. Εἶναι λοιπὸν ἀναπόφευκτο τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ ποιητὴς τοῦ ὕμνου Εἰς Ἀφροδίτην πιθανῶς ΠΡΩΤΟΤΥΠΕΙ βάζοντας τὴ θεὰ τοῦ ἔρωτα νὰ πέφτει θύμα τῆς δύναμης ποὺ αὐτὴ προσωποποιεῖ, μὲ ἀπόφαση τοῦ Δία, γιὰ νὰ πάψει νὰ περιγελᾶ τοὺς θεοὺς καὶ τὶς θεὲς ποὺ ἔχουν ἐμπλακεῖ σὲ ἔρωτες μὲ θνητὲς ὑπάρξεις. Τὸ μοτίβο ἐμφανίζεται στὸν ὕμνο διπλασιασμένο (α΄) στὸ εἰσαγωγικὸ μέρος τοῦ Μυθικοῦ τμήματος (στ. 45-52 ) καὶ (β΄) στὸν μακροσκελῆ λόγο –ἀπολογισμὸ καὶ προφητεία– τῆς θεᾶς (στ. 247 κἑ., μετὰ τὴν παρέκβαση τοῦ Γανυμήδη καὶ τοῦ Τιθωνοῦ), ἔμμεσα δὲ καὶ στὸ τέλος τοῦ λόγου της (στὴν ἐντολὴ πρὸς τὸν Ἀγχίση), κατὰ τρόπο ποὺ ἐγείρει ἐπιτακτικὸ τὸ ἐρώτημα γιὰ τὴ σκοπιμότητα ποὺ ἐξυπηρετεῖ ἡ πρωτοτυπία αὐτὴ τοῦ ποιητῆ (σ' ἕναν ὕμνον στὴν Ἀφροδίτη).

        Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ γίνεται πιὸ πολύπλοκο ἂν συνδυαστεῖ μὲ ἐπιμέρους προ­βλήματα, καὶ κυρίως μὲ τὸ ἐρώτημα γιὰ τὴ σκοπιμότητα τῶν παρεκβάσεων (α΄) τοῦ Γανυμήδη καὶ τοῦ Τιθωνοῦ καὶ (β΄) τῶν θεαινῶν ποὺ δὲν ὑποκύπτουν στὴ δύ­ναμη τῆς Ἀφροδίτης. Νὰ θεωρήσουμε τὶς παρεκβάσεις αὐτὲς ὡς μεταγενέστερη παρεμβολή, εἶναι μιὰ εὔκολη λύση. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Ἑστία δὲν ἐμφανίζεται ἀλλοῦ στὸν ὕμνο, ἐνῶ ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ἡ Ἄρτεμις μόνο παρεμπιπτόντως ἀναφέρον­ται στὴ συνέχεια: στὸν στ. 94 ἡ Ἀθηνᾶ, στοὺς στ. 93 καὶ 118 ἡ Ἄρτεμις (κατὰ τρό­πο ποὺ δὲν ἐπιτρέπει νὰ δεχθοῦμε ποιητικὴ σκοπιμότητα ἢ –ἔστω– δὲν αἰτιολο­γεῖ τὴν ἐμφάνισή τους στὸ προοίμιο). Οἱ δομικὲς ἀνάγκες, ὅπως ἔχουμε δεῖ, κάθε ἄλλο παρὰ ἐπιβάλλουν –ἢ δικαιολογοῦν– τὴν παρέκβαση αὐτή. Οἱ θεωρίες ποὺ ἔχουν ὣς τώρα διατυπωθεῖ20 εἶναι ἐν μέρει ἢ συνολικὰ μὴ ἱκανοποιητικές: (α΄). Ἡ ὑπόθεση γιὰ ποίημα ποὺ συντέθηκε στὴ Μικρὰ Ἀσία πρὸς τιμὴν τῶν Αἰνειαδῶν δὲν δίνει διέξοδο σ' αὐτὰ τὰ προβλήματα. Ἐπιπρόσθετα προσκρούει στὰ πολ­λαπλὰ τεκμήρια γιὰ σύνθεση –ἢ τουλάχιστον μετάπλαση καὶ ἀπαγγελία– στὴν Κύπρο. Ἡ ὑπόθεση αὐτὴ μπορεῖ ἁπλῶς νὰ ὁδηγήσει στὴν –παλαιότερη– πηγὴ τοῦ Ὁμήρου καὶ τοῦ Ἡσιόδου, ἴσως καὶ τοῦ ποιητῆ τοῦ ὕμνου μας κατὰ ἕνα μέρος. (β΄) Ἡ ἄποψη ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν πρώτη ἱστορία ρομαντικοῦ ἔρωτα εἶναι ἀξιοπρόσεχτη καὶ ὄχι ἀνεδαφικὴ κατὰ ἕνα μέρος. Ἂς τὴν ἐξετάσουμε: τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ μιᾶς τέτοιας ἱστορίας εἶναι –ἦταν πάντα, ἰδιαίτερα στὰ βουκολικὰ εἰδύλλια– ἡ ΝΕΑΝΙΚΟΤΗΤΑ (ἢ παρορμητικότητα) τοῦ ΠΑΘΟΥΣ, ἡ ΕΠΙ­ΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ἂν ὁ ἔρωτάς του ἀποδειχθεῖ ἀνέφικτος, καὶ ἡ ΘΕΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΜΕΝΟΥ. Ἂν τὴ δοῦμε ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Ἀγχίση, ἡ ἄποψη αὐτὴ ἑρμηνεύει τὸ περιεχόμενο τοῦ ὕμνου –καὶ ἐμφανίζει ἀξιοσημείωτη ἑνότητα– ὡς πρὸς τὸ προοίμιο ἐξαιρουμένης τῆς παρέκβασης, ὡς πρὸς τὸ πρῶτο διηγηματικὸ-περιγραφικὸ μέρος τοῦ ἐπικοῦ τμήματος (στ. 45-91), κυρίως ὡς πρὸς τὸν διάλογο «θνητῆς» – θνητοῦ (στ. 92-154, ὅπου ἔχουμε τονίσει τοὺς τελευταίους στ. 151-4), ὡς πρὸς ἕνα τμῆμα τοῦ δεύτερου διηγηματικοῦ μέρους (στ. 155-67) καὶ ὡς πρὸς τὸν ἐπίλογο. Κατὰ βάση ὅμως μένουν πάλι τὰ ἴδια προβλήματα, ὅσο κι ἂν συνδυαστεῖ ἡ ἄποψη αὐτὴ μὲ τὴν προηγούμενη. (γ΄) Ἡ ὑπόθεση γιὰ πρόθεση τοῦ ποιητῆ νὰ τονίσει τὴν παντοδυναμία τῆς θεᾶς τοῦ ἔρωτα (ποὺ ὑποκύπτει καὶ ἡ ἴδια στὴ δύναμη ποὺ προσωποποιεῖ) δὲν ἐξηγεῖ οὔτε τὴν ἐπέμβαση τοῦ Δία οὔτε τὶς ἐξαιρέσεις ποὺ τονίζονται στὴν παρέκβαση τοῦ προοιμίου, οὔτε –ἀκόμα– τὸ ὄνειδος τῆς θεᾶς. Πρέπει, λοιπόν, νὰ ἀναζητήσει κανεὶς μιὰ πιὸ σύνθετη ἑρμηνεία, στηριγμένη σὲ κάποιες ἐπισημάνσεις ποὺ ἔχουμε ἤδη ἐκθέσει:

        (1.) Ὁ ποιητὴς τοῦ Ὕμνου ἔχει μπροστά του μιὰ προομηρικὴ πηγὴ εὐρύτατα διαδεδομένη καὶ ἐκτενῆ. (2.) Δέχεται ἔντονη τὴν ἐπίδραση τοῦ Ὁμήρου (μὲ χαρα­κτηριστικὴ τὴν ἐπίδραση τῆς 9ης ραψωδίας τῆς Ἰλιάδος) καὶ τοῦ Ἡσιόδου. (3.) Βρι­σκόμαστε στὸν 7ον αἰώνα, τὴν ἐποχὴ τῆς συνύπαρξης ἀρχαϊκοῦ ἔπους καὶ ἀρ­χαϊκοῦ λυρισμοῦ, τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἀρχίλοχου καὶ τοῦ Μίμνερμου καὶ τοῦ Ἀλκμά­να. Νέες ἰδέες, νέες κοινωνικὲς καὶ βιοθεωρικὲς ἀντιλήψεις καὶ νέα ποιητικὰ ρεύματα ἔχουν ἀρχίσει σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνουν τὴ θέση τῶν παλαιῶν. (4.) Ὁ ποιη­τὴς τοῦ ὕμνου (ὅπως κάθε ἀοιδός) πάνω ἀπ' ὅλα τραγουδᾶ, προσπαθώντας –ἀπὸ ἀπαγγελία σὲ ἀπαγγελία– νὰ δώσει τὴν τελικὴ μορφὴ στὸ ἔργο του, περιλαμ­βάνοντας ὅσο γίνεται πιὸ πολλὰ ἀπὸ τὴν πλούσια παρακαταθήκη καὶ δίνοντας τὴ δική του ἄποψη. Συναρμολογεῖ καὶ προσαρμόζει, ἐπινοεῖ καὶ συνθέτει, τραγουδᾶ καὶ ἑνοποιεῖ. (5.) Ὁ ἀοιδός μας φαίνεται πολὺ ΙΚΑΝΟΣ, πλούσιος σὲ ἰδέες καὶ ἐκφραστικὰ μέσα. (6.) Ἰσχυρὲς ἐνδείξεις ὁδηγοῦν στὴν ΚΥΠΡΟ.

       Ἐπαγωγικὰ οἰκοδομημένη, μιὰ εὔλογη θεωρία γιὰ τὴν πιθανὴ πορεία του εἶναι ἡ ἑξῆς: Θέμα τοῦ ποιητῆ κύριο εἶναι τὸ παλιὸ μοτίβο γιὰ τὸν ἔρωτα τῆς Ἀφροδίτης μὲ τὸν Ἀγχίση καὶ τὴ γέννηση τοῦ Αἰνεία. Γ ι α τ ί Αἰνείας; g Ἀπὸ τὸ αἰνὸν ἄχος τῆς θεᾶς (ὅπως Ἀλκυόνη ἀπὸ τὸ κλάμα τῆς μάνας της). Ἄχος τῆς θεᾶς γ ι ὰ   π ο ι ά ν   α ἰ τ ί α; g ΟΝΕΙΔΟΣ γιὰ τὸν ἔρωτα μὲ θνητὸν ἄντρα. Ἀ π ὸ   π ο ι ο ύ ς  ὁ ὀνειδισμός; g Ἀπὸ τοὺς θεούς, ποὺ ἡ Ἀφροδίτη ἔχει ἐπανειλημμένα ἐμπλέξει σὲ ἔρωτες μὲ θνητὲς ὑπάρξεις καὶ μετὰ τοὺς περιγελοῦσε (ὑπερβαί­νοντας τὰ ἴδια της τὰ μέτρα). Π ο ι ό ς   θ ὰ   π ρ ο κ α λ έ σ ε ι   τ ο ῦ τ ο   τ ὸ ν   ἔ ρ ω τ α; g Μόνο ἕνας μπορεῖ: ὁ  π α ν τ ο δ ύ ν α μ ο ς Δίας. Αὐτὸς μόνο μπορεῖ τὰ πάντα, ἀκόμα καὶ νὰ ἐμπλέξει τὴν Ἀφροδίτη στὰ δικά της δίχτυα, ἀκόμα καὶ νὰ κάνει ἀθάνατο καὶ ἀγέραστο τὸν Γανυμήδη. Οἱ ἄλλοι ἔχουν τὰ ὅριά τους, ὅπως π.χ. ἡ Ἠὼς στὴν περίπτωση τοῦ Τιθωνοῦ (ποὺ εἶναι γιὰ τὴν Ἀφροδίτη «παράδειγμα» ἀποτρεπτικό). Καὶ ἡ Ἀφροδίτη ἡ ἴδια ἔχει τὰ ὅριά της, μπροστὰ στὸν Δία καὶ –ἔμμεσα– στὴν Ἥρα, μὰ καὶ μπροστὰ στὴν Ἀθηνᾶ (ὡς θεὰ τῶν πολεμικῶν ἔργων μὰ καὶ τῶν ἀγλαῶν ἔργων τοῦ σπιτιοῦ, καὶ τῆς σοφίας), μπροστὰ στὴν Ἄρτεμη (γιὰ τὴν ὁποία ἡ παράδοση ἦταν πασίγνωστη, ρητὴ καὶ ἀνυπέρβλητη), μπροστὰ στὴν Ἑστία (τὴν κόρη τοῦ Κρόνου τὴ σθεναρὴ –μὲ θέλημα τοῦ Δία– καὶ σεβαστή, ποὺ ἀρνήθηκε τὸν γάμο μὲ τὸν Ποσειδώνα καὶ τὸν Ἀπόλλωνα, ἔδωσε ὅρκο στὸν Δία παρθένος ἔσσεσθαι πάντ' ἤματα καὶ ἐκεῖνος τῆς πρόσφερε –καλὸν γέρας ἀντὶ γάμοιο– τὴν πρώτη θέση στὴν οἰκογενειακὴ ἑστία). Κι ὁ θεῖος ἀκόμα ΕΡΩΤΑΣ ἔχει –πρέπει νὰ ἔχει– τὰ ΟΡΙΑ ΤΟΥ. Θυμᾶται κανεὶς τὸν Ἀλκμάνα, ποὺ στὰ μέσα τοῦ 7ου αἰ. π.Χ., στὸ περίφημο Παρθένειο τοῦ Λούβρου, τραγουδᾶ: μή τις ἀνθ]ρώπων ἐς ὠρανὸν ποτήσθω | [μηδὲ πη]ρήτω γαμεῖν τὰν Ἀφροδίταν | [F]άν[α]σσαν (...). ἔστι τις σιῶν τίσις· | ὁ δ' ὄλβιος ὅστις εὔφρων | ἁμέραν [δι]απλέκει ἄκλαυτος (: Κανένας ἄνθρωπος μὴν πετᾶ στὸν οὐρανό, μήτε νὰ προσπαθεῖ νὰ νυμφευτεῖ τὴν ἄνασσα Ἀφροδίτη. Ὑπάρχει πάντα κάποιας μορφῆς τιμωρία τῶν θεῶν. Εὐτυχισμένος εἶναι ὅποιος συνετὸς περνᾶ μιὰν ὁλόκληρη μέρα χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ κλάψει). Ἂν τὰ ἑνώσει κανεὶς ὅλα τοῦτα καὶ τραγουδήσει σὰν ἀοιδός, νά ὁ ὕμνος στὴν Ἀφροδίτη, μὰ καὶ στὴν παντοδυναμία τοῦ Δία· ὁ ΥΜΝΟΣ στὸν ρομαντικὸ μὰ ΜΕΤΡΗΜΕΝΟ ΕΡΩΤΑ, ἢ «ὕμνος» στὶς συνέπειες τοῦ ἄμετρου ἔρωτα, τῆς θείας δύναμης ποὺ στέκει πάνω ἀπὸ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους, πάνω κι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Δία συχνά.

       Αὐτὰ γιὰ τὴ δομὴ καὶ τὸ περιεχόμενο. Ὅσον ἀφορᾶ στὴ ΓΛΩΣΣΑ, ἐφαρμό­ζοντας τὴ μέθοδο ποὺ ἔχουμε ἐφαρμόσει στοὺς δύο μικρότερους ὕμνους, βρισκό­μαστε καὶ πάλι μπροστὰ σὲ τυπικὲς φράσεις ποὺ μαρτυροῦν μετάπλαση παλαιό­τερων τυπικῶν φράσεων τοῦ Ὁμήρου (κατὰ πρῶτον λόγο ἐδῶ) καὶ τοῦ Ἡσιόδου.

       (α΄) Τὸν ἐπίλογο τὸν συζητήσαμε ἤδη ἐν μέρει. Ἡ ἀναφορὰ συγκεκριμένου τόπου δὲν ἀπαντᾶ σὲ κανένα ἄλλον ἐπίλογο Ὁμηρικοῦ ὕμνου, ἐκτὸς βέβαια ἀπὸ τὸν μικρὸν ὕμνο (Χ.: Υ3) Εἰς Ἀφροδίτην. Τὸ ἐδῶ Χαῖρε θεὰ Κύπροιο ἐϋκτιμένης μεδέουσα, συγκρινόμενο μὲ τὸ ἐκεῖ Χαῖρε θεὰ Σαλαμῖνος ἐϋκτιμένης μεδέουσα | εἰναλίης τε Κύπρου (...), δὲν ἀποκλείει τόσο ρητὰ τὴν πιθανότητα νὰ μὴν εἶναι αὐτὸς ὁ ὕμνος Κυπριακός. Μὰ ἔχουμε ἤδη μιὰ σοβαρὴ ἔνδειξη πὼς εἶναι. (β΄) Ἡ ἀναφορὰ τῆς Κύπρου στὸν στ. 66 (σεύατ' ἐπὶ Τροίης προλιποῦσ' εὐώδεα Κύπρον) ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸ θέμα καὶ δὲν εἶναι ἀφ' ἑαυτῆς σημαντική. (γ΄) Τὸ ἴδιο ἰσχύει ἐν μέρει γιὰ τὸ ἀπόσπασμα μὲ τὴν ἄφιξη τῆς Ἀφροδίτης στὴν Κύπρο, ποὺ ἐξετάσαμε σὲ σύγκριση μὲ τὸν Ὁμηρικὸ ὕμνο VI. (Υ2) καὶ τὰ Κύπρια, ὅπου τὸ στόλισμα τῆς Ἀφροδίτης ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸ θέμα κατὰ ἕνα μέρος καὶ ἀπὸ τὴν ἐμφανῆ ἐπίδραση τοῦ Ὁμήρου ἀπὸ τὴν ἄλλη, πολὺ περισσότερο ποὺ δὲν ἀπο­κλείεται ἡ σκηνὴ τοῦ στολίσματος τῆς Ἀφροδίτης στὴν Κ ύ π ρ ο  νὰ ἦταν ἤδη  τ υ π ι κ ή, καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν Ὅμηρο. Θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ τοποθετηθεῖ τὸ στό­λισμα τῆς Ἀφροδίτης στὸν Ὄλυμπο, ἂν δὲν ὑπῆρχε συγκεκριμένη πρόθεση τοῦ ποιητῆ νὰ συνδέσει τὴν Ἀφροδίτη μὲ τὴν Κύπρο. Ἡ ἀναφορὰ τῆς Κύπρου στὸν ὕμνο τοῦτο κρινόμενη συνολικὰ δύσκολα ἐπιτρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰδιαίτερη σχέση τοῦ ποιητῆ μὲ τὸ νησὶ τῆς Ἀφροδίτης. Ὁ ὕμνος φαίνεται πὼς συντέθηκε στὴν Κύπρο (ἢ τουλάχιστο προοριζόταν γιὰ ἀπαγγελία καὶ σ' αὐτήν).

      Ἡ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης στὴν Κύπρο ἦταν εὐρύτατα διαδεδομένη στοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς τῆς ἐπικῆς ποίησης τὸν 8ο καὶ τὸν 7ον αἰ. π.Χ. Ἡ Ἀφροδίτη λατρευόταν πάνδημα ὄχι μόνο στὴν Πάφο, μὰ καὶ στὴ Σαλαμίνα, στοὺς Σόλους κ.ἀ. Οἱ ἀρχαιολογικὲς ἐνδείξεις μαρτυροῦν ἀκμὴ τῆς ἐπικῆς ποίησης στὴν Κύπρο κατὰ τοὺς χρόνους αὐτούς, οἱ φιλολογικὲς μαρτυρίες τὸ ἴδιο: Ἀρκεῖ νὰ θυμηθεῖ κανεὶς τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Κινύραν (ἱερέα τῆς Ἀφροδίτης, μουσικὸ καὶ χρησμολόγο), τὸν Εὖκλον, τὰ Κύπρια ἔπη, τὸν Στασῖνον καὶ τὸν ἩγησίανἩγησῖνον, τὶς μαρτυρίες γιὰ ποιητικοὺς ἀγῶνες. Νὰ δεχθοῦμε πὼς τὴν ἐποχὴ αὐτὴ τῆς ἀκμῆς τῆς ἐπικῆς ποίησης στὴν Κύπρο καὶ τῶν μουσικῶν ποιητικῶν ἀγώνων  δ ὲ ν  συντέθηκαν ὕμνοι στὴν Ἀφροδίτη, τῆς ὁποίας ἡ λατρεία δὲν ἦταν μόνο τοπικὰ μὰ καὶ πανελλήνια ξακουστή, εἶναι παράλογο21.

        Μποροῦμε, λοιπόν, μὲ ἐπιστημονικὰ κριτήρια νὰ μιλοῦμε γιὰ Κυπριακοὺς ὕμνους στὴν Ἀφροδίτη, τουλάχιστον ἀπὸ τὸν 7ον αἰ. π.Χ. Ἀπὸ τοὺς τρεῖς ὕμνους Εἰς Ἀφροδίτην, ποὺ σώζονται στὴ συλλογὴ τῶν Ὁμηρικῶν ὕμνων, πιὸ ἐπαρκεῖς εἶναι οἱ ἐνδείξεις γιὰ Κυπριακὴ προέλευση τοῦ μικρότερου ἀπὸ αὐτούς (τοῦ ὑπ' ἀρ. Χ.), ἐνῶ γιὰ τοὺς ἄλλους δύο οἱ ἐνδείξεις εἶναι λιγότερο ἐπαρκεῖς, ὄχι ὅμως καὶ ἀμελητέες. Κοινὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ὕμνων αὐτῶν μεταξύ τους καὶ μὲ τὴ λοιπὴ Κυπριακὴ ἐπικὴ ποίηση τῆς ἴδιας περίπου ἐποχῆς ἐνισχύουν τὴν κοινὴ προέλευσή τους: Μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ σύνθεσή τους (ἢ τουλάχιστο γιὰ ἐξέλιξη καὶ ἀπαγγελία τους) στὴν Κύπρο, τὸν 7ο πιθανῶς αἰ. π.Χ., μὲ ἐπίδραση τοῦ Ὁμήρου καὶ τοῦ Ἡσιόδου (μεγαλύτερη τοῦ Ἡσιόδου στοὺς δύο μικροὺς ὕμνους καὶ τοῦ Ὁμήρου στὸν μεγάλο, πιθανῶς λόγω τοῦ θέματος ἑκάστου). Μποροῦμε ἀκόμα νὰ μιλᾶμε γιὰ μιὰ προφορικὴ παράδοση Ὁμηρικῶν ὕμνων στὴν Κύπρο, μὲ ἕνα στάδιο ἀκμῆς κατὰ τὴν Ἀρχαϊκὴ περίοδο, στὴν ὁποία ἀνήκουν τὰ ἀξιόλογα δείγματα ποὺ ἔχουμε. Ὁ Κινύρας –οἱ Κινυράδες γενικά– καὶ ὁ Εὖκλος, ὁ Ἡγησίας Ἡγησῖνος (ἢ -ους) καὶ ὁ Στασῖνος δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀμέτοχοι στὴν ἀκμὴ τῆς ὑμνητικῆς ποίησης γιὰ τὴν Ἀφροδίτη. Γιὰ τὸν Εὖκλον ἔχουμε ἐπισημάνει τὴν πιθανὴ καταγωγή του ἀπὸ τὴ Σαλαμῖνα καὶ τὴν πιθανῶς ὄχι τυχαία ἐμφάνιση τῆς τυπικῆς φράσης ἐν εἰναλίηι Κύπρωι σ' αὐτὸν καὶ στοὺς δύο μικροὺς ὕμνους Εἰς Ἀφροδίτην, γιὰ τὸν Στασῖνον τὴν κοινὴ τυπικὴ σκηνὴ τοῦ στολίσματος τῆς Ἀφροδίτης στοὺς ὕμνους V. καὶ VI. (Υ1 καὶ Υ2) καὶ στὰ Κύπρια. Γιὰ τὸν Ἡγησῖνον μπορεῖ νὰ τολμήσει κανεὶς μιὰν ὑπόθεση: Ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἡσιόδου στοὺς δύο μικρούς, κυρίως, ὕμνους εἶναι ἔκδηλη· τοῦ Ἡγησίνου ἀναφέρονται –στὸν Παυσανία, ὅπως καὶ τοῦ Εὔκλου οἱ στίχοι– τέσσερεις στίχοι τῆς Ἀτθίδος (κατωτ. 4 F1) γιὰ τὴν πατρίδα τοῦ Ἡσιόδου. Νά 'ναι αὐτὸς ὁ ποιητὴς τῶν δύο μικρῶν ὕμνων μὲ τὴν ἔντονη Ἡσιόδεια ἐπίδραση, ποιός μπορεῖ νὰ τὸ θεωρήσει ἀπίθανο; Γιὰ τὸν μεγάλον ὕμνο, τέλος, μὲ τὴν ἔντονη Ὁμηρικὴ ἐπίδραση δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ οὔτε ὁ Ἡγησῖνος οὔτε ὁ Στασῖνος (ὁ ποιητὴς τῶν Κυπρίων ἐπῶν). Μὰ πιὸ πιθανὸς ποιητὴς τοῦ ὕμνου τούτου –μὲ τὸν προφητικὸ λόγο τῆς θεᾶς– φαίνεται νὰ εἶναι ὁ χρησμολόγος Εὖκλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀπέκτησε τὸ μέγα κλέος του –ποὺ ξεπέρασε τὰ ὅρια τῆς Κύπρου– μὲ αὐτὸν κυρίως τὸν ὕμνο.

  1. «Ὑποδειγματικὴ» κατὰ τὸν Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . (ΙΑΕΛ5 144) παραμένει ἡ ἔκδοση τῶν Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford., μὲ ἀναλυτικὴ εἰσαγωγή, κείμενο καὶ σχόλια (τὰ ὁποῖα ὅμως πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνται μὲ προσοχή). Ἀξιόλογη εἶναι ἡ ἔκδοση τοῦ Càssola, F. (1975), Inni Omerici, Milan., μὲ γενικὴ εἰσαγωγή, κείμενο, μετάφραση στὴν Ἰταλικὴ καὶ σχόλια. Χρήσιμες παραμένουν οἱ ἐκδόσεις Monro, D B. & Allen T W. (1902), Homeri Opera, Vols. I-II, Oxford. 1912 / 1946 (μὲ διορθώσεις)· Evelyn-White, H. G. (1936), Hesiod, the Homeric Hymns and Homerica, Loeb Classical Library London- Cambridge, Mass.. 1914 / 1936 (ἀναθεωρημένη), μὲ Ἀγγλικὴ μετάφραση· Humbert, J. (1936/1959), Homère, Hymnes, Paris., μὲ Γαλλικὴ μετάφραση (καὶ σύντομες εἰσαγωγές)· Weiher, A. (1951/1961), Homerische Hymnen, Munich . 1951/1961 (ἀναθεωρημένη), μὲ Γερμανικὴ μετάφραση· Athanassakis, A. N. (1976), The Homeric Hymns: Translation, Introduction and Notes, Baltimore and London .: μὲ εἰσαγωγή, μετάφραση καὶ σύντομο ἑρμηνευτικὸ ὑπόμνημα. Πρόσφατη ἔκδοση, μὲ Ἀγγλικὴ μετάφραση, εἰσαγωγή (μὲ βιβλιογραφία) καὶ σύντομες σημειώσεις: West, M L. (2003), Homeric Hymns, Homeric Apocrypha, Lives of Homer, Loeb Classical Library Cambridge, Massachusetts – London, England. (βλ. σχετικὰ κατωτ. σχόλ. στὸ 5 Υ3.4). Πλήρης –καὶ πρόκληση γιὰ μίμηση– εἶναι ἡ ἐπιμέρους ἔκδοση τοῦ Richardson, N J. (1974), The Homeric Hymn to Demeter, Oxford. (μὲ μικρὲς προσθῆκες), κατὰ τὸ πρότυπο τῶν ἐκδόσεων τοῦ Ἡσιόδου ἀπὸ τὸν M. L. West. Γιὰ τὶς λοιπὲς ἐκδόσεις καὶ μεταφράσεις τῶν Ὁμηρικῶν ὕμνων βλ. Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford. σσ. cx-cxv καὶ N. J. Richardson ὅ.π. σσ. 86-8. Γιὰ τὴ συλλογὴ τῶν Ὁμηρικῶν ὕμνων βλ. van der Valk, M. (1976), On the arrangement of the Homeric Hymns , AC 45: 419-445. 419 κἑ.
  2. Γιὰ τὶς ἀρχαῖες μαρτυρίες καὶ τὴ φύση τῶν Ὁμηρικῶν ὕμνων βλ. Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford. σσ. lxiv κἑ. καὶ lxxxiii κἑ. (μὲ ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτη τὴν παρατήρηση στὴ σελ. xciv ὅτι ἡ συνήθης θεωρία πὼς ὅλοι οἱ ὕμνοι χρησιμοποιοῦνταν ὡς πρελούδια τῶν ῥαψῳδιῶν δὲν εὐσταθεῖ, κυρίως γιατὶ ὁ ὅρος προοίμιον μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται –ὅπως καὶ ὁ σημερινὸς μουσικὸς ὅρος πρελούδιο– σὲ ἀνεξάρτητες συνθέσεις ποὺ ἐμφανίζουν τὰ βασικὰ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς πραγματικοῦ προοιμίου, ἐνῶ εἶναι δύσκολο νὰ πιστέψει κανεὶς ὅτι οἱ πέντε μεγάλοι Ὁμηρικοὶ ὕμνοι ἀποτελοῦσαν προοίμια σὲ ραψωδίες ὄχι κατ' ἀνάγκη μεγαλύτερες ἀπ' αὐτούς· πβ. ὅμως Citekey 839 not found, κυρίως σσ. 278 κἑ., ὅπου καὶ κριτικὴ παρουσίαση τῶν διάφορων ἀπόψεων). Περισσότερα: Böhme, R. (1937), Das Prooimion: Eine Form sakraler Dichtung der Griechen, Bühl/Baden., 11 κἑ., καὶ Aloni, A. (1980), Prooimia, Hymnoi, Elio Aristide e i cugini bastardi, QUCC 4: 23-40.. Πβ. Minton, W. W. (1970), The Proem hymn of Hesiod's Theogony, TΑPhΑ 101: 357-377., Clay Strauss, J. (1989), The Politics of Olympus: Form and Meaning in the major Homeric Hymns, Princeton . κἑ. καὶ West, M L. (2003), Homeric Hymns, Homeric Apocrypha, Lives of Homer, Loeb Classical Library Cambridge, Massachusetts – London, England. κἑ. (ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία).
  3. Βλ. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 142. Ἀκολουθώντας τὸν ἀρχαῖο σχολιαστὴ τοῦ Πινδάρου, ὁ West, M. L. (1985), The Hesiodic Catalogue of Women, Oxford ., 165 κἑ., τοποθετεῖ τὸν Κύναιθο (ὡς «πλαστογράφο») στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ. π.Χ., ἐνῶ οἱ Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford., 183 κἑ. (πβ. 193), ἀνάγουν τὸν Κύναιθο –μαζὶ μὲ τὸν Ἀρκτίνο τὸν Κλαζομένιο, τὸν Ἀντίμαχο τὸν Τήιο καὶ τὸν Εὔμηλο τὸν Κορίνθιο– στὴν ἐποχὴ τῶν παλαιότερων ποιημάτων τοῦ Κύκλου καὶ τῆς Θεογονίας τοῦ Ἡσιόδου, θεωρώντας ὅτι "Everything conspires with Hippostratus' statement that the hymn was by Cynaethus who first recited Homer in Syracuse, surely not long after its foundation in 733 B.C.". Περισσότερα στοὺς Wade-Gary, H. T. (1936), Kynaithos, Greek Poetry and Life: Essays presented to Gilbert Murray on his Seventieth Birthday Oxford. 56-78.· Burkert, W., Knox B. M. W., Bowersock G. W., Burkert W. & Putnam M. C. J. (1979), Kynaithos, Polycrates and the Homeric Hymn to Apollo, Arktouros: Hellenic Studies Presented to Bernard M.W. Knox on the Occasion of His 65th Birthday Berlin. 52-62.· Förstel, K. (1979), Untersuchungen zum homerischen Apollonhymnos, Bochum., 92 κἑ.
  4.  Βλ. Dyer, R. (1975), The Blind Bard of Chios (Hymn. Hom. Ap. 171-76), CPh 70: 119-121., 119 κἑ. Πβ. Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford. 226 καὶ Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 143. Ὁ Drerup, E. (1937), Die homerische Apollonhymnos: Eine methodologische Studie, Mnemosyne 5: 81-99., 121 κἑ., συγκαταλέγεται σ' αὐτοὺς ποὺ ἀναβίωσαν κατὰ καιροὺς τὴν ἀρχαία ἀντίληψη γιὰ ταύτιση τοῦ τυφλοῦ Χίου ἀοιδοῦ μὲ τὸν Ὅμηρο.
  5. Στὸν ποιητὴ τῆς Ἰλιάδος ἀποδίδει μὲ σοβαρὰ ἐπιχειρήματα τὸν Ὕμνο V. (5 Υ1) Εἰς Ἀφροδίτην καὶ ὁ Reinhardt, K. (1961), Die Ilias und ihr Dichter, Göttingen., 507 κἑ.
  6. Βλ., π.χ., Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford. 350 κἑ. (γιὰ τὸν Ὕμνο V. [5 Υ1] Εἰς Ἀφρ.: "The date of the hymn is naturally uncertain ... The place of composition is no less obscure"), 372 (γιὰ τὸν Ὕμνο VI. [5 Υ2] Εἰς Ἀφρ.: "there are no distinctive marks either of date or locality"), 391 (γιὰ τὸν Ὕμνο X. [5 Υ3] Εἰς Ἀφρ.: "There is no reason to suppose that it was Cyprian in origin"). Τὰ σχόλια ὅμως τῶν Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford. γιὰ τὸν τόπο σύνθεσης καὶ τὸν ποιητὴ τῶν τριῶν ὕμνων Εἰς Ἀφρ. εἶναι πρόχειρα καὶ ἀντιφατικά: Γιὰ τὸν Υ3 (Χ.) δὲν βρίσκουν κανένα λόγο νὰ ὑποθέσουν ὅτι εἶναι Κυπριακῆς καταγωγῆς, ἐνῶ οἱ περὶ τούτου ἐνδείξεις εἶναι ἰσχυρές· γιὰ τὸν Υ2 (VI.), ἀντίθετα, ἀρκεῖ ἡ διαπίστωση ὅτι "the dressing and adornment of Aphrodite by the Horae ... corresponds to fragments 4 and 5 of the Cypria" γιὰ νὰ προχωρήσουν στὸ συμπέρασμα ὅτι "This latter poem it must be remembered was by a Cypriote, Hegesias or Stasinus ..., and the hymn may be so also" (ἐνῶ σκηνὴ τοῦ στολισμοῦ τῆς Ἀφροδίτης ἀνάλογη ὑπάρχει καὶ στὸν Υ1), γιὰ τὸν Υ1 (V.), τέλος, στὴ διαπίστωση ὅτι "On the strength of the title Κύπρις (2), the phrase Κύπροιο ἐϋκτιμένης μεδέουσα (292), and the word σατίνη (13), the hymn as late as Fick (BB. ix. 200) was said to be Cyprian", ἀντιπροβάλλεται τὸ ἀτελέστατο ἐπιχείρημα "But Κύπρις and Κυθέρεια are stock epithets (e.g. vi. 2, 18, x. 1), and the origin of σατίνη is more likely Asiatic, and Sappho, Anacreon and Euripides use it", μὲ τὰ 3 ἀναφερόμενα παραδείγματα παρμένα ἀπὸ τοὺς Υ2 (VI.) καὶ Υ3 (X.) Εἰς Ἀφρ. (τὰ 2 μάλιστα ἀπὸ τὸν Υ2 [VI.], τοῦ ὁποίου τὴν Κυπριακὴ καταγωγὴ θεωροῦν πιθανὴ οἱ ἴδιοι), ἐνῶ τὸ συμπέρασμα "The author may have been an Aeolian or a Lesbian, e.g. Lesches" μένει ἀστή­ρικτο. Ἀτεκμηρίωτη –καὶ περιστασιακὴ– εἶναι γενικὰ ἡ χρονολόγηση καὶ ἡ ἀπόδοση σὲ συγκεκρι­μένο ποιητὴ στὴ σχετικὴ μὲ τοὺς Ὁμηρικοὺς ὕμνους Εἰς Ἀφρ. βιβλιογραφία, γιὰ τὴν ὁποία βλ. Càssola, F. (1975), Inni Omerici, Milan. 249 κἑ. καὶ 280, καὶ Clay Strauss, J. (1989), The Politics of Olympus: Form and Meaning in the major Homeric Hymns, Princeton . 152 κἑ.
  7. Γιὰ τὸν «προφορικὸ» (κατὰ βάση) χαρακτήρα τῆς Ὁμηρικῆς ποίησης βλ. Parry, A. (1971), The Making of Homeric Verse: The Collected Papers of Milman Parry, Oxford., καὶ Kirk, G S. (1976), Homer and the Oral Tradition, Cambridge – London – New York – Melbourne ., πβ. τὴ συλλογικὴ ἔκδοση τῶν Wace, A. J. B. & Stubbings F. H. (1962/1974), A Companion to Homer, London .(1974): Ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ Α΄ μέρους (ὑπὸ τὸν τίτλο Ὅμηρος), Ἀθήνα 1984. Βλ. ἐπίσης (ἀνάμεσα στ' ἄλλα): Arend, W. (1933), Die typischen Scenen bei Homer, Berlin.· Arend, W. (1933), Die typischen Scenen bei Homer, Berlin.· Notopoulos, J. A. (1962), The Homeric Hymns as Oral Poetry: A Study in the Post-homeric Oral Tradition, AJPh 83: 337-368., καὶ Hoekstra, A. (1969), The Sub-epic Stage of the Formulaic Tradition: Studies in the Homeric Hymns to Apollo, to Aphrodite and to Demeter, Verhandelingen der Koninklijke Nederlandse Akademie van Wetenschappen, Aft. Letterkunde,75.2 Amsterdam.· Hainsworth, J. B. (1968), The Flexibility of the Homeric Formula, Oxford.· Janko, R. (1982), Homer, Hesiod and the Hymns: Diachronic Development in Epic Diction, Cambridge ..
  8. Ἀπὸ τοὺς μεγάλους ὕμνους σχετικὰ μεταγενέστερος θεωρεῖται συνήθως ὁ Ὕμνος IV., Εἰς Ἑρμῆν (βλ. π.χ. Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford. 275 καὶ Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 143: «Ὁ Ὕμνος στὸν Ἑρμὴ εἶναι ὁ νεότερος ἀπὸ τοὺς μεγαλύτε­ρους καὶ θὰ ἀνήκει πιὰ στὸν 6. αἰ.»), ἐνῶ δὲν λείπουν καὶ οἱ ἀκραῖες περιπτώσεις, ὅπως τῶν Freed, G. & Bentman R. (1955), The Homeric Hymn to Aphrodite, CJ 50: 153-159. 157, ποὺ τοποθετοῦν στὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ τὸν Ὕμνο V. (Υ1) Εἰς Ἀφρ., ὁ ὁποῖος συνήθως χαρακτηρίζεται Ὁμηρικώτατος (βλ. Hoekstra, A. (1969), The Sub-epic Stage of the Formulaic Tradition: Studies in the Homeric Hymns to Apollo, to Aphrodite and to Demeter, Verhandelingen der Koninklijke Nederlandse Akademie van Wetenschappen, Aft. Letterkunde,75.2 Amsterdam. 45). Περισσότερα: Janko, R. (1982), Homer, Hesiod and the Hymns: Diachronic Development in Epic Diction, Cambridge . 151-80 (ch. 8, "The Hymn to Aphrodite"), 200 (βλ. ἀνωτ. σημ. 31), κ.ἀ. (βλ. Ind. σελ. 310, καὶ 302).
  9. Βλ. κυρίως Janko, R. (1981), The Structure of the Homeric Hymns: A Study in Genre, Hermes 109: 9-24.· πβ. Lenz, L. (1975), Der homerische Aphroditehymnus und die Aristie des Aineias in der Ilias, Klassische Philologie,19 Bonn. 9 κἑ. Βλ. ἐπίσης Sowa, C A. (1984), Traditional Themes and the Homeric Hymns, Chicago . 3 κἑ.
  10. Βλ. Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford. 391: "The hymn (sc. x) like its parallel, vi, was a prelude recited at a contest (cf. 5)". Πβ. Càssola, F. (1975), Inni Omerici, Milan. 341.
  11. Πρόβλημα φαίνεται νὰ δημιουργοῦν οἱ παράλληλες γραφές: χαῖρε μάκαιρα κυθήρης εὐκτιμένης μεδέουσα (ἀντὶ τοῦ Χαῖρε, θεά, Σαλαμῖνος ...), 5 καὶ πάσης Κύπρου (ἀντὶ τοῦ εἰναλίης τε Κύπρου). Ἡ γραφὴ ὅμως χαῖρε μάκαιρα κυθήρης εὐκτιμένης μεδέουσα πρέπει νὰ θεωρηθεῖ μεταγενέστερη (ὀφειλόμενη στὴν προσπάθεια νὰ συνδυαστοῦν τὰ δύο ὀνομαστὰ κέντρα λατρείας τῆς Ἀφροδίτης), καθὼς (α΄) τὸ μάκαιρα δὲν ἀνήκει στὰ τυπικὰ ἐπίθετα τῆς Ἀφροδίτης, (β΄) ὁ τύπος Κυθήρη εἶναι μεταγενέστερος (Ἀνακρ. 14.1), ἐνῶ στὸν Ὅμηρο εἶναι γνωστὸς ὁ τύπος Κύθηρα (Ο 432 Κυθήροισι, ι 81 Κυθήρων), καὶ (γ΄) ἡ προσωδία τοῦ εὐκτιμένης (– ÈÈ | –:εὐ- μονοσύλλαβο) φαίνεται ἐπίσης μεταγενέστερη τῆς ἐϋκτιμένης (È |– ÈÈ | –). Ἡ δὲ γραφὴ καὶ πάσης Κύπρου (υἱοθετούμενη ἀπὸ τὸν Càssola) δὲν φαίνεται πιὸ πιθανὴ ἀπὸ τὴ γραφὴ εἰναλίης τε Κύπρου, ἡ ὁποία ὡς lectio difficilior πρέπει νὰ προτιμηθεῖ. Τὰ παράλληλα χωρία ἀπὸ τὸν ὕμνο VI.2-3 (Υ2.2-3)) πάσης Κύπρου κρήδεμνα λέλογχεν | εἰναλίης καὶ τὸν Ἀριστοφ. Λυσ. 833-4 ὦ πότνια Κύπρου καὶ Κυθήρων καὶ Πάφου μεδέουσα στηρίζουν μᾶλλον παρὰ ἀντικρούουν τὴν παραπάνω ἄποψη. (Βλ. καὶ Janko, R. (1982), Homer, Hesiod and the Hymns: Diachronic Development in Epic Diction, Cambridge . 103 γιὰ τὶς γραφὲς εὐκτιμένηςἐϋκτιμένης καὶ 254 σημ. 22 γιὰ τὶς πολλὲς παραφθορὲς τοῦ Μ [μὲ βιβλιο­γραφία], καὶ 273-4 σημ. 163 γιὰ τὸ πρόβλημα τῆς πατρότητας: βλ. καὶ West, M L. (2003), Homeric Hymns, Homeric Apocrypha, Lives of Homer, Loeb Classical Library Cambridge, Massachusetts – London, England. 14 κἑ., καὶ κατωτ. μὲ σχόλ. στὸ 5 Υ3.4-5.)
  12. Σπυριδάκις, K. (1972-1974), Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τóμ. Α΄- Γ΄, Λευκωσία. Αγ΄ σελ. 94. Βλ. ὅμως Karageorghis, V. (1969), Salamis in Cyprus: Homeric, Hellenistic and Roman, London. 7 κἑ. καὶ Karageorghis, V. (1981), Ancient Cyprus: 7.000 Years of Art and Archaeology, Baton Rouge., κυρίως 127-8· τοῦ ἴδιου: Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα . 81 κἑ. καὶ Καραγιώργης, Β. (2002), Κύπρος: Το Σταυροδρόμι της Ανατολικής Μεσογείου, 1600-500 π.Χ., Αθήνα. 158-73 (κυρίως 163-73), μὲ βιβλιογραφία καὶ πλούσια εἰκονογράφηση (βλ. καὶ Καραγιώργης, Β. (1998), Ἕλληνες Θεοί καί Ἥρωες στήν Ἀρχαία Κύπρο, Αθήνα. 18 κἑ.)· βλ. καὶ ἀνωτ. Εἰκ. 17.
  13. Γιὰ τὸν στολισμὸ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Ὀδ., τῆς Ἥρας στὴν Ἰλ. καὶ τῆς Πανδώρας στὰ Ἔργ. βλ. ἀντίστοιχα COd σημ. σ.στ. θ 361-5, CIl σημ. σ.στ. Ξ 153 κἑ. (κυρίως σ.στ. 166-86, 166-9, 172-4), West, M L. (1978), Hesiod, Works and Days, Oxford. σημ. σ.στ. 73-6, μὲ βιβλιογραφία· περισσότερα: κατωτ. σχόλ. στὰ 3 F4-5, 5 Y1.59-66 καὶ 81-90, 5 Υ2.1-14. Γιὰ τὴν τυπικὴ σκηνὴ τοῦ στολισμοῦ θεᾶς καὶ τὶς ἀντιστοιχίες μὲ σημερινὰ γαμήλια ἔθιμα στὴν Κύπρο καὶ ἀλλοῦ καθὼς καὶ μὲ περιγραφὲς στὴ νεώτερη δημοτική μας ποίηση, βλ. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1992), Λαογραφικὰ σημειώματα στοὺς Ὁμηρικοὺς Ὕμνους “Εἰς Ἀφροδίτην” (Allen V καὶ VI), Ἐπετηρὶς τοῦ Κέντρου Ἐπιστημονικῶν Ἐρευνῶν (Λευκωσία, Κύπρος) 19: 547 κἑ.
  14. Καὶ ὁ ὕμνος αὐτὸς συντέθηκε γιὰ ποιητικὸ διαγωνισμὸ (βλ. Allen, T. W., Halliday W. R. & Sikes E. E. (1936), The Homeric hymns, 2nd ed., Oxford. 372) καὶ πιθανῶς ἀποτελεῖ προοίμιο σὲ μεγαλύτερη σύνθεση (πβ. Càssola, F. (1975), Inni Omerici, Milan. 279: "In questo componimento, che molti considerano un piccolo inno compiuto in se stesso, ma più probabilmente è l'esordio di un inno, l'aedo descrive la nascita di Afrodite ... "). Ὅπως δὲ παρατηρεῖ ὁ R. Janko, Hermes 109 (1981) 19, "Uniquely, this Mythic Hymn has a full Conclusion". Λίαν ἀξιόλογη συμβολὴ στὴ μελέτη τοῦ ὕμνου αὐτοῦ (VI: Υ2) ἀποτελεῖ τὸ σχετικὸ κεφάλαιο τῆς πρόσφατης μελέτης τῆς Dorothea Fröhder γιὰ τοὺς μικροὺς Ὁμηρικοὺς ὕμνους (Fröhder, D. (1994), Die Dichterische Form der Homerischen Hymnen untersucht am Typus der mittelgrossen Preislieder, Spudasmata,53 Hildesheim .), ὅπου ὑποστηρίζεται σὺν τοῖς ἄλλοις ὅτι ὁ ὕμνος VI (Υ2), ποὺ προ­ϋποθέτει τὴν Ἡσιόδεια διήγηση καὶ ἐμφανίζει τὴν Ἀφροδίτη ὡς τὸ παθητικὸ ἀντικείμενο πόθου, παρουσιάστηκε στὶς γιορτὲς τῆς θεᾶς στὴν Κύπρο.
  15. Κατὰ τρόπο μοναδικὸ ὅμως, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Porter, H. N. (1949), Repetition in the Homeric Hymn to Aphrodite, AJPh 70: 249-272. 252 σημ. 18, ὁ ποιητὴς καλεῖ τὴ Μοῦσα νὰ τοῦ τραγουδήσει τὰ ἔργα τῆς πολυχρύσου Ἀφροδίτης, ὄχι τὴ θεά, καὶ ἔτσι "in the first line the poet stresses the symbolical value of the concept of Aphrodite, not her existence as a flesh-and-blood goddess". Περισσότερα γιὰ τὸν ὕμνο V (Υ1): Clay Strauss, J. (1989), The Politics of Olympus: Form and Meaning in the major Homeric Hymns, Princeton . 152-201 (κεφ. 3), Janko, R. (1982), Homer, Hesiod and the Hymns: Diachronic Development in Epic Diction, Cambridge . 151 κἑ., καὶ West, M L. (2003), Homeric Hymns, Homeric Apocrypha, Lives of Homer, Loeb Classical Library Cambridge, Massachusetts – London, England. 14 κἑ.
  16. Γιὰ τὴ δομὴ (καὶ τὸ περιεχόμενο) τοῦ ὕμνου βλ. κυρίως Podbielski, H. (1971), La Structure de l'hymne homérique à Aphrodite à la lumière de la tradition littéraire, Archivum Filologiczne,27 Wroclaw.· Smith, P. M. (1981), Nursing of Mortality: A Study of the Homeric Hymn to Aphrodite, Studien zur klassischen Philologie,3 Frankfurt and Bern.· van der Ben, N. (1986), Hymn to Aphrodite 36-291: Notes on the pars epica of the Homeric Hymn to Aphrodite, Mnemosyne 39: Lugduni Batavorum . 1-41.. Πβ. Segal, C. (1974), The Homeric Hymn to Aphrodite: A Structuralist Approach, CW 67: 205-212., καὶ Pellizer, E. (1978), Tecnica compositiva e struttura genealogica nell' Inno ad Afrodite, QUCC 27: 115-144..
  17. Βλ. Jouan, F. (1956), Thetis, Hestia et Athéna, RÉG 69: 290-302. 290 κἑ., καὶ Clay Strauss, J. (1989), The Politics of Olympus: Form and Meaning in the major Homeric Hymns, Princeton . 158 κἑ.
  18. Ι 444-7 ὣς ἂν ἔπειτ' ἀπὸ σεῖο, φίλον τέκος, οὐκ ἐθέλοιμι | λείπεσθ', οὐδ' εἴ κέν μοι ὑποσταίη θεὸς αὐτὸς | γῆρας ἀποξύσας θήσειν νέον ἡβώοντα, | οἷον ὅτε πρῶτον λίπον Ἑλλάδα καλλιγύναικα. Γιὰ τὴ φράση γῆρας ἀποξύσας βλ. van der Ben, N. (1986), Hymn to Aphrodite 36-291: Notes on the pars epica of the Homeric Hymn to Aphrodite, Mnemosyne 39: Lugduni Batavorum . 1-41. 28 κἑ., γιὰ τὴ μορφὴ καὶ τὸν λόγο τοῦ Φοίνικα Βοσκοῦ, Ἀ. Ἰ. (1974), Μελέαγρος – Ἀχιλλεὺς καὶ Φοῖνιξ: Συμβολὴ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἑνότητος τῆς Ἰλιάδος, Σειρὰ ἐπιστημονικῶν διατριβῶν, 1 Λευκωσία. 47 κἑ. / MAPh2 61 κἑ.
  19. Βλ. Clay Strauss, J. (1989), The Politics of Olympus: Form and Meaning in the major Homeric Hymns, Princeton . 185 κἑ., μὲ βιβλιογραφία.
  20. Βλ. Clay Strauss, J. (1989), The Politics of Olympus: Form and Meaning in the major Homeric Hymns, Princeton . 152 κἑ., μὲ βιβλιογραφία. Ὅτι ὁ Ὕμνος συντέθηκε πρὸς τιμὴν τῶν Αἰνειαδῶν μᾶλλον παρὰ τῆς θεᾶς (τὸ τελευταῖο τρίτο τοῦ 7ου αἰ. π.Χ.) ὑποστηρίζει τώρα καὶ ὁ West (West, M L. (2003), Homeric Hymns, Homeric Apocrypha, Lives of Homer, Loeb Classical Library Cambridge, Massachusetts – London, England. 15 κἑ., μὲ σημ. 17).
  21. Ἡ ἐπιγραφὴ ἀρ. 493 ἀπὸ τοὺς Σόλους ἐνισχύει τὴν ἀνωτέρω ἄποψη γιὰ ὅσους πιστεύουν ὅτι σ' αὐτὴν διασώζεται ἀπόσπασμα ἀπὸ ἕνα λυρικὸν ὕμνο στὴν Ἀφροδίτη. Τὸ θέμα συζητεῖται συνοπτικὰ κατωτ. (σελ. 129 μὲ σημ. 78) καὶ ἀναλυτικὰ στὸ σχετικὸ κεφάλαιο τοῦ τόμ. 2 (Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. 11 Ε71)· ἡ ἀναφορὰ τῆς Ἀφροδίτης στὸ κείμενο (βλ. Gjerstad, E., Lindros J., Sjöqvist E. & Westholm A. (1934-1972), The Swedish Cyprus Expedition: Finds and Results of the Excavations in Cyprus., Vols. I-IV 2, Stockholm und Lund . III 629) εἶναι ἀναντίρρητη, ἐνῶ ἀξιοσημείωτα εἶναι τὰ νυκτὸς [μ]ελαίνης καὶ προευμενὴς (Σπυριδάκις, K. (1972-1974), Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τóμ. Α΄- Γ΄, Λευκωσία. Αβ΄ σσ. 220-21), τὸ[ν χρ]ησμὸν καὶ ψυχῆς καθαρμόν. Γιὰ τὴ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης στὴν Κύπρο βλ. ἀναλυτικὰ Karageorghis, J. (2005), Kypris, The Aphrodite of Cyprus: Ancient sources and archaeological evidence, Nicosia. 1 κἑ. (μὲ βιβλιογραφία)· βλ. ἐπίσης  Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1980), Προομηρικά, Ὁμηρικά, Ἡσιόδεια, Ἡ Βιβλιοθήκη τοῦ Φιλολόγου 13: Ἀθήνα . 120 κἑ. (κ.ἀ.: βλ. Εὑρετήριο, σελ. 329 σ.λ. Ἀφροδίτη). Γιὰ τὴν ἀκμὴ τῆς ἐπικῆς ποίησης στὴν Κύπρο βλ. ἀνωτ. 68 μὲ σημ. 28 καὶ 105 μὲ σημ. 56 (ὅπου καὶ βιβλιογραφία), καὶ Εἰκ. 17.