You are here

F3

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

a. Athen. 10, 436e

       1Ἔπινε δὲ πλεῖστον καὶ Ἀλκέτας ὁ Μακεδών , ὥς φησιν Ἄ-
        ριστος ὁ Σαλαμίνιος, καὶ Διότιμος ὁ Ἀθηναῖος. οὗτος
3      δὲ καὶ Χώνη ἐπεκαλεῖτο · ἐντιθέμενος γὰρ τῶι στόματι χώνην
        ἀπαύστως ἔπινεν ἐπιχεομένου οἴνου2· ὅθεν καὶ Χώνη ἐπεκλή-
        θη, ὥς φησι Πολέμων .


b. Aelian. Var. hist. 2.41 (p. 35 Dilts)

      Φιλοπόται δὲ3 λέγονται γενέσθαι (...) καὶ Ἀλκέτας4 ὁ Μακεδὼν
       καὶ Διότιμος ὁ Ἀθηναῖος. οὗτός τοι καὶ Χώνη ἐπεκαλεῖτο· ἐν-
3     τιθέμενος γὰρ τῶι στόματι χώνην5 ἀδιαλείπτως ἐχώρει τὸν εἰσ-
       χεόμενον6 οἶνον.

  1. [Vid. FHG ΙΙΙ. 139 (POLEMONIS ILIENSIS, Περὶ τῶν κατὰ πόλεις ἐπιγραμμάτων), fr. 79, et FGrH 143 F 3 ἔπινεΣαλαμίνιος; ΑΚΕΠ Γα΄ 73.3 ἔπινεἐπιχεομένου οἴνου; de edd. Athen. et Aelian. vid. supra T3.]
  2. a. 4 οἴνου, interp. Müller
  3. b. 1 δὲ om. V. ‖
  4. ἀλκέας χ
  5. 3 τῶι στόματι χώνην om. V
  6. 3-4 ἐσχεόμενον Müller Hercher.

a. Ἀθήν. 10, 436e

Πάρα πολὺ ἔπινε καὶ ὁ Ἀλκέτας ὁ Μακεδόνας, ὅπως λέει ὁ  Ἄ-

ριστος ὁ Σαλα­μίνιος, καὶ ὁ Διότιμος ὁ Ἀθηναῖος. Αὐτὸς

καὶ Χώνη προσονομαζόταν· γιατὶ ἔβαζε στὸ στόμα του ἕνα χωνὶ κι

ἔπινε ἀσταμάτητα τὸ κρασὶ ποὺ χυνόταν μέσα· γι' αὐτὸ καὶ προσο-

νομάστηκε Χώνη, ὅπως λέει ὁ Πολέμων.


b. Αἰλιαν. Ποικ. ἱστ. 2.41 (σελ. 35 Dilts)

Κρασοπότες λέγεται ὅτι ὑπῆρξαν (...) καὶ ὁ Ἀλκέτας ὁ Μακεδόνας
καὶ ὁ Διότιμος ὁ Ἀθηναῖος. Αὐτὸς ὡς γνωστὸν καὶ Χώνη προσονο-
μαζόταν· γιατὶ ἔβαζε στὸ στόμα ἕνα χωνὶ καὶ κατέβαζε ἀδιάλειπτα
τὸ κρασὶ ποὺ χυνόταν μέσα.

Σχόλια: 

a.1. Ἀλκέτας Μακεδών: Πρόκειται γιὰ τὸν γιὸ τοῦ Ὀρόντου καὶ ἀδελφὸ τοῦ Περδίκκα ἀπὸ τὴ διάσημη οἰκογένεια τῶν Μακεδόνων ἡγεμόνων. Ὑπῆρξε διοικητὴς τμήματος στρατοῦ ὑπὸ τὸν Ἀλέξανδρο (Ἀρρ. Ἀλεξ. Ἀνάβ. 4.22.1 καὶ τῶν πεζῶν τήν τε αὑτοῦ τάξιν ... καὶ τὴν Ἀλκέτα ἐπὶ Κατάνην τε καὶ Αὐστάνην ἐκπέμπει). Μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του δολοφόνησαν τὸ 322 π.Χ. τὴν Κυνάνη, κόρη τοῦ Φιλίππου καὶ ἑτεροθαλῆ ἀδελφὴ τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὅταν αὐτὴ ἐξεδήλωσε διάθεση ἀρχηγικῆς ἐπιβολῆς στὴ Μακεδονία (Πολύαιν. 8.60.1). Ἀνέπτυξε δράση στὴν περιοχὴ τῆς Μ. Ἀσίας, ἰδιαίτερα μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὅταν συντάχθηκε μὲ τοὺς ὑποστηρικτὲς τοῦ Περδίκκα, καὶ ἀργότερα μὲ τὸν Εὐμένη. Κορυφαία ἀλλὰ καὶ μοιραία στιγμὴ τῆς πολυτάραχης ζωῆς του ἦταν ἡ πολιορκία τῆς Πισιδικῆς πόλης Τερμησσοῦ (βλ. Διόδ. Σικ. 18.43.3 κἑ.) ἀπὸ τὸν Ἀντίγονο (320/19 π.Χ.), τὸν σημαντικότερο ἀντίπαλό του, ὅταν ἔμεινε χωρὶς ὑποστηρικτὲς καὶ ἔδειξε ὅλη του τὴν ἐμπιστοσύνη στοὺς κατοίκους τῆς Πισιδίας (ὅ.π. 46.1)· ἐξαιτίας του ὅμως προκλήθηκε στὴν πόλη ἐμφύλια διαμάχη μεταξὺ τῶν πρεσβυτέρων καὶ τὼν νεωτέρων γιὰ τὸ ἂν ἔπρεπε νὰ τὸν παραδώσουν στὸν Ἀντίγονο καὶ νὰ σωθῆ ἡ πόλη ἢ νὰ πολεμήσουν στὸ πλευρό του μέχρι τὸ τέλος· οἱ πρεσβύτεροι (46.3 κἑ.) ἀποφασίζουν κρυφὰ τὴν παράδοσή του, ἀλλά, μολονότι ἐπέλεξαν τὴν κατάλληλη στιγμή, ζωγρῆσαι ... αὐτὸν οὐ κατίσχυσαν (ἔφθασε γὰρ αὑτὸν διαχειρισάμενος, ὅπως μὴ ζῶν ὑποχείριος γένηται τοῖς πολεμίοις)· μετὰ τὴν αὐτοκτονία του, τὸ σῶμα παραδίδεται στὸν Ἀντίγονο ποὺ τὸ ἀφήνει τρεῖς μέρες ἄταφο, οἱ δὲ τῶν Τερμησσέων νέοι φυλάττοντες τὴν πρὸς τὸν ᾐκισμένον εὔνοιαν τό τε σῶμα ἀνείλαντο καὶ λαμπρῶς ἐκήδευσαν (47.3, γιὰ νὰ κλείσει ὁ Διόδ. Σικ. τὴν ἱστορία του γιὰ τὸν Ἀλκέτα ἐπισημαίνοντας ὅτι οὕτως τῆς εὐεργεσίας φύσις, ἴδιόν τι φίλτρον ἔχουσα πρὸς τοὺς εὖ πεποιηκότας, ἀμετάθετον διαφυλάττει τὴν εἰς αὐτοὺς εὔνοιαν). Βλ. RE1 s.v. Alketas 5.· G. Kleiner, Diadochen2 - Gräber (Wiesbaden 1963), 72 κἑ. (τὰ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα καὶ ὁ περίφημος τάφος του)· ἐπίσης: ΙΕΕ3 Δ΄ 14, 16 καὶ 172 κἑ., 249 κἑ.

Δὲν γνωρίζουμε ποιά ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Ἀλκέτα περιέλαβε ὁ Ἄριστος στὴ διήγησή του γιὰ τὰ Περὶ τὸν Ἀλέξανδρον, βέβαιο ὅμως εἶναι ὅτι ὁ Κύπριος ἱστορικὸς γνώριζε τὴ λεπτομέρεια ὅτι ὁ Μακεδόνας στρατηγὸς ἔπινε πλεῖστον· ἀπὸ τὴ διήγηση τοῦ Ἀθήναιου, ἡ πληροφορία φαίνεται νὰ πέρασε στὸν σύγχρονό του Αἰλιανό, Ποικ. ἱστ. 2.41 (βλ. καὶ κατωτ.).

2-3. Διότιμος ὁ Ἀθηναῖος. οὗτος δὲ καὶ Χώνη ἐπεκαλεῖτο: ἐνῶ ἡ πληροφορία γιὰ τὴν ἰδιαίτερη ἀγάπη στὸ ποτὸ ποὺ ἔδειχνε ὁ Ἀλκέτας ὀφείλεται στὸν Ἄριστο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο τὴν παραθέτει ὁ Ἀθήναιος καὶ ἀπ' αὐτὸν μᾶλλον ὁ Αἰλιανός (βλ. ἀνωτ.), ἡ ἀντίστοιχη γιὰ τὸν Διότιμο τὸν Ἀθηναῖο πρέπει, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Ἀθήναιου, νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸν Πολέμωνα: ὅθεν καὶ Χώνη ἐπεκλήθη, ὥς φησι Πολέμων (βλ. FGrH4 143 F 3). Ὁ Διότιμος ἔπινε κρασὶ μὲ τὸ χωνί, ἀλλὰ ἡ φράση αὐτὴ χρησιμοποιεῖται μέχρι σήμερα γιὰ ὅλα τὰ «μεγάλα ποτήρια». Τὸ Χώνη εἶναι λοιπὸν «παρατσούκλι» ποὺ βρίσκει ἀρκετὰ ἀντίστοιχα καὶ σὲ νεοελληνικὰ λαϊκὰ παρωνύμια (βλ. Φ. Κουκουλέ, «Κρασοκατάνυξις5», Ἡμερ. τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος, 1924, 198).

Ὁ Διότιμος ὁ Ἀθηναῖος (ὄνομα ἀρκετὰ διαδεδομένο, στὴν Ἀττικὴ κυρίως: βλ. LGPN26 σ.λ.), ὁ καὶ Χώνη ἐπικαλούμενος, ταυτίζεται ἀπὸ τὸν W. Judeich (RE1 σ.λ. Diotimos 1.) μὲ τὸν γιὸ τοῦ Στρόμβλιχου ἀπὸ τὴν Εὐωνυμία τῆς Ἀττικῆς, πατέρα τοῦ Στρομβλιχίδη. Ὁ Διότιμος αὐτός, σύμφωνα μὲ τὸν Θουκυδίδη, συνόδευσε ὡς στρατηγὸς τὰ δέκα πλοῖα ποὺ οἱ Ἀθηναῖοι ἔστειλαν τὸ 433 π.Χ. ὑποστηρίζοντας τὴν πρεσβεία τῶν Κερκυραίων μὲ ἐντολὴ νὰ μὴν ἐπιδιώξουν σύγκρουση μὲ τοὺς Κορίνθιους (ἡ ὁποία ὅμως τελικὰ δὲν ἀπεφεύχθη): ἐστρατήγει δὲ αὐτῶν Λακεδαιμόνιός τε ὁ Κίμωνος καὶ Διότιμος ὁ Στρομβλίχου καὶ Πρωτέας ὁ Ἐπικλέους (1.45). Δὲν εἶναι ἐξακριβωμένο ἂν ὁ ἴδιος ὑπῆρξε ἀρχηγὸς πρεσβείας ἀργότερα πρὸς τοὺς Πέρσες (Στράβ. 1.3.1), στοὺς Ἀχαρνεῖς τοῦ Ἀριστοφάνη ὅμως (στ. 61 κἑ.), ὅπου ἀπηχεῖται καὶ σατιρίζεται ἡ πρεσβεία γιὰ τὴ συμπεριφορά της στὴ χώρα τῶν βαρβάρων, οἱ στ. 73 κἑ. Ξενιζόμενοι δὲ πρὸς βίαν ἐπίνομεν | ἐξ ὑαλίνων ἐκπωμάτων καὶ χρυσίδων | ἄκρατον οἶνον ἡδὺν τοῦ πρέσβη φαίνονται νὰ ἀντιστοιχοῦν στὸ προσηγορικὸ Χώνη ποὺ βρίσκουμε στὸν Ἀθήναιο καὶ τὸν Αἰλιανό (ὅ.π.). Ἐπιβεβαιώνεται ἔτσι ἡ ταύτιση τοῦ Διότιμου μὲ τὸ συγκεκριμένο πρόσωπο.

5. Πολέμων: Δὲν ἔχουμε λόγους νὰ ἀμφιβάλλουμε ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν περιηγητὴν καὶ ἱστορικὸν Πολέμωνα (τὸ συγκεκριμένο ἀπόσπ. ἀπὸ τὸν Ἀθήν. παραδίδεται ἀπὸ τὸν ἐκδότη τοῦ ἔργου τοῦ περιηγητῆ L. Preller, Polemonis Periegetae Fragmenta7, Lipsiae [sumtibus G. Engelmanni] 1838, ἀρ. LXXIX, σσ. 124-25, καὶ τὸν Müller FHG8 ΙΙΙ. 139) καὶ ὄχι γιὰ τὸν σοφιστὴν ἢ τὸν φιλόσοφο ἡγέτη τῆς Ἀκαδημίας (βλ. RE1 σ.λ. Polemon 8a. καὶ 10.). Πληροφορίες γιὰ τὸν βίο καὶ τὸ ἔργο του ἀντλοῦμε βασικὰ ἀπὸ τὸ σχετικὸ λῆμμα τῆς Σούδας (1888): Πολέμων, Εὐηγέτου, Ἰλιεύς, κώμης Γλυκείας ὄνομα, Ἀθήνησι δὲ πολιτογραφηθείς· διὸ ἐπεγράφετο Ἑλλαδικός· ὁ κληθεὶς Περιηγητής, ἱστορικός. γέγονε δὲ κατὰ Πτολεμαῖον τὸν Ἐπιφανῆ. κατὰ δὲ Ἀσκληπιάδην τὸν Μυρλεανὸν συνεχρόνισεν Ἀριστοφάνει τῷ γραμματικῷ καὶ διήκουσε καὶ τοῦ Ῥοδίου Παναιτίου. ἔγραψε Περιήγησιν Ἰλίου ἐν βιβλίοις γ΄, Κτίσεις τῶν ἐν Φωκίδι πόλεων καὶ περὶ τῆς πρὸς Ἀθηναίους συγγενείας αὐτῶν, Κτίσεις τῶν ἐν Πόντῳ πόλεων, Περὶ τῶν ἐν Λακεδαίμονι πόλεων· καὶ ἄλλα πλεῖστα· ἐν οἷς καὶ Κοσμικὴν περιήγησιν ἤτοι Γεωγραφίαν. Τὸ ἀληθινὸ πατρώνυμο, ὅμως, ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸν Κ. Deichgräber (βλ. RE1 σ.λ. Polemon 9., 1290) πὼς εἶναι τὸ Μιλήσιος, ὅπως παραδίδεται ἀπὸ τὴ δεύτερη πηγὴ γιὰ τὸν Πολέμωνα, ἕναν κατάλογο προξένων ἀπὸ τοὺς Δελφούς μὲ τὴν καταγραφὴ Πολέμων Μιλήσιος Ἰλιεύς, ὁ ὁποῖος χρονολογεῖται στὸ 177/76 π.Χ. (βλ. SIG39 ed. G. Dittenberger ἀρ. 585.114, μὲ τὴ σχετ. σημ.). Τὸ δεδομένο αὐτὸ ταιριάζει καὶ μὲ τὶς πληροφορίες τῆς Σούδας ὅτι ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Πτολεμαίου Ε΄ Ἐπιφανοῦς (210-180 π.Χ., στὸν θρόνο ἀπὸ τὸ 205/4), ὑπῆρξε σύγχρονος τοῦ Ἀριστοφάνη τοῦ γραμματικοῦ (3/2ος π.Χ. αἰ.: περ. 287/180) καὶ παρακολούθησε τὴ διδασκαλία τοῦ φιλοσόφου Παναίτιου (2ος π.Χ. αἰ.)· ὁ δὲ Ἀσκληπιάδης ὁ Μυρλεανός, ὡς πηγὴ τῆς Σούδας, εἶναι ὄντως μεταγενέστερος, ἀφοῦ ἔζησε πιθ. τὸν 1ο π.Χ. αἰ. Καταγόμενος ἀπὸ τὸ Ἴλιον, πρέπει νὰ ταξίδεψε ἀρκετὰ καὶ νὰ σχετίστηκε κυρίως μὲ τὴν αὐλὴ τῶν βασιλέων τῆς Περγάμου, ἰδιαίτερα δὲ μὲ τὸν Ἄτταλο Α΄ (241-197 π.Χ., βλ. Ἀθήν. 8.346b). Ἡ παραμονή του στὴν Ἀθήνα, πάντως, πρέπει νὰ ὑπῆρξε μακροχρόνια, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν σχετικῶν ἔργων του (Περὶ τῶν ἀναθημάτων τῶν ἐν Ἀκροπόλει  Ἀθήν. 11, 472b-c, Περὶ τῶν ἐν Προπυλαίοις πινάκων Ἁρποκρ. σ.λ. λαμπάς, Ἀναγραφὴ τῶν ἐπωνύμων τῶν δήμων καὶ τῶν φυλῶν Σχόλ. Ἀριστοφ. Ὄρν. 645, Κτίσεις τῶν ἐν Φωκίδι πόλεων καὶ περὶ τῆς πρὸς Ἀθηναίους συγγενείας αὐτῶν [= FGrH4 ΙΙΙΒ. 189, ὅπου παραδίδεται μόνον ὁ τίτλος αὐτός, χωρὶς ἄλλο σχόλιο]). Τὸ ἐπίθ. Ἑλλαδικός, κατὰ τὸν Κ. Deichgräber9 (ὅ.π. 1291), δὲν σχετίζεται μὲ τὴν πολιτογράφησή του στὴν Ἀθήνα, ἀλλὰ μᾶλλον μὲ κάποιο ὁμώνυμο σύγγραμμα, ποὺ ἐσφαλμένα ἀποδίδεται σ' αὐτόν (βλ. Ἀθήν. 11, 479f καὶ 13, 606a). Ὁ Πολέμων, ποὺ ὅπως φαίνεται ἔζησε ἀρκετά, τοποθετεῖται στὸ χρονικὸ διάστημα 220-160 π.Χ. καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι σύγχρονος τοῦ Ἄριστου (ἐν μέρει). Κατὰ τὸν Ἀθήν. (βλ. καὶ Μüller8 ὅ.π.), τὸ ἀπόσπασμά μας ἀνήκει στὸ ἔργο τοῦ περιηγητῆ Περὶ τῶν κατὰ πόλεις ἐπιγραμμάτων. Βλ. καὶ κατωτ. 25 Τ2 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Πολέμων.

  1. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑
  2. Kleiner, G. (1963), Diadochen - Gräber, Wiesbaden.
  3. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.
  4. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑
  5. Κουκουλές, Φ. (1924), Κρασοκατάνυξις, Ἡμερολόγιον τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος 195-215.
  6. Osborne, M. J. & Byrne S. G. (1994), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. II: Attica, Oxford.
  7. Preller, L. (1838), Polemonis Periegetae Fragmenta, Leipzig.
  8. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.a↑ b↑
  9. Dittenberger, W. (1915-1924), Sylloge Inscriptionum Graecarum, Vols. I-IV, 3d ed., Leipzig.a↑ b↑