You are here

*F8

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. 15, 681c-d

1,2 Ἱκέσιος ↓ δ' ἐν δευτέρωι Περὶ ὕλης3 τὸ λευκόϊόν4  φησι μεσότητά

τινα ἔχειν ἐν τῶι στύφειν, πολὺ δ' ἀρίστην εὐωδίαν καὶ δυναμέ-

νην τέρπειν, ἀλλὰ πρὸς ὀλίγιστον. «τὸ δὲ μέλαν»5, φησί, «τὴν μὲν

αὐτὴν θεωρίαν ἔχει, εὐῶδες δ'6 ἐστὶ πολὺ μᾶλλον.» Ἀπολλό-

  δωρος δὲ ἐν τῶι Περὶ θηρίων7  φησί· «χαμαίπιτυν, οἱ δὲ 8,9 ὁ-

λόκυρον, οἱ δὲ10 Ἀθήνησιν ἰωνιάν, οἱ δὲ κατ' Εὔβοιαν σιδηρῖτιν11

  1. De vv. 5-7 vid. et Diosc. Pedan. Mat. med. 3.158 Χαμαίπιτυς, ἣν ἔνιοι ἐν Πόντωι ὁλόκυρον καλοῦσιν, ἐν δὲ Εὐβοίαι σιδηρῖτιν, Ἀθήνησι δὲ ἰωνιάν (cf. 158 RV); Orib. Coll. med. 12 s.v. χαμαιπίτυς (χ 8) et Paul. Aegin. Epit. med. 5.46 (vid. infra ad vv. 5-7).


  2. [Vid. Athen. edd. Meineke (III, 1859 – IV, 1867), Kaibel (III, 1890 / 1966), Gulick (VII, 1941 / 1961), cum siglis; de vv. 4-7 vid. et Schneider Nicandrea (1856, p. 195 no. 10 et pp. 182-83), et Hadjioannou ΑΚΕΠ Γα´ (1975) 108.1; de vv. 5-7 vid. etiam Diosc. Pedan. Mat. med. ed. M. Wellmann (II, 1906 [p. 164], cum siglis), et Paul. Aegin. Epit. med. ed. Heiberg (II, 1924 [p. 84], vid. infra ad vv. 5-7).] Orib. Coll. med. ed. Raeder (II, 1964 [p. 157], cum siglis).]
  3. 1 Περὶ ὕλης dubit. scripsimus; περὶ ὕλης Mein. (fort. recte): περὶ Ὕλης Kaib. Gul. ‖
  4. τὸ λευκὸν ἴον (pro τὸ λευκόϊον) dubit. prop. Kaib.
  5. 3-4 «τὸ δὲ μέλ.», φησί, «τὴνμᾶλλον.» scripsimus; τὸ δὲμᾶλλον. Mein.: «τὸ δὲμᾶλλον.» Kaib. Gul.
  6. 5 δ' (pro δὲ) Schn., Mein. ‖
  7. Περὶ θηρίων Hadji. (et nos dubit.); περὶ θηρ. Schn., Mein. (fort. recte): περὶ Θηρ. Kaib. Gul.
  8. 5-6 οἱ δ' <ἐν Πόντωι> (scr. οἳ δὲ) dubit. prop. Kaib., coll. Diosc. l.c. 3.158 (cf. Orib. l.c., s.v. χαμαιπίτυς) χαμαίπιτυς (χαμαιπίτυς E, Orib.), ἣν ἔνιοι ἐν Πόντωι (ἐν Πόντωι μὲν Orib. [om. ἔνιοι, add. μὲν]; ἐν δόντω P, ἔνδον τὸ V) ὁλόκ. (ὁλόπυρον Orib.) καλοῦσιν (χαμαίπιτυς· οἱ δὲ πιτυόρυσις, οἱ δὲ ὁλοόζηλον, οἱ δὲ ὁλόκυρον, οἱ δὲ βρυωνία ἀγρία 158 RV; vid. et Wellm. ad loc.); cf. Schn. p. 183 (vid. infra ad vv. 5-7)
  9. 5-7 χαμαίπιτυνσιδηρῖτιν (pro «χαμ. – σιδ.») Mein.
  10. 6 δ' (ante Ἀθήν.) Schn., Mein.
  11. 6-7 ἐν δὲ (δ' Orib.) Εὐβοίαι σιδηρῖτιν (Orib. vv.ll. σιδηρίτιν et σιδηρίτην), Ἀθήνησι δὲ (δ' Orib.) ἰωνιάν (ἰωνίαν καλοῦσιν E; ἰωνίαν, ῥωμαῖοι κυπρεπούμ, δακοὶ δολεχά A [e R]; ἰωνίαν Orib.) Diosc. (158; [...ἀγρία,] οἱ δὲ Ἀθήνησιν ἰωνιάν, ἐν δὲ Εὐβοίαι σιδηρῖτιν, προφῆται αἷμα Ἀθηνᾶς, Ῥωμαῖοι κυπρέσσουμ, οἱ δὲ σῆμεν τέρραι, Δάκοι χόδελα 158 RV; vid. et Wellm. ad loc.).
Ἀθήν. 15, 681c-d

Ὁ δὲ Ἱκέσιος στὸ δεύτερο (βιβλίο) Περὶ ὕλης λέγει ὅτι τὸ λευκόϊον (ὁ λευκὸς μενεξὲς) ἔχει ἕνα μέτριο στυπτικὸ ἀποτέλεσμα, πολὺ δὲ ἐξαιρετικὴ εὐωδία καὶ ἱκανὴ νὰ προσφέρει τέρψη, ἀλλὰ γιὰ πάρα πολὺ λίγο. «Ἐνῶ τὸ μέλαν (ἡ βιολέτα)», λέγει, «ἔχει μὲν τὸν ἴδιο τρόπο ἀντιμετώπισης (καὶ ἀντίδρασης), εἶναι ὅμως πολὺ πιὸ εὐῶδες.» Ὁ δὲ Ἀπολλόδωρος στὸ Περὶ θηρίων λέγει: «(Ἄλλοι ὀνομάζουν τὸ φυτὸ αὐτὸ) χαμαίπιτυν (χαμαιβατία, χαμαίφυτο), ἄλλοι δὲ ὁλόκυρον, οἱ δὲ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν ἰωνιάν, καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Εὔβοιας σιδηρῖτιν.»

Γιὰ τοὺς στίχους 5-7 βλ. καὶ Διοσκ. Πεδάν. Ὕλ. ἰατρ. 3.158 Χαμαίπιτυς (χαμαιβατία, χαμαίφυτο), ποὺ κάποιοι στὸν Πόντο ἀποκαλοῦν ὁλόκυρον, στὴ δὲ Εὔβοια σιδηρῖτιν, καὶ στὴν Ἀθήνα ἰωνιάν (πβ. 158 RV)· Ὀρειβ. Ἰατρ. συναγ. 12 σ.λ. χαμαιπίτυς (χ 8) καὶ Παύλ. Αἰγιν. Ἐπιτ. ἰατρ. 5.46 (βλ. κατωτέρω σημ. σ.στ. 5-7).

Σχόλια: 

Πηγή: Ἀθήναιος, Δειπνοσοφισταί 15, 681c-d. Κατὰ τὸν Σουίδα σ.λ. Ἀθήναιος (α 731), Ναυκρατίτης, γραμματικός, γεγονὼς ἐπὶ τῶν χρόνων Μάρκου. ἔγραψε βιβλίον ὄνομα Δειπνοσοφισταί, ἐν ᾧ μνημονεύει ὅσοι τῶν παλαιῶν μεγαλοψύχως ἔδοξεν ἑστιᾶν. (...) Κλέαρχος δὲ ὁ Σολεὺς (βλ. ΑΚυΓ61) δειπνολογίαν καλεῖ τὸ ποίημα, ἄλλοι ὀψολογίαν, Χρύσιππος γαστρονομίαν, ἄλλοι ἡδυπάθειαν (...). Στὸ ἔργο του, ἔχοντας ὡς πρότυπο τὸ Συμπόσιον τοῦ Πλάτωνος καὶ ὡς βάση τὸν πλοῦτο τῆς βιβλιοθήκης τῆς Ἀλεξάνδρειας, διασώζει πολυτιμότατο ἀρχαιογνω­στικὸ καὶ ἐπιστημονικὸ ὑλικὸ ποικίλο, ὅπως στὴν ἐδῶ καὶ στὴν κατωτέρω (*F8 καὶ *F9) περίπτωση. (Βλ. Lesky ΙΑΕΛ52 1166-67 καὶ East. – Knox ΙΑΕΛ4 890-91 καὶ 1085, μὲ βιβλιογραφία.)
Κύπρος, εὔλογα, μνημονεύεται συχνότατα ἀπὸ τὸν Ἀθήναιο· πολλὲς δὲ ἀπὸ τὶς παρεχόμενες πληροφορίες, μοναδικὲς στὶς σωζόμενες πηγές, φωτίζουν σημαντικὲς πτυχὲς τῆς ἱστορίας τοῦ νησιοῦ καὶ τῆς ὅλης συμβολῆς τῶν κατοίκων του στὸν ἀρχαῖο Ἑλληνικὸ πολιτισμό. Χωρὶς τὸ κείμενο τῶν Δειπνοσοφιστῶν θὰ ἦταν πολὺ πιὸ φτωχὲς ἢ ἀνύπαρκτες οἱ γνώσεις μας γιὰ τὸν Ζήνωνα τὸν Κιτιέα καὶ τοὺς λοιποὺς ἀρχαίους Κυπρίους φιλοσόφους (βλ. ΑΚυΓ53 καὶ ΑΚυΓ61), τὸν Στασῖνον καὶ τὰ Κύπρια ἔπη του, τὸν Ἡγησίαν / Ἡγησίνουν (-ῖνον) τὸν Σαλαμίνιον, τὸν Καστορίωνα τὸν Σολέα, τὸν Ἑρμείαν τὸν Κουριέα καὶ τὸν Σώπατρον τὸν Πάφιον (βλ. ΑΚυΓ1β´4 3 F4, 5, 7, 12 / 4 T1, 2 / 7 F1, 3a / 8 F1 / 10a T1, F1-23 καὶ 10b F1), τὸν Ἄριστον τὸν Σαλαμίνιον καὶ τὸν ἀδελφό του Θεμίσωνα, καὶ τὸν Ἴστρον τὸν Πάφιον (ΑΚυΓ31 14 T3a καὶ 23 T1a, 2, *F1 / 25 Τ2, F10, 12, 39a, 47, 59, 61)· γιὰ μὴ Κυπρίους συγγραφεῖς ποὺ ἔγραψαν σχετικὰ ἔργα ἢ ἀναφέρονται στὴν Κύπρο στὸ ἔργο τους (ὅπως ὁ Ἄλεξις, ἐν Κυπρίῳ: 3, 110e καὶ 114d = ΑΚΕΠ5 Β´ 163.2γ καὶ 2β, μὲ ἀναφορὰ στοὺς Κυπρίους ἄρτους)· γιὰ τὸν ὀνομαστὸ ὑφάντη Ἑλικῶνα Ἀκεσᾶ Σαλαμίνιον (ΑΚυΓ26 11 Ε57)· γιὰ τὸν Νικοκράτη τὸν Κύπριον καὶ τὴν περίφημη βιβλιοθήκη του (1, 3a = ΑΚΕΠ5 Γα´ 87)· γιὰ τὴν ἀρχαία Κυπριακὴ διάλεκτο (Κυπρίων γλῶσσαι): 2, 69b (ΑΚΕΠ5 Γβ´ 69.2, καὶ Β´ 79.2) βρένθις [: Νίκανδρος ὁ Κολοφώνιος ἐν β´ Γλωσσῶν (fr. 120 Schn.7) βρένθιν λέγεσθαί φησι παρὰ Κυπρίοις θρίδακα, οὗ ὁ Ἄδωνις καταφυγὼν ὑπὸ τοῦ κάπρου διεφθάρη]· 11, 472 (141) ἴσθμιον (: τὸ ποτήριον), 480e (178) κύλιξ (= κοτύλη), 483a (181.1) κύπελλον (= δίωτον ποτήριον), 487b (191) μαστός (= ποτήριον), 495c (203) ὄλπη (= λήκυθος), 783a (58) ἄωτον [: παρὰ Κυπρίοις τὸ ἔκπωμα, ὡς Πάμφιλος. Φιλιτᾶς (fr. 39 Bach) δὲ ποτήριον οὖς οὐκ ἔχον]· 14, 663b (189) μαγίς (παλαθὶς ἄρτος, πίττα)· βλ. καὶ 2, 61f (πβ. 60) βάτια (= συκάμινα, μοῦρα), 3, 84c (252) ΒέρβειαΒερβεία (ἐπίθ. τῆς Ἀφροδίτης, συνηθισμένο πιθανῶς στὴν Κύπρο), 4, 174a (95) Εἰλαπιναστὴς καὶ Σπλαχνοτόμος (: κἀν Κύπρῳ δέ φησι τιμᾶσθαι Ἡγήσανδρος ὁ Δελφὸς Δία Εἰλαπιναστήν τε καὶ Σπλαχνοτόμον), 6. 256c κἑ. (34 [καὶ Γα´ 50, Κλέαρχος ὁ Σολεύς]) ἄνακτες καὶ ἄνασσαι, Γεργίνοι καὶ Προμάλαγγες (μὲ ἰδιάζουσα χρήση στὴν Κύπρο), 11, 473b (146) καδία (= ὑδρία). Ἀξιοσημείωτες –μεταξὺ τῶν πολλῶν ἄλλων (βλ. καὶ τοὺς Πίνακες ἀρχαίων χωρίων τῆς ΑΚΕΠ5– εἶναι οἱ ἀναφορὲς στὴ χλωρίδα καὶ τὴν πανίδα τῆς Κύπρου: (i.) 1, 28d (ΑΚΕΠ5 Β´ 163.22) νᾶπυ Κύπριον· (ii.) 2, 51f (163.12) βάτια (βλ. ἀνωτ.)· (iii.) 52c (163.19) ἀμυγδάλαι (: διάφοροι δ' ἀμυγδάλαι γίνονται κἀν Κύπρῳ τῇ νήσῳ· παρὰ γὰρ τὰς ἀλλαχόθεν καὶ ἐπιμήκεις εἰσὶ καὶ κατὰ τὸ ἄκρον ἐπικαμπεῖς)· (iv.) 62e (163.17) Κύπριος κάλαμος (βλ. καὶ ἀνωτ. 31 *Τ3 Πηγή: Γαλην. vi, κ.ἀ.)· (v.) 3, 77f (163.10) συκῆ ὀλονθοφόρος (βλ. LSJ98 σ.λλ. ὀλονθοφόρος καὶ ὄλονθος)· (vi.) 15, 681f (6.3 καὶ 126.23) λυχνίς, ἀγρόστεμμα ἢ γόγγολη (: περὶ δὲ τῆς λυχνίδος λέγων Ἀμερίας ὁ Μακεδὼν ἐν τῷ Ῥιζοτομικῷ φησιν ἀναφῦναι αὐτὴν ἐκ τῶν Ἀφροδίτης λουτρῶν, ὅτε Ἡφαίστῳ συγκοιμηθεῖσα ἡ Ἀφροδίτη ἐλούσατο [βλ. ΑΚυΓ1β´4 5 Υ1.58 κἑ., μὲ σχόλια], εἶναι δ' ἀρίστην ἐν Κύπρῳ καὶ Λήμνῳ, ἔτι δὲ Στρογγύλῃ καὶ Ἔρυκι καὶ Κυθήροις)· (vii.) 688e-f (163.25α καὶ 26α) οἰνάνθη καὶ κύπρινον μύρον (: γίνεται δὲ μύρα κάλλιστα κατὰ τόπους, ὡς Ἀπολλώνιός φησιν ὁ Ἡροφίλειος ἐν τῷ Περὶ μύρων (περὶ Μύρ. Kaib.9 Gul.10) γράφων οὕτως· «Ἶρις μὲν ἐν Ἤλιδι χρηστοτάτη καὶ ἐν Κυζίκῳ· ῥόδινον δὲ κράτιστον ἐν Φασήλιδι, καὶ τὸ ἐκ Νέας δὲ πόλεως καὶ Καπύης· κρόκινον δ' ἐν Σόλοις τοῖς Κιλικίοις (sec. ACE Gul.10, τῆς Κιλικίας Kaib.9) καὶ ἐν Ῥόδῳ· νάρδινον δὲ τὸ ἐν Τάρσῳ· οἰνάνθη δὲ ἡ (ἀρίστη sec. CE add. Gul.10) Κυπρία καὶ Ἀδραμυττηνή· ἀμαράκινον δὲ (sec. Α om. Kaib.9) Κῷον καὶ μήλινον. κύπρινον δὲ προκέκριται τὸ ἐν Αἰγύπτῳ, δευτερεῦον δ' ἐστὶ τὸ Κυπριακὸν καὶ τὸ ἐν Φοινίκῃ καὶ ταύτης τὸ ἀπὸ Σιδῶνος (...)», κ.λπ.)· (viii.) 3, 95f (48.6 καὶ 164.6 ) ὕες, σύες, χοῖροι [Ἀντιφάνης Κορινθίᾳ (I 61 K.11): ἔπειτα κἀκροκώλιον (-πώλιον Hadjioannou5) | ὕειον (sc. θύεται) Ἀφροδίτῃ; γελοῖον. [Β.] ἀγνοεῖς· | ἐν τῇ Κύπρῳ δ' οὕτω φιληδεῖ ταῖς ὑσίν, | <> δέσποθ', ὥστε σκατοφαγεῖν ἀπεῖρξε | τὸ ζῷον, τοὺς δὲ βοῦς ἠνάγκασεν. ὅτι δ' ὄντως Ἀφροδίτῃ ὗς θύεται μαρτυρεῖ Καλλίμαχος (fr. 100h 1 Schn.7) ἢ Ζηνόδοτος ἐν ἱστορικοῖς ὑπομνήμασι γράφων ὧδε: «Ἀργεῖοι Ἀφροδίτῃ ὗν θύουσι, καὶ ἡ ἑορτὴ καλεῖται Ὑστήρια»]· (ix.) 14, 655b (164.5) πέλειαι [: Ἀντιφάνης ἐν τοῖς Ὁμοπατρίοις φησίν (II 83 K.11ἐν Ἡλίου μέν φασι γίνεσθαι πόλει φοίνικας, ἐν Ἀθήναις δὲ γλαῦκα. ἡ Κύπρος ἔχει πελείας διαφόρους, κ.λπ.]. Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἐπίσης ἡ περὶ τοῦ Ναυκρατίτου στεφάνου –καὶ τοῦ σχετικοῦ «θαύματος» τῆς Ἀφροδίτης– διήγηση Πολυχάρμου Ναυκρατίτου στὸ ἔργο του Περὶ Ἀφροδίτης (675f-676c [ἀμέσως μετὰ τὸ κατωτ. *F9], στὴν ἐκτεταμένη –καὶ μὲ πολλὲς ἀναφορὲς στὴν Κύπρο– ἑνότητα γιὰ στεφάνους καὶ μύρα): «κατὰ δὲ τὴν τρίτην πρὸς ταῖς εἴκοσιν Ὀλυμπιάδα ὁ Ἡρόστρατος, πολίτης ἡμέτερος ἐμπορίᾳ χρώμενος καὶ χώραν πολλὴν περιπλέων προσσχών ποτε καὶ Πάφῳ τῆς Κύπρου ἀγαλμάτιον Ἀφροδίτης σπιθαμιαῖον, ἀρχαῖον τῇ τέχνῃ, ὠνησάμενος ᾔει φέρων εἰς τὴν Ναύκρατιν. καὶ αὐτῷ πλησίον φερομένῳ τῆς Αἰγύπτου ἐπεὶ χειμὼν αἰφνίδιον ἐπέπεσεν καὶ {οὐ} (om. Gul.10) συνιδεῖν οὐκ ἦν ὅπου γῆς ἦσαν, κατέφυγον ἅπαντες ἐπὶ τὸ τῆς Ἀφροδίτης ἄγαλμα σῴζειν αὑτοὺς αὐτὴν δεόμενοι. ἡ δὲ θεόςροσφιλὴς γὰρ τοῖς Ναυκρατίταις ἦν) αἰφνίδιον ἐποίησε πάντα τὰ παρακείμενα αὐτῇ μυρρίνης χλωρᾶς πλήρη ὀδμῆς τε ἡδίστης ἐπλήρωσεν τὴν ναῦν ἤδη ἀπειρηκόσι τοῖς ἐμπλέουσιν τὴν σωτηρίαν διὰ τὴν πολλὴν ναυτίαν γενομένου τε ἐμέτου πολλοῦ (διὰπολλοῦ del. Kaib.9καὶ ἡλίου ἐκλάμψαντος κατιδόντες τοὺς ὅρμους ἧκον εἰς τὴν Ναύκρατιν. καὶ ὁ Ἡρόστρατος ἐξορμήσας τῆς νεὼς μετὰ τοῦ ἀγάλματος, ἔχων καὶ τὰς αἰφνίδιον αὐτῷ ἀναφανείσας χλωρὰς μυρρίνας, ἀνέθηκεν ἐν τῷ τῆς Ἀφροδίτης ἱερῷ· θύσας δὲ τῇ θεῷ καὶ ἀναθεὶς τῇ Ἀφροδίτῃ τἄγαλμα, καλέσας δὲ καὶ ἐφ' ἑστίασιν ἐν αὐτῷ τῷ ἱερῷ τοὺς προσήκοντας καὶ τοὺς οἰκειοτάτους ἔδωκεν ἑκάστῳ καὶ στέφανον ἐκ τῆς μυρρίνης, ὃν καὶ τότε ἐκάλεσε Ναυκρατίτην.» ὁ μὲν οὖν Πολύχαρμος ταῦτα. οἷς κἀγὼ πείθομαι (...). Καὶ ὁ Φιλωνίδης (βλ. κατωτ. *F9.1) δὲ εἴρηκεν ὡς ὁ τῆς μυρρίνης στέφανος τὴν ἐκ τῶν οἴνων ἀναθυμίασιν ἀποκρούεται καὶ ὁ τῶν ῥόδων ἔχει τι κεφαλαλγίας παρηγορικὸν πρὸς τῷ καὶ ἐμψύχειν (κ.λπ.).

1. Ἱκέσιος: ἰατρὸς Ἐρασιστράτειος τοῦ 1ου αἰ. π.Χ. (πιθανῶς τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰ. ἢ καὶ νωρίτερα [ἀκμὴ τὸ α´ τέταρτο;], ἀφοῦ ὁ Ἡρακλείδης ὁ Ταραντῖνος [βλ. ἀνωτ. *F7a.1-2 σ.λ.] ἀποτελεῖ πηγὴ τοῦ Γαληνοῦ γι' αὐτόν [βλ. κατωτ.])· ἀσχολήθηκε μὲ τὴ Διαιτητικὴ καὶ –κυρίως– τὴ Φαρμακολογία, στὸ –καὶ ἐδῶ μνημονευόμενο– ἔργο του Περὶ ὕλης (δηλ. ἰατρικῆς)· περίφημη ἦταν ἡ γνωστὴ ὡς ἹκεσίουἹκέσιος μέλαινα ἔμπλαστρός του (βλ. Γαλην. Π. συνθ. φαρμ. κ. γέν. XIII 781.4 [Ἡ Ἱκέσιος μέλαινα] Ἡ Ἱκέσιος ὀνομαζομένη (τινὲς δὲ κατὰ γενικὴν πτῶσιν ἡ Ἱκεσίου γεγράφασι), πολύχρηστον φάρμακον κ.λπ. [πβ. 809.15 Ἡ Ἱκεσία Ἀνδρομάχου], 811.18 [Ὡς ὁ Ταραντῖνος Ἡρακλείδης ἔγραψε τὴν Ἱκεσίου μέλαιναν] Πρὸς πᾶν τραῦμα καὶ μάλιστα τὰ ἐν τοῖς ἄκροις ποιοῦσα ἄπονα καὶ κολλῶσα καὶ πρὸς κυνόδηκτα κ.λπ., βλ. ἐπίσης Ἀετ. Λόγ. ἰατρ. 6.96, 15.14, 16.47 [Ἡ Ἱκεσίου ἔμπλαστρος ἢ πανάκεια μέλαινα εὐαφεστάτως σκευαζομένη] καὶ Παύλ. Αἰγιν. Ἐπιτ. ἰατρ. 3.28.2, 37.6, 46.6, 48.2, 62.2, 64.3, καὶ 7.17.45). Περισσότερα: Μαυρ. Ἀρχιγέν.12 347-48, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία (σημ. 421).

    λευκόϊον: στὴν κυριολεξία «τὸ λευκὸν ἴον» (ὁ λευκὸς μενεξές), Λατ. leucoïon (καὶ -us). Κατὰ τὸν Διοσκ. Ὕλ. ἰατρ. 3.123.1, λευκόϊον γνώριμον. ἔστι δ' αὐτοῦ διαφορὰ ἐν τῷ ἄνθει· ἢ γὰρ λευκὸν ἢ μήλινον ἢ πορφυροῦν εὑρίσκεται. εὔχρηστον δὲ πρὸς τὴν ἐν ἰατρικῇ χρῆσιν τὸ μήλινον, οὗ τὰ ἄνθη ξηρὰ ἀποζεσθέντα εἰς ἐγκαθίσματα ποιεῖ πρὸς τὰς περὶ ὑστέραν φλεγμονὰς καὶ ἀγωγὰς ἐμμήνων· ἀναλημφθέντα δὲ κηρωτῇ ῥαγάδας τὰς ἐν δακτυλίῳ θεραπεύει, σὺν μέλιτι δὲ ἄφθας. ὁ δὲ καρπὸς αὐτοῦ ποθεὶς ἐν οἴνῳ δραχμῶν δυεῖν πλῆθος ἢ προστεθεὶς σὺν μέλιτι ἔμμηνα καὶ ἔμβρυα ἄγει. αἱ δὲ ῥίζαι καταπλασθεῖσαι σὺν ὄξει στέλλουσι σπλῆνα καὶ ποδαγρικοὺς ὠφελοῦσιν· βλ. καὶ Γαλην. Π. ἁπλ. φαρμ. XII 58.12 κἑ. (ια´. Περὶ λευκοΐου) καὶ Ἱππ. γλ. ἐξήγ. XIX 118.5 λευκοΐου καρπόν· τὸ τοῦ ἰοῦ λευκοῦ σπέρμα φησὶν οὕτως εἰρῆσθαι ὁ Διοσκουρίδης, Ἀέτ. Λόγ. ἰατρ. 1.250 (λευκόϊον), Παύλ. Αἰγιν. Ἐπιτ. ἰατρ. 7.3.11 (47 κἑ.), κ.ἀ. (βλ. καὶ André NPlR13 σ.λ. leucoïon)· τὴ χρήση του στὴν ἰατρικὴ σὲ ποικίλες περιπτώσεις εἰσηγεῖται ἤδη ὁ Ἱπποκράτης (Π. φύσ. γυν. 32, 34 κ.ἀ., Γυναικ. 74 [45 κἑ.] κ.ἀ.: βλ. καὶ ΕΛεξΙ14 σ.λ., καὶ ἀνωτ. Εἰκ. 72).

4-5. Ἀπολλόδωρος δὲ ἐν τῶι Περὶ θηρίων: περὶ θηρίων καὶ θηριακῶν ἔχουν γραφεῖ πάμπολλα ἀπὸ ἀρχαίους Ἕλληνες, ἰατροὺς καὶ ἄλλους συγγραφεῖς, σὲ ἔργα εἰδικά (Περὶ θηρίων, Περὶ ἰοβόλων θηρίων κ.τ.τ., Θηριακά, Περὶ θηριακῶν κ.τ.τ.) ἢ πιὸ γενικά (Περὶ ζῴων κ.τ.τ., Περὶ ἀντιδότων κ.τ.τ.), γεγονὸς ποὺ δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀνεπιφύλακτη ἀπόδοση κάθε σχετικοῦ ἀποσπάσματος στὸ ὁποῖο γίνεται μνεία Ἀπολλοδώρου στὸν ὁμώνυμο ἰατρὸ καὶ φυσιολόγο τῶν ἀρχῶν τοῦ 3ου αἰ. π.Χ., συγγραφέα ἔργου Περὶ θηρίων, ἂν καὶ ἡ παράθεση τοῦ τίτλου –ὅπως ἐδῶ– φαίνεται νὰ αἴρει μεγάλο μέρος τῶν ὅποιων ἐπιφυλάξεων: βλ. καὶ ἀνωτ. Τ1*b.1 (σ.λ. Apollodoro qui De bestiis venenatis), *F2.1, *F3.1, *F4a.7 / b.4 / c.5 καὶ b.3 (σ.λ. Νicander, καὶ 31 Τ5 σχόλ. σ.στ. 7 σ.λ. Nicandri tertio libro, μὲ ἀναφορὰ καὶ στὰ Θηριακά), *F5.1, *F6.1 κἑ. (de scorbionibus, μὲ ἀναφορὰ στὸν Παμμένην καὶ τὸ Περὶ θηρίων ἔργο του, καὶ σ.λ. Apollodorus, μὲ παράθεση χωρίων ἀπὸ τὰ ἀρχ. σχόλ. στὰ Νικάνδρ. Θηρ., κυρίως 715a: Ἰόβας ὁ βασιλεὺς τῆς Μαυριτανίας ἐν τῷ θηριακῷ, Ἀπολλόδωρος ἐν τῷ περὶ θηρίων, Ἀριστοτέλης [ὁ πρῶτος ποὺ ἔγραψε Περὶ θηρίων], καὶ 858-59: Ἀπολλόδωρος ἐν τῷ περὶ θηρίων), *F7a.1 κἑ. / b.1 κἑ. (ἀντίδοτοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ θηριακή), a.1 / b.1-2 (Ἀπολλοδώρου, μὲ ἀναφορὰ καὶ στὸ Ἀνων. Π. ἰοβ. καὶ δηλητ.), a.1-2 (ὁ Ταραντῖνος Ἡρακλείδης καὶ ἡ Περὶ θηρίων πραγματεία του), b.2 (ὁ Σώστρατος καὶ τὰ ἔργα του Περὶ βλητῶν καὶ δακέτων, Περὶ ζῴωνΠερὶ φύσεως ζῴων, Περὶ ἄρκτων)· βλ. ἐπίσης Ἀθήν. 7, 312e (Ἀνδρέας δ' ἐν τῷ περὶ δακέτων κ.λπ.: ἀνωτ. 34 F3 σχόλ. σ.στ. 2-3 σ.λ. addidit Andreas), ἀρχ. σχόλ. στὰ Νικάνδρ. Θηρ. 637a (Νουμήνιος ἐν τῷ θηριακῷ) καὶ 932 (Ἀλέξανδρος ἐν τῷ περὶ θηριακῶν), κ.ἄ. (βλ. Ο. Schneider Nicandr.7 182-83 καὶ 195-96, ἀπόσπ. X: ἐδῶ στ. 4-7).

5-7. χαμαίπιτυν, (...) ὁλόκυρον, (...) ἰωνιάν, (...) σιδηρῖτιν: βλ. ἀνωτ. παράλληλα χωρία (μὲ τὴ σχετικὴ σημ.) καὶ κριτ. ὑπόμν. σ.στ. 5-7· πβ. Παύλ. Αἰγιν. Ἐπιτ. ἰατρ. 5.46 Heiberg15 [Περὶ ἀκονίτου] (...) καλεῖται δὲ ἡ (om. D) χαμαίπιτυς ἡ (ἡ κατὰ μὲν δωδόνην σιδηρίτης ἡ Κ, om. F) ἰδίως ἐπ' αὐτῶν ἁρμόζουσα ἐν μὲν Ἡρακλείᾳ τῇ Ποντικῇ, ᾗ (ἐν ᾗ D) καὶ τὸ (αὐτὸ ante τὸ add. F) ἀκόνιτον γεννᾶται, ὁλόκληρον (codd.; «scrib. ὁλόκυρον» adnot. Heiberg15), Ἀθήνησι (Ἀθήνησι δὲ [D], ἐν δὲ Ἀθήνησι vel -ιν [plur.], ἐν δὲ Ἀθήναις [F] codd.) δ' ἰωνιά (Heiberg15; διδωνία [C], διδωνέα [K], διδονία [plur.], σιδωνία [F] codd.), ἐν δὲ Εὐβοίᾳ σιδηρῖτις (σιδηρίτης plur.)· ἀπὸ τὸ χωρίο αὐτὸ ἀφορμώμενος ὁ Ο. Schneider Nicandr.7 182-83 (γράφοντας: καλεῖται δὲ ἡ χαμαίπιτυςἐν μὲν Ἡρακλείᾳ τῇ Ποντικῇὁλόκυρον, ἐν δὲ Ἀθήνῃσι ἰωνιά, ἐν δὲ Εὐβοίᾳ σιδηρῖτις, «sic enim ista corricenda sunt»), διερωτᾶται μήπως στὸ ἐδῶ ἀπόσπ. ὁ Ἀθήναιος ἀποσιώπησε ἢ οἱ γραφεῖς παρέλειψαν τὸ ἐν Ἡρακλείᾳ τῇ Ποντικῇ («ubi nescio ante ὁλόκυρον num ipse Athenaeus reticuerit an librarii omiserint ἐν Ἡρακλείᾳ τῇ Ποντικῇ», πβ. τὸ τοῦ Kaibel9 οἳ δὲ <ἐν Πόντῳ>: βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν.). Γιὰ τὴ χαμαίπιτυν καὶ τὴ σιδηρῖτιν, μὲ τὰ διάφορα εἴδη τους, βλ. André NPlR13 σ.λλ. chamaepitys («pin nain», 1. Ivette commune, Bugle-petit-pin, Ajuga chamaepitys) καὶ sideritis (7. Ivette commune, Ajuga chamaepitys), ὅπου παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

  1. Ταϊφάκος, Ι. (2008), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 6. Φιλοσοφία: Κλέαρχος, Περσαῖος, Δημῶναξ καὶ ἄλλοι Κύπριοι φιλόσοφοι, τóμ. 6, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  2. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  3. Μιχαηλίδης, K. Π. (1999), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 5. Φιλοσοφία: Ζήνων ὁ Κιτιεύς, τóμ. 5, Λευκωσία.
  4. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  7. Schneider, O. (1856), Nicandrea. Theriaca et Alexipharmaca, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑
  8. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  9. Kaibel, G. (1965-1966), Athenaei Naucratitae Dipnosophistarum libri XV, Vols. I-III, Stuttgart.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  10. Gulick, C B. (1927-1941), Athenaeus, The Deipnosophists, Vols. I-VII, Cambridge Mass.-London.a↑ b↑ c↑ d↑
  11. Kock, T. (1880-1888), Comicorum Atticorum Fragmenta, Vols. I-III, Leipzig.a↑ b↑
  12. Μαυρουδῆς, Α. Δ. (2000), Ἀρχιγένης Φιλίππου Ἀπαμεύς: Ὁ βίος καὶ τὰ ἔργα ἑνὸς Ἕλληνα γιατροῦ στὴν Αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, Πονήματα: Συμβολὲς στὴν ἔρευνα τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Λατινικῆς Γραμματείας,3 Ἀθῆναι.
  13. Baumeister, A. (1860), Hymni Homerici, Leipzig.a↑ b↑
  14. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.
  15. Heiberg, I. L. (1921-1924), Paulus Aeginita, CMG IX1-IX2 Leipzig and Berlin.a↑ b↑ c↑