You are here

*F3

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plin. Nat. hist. 21.116

1Quod ad cypiron2  attinet, Apollodorum  quidem3 sequar, qui ne-

gabat4 bibendum, quamquam professus efficacissimum esse adver-

sus calculos5, ‹qu›os eo movet6. feminis quidem abortus facere non

dubitat; mirumque tradit barbaros suffitum huius herbae excipientes

  ore lienes consumere et non egredi domibus7 nisi ad8 hoc suffitu9;

vegetiores enim firmioresque sic etiam in die10 fieri. intertriginum et

alarum vitiis perfrictionibusque cum oleo inlitum non dubie mederi.

  1. [Vid. Plin. Hist. nat. (lib. 21) edd. Mayhoff (vol. III, 1892), Jones (vol. VI, 1951 / 1961), André (livre 21, 1969; cum siglis): «edd.» infra.]
  2. 1 cypiron Ved, edd.: cyperon Epg; ciperon R ‖
  3. equidem dubit. prop. Mayh. (adnot.)
  4. 1-2 negabat codd., it. Jon. And.: negat Mayh. (adnot. de negabat: «ortum ex negatat»)
  5. 3 calculos, quos eo Jon.: calculos. os eo sec. Ved (: calculosos eo) Salm., it. Mayh. And. (fort. recte); cauculosos eos REpg ‖
  6. movet Detl., it. And.: fovet sec. codd. Mayh. (adnot. «an calculos et potu? possunt etiam alia conici, ut vulvas eo fovet; sed dubia omnia»), And. (fort. recte)
  7. 5 domibus V2edR, edd.: dominibus V1; de omnibus Epg ‖
  8. ad codd., And.: ab vett., Mayh. Jon. ‖
  9. suffito Ved
  10. 6 in die Ved, it. Mayh. And.: in dies Jon.; in diem Sill.
Πλίν. Φυσ. ἱστ. 21.116

Ὅσον ἀφορᾶ στὴν κύπερη, θὰ ἀκολουθήσω βέβαια τὸν Ἀπολ-

λόδωρο, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ πίνεται (σὲ μεῖγμα μὲ

ὑγρό), μολονότι ὑποστήριζε ὅτι εἶναι πολὺ δραστικὸ ἐνάντια στὶς πέ-

τρες τῶν νεφρῶν, τὶς ὁποῖες μ' αὐτὸν τὸν τρόπο προσπαθεῖ νὰ ἀπο-

μακρύνει. Δὲν ἀμφιβάλλει δὲ πὼς προκαλεῖ ἐκτρώσεις στὶς γυναῖκες·

καὶ διηγεῖται μιὰν παράξενη χρήση του, ὅτι κάποιοι ξένοι παίρνον-

τας στὸ στόμα καπνὸ ἀπ' αὐτὴν τὴ βοτάνη ἀποκαθιστοῦν τὸν σπλή-

να (στὸ φυσιολογικό του μέγεθος) καὶ δὲν βγαίνουν ἀπὸ τὸ σπίτι

χωρὶς νὰ εἰσπνεύσουν καπνὸ ἀπ' αὐτήν· γιατὶ ἔτσι μέρα μὲ τὴ μέρα

γίνονται πιὸ εὔρωστοι καὶ πιὸ δυνατοί. (Καὶ προσθέτει) ὅτι ἂν ἐπα-

λειφθεῖ (κύπερη) μαζὶ μὲ λάδι ἀναμφίβολα θεραπεύει τὰ ἐρυθήματα

τοῦ δέρματος καὶ τῆς μασχάλης καὶ τὰ παρατρίμματα.

Σχόλια: 

Πηγή: Plinius, Nat. hist. 21.116 (Πλίνιος, Φυσ. ἱστ. 21.116)· βλ. ἀνωτ. Τ1 καὶ 34 Τ1 σχόλ. σ.λ. Plinius, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

 

1. cypiron: κύπειρον, καὶ κύπειρος, κύπηρις καὶ κύπειρις, κύπερος καὶ κύπερον, κύπαιρος καὶ κύπηρον, Ν.Ε. κύπερη· Λατ. cyperis, cyperus καὶ cyperum, cypira, cyperus (βλ. καὶ PPC Cyprus Flora1 σελ. 84: Cyperus cyprius), cypirus (βλ. André NPlR2 σ.λλ. καὶ σημ. στὸ 21.115-117, μὲ παραπομπὲς στὸν Πλίνιο κ.ἀ.)· στὰ Μυκην. ku-pa-ro· ἀγνώστου ἐτυμ., πιθανῶς δάνειο (βλ. Chantraine3 σ.λ. κύπειρον καὶ Μπαμπ. σ.λ. κύπερη). Κατὰ τὸν Διοσκ. Ὕλ. ἰατρ. 1.4.1 κἑ. κύπερος (κύπαιροςκύπηρον CNGr14, fol. CVII)· οἱ δὲ ἐρυσίσκηπτρον ὡς τὴν ἀσπάλαθον καλοῦσιν (Ῥωμαῖοι ἰούνκι ῥαδίκεμ, οἱ δὲ ἰούνκουμ add. CNGr14 CVII (κατωτ. Εἰκ. 130), βλ. καὶ André2 ὅ.π. σ.λ. iuncus, κυρίως 6. iuncus quadratus καὶ i. triangulus). ἔχει φύλλα ὅμοια πράσῳ, μακρότερα δὲ καὶ ἰσχνότερα, καυλὸν δὲ πηχυαῖον ἢ καὶ μείζονα, γωνιώδη, ὅμοιον σχοίνῳ, οὗ κατὰ κορυφὴν φυλλαρίων ἐστὶν ἔκφυσις μικρῶν καὶ σπέρματος. (...) δύναμις δέ ἐστιν αὐτῆς θερμαντική, ἀναστομωτική, διουρητικὴ <ἐπὶ> λιθιώντων καὶ ὕδρωπος πινομένη. βοηθεῖ δὲ καὶ σκορπιοπλήκτοις (...).

   Apollodorum: ὅσα ἔχουν ὑποστηριχθεῖ ἀνωτ. (*F2 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Apollodorus), μὲ πολλὲς πάντα ἐπιφυλάξεις, ἰσχύουν καὶ ἐδῶ· τόσο τὸ θέμα ὅσο καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸν κατάλογο τῶν πηγῶν τοῦ βιβλ. 21 (1.21) δὲν ἀναφέρεται ἄλλος Ἀπολλόδωρος πλὴν τοῦ Κιτιέως καὶ τοῦ Ταραντίνου, τὸ ἐδῶ δὲ χωρίο εἶναι τὸ μοναδικὸ τοῦ βιβλ. 21 στὸ ὁποῖο γίνεται λόγος γιὰ τὸν Apollodorum, συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ὅτι δὲν ἀποκλείεται ὁ ἐδῶ μνημονευόμενος ἰατρὸς νὰ εἶναι ὁ Ἀπολλόδωρος ὁ Κιτιεὺς (ἢ ὁ Ταραντῖνος). Ἡ ταύτιση μὲ τὸν Ἀπολλόδωρον τὸν συγγραφέα ἔργου Περὶ μύρων καὶ στεφάνων (Ἀθήν. 15, 675a-e: κατωτ. *F9), ὅπως ἀνεπιφύλακτα ὑποστηρίζει ὁ André2 (σημ. 1 στὸ 21.116), δὲν φαίνεται νὰ εὐσταθεῖ (βλ. ὅμως καὶ O. Schneider Nicandr.5 188, καὶ 198 ἀπόσπ. XXI).

  1. Pantelas, V., Papachristophorou T. & Christodoulou P. (1993), Cyprus Flora in Colour: The Endemics., Nicosia.
  2. André, J. (1985), Les noms de plantes dans la Rome antique, Collection d'études anciennes Paris.a↑ b↑ c↑
  3. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  4. (2000), Διοσκουρίδης, Περὶ ὕλης ἰατρικῆς / Dioscurides, De materia medica: Ὁ Ἑλληνικὸς κώδικας 1 τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης τῆς Νεαπόλεως / Codex Neapolitanus Graecus 1 of the National Library of Naples, Ἀθήνα.a↑ b↑
  5. Schneider, O. (1856), Nicandrea. Theriaca et Alexipharmaca, Leipzig.