You are here

F3

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plin. Nat. hist. 20.200

1,2Diagoras3,4 Erasistratus5  in totum damnavere (sc. opium) ut mor-

tiferum, infundi vetantes praeterea, quoniam visui noceret. Addidit6

Andreas  ideo non protinus excaecari eo, quoniam adulteraretur Ale-

xandriae. Sed postea usus eius non improbatus7 est medicamento

  nobili quod d<i>a codyon8  vocant.

  1. Cf. Diosc. Pedan. Mat. med. 4.64.5-6: infra F4.


  2. [Vid. Plin. Nat. hist. (lib. 20) edd. Mayhoff (vol. III, 1892/repr. 1967), Jones (vol. VI, 1951 / 1961), André (livre 20, 1965; cum siglis): «edd.» infra
  3. 1 Diagoras sec. dT (: diag.) edd.: -ra VEpg ‖
  4. et post Diag. g; it. vett., et Jones ‖
  5. Erasistratus sec. V2gdT (: eras.) edd.: -tos V1Ep (et Erasistrato Sill.)
  6. 2 adidit dT, andi- V1, redi- V2
  7. 4 ut probatus pro improbatus V
  8. 5 dia codyon André (dia codion Barb.); dacydion F, acydion VEpgdT: διὰ κωδυῶν scr. Mayh., Jones.
Πλίν. Φυσ. ἱστ. 20.200

Ὁ Διαγόρας καὶ ὁ Ἐρασίστρατος ἔχουν ὁλοσχερῶς καταδικάσει

(τὸ ὄπιο) ὡς θανατηφόρο, ἀπαγορεύοντας ἐπιπρόσθετα τὴν ἐνστά-

λαξή του, ἐπειδὴ βλάπτει τὴν ὅραση. Ὁ Ἀνδρέας ἔχει προσθέσει ὅτι

γι' αὐτὸ μόνο δὲν προκαλεῖ ἀμέσως τύφλωση, ἐπειδὴ νοθεύεται στὴν

Ἀλεξάνδρεια. Ἀργότερα ὅμως ἡ χρήση του δὲν ἔχει ἀποδοκιμαστεῖ

στὸ περίφημο φάρμακο ποὺ ἀποκαλοῦν διὰ κωδυῶν (κωδεΐνη).

Σχόλια: 

Πηγή: Plinius, Nat. hist. 20.200 (Πλίνιος, Φυσ. ἱστ. 20.200)· βλ. ἀνωτ. Τ1 σχόλ. σ.λ. Plinius.

1. Diagoras, Erasistratus: γιὰ τὸν πρῶτο βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. Τ1.1 κἑ. σ.λ. Diagora, Τ2.1 σ.λ. Διαγόρου, F1.3 (Διαγόρας δὲ ὁ Κύπριος), καὶ Εἰσαγωγή· γιὰ τὸν Ἐρασίστρατο, ποὺ ζεῖ μεταξὺ 330 περίπου καὶ 255/50 π.Χ., βλ. ἀναλυτικὰ ἀνωτ. 31 F7 σχόλ. σ.στ. 5 σ.λ. Ἐρασίστρατος καὶ κατωτ. F4 σχόλ. σ.στ. 2-3 σ.λ. Ἐρασίστρατον μέντοι Διαγόρας φησὶν (...). Τὰ συμφραζόμενα δὲν ἐπιτρέπουν εδῶ ἄλλη σύνταξη πλὴν τοῦ ἀσυνδέτου σχήματος (πβ. κατωτ. F4.2-3). Ἡ σειρὰ μὲ τὴν ὁποία δίνονται τὰ δύο ὀνόματα προβληματίζει, καθὼς ὁ Διαγόρας φαίνεται νὰ εἶναι νεώτερος τοῦ Ἐρασιστράτου· πιθανὴ ἐξήγηση εἶναι ὅτι ὁ Πλίνιος, ὅπως καὶ ὁ Διοσκουρίδης, ἀντλεῖ τὶς ἐδῶ πληροφορίες του ἀπὸ τὸν Κύπριο ἰατρό.

2-3. addidit Andreas: βλ. καὶ κατωτ. F4 σχόλ. σ.στ. 5 σ.λ. Ἀνδρέας, καὶ ἀνωτ. Τ1 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ. σ.λ. Diagora καὶ F2 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Iollas· βλ. ἐπίσης κατωτ. 35 *F9.19 (18 κἑ.). Τὸ ἐδῶ addidit (πβ. τὸ κατωτ. F4.5 Ἀνδρέας δέ φησιν) φαίνεται νὰ δίνει –μὲ σχετικὴ ἀσφάλεια– ἕναν ἀκριβῆ term. a. quem γιὰ τὸν Διαγόραν: τὸ 217 π.Χ., ὅταν –τὴν παραμονὴ τῆς μάχης τῆς Ραφίας– ὁ Αἰτωλὸς Θεόδοτος, θέλοντας νὰ ἐξοντώσει τὸν βασιλέα Πτολεμαῖο Δ´ τὸν Φιλοπάτορα (περ. 244-205 π.Χ.), σκοτώνει τὸν ἰατρὸν τοῦ βασιλέως Ἀνδρέαν, κατὰ τὸν Πολύβιο (5.81.6). Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ ἡ πληροφορία ποὺ διέσωσε τὸ Μ. Ἐτυμ.1 σ.λ. Βιβλιαίγισθος (βλ. καὶ Lex. Sequer.: Λέξεις ῥητορικαί β 226.12 σ.λ. Βιβλιαίγισθος) πὼς ὁ Ἀνδρέας ὁ ἰατρὸς ἐπεκλήθη ἔτσι ὑπὸ Ἐρατοσθένους (περ. 275-194 π.Χ.), ὅτι λάθρα αὐτοῦ τὰ βιβλία μετέγραψε. Ὁ Διοσκ. (βλ. ἀνωτ. F2 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Iollas) τὸν μνημονεύει μεταξὺ τῶν πολλῶν οὐ μόνον ἀρχαίων ἀλλὰ καὶ νέων συνταξαμένων περὶ τῆς τῶν φαρμάκων σκευασίας τε καὶ δυνάμεως καὶ δοκιμασίας· μνημονεύεται κ.ἀ. συχνὰ γιὰ φαρμακολογικὰ θέματα (βλ. π.χ. Γαλην. Ἱππ. γλ. ἐξήγ. XIX 105.14 οἱ μὲν γράψαντες τὰς ὀνομασίας τῶν φαρμάκων, καθάπερ Μενεσθεύς τε καὶ Ἀνδρέας ὁ Χρύσαρος) καὶ γιὰ τὸ ὀνομαστὸ στάσιμον ὄργανόν του εἰς ἐμβολὰς ἄρθρων ἐξαρθρωθέντων (βλ. π.χ. Γαλην. Εἰς Ἱππ. Περὶ ἄρθρ. XVIII1 338-39 [ὧν οὐδενὸς ἀναγκαῖόν ἐστι λέγειν νῦν τὴν κατασκευήν· εἴρηται γὰρ μυρίοις τῶν νεωτέρων ὀργανικῶν, ἐν οἷς γεγράφασι περὶ τῶν ὀργάνων] καὶ 747.10 κ.ἑ., Ὀρειβ. Ὕλ. ἰατρ. 49.4.8-13, 19-20, 45-50 καὶ 49.5.1-5, ἀλλὰ καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἄμβην καὶ τὸ βάθρον τοῦ Ἱπποκράτη ἀνωτ. 31 Π1.9.2 κἑ. καὶ Π3.7.10 κἑ.)· γνωστὰ εἶναι τὰ ἔργα του Νάρθηξ (Σχόλ. στὰ Νικάνδρ. Θηρ. 684), Πρὸς Σωσίβιον [Σωραν. Γυναικ. 4.1 Ἀνδρέας ἐν τῷ Πρὸς Σώβιον (ἐστὶν δὲ ἐπιστολικόν)], Περὶ τῆς ἰατρικῆς γενεαλογίας (Σωραν. Ἱππ. βί. 4), Περὶ ἰοβόλων καὶ Περὶ τῶν ψευδῶς πεπιστευμένων (Ἀθήν. 7, 312e Ἀνδρέας δ' ἐν τῷ περὶ δακέτων τῶν μυραινῶν φησιν δακούσας ἀναιρεῖν τὰς ἐξ ἔχεως, εἶναι δ' αὐτὰς ἧττον περιφερεῖς <καὶ> ποικίλας καὶ Ἀνδρέας δ' ἐν τῷ περὶ τῶν ψευδῶς πεπιστευμένων ψεῦδός φησιν εἶναι τὸ μύραιναν ἔχει μίγνυσθαι προερχομένην ἐπὶ τὸ τεναγῶδες), καὶ Ὑάκινθος (Σχόλ. στὰ Νικάνδρ. Θηρ. 585). Βλ. ἀναλυτικὰ von Staden Heroph.2 κεφ. XI. "Andreas" (σσ. 472-77), μὲ παραπομπὲς στὶς ἀρχαῖες πηγὲς γιὰ τὸν διακεκριμένο Ἡροφίλειο ἰατρό (An. 1-49, χωρὶς ἀναφορὰ στὸ ἔργο Ὑάκινθος) καὶ στὴ σχετικὴ βιβλιογραφία.

5. d<i>a codyon: τὰ χφφ. δίνουν τὶς –προφανῶς παρεφθαρμένες– γραφὲς dacydion καὶ acydion· οἱ Mayhoff3 καὶ Jones4 εἰσάγουν τὸν ἀντίστοιχο Ἑλληνικὸ ὅρο διὰ κωδυῶν, ἐνῶ ὁ André γράφει dia codyon, ποὺ παλαιογραφικὰ φαίνεται πιὸ πιθανό· γράψαμε d<i>a codyon (στηριγμένοι σὲ ἀντίστοιχα παραδείγματα ἀπὸ τὴ χειρόγραφη παράδοση τοῦ κειμένου τοῦ Πλινίου, ὅπως τὸ ἀνωτέρω [F2.3] elephantiasi). Γιὰ τὸ διὰ κωδιῶν φάρμακο βλ. χαρακτηριστικά (ἀνάμεσα στ' ἄλλα) Ἀέτ. Λόγ. ἰατρ. 137.1 κἑ. [Περὶ τοῦ διὰ κωδιῶν Γαληνοῦ]: προχειριστέον δὲ τὸ διὰ τῶν κωδιῶν φάρμακον, ἄριστον μὲν πιεῖν ἡδονῆς χάριν, ἄριστον δὲ ἐπὶ θερμῶν καὶ μεγάλων ἰσχῦσαι παθῶν τῶν περὶ σπλάχνα συνισταμένων ὅλον τε καταλαμβανόντων τὸ σῶμα ἐπὶ τῶν πυρεττόντων καὶ χολερικῶν παθῶν ὅσοι τε παρανοίαις ἐν πυρετοῖς καὶ ἀγρυπνίαις καταπονοῦνται, καὶ βηξὶ πυκναῖς διὰ λεπτὸν ῥεῦμα γιγνομέναις ἐκ κεφαλῆς θερμοτέρας εἰς τὸν θώρακα καταρρέον ὀνίνησι μεγάλως. ἔχει δὲ ἡ σκευασία οὕτως· κωδίας μήκωνος σὺν τῷ σπέρματι ι´ συμμέτρους τῷ μεγέθει· νεαρὰς μὲν μήτε πάνυ μαλακὰς μήτε σκληρὰς βρέχειν δεῖ ὕδατι ὀμβρίῳ ξέστῃ ἑνὶ καλλίστῳ ἡμέραν καὶ νύκτα, ἔπειτα ἕψειν ἀκάπνῳ πυρί, μέχρι δοκιμάζοντί σοι τακεραὶ φαίνονται (...).

  1. Lasserre, F. & Livadaras N. (1976/1992), Etymologicum Magnum Genuinum, Symeonis Etymologicum (una cum magna Grammatica), Etymologicum Magnum Auctum, Rome/Ἀθῆναι.
  2. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .
  3. Mayhoff, C. (1875-1906), Plinii Secundi Naturalis Historiae libri XXXVII, Vols. I-VI, Leipzig.
  4. Rackham, H. & et al. (1938-1963), Pliny, Natural History, Loeb Classical Library London.