You are here

*F5

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plin. Nat. hist. 24.167

1 Adiecit his Apollodorus2 adsectator eius (sc. Democriti)  her-

bam aesc‹h›ynomenen3 , quoniam adpropinquante manu folia con-

traheret4, aliam5 crocida , cuius tactu phalangia morerentur, Crateuas 

onothurin6  {in}, cuius aspersu e vino feritas omnium animalium

  mitigaretur, anacampseroten7  celeber8 arte grammatica paulo ante ,

cuius omnino tactu redirent amores vel cum odio9 depositi10. et abunde

sit hactenus attigisse insignia Magorum in herbis11  alia12 de his aptiore

dicturis13 loco.

  1. [Vid. Plin. Nat. hist. (lib. 24) edd. Mayhoff (vol. IV, 19082 / 1970), Jones (vol. VII, 1956 / 1966), André (livre 24, 1972; cum siglis): "edd." infra
  2. 1 apollodorus gX, edd.: apollodotus VdEa
  3. 2 aeschynomenen vett., edd.; aescyn. V2d, aescin. V1; aescynomene g, escyn. X: ex quo nomen E, ex qua nom. a
  4. 2-3 contraherent g, -re V
  5. 3 alia VdEa
  6. 4 onothurin Jan, edd.: onotherin Detl.; onothurim in d, onothorin in V; onothuriden in E, onoturiden in a, onothorinden in gX
  7. 5 anacampseroten EagX, Mayh. André; -em vett., Jones: anacamserote Vd ‖
  8. celeber arte agX, edd.; cel. arthe E: celebrante d, celebante V
  9. 6 odio Vd, Sill, edd.: alio EagX, vett. (ante Sill.) ‖
  10. deposita EagX
  11. 7 herbis Vda, edd.; his herbis gX, vett.: serbis E ‖
  12. alia Vd, edd.: alio EagX
  13. 8 dicturis vett., edd.: dicturi codd.
Πλίν. Φυσ. ἱστ. 24.167

Ὁ Ἀπολλόδωρος ὁ ὀπαδὸς αὐτοῦ (δηλ. τοῦ Δημόκριτου) ἔχει

προσθέσει σ' ἐτοῦτα τὴ βοτάνη αἰσχυνομένην (τὴ μιμόζα τὴν αἰσχυν-

τηλή, μὴ μοῦ ἅπτου), ποὺ σὰν τὴν πλησιάσει χέρι διπλώνει τὰ φύλλα

της, κι ἕνα ἄλλο, τὴν κροκίδα, τῆς ὁποίας τὰ φαλάγγια μὲ τὸ ἄγγιγμα

μαραίνονται, ὁ δὲ Κρατεύας τὴν ὀνόθουριν (τὸν ὀνοθήραν ἢ οἰνο-

θήραν), ποὺ μὲ ραντισμὸ μέσα σὲ κρασὶ τιθασεύει τὴν ἀγριότητα

ὅλων τῶν ζώων, καὶ πρὸ ὀλίγου χρόνου ἕνας ὀνομαστὸς στὴ γραμ-

ματικὴ τέχνη τὴν ἀνακαμψερωτήν (τὴ βοτάνη ἀνακάμψερως), ποὺ

μὲ ἁπλὸ ἄγγιγμά της ἐπανέρχονται οἱ ἔρωτες κι ὅταν ἀκόμα ἔχουν μὲ

μίσος ἀντικατασταθεῖ. Κι ἀρκεῖ μέχρις ἐδῶ νὰ ἔχουμε μὲ συντομία

μνημονεύσει τὶς ἀξιοσημείωτες ἀρετὲς ποὺ ἀποδίδονται σὲ φυτὰ ἀπὸ

Μάγους, γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ ἐπανέλθουμε σὲ πιὸ πρόσφορη εὐκαιρία.

Σχόλια: 

Πηγή: Plinius, Nat. hist. 24.167· (Πλίνιος, Φυσ. ἱστ. 24.167)· βλ. ἀνωτ. Τ1 καὶ 34 Τ1 σχόλ. σ.λ. Plinius, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

1. Apollodorus adsectator eius (sc. Democriti): Κατὰ τὸν Πλίνιο (24.160 = Δημόκρ. ἀπόσπ. 330.2 [στ. 4 κἑ., βλ. καὶ στ. 1 κἑ.] D. – K.1), Democriti certe Chirokmeta esse constat; at in his ille post Pythagoram magorum studiosissimus quanto portentosiora tradit (πβ. Δημόκρ. ἀπόσπ. 300.3 = FGrH2 [IIIA] 263 F 5 [Βῶλος Μενδήσιος: βλ. συνοπτικὰ OCD3 σ.λ. Bolus, μὲ βιβλιογραφία, καὶ Lesky ΙΑΕΛ54 480, 1072, 1094] sed Aegyptiae gentis auctor memorabilis Bolus Mendesius, cuius commenta quae appellantur graece Χειρόκμητα sub nomine Democriti falso produntur). Τὸ ἐδῶ adsectator (καὶ ass-,) δὲν φαίνεται νὰ χρησιμοποιεῖται μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀκολούθου (μαθητῆ, ἀκροατῆ κ.τ.τ.) ἀλλὰ μ' αὐτὴν τοῦ ὀπαδοῦ (πβ. Ο. Schneider Nicandr.5 185 κἑ.). Ὁ Δημόκριτος (βλ. ἀνωτ. 31 Π1.9 σχόλ. σ.στ. 31 σ.λ.), ποὺ γεννήθηκε περὶ τὸ 460 π.Χ. κι ἦταν μακροβιό­τατος, ἀσχολήθηκε, ὄντας παντοδαής (σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ μάγων τινῶν διήκουσε [βλ. καὶ κατωτ. στ. 6-8] καὶ Χαλδαίων, κατὰ τὸν Διογ. Λαέρτ. Φιλ. βί. 9.34), καὶ μὲ τὴν ἰατρικήν (Περὶ ἀνθρώπου φύσεωςΠερὶ σαρκός, Περὶ χυμῶν, Περὶ πυρετοῦ καὶ τῶν ἀπὸ νόσου βησσόντων, Περὶ ἐλεφαντιάσεως, Περὶ ὀφθαλμῶν φλεγμονῆς, Πρὸς τοὺς ἀπὸ ἀέρος ἑλώδους βεβλαμμένους, Αἰτίαι περὶ σπερμάτων καὶ φυτῶν καὶ καρπῶν κ.ἄ.), ἄσκησε δὲ σημαντικὴ ἐπίδραση στὸν Ἱπποκράτη (ποὺ ὑπῆρξε μαθητὴς ἢ ἀκροατής του κατὰ τὴν παράδοση) καὶ στοὺς μεταγενεστέρους (μνημονευόμενος συχνὰ ἀπὸ τὸν Πλίνιο, τὸν Γαληνό, κ.ἄ.). Ἀνάμεσα στοὺς adsectatores βρίσκεται καὶ ὁ ἐδῶ Apollodorus: πιθανῶς ὁ ὁμώνυμος ἰατρὸς καὶ φυσιολόγος τῶν ἀρχῶν τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. (βλ. ἀνωτ., κυρίως *F2 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Apollodorus)· γιὰ ὅσα ὅμως ἔχουν ἐκτεθεῖ ἀνωτέρω καὶ παρὰ τὴν κατηγορηματικὴ θέση τοῦ André6 (σημ. 1, βλ. καὶ O. Schneider5 ὅ.π. 188), οἱ –ἔστω καὶ λίγες ἐδῶ– ἐπιφυλάξεις, πρέπει νὰ κρατηθοῦν (βλ. καὶ ἀνωτ. Τ1a σχόλ. σ.στ. 1 καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λλ. Crateuas καὶ onothurin).

1-2. herbam aesc<h>ynomenen: τὸ φυτὸ mimosa asperata (βλ. André σημ. 1, καὶ NPlR6 σ.λ. aeschynomene), ἡ αἰσχυνομένη (μιμόζα ἡ αἰσχυντηλή, μὴ μοῦ ἅπτου).

3. crocida: crocis (πβ. κρόκος, βλ. ἀνωτ. 34 *F5a.5 μὲ Εἰκ. 62: CROCUS CYPRIUS [βλ. καὶ ΖΠ ΦΦΚυ7 79-80] καὶ 39 *F1.4 μὲ Εἰκ. 85: CROCUS VENERIS), πιθανῶς ἡ Silene muscipula (βλ. André σημ. 1 καὶ NPlR6 σ.λ. crocis, πβ. PPC Cyprus Flora8 ἀρ. 129-130: Silene laevigata, 131-132: Silene galataea, 133 καὶ 135: Silene gemmata [ἐδῶ Εἰκ. 133] καὶ σελ. 100, πβ. ἐπίσης ΖΠ7 ὅ.π. 205-206: silene vulgaris).

   Crateuas: περίφημος βοτανολόγος καὶ φαρμακολόγος, σύμβουλος τοῦ Μιθρι­δάτου Στ´ τοῦ Εὐπάτορος (τοῦ Μεγάλου), ποὺ ἔζησε τὸν 2/1 αἰ. π.Χ. κι ἔγραψε ἕνα ἔργο βοτανολογικὸ μὲ ἔγχρωμες ἀπεικονίσεις τῶν φυτῶν καὶ ἕνα φαρμακο­λογικὸ ἔργο μὲ τίτλο Ῥιζοτομικόν (ἐξ οὗ καὶ ἡ προσωνυμία τοῦ ῥιζοτόμου, βλ. καὶ ἀνωτ. 34 F2 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Ἰόλλας), ἄσκησε δὲ τεράστια ἐπίδραση στὸν Διοσκουρίδη. (Βλ. τὰ σχετικὰ λήμματα στὴ RE9 [11.2, 1922, 1644-46] καὶ στὸ OCD3, μὲ βιβλιογραφία· βλ. ἐπίσης Pollak IatrA10 238 καὶ 284, Krug ΑρχΙ11 107, von Staden Heroph.12 450, 546 μὲ σημ. 44, κ.ἀ.). Ὁ Πλίνιος τὸν μνημονεύει καὶ στοὺς καταλόγους τῶν πηγῶν τῶν βιβλ. 20-27 καὶ –πέραν τοῦ ἐδῶ– στὰ χωρία 19.165, 20.63, 22.75 (βλ. καὶ André6 σημ. 1 στὸ χωρίο), 25.8 καὶ 25.62 (στὸ τελευταῖο χωρίο μνημονεύοντας τὸ φυτὸ ποὺ ὁ Κρατεύας ὀνόμασε πρὸς τιμὴν τοῦ Μιθριδάτη mithridatiam: [25.127] Homericum moly [βλ. ΑΚυΓ313 13 F1a σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. μῶλυ], dein mithridatia ac scordotis, βλ. καὶ André NPlR6 σ.λ., mithridatia: 1. Erythronium dens canis [πιθανῶς τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος] καὶ 2. Teucrium scordium [Πλίν. 25.63], πβ. PPC Cyprus Flora8 ἀρ. 134: Teucrium divaricatum, 137-138: Teucrium micropodioides, 139-140: Teucrium cyprium cyprium [ἐδῶ Εἰκ. 134] καὶ σσ. 101-2).

4. onothurin: ὀνόθουρις (ἀπὸ τὸ ὄνος καὶ τὸ θοῦρις [ὁρμητικός, ἐπιθετικός]: André NPlR6 σ.λ. onothuris, « trans. d' ὀνοθοῦρις », ἀλλ' ὀρθῶς ὀνόθουρις στὴ σημ. 2 τοῦ ἐδῶ χωρίου), καὶ onothera (ὀνοθήρας, στὴν κυριολεξία « chasseur d' âne » [ἀπὸ τὸ ὄνος καὶ τὸ θηράω]: André6 σ.λ. onothera) καὶ onear (πβ. ὀνάγρα), βλ. καὶ Διοσκ. Ὕλ. ἰατρ. 417 ὀνάγρα, οἱ δὲ ὀνοθήραν, οἱ δὲ ὀνό<θο>υριν (-<θο>ῦριν edd.)· θάμνος ἐστὶ δενδροειδής, εὐμεγέθης (...). δύναμιν δὲ ἔχει τὸ ἀπόβρεγμα τῆς ῥίζης ὑπὸ τῶν ἀγρίων θηρίων πινόμενον ἡμεροῦν αὐτά· καταπλασθεῖσα δὲ πραΰνει τὰ θηριώδη ἕλκη (μὲ πιθανὴ κοινὴ ἐδῶ πηγὴ τοῦ Πλίνιου καὶ τοῦ Διοσκουρίδη τὸν Κρατεύα, ποὺ μπορεῖ ἔτσι –μὲ εὔλογες ἐπιφυλάξεις– νὰ θεωρηθεῖ ὡς term. a. quem γιὰ τὸν Apollodorum).

5. anacampseroten: ἀνακάμψερως (ἢ ἀνακαμψέρως, κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λ. [α 4436]: φυτόν τι ὃ καὶ ἀρθὲν ἀπὸ γῆς ζῇ)· κατὰ τὸν Πλούτ. (Ἠθ. 939d), στὴ Γεδρωσία καὶ Τρωγλοδύτιδα, παρὰ τὸ ἄφορον καὶ ἄδενδρον (διὰ ξηρότητα), ἐν τῇ παρακειμένῃ καὶ περικεχυμένῃ θαλάττῃ θαυμαστὰ μεγέθη φυτῶν τρέφεται καὶ κατὰ βυθοῦ τέθηλεν, ὧν τὰ μὲν ἐλαίας τὰ δὲ δάφνας τὰ δ' Ἴσιδος τρίχας καλοῦσιν. οἱ δ' ἀνακαμψέρωτες οὗτοι προσαγορευόμενοι τῆς γῆς ἐξαιρεθέντες οὐ μόνον ζῶσι κρεμάμενοι χρόνον ὅσον βούλεταί τις, ἀλλὰ βλαστάνουσιν (...). Ἡ ταύτιση μὲ τὸ φυτὸ Sedum anacampseros (βλ. καὶ LSJ914 σ.λ. ἀνακάμψερως) παραμένει ἁπλὴ ὑπόθεση (βλ. André NPlR6 σ.λ. anacampserote καὶ σημ. 3 στὸ ἐδῶ χωρίο [ὅπου καὶ οἱ παραπομπὲς στοὺς Πλούτ. καὶ Ἡσύχ.], πβ. PPC Cyprus Flora8 ἀρ. 144: Sedum cyprium, 143: Sedum porphyreum, 145: Sedum microstachyum, καὶ σελ. 99: Sedum lampucae [Crassulaceae]).

    celeber arte grammatica paulo ante:Ἀπίων ὁ γραμματικός (βλ. FGrH2 [IIIC] 616 F 30: "intellige Apionem", πβ. André6 [σημ. 3 στὸ ἐδῶ χωρίο]: μὲ ἀναιτιολόγητα πολλὲς ἐπιφυλάξεις, μολονότι παραβάλλει στὴ συνέχεια [« Pour la date, cf. une formule analogue ... »] στὸ 37.75 Apion cognominatus Plistonices paulo ante scriptum reliquit), ὁ ἐπικληθεὶς Μόχθος καὶ Πλειστονίκης καὶ –ἀπὸ τὸν Tiberium Caesarem κατὰ τὸν Πλίνιο (προοίμ. 25)– cymbalum mundi, ὁ ὁποῖος ἄκμασε τὸ α´ ἥμισυ τοῦ 1ου αἰ. μ.Χ. καὶ –ἀνάμεσα στ' ἄλλα– ἔγραψε καὶ Περὶ μάγου (βλ. καὶ Πλίν. 30.18 κ.ἀ.), ἴσως δὲ καὶ γιὰ μεταλλικὰ φάρμακα (βλ. ἀνωτ. 34 Τ1.33-34, μὲ κριτ. ὑπόμν.). (Γιὰ τὸν Ἀπίωνα βλ. OCD3 σ.λ. Apion καὶ Canon315 σσ. 41-42 σ.λ. "APION Med., A.D. 1: Alexandrinus, Oasites" [μὲ βιβλιογραφία], καὶ Lesky ΙΑΕΛ54 1102 [κ.ἀ.].)

4-6. (...) insignia Magorum in herbis (...): ὁ Πλίνιος κάνει συχνότατα λόγο γιὰ Μάγους (βλ. π.χ. 30.1-18, μὲ ἀναφορὰ καὶ στὸν Δημόκριτο [9-10] καὶ στὸν Ἀπίωνα [18], ὅπως στὸ ἐδῶ χωρίο [24.160 κ.ἑ.]: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 καὶ 5)· ὀρθῶς δὲ ὁ André [σημ. 4] παρατηρεῖ ὅτι ἡ ἐδῶ μνεία ἐπανόδου στὸ θέμα σὲ πιὸ πρόσφορη εὐκαιρία φαίνεται νὰ παραπέμπει στὸ 26.18-20, ὅπου γίνεται ἐκ νέου λόγος γιὰ τὰ φυτὰ aethiopis (24.163/26.18) καὶ achaemenis (24.161/26.18 [καὶ onothuris: 24.167/26.18 on<othuri>dis]), ἐπιπρόσθετα δὲ γιὰ τὸ φυτὸ latace (26.18).

  1. Diels, H. & Kranz W. (1984-1985), Die Fragmente der Vorsokratiker: Griechisch und Deutsch, Vols. I-III, 6th ed. , Berlin.
  2. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑
  3. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.a↑ b↑ c↑
  4. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑
  5. Schneider, O. (1856), Nicandrea. Theriaca et Alexipharmaca, Leipzig.a↑ b↑
  6. André, J. (1985), Les noms de plantes dans la Rome antique, Collection d'études anciennes Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  7. Ζαννέττου-Παντελή, Κ. (1998), Τα Φαρμακευτικά φυτά της Κύπρου / The Medical Plants of Cyprus, Λάρνακα.a↑ b↑
  8. Pantelas, V., Papachristophorou T. & Christodoulou P. (1993), Cyprus Flora in Colour: The Endemics., Nicosia.a↑ b↑ c↑
  9. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  10. Pollak, K. (2005), Ἡ ἰατρικὴ στὴν ἀρχαιότητα. Ἑλλάδα – Ρώμη – Βυζάντιο. Ἡ ἰατρικὴ στὴ Βίβλο καὶ τὸ Ταλμούδ, Ἀθήνα.
  11. Krug, A. (1997), Αρχαία Ιατρική: Επιστημονική και Θρησκευτική Ιατρική στην Αρχαιότητα, Αθήνα.
  12. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .
  13. Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία.
  14. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  15. Berkowitz, L. & Squitier K. A. (2000), Thesaurus Linguae Graecae, Canon of Greek Authors and Works, 3d ed., New York - Oxford.