You are here

*F3 (ΑΚυΓ3 30 *F3)

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Schol. Aristoph. Nub. 10 c (Suid. s.v. ἐγκεκορδυλημένος)

1,2ἐγκεκορδυλημένος3· ἐγκεκαλυμμένος καὶ συνεστραμμένος ,

ὥστε μηδ' ἀνθρώπου σχῆμα δηλοῦν, ἀλλ' ἐξοχὴν φαίνεσθαι

τῶν στρωμάτων. κορδύλη δὲ4 ἰδίως λέγεται └τὸ┘5 ἐν τῆι κεφα-

λῆι ὑπερεξέχον οἴδημα, ὑπὸ6 πληγῆς εἰς ὕψος καὶ ὄγκον ἀρ-

  θέν, ὃ καλοῦμεν κόνδυλον. Κρέων δὲ ἐν τῶι πρώτωι τῶν

Κυπριακῶν7  κορδύλην φησὶ καλεῖσθαι τὸ πρὸς κεφαλῆι8

προσείλημα, ὃ δὴ παρὰ Ἀθηναίοις καλεῖται κρώβυλον, παρὰ

δὲ Πέρσαις κιδάριον9. ὅτι δὲ νῦν «ἐγκεκορδυλημένος» ἐνειλη-

μένος10 καὶ ἐγκρύψας ἑαυτόν, δηλοῖ (sc. Ἀριστοφάνης) σαφέ-

στερον ἐκ τῶν ἐπιφερομένων, εἰπών· «ἀλλ', εἰ δοκεῖ, ῥέγκωμεν11

ἐγκεκαλυμμένοι».

  1. Vid. et Suid. s.vv. νιδάριον· παρὰ Πέρσαις τὸ πρὸς κεφαλῆι προσείλημα, ὃ δὴ παρ' Ἀθηναίοις καλεῖται κρώβυλον, παρὰ δὲ Κυπρίοις κορδύλη, ὡς Κρέων ἐν τῶι πρώτωι τῶν Ῥητορικῶν, atque φακιόλιον· ὅτι Κρέων ἐν τῶι πρώτωι τῶν Ῥητορικῶν κορδύλην φησὶ καλεῖσθαι παρὰ Κυπρίοις τὸ πρὸς κεφαλῆς προσείλημα· ὃ δὴ παρ' Ἀθηναίοις καλεῖται κρώβυλον, παρὰ δὲ Πέρσαις νιδάριον. Cf. EM s.v. ἐγκεκορδυλημένος; cf. etiam Schol. recc. Aristoph. Nub. 10 b et c (pp. 15-16 Koster).


  2. [Vid. Schol. vett. Aristoph. Nub., ed. Holwerda (cum sigl.; ἐγκεκορδυλημένος R, ἐγκεκαλυμμένος RVE, καὶ δηλοῦν RV, ἀλλ'ἐγκεκαλυμμένοι V); Suid., ed. Adler; FHG IV. 371 (Creon vel Paeon Amathusius) fr. 1; FGrH 753 (Kreon) F 1; ΑΚΕΠ Γα´ 76.2 (Παίων ὁ Ἀμαθούσιος) et Γβ´ 174.]
  3. 1 ἐντετυλιγμένος post ἐγκεκορδ. Suid. (cf. Schol. 10 d, recc. 10 b)
  4. 3 γὰρ pro δὲ Suid. ‖
  5. τὸ Suid.: om. V
  6. 4 ἐξέχον et ὑπὸ Suid.
  7. 5-6 ἐν τῶι α´ τῶν ῥητορικῶν Suid. (ἐν τῶι πρώτωι τ. . s.vv. νιδάριον et φακιόλιον)
  8. 6 πρὸς κεφαλῆι edd. pl. (post Dindorf, ex Suid. s.v. νιδάριον: πρὸς κεφαλῆς (προσκεφ.) V, et Suid. s.vv. ἐγκεκορδυλημένος et φακιόλιον (prob. Jacoby, fort. recte)
  9. 8 κιδάριον Koster: κιδάνιον V; νιδάριον Suid
  10. 8-9 ἐνειλημμένος V (ἐνειλήμμενος Suid. [VM])
  11. 9 ἐγκρύψας Suid.: ἔκρυψεν V.
Σχόλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 10 c (Σουίδ. σ.λ. ἐγκεκορδυλημένος)

ἐγκεκορδυλημένος· κουκουλωμένος καὶ κουλουριασμένος, ὥστε

μήτε ἀνθρώπου σχῆμα νὰ εἶναι ὁρατό, ἀλλὰ νὰ φαίνεται μιὰ προ-

εξοχὴ τῶν στρωμάτων. Κορδύλη (πβ. νεώτ. Κυπρ. κουρτούλλιν) λέ-

γεται ἰδίως τὸ ἐξόγκωμα ποὺ ὑπερεξέχει στὸ κεφάλι, ἀπὸ πληγὴ ἀνα-

πτυγμένο σὲ ὕψος καὶ ὄγκο, τὸ ὁποῖο ἀποκαλοῦμε κόνδυλο. Ὁ δὲ

Κρέων στὸ πρῶτο βιβλίο τῶν Κυπριακῶν λέει πὼς κορδύλη

ὀνομάζεται τὸ περιτύλιγμα (τουρμπάνι) τῆς κεφαλῆς, τὸ ὁποῖο ὡς

γνωστὸ ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ἀποκαλεῖται κρώβυλον καὶ ἀπὸ τοὺς

Πέρσες κιδάριον. Ὅτι δὲ τώρα ἐγκεκορδυλημένος σημαίνει περιτυ-

λιγμένος καὶ κουκουλωμένος, δηλώνει (ὁ Ἀριστοφάνης) σαφέστερα

μὲ τὰ ἑπόμενα, λέγοντας· «ἀλλ', ἂν αὐτὸ μᾶς ἀρέσει, ἂς ροχαλίζουμε

κουκουλωμένοι».


Βλ. καὶ Σουίδ. σ.λλ. νιδάριον· στοὺς Πέρσες τὸ περιτύλιγμα

(τουρμπάνι) τῆς κεφαλῆς, ποὺ ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ἀποκαλεῖται

κρώβυλον, ἐνῶ ἀπὸ τοὺς Κυπρίους κορδύλη,ὅπως (λέει) ὁ Κρέων

στὸ πρῶτο βιβλίο τῶν Ῥητορικῶν, καί: φακιόλιον· (ὅτι) ὁ Κρέων

στὸ πρῶτο βιβλίο τῶν Ῥητορικῶν λέει πὼς κορδύλη ἀποκαλεῖται ἀπὸ

τοὺς Κυπρίους τὸ περιτύλιγμα (τουρμπάνι)τῆς κεφαλῆς·

αὐτό, ὡς γνωστόν, ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ἀποκαλεῖται κρώβυλον,

καὶ ἀπὸ τοὺς Πέρσες νιδάριον. Πβ. EM σ.λ. ἐγκεκορδυλημένος·

πβ. ἐπίσης Σχόλ. νεώτ. Ἀριστοφ. Νεφ. 10 b καὶ c (σσ. 15-16 Koster).

Σχόλια: 

Πηγή: Σχόλια εἰς Ἀριστοφάνους Νεφέλας (10c), ἔκδ. Holwerda1, καὶ Σουίδας (Σοῦδα) σ.λ. ἐγκεκορδυλημένος (καὶ σ.λ. νιδάριον), ἔκδ. Adler2 (καὶ Μέγα Ἐτυμολογικόν, σ.λ. ἐγκεκορδυλημένος, ἔκδ. Gaisford3). Βλ. Lesky ΙΑΕΛ54 1138 καὶ OCD5 σ.λλ. Suda (ἡ Σοῦδα) or Suidas καὶ Etymologicum Magnum6, μὲ βιβλιογραφία.

1 κἑ. Τῆς λέξεως κορδύλη ἡ συνήθης σημασία καὶ ἡ ἰδιότυπη χρήση παρὰ Κυπρίοις μνημονεύεται ἀπὸ τὸν ἀρχ. σχολ. τοῦ Ἀριστοφ. (Νεφ. στ. 10) καὶ τὸν Σουίδα σ.λ. ἐγκεκορδυλημένος (καὶ Μ. Ἐτυμ. σ.λ.), καὶ στὸν Σουίδα σ.λλ. νιδάριον καὶ φακιόλιον (βλ. ἀνωτ., μὲ κριτ. ὑπόμν.). Ἡ συνήθης σημασία τῆς λέξεως κορδύλη (ἐξόγκωμα, ἰδίως τὸ ἐν τῆι κεφαλῆι ὑπερεξέχον οἴδημα) διασώζεται στὴν Κυπρ. διάλεκτο (ο>ου / διπλὸ σύμφωνο / -α [ἀντὶ -η]: συνήθη φαινόμενα τῆς Κυπριακῆς διαλέκτου) στὰ κουρτούλλα (καὶ μεταφ.: βλ. Γιαγκουλλῆ ΕΕΘηΚ σ.λ., πβ. Σημων. ἀπόσπ. 35 West [α´ ἐμφάνιση τῆς λέξεως στὰ σωζόμενα κείμενα] κορδύλη· τὸ ἔπαρμα) καὶ ὑποκορ. κουρτούλλιν (σπυράκι, ὅ.π. / πβ. Χατζηιωάννου ΕΛεΚ σ.λ., καὶ παράγωγα), ἡ δὲ χρήση τῆς κορδύλης (ὡς σκουφιοῦ) εἶναι παλαιότατη στὴν Κύπρο (βλ. τὴν ἀνωτ. [Εἰκ. 61] παρατιθέμενη παράσταση τοῦ 11ου αἰ. π.Χ.). Ἡ ἐτυμολ. τῆς λέξεως κορδύλη (ὅπως καὶ τῶν λέξεων κρωβύλος, νιδάριον, κίδαρις κ.τ.τ.) εἶναι ἀβέβαιη (βλ. Chantraine [πβ. Hofm. – Παπαν. κ.ἄ.] σ.λλ. κορδύλος [καὶ κορδύλη, καὶ κόρδαξ] καὶ κίδαρις, καὶ ΑΚΕΠ Γβ´ 172 καὶ 174)· ἡ ξενικὴ –ἢ προελληνικὴ– προέλευση δικαιολογεῖ τὴν πολυτυπία (πβ. κιδάριον, κιδάνιον, νιδάριον καὶ κίδαρις, κίταρις, κίτταρις: διάδημα, ὃ φοροῦσι Κύπριοι, κατὰ τὸν Ἡσύχ.).
   Τὸ παρὰ Κυπρίοις δὲν ἐμφανίζεται στὰ ἀρχ. σχόλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 10c σ.λ. ἐγκεκορδυλημένος (βλ. ἀνωτ. κείμ. μὲ κριτ. ὑπόμν.), ὅπου φαίνεται νὰ ὑποδηλώνεται μὲ τὸ ἐν τῶι πρώτωι Κυπριακῶν· ἀπαντᾶ, ἀντίθετα, στὸν Σουίδα σ.λλ. ἐγκεκορδυλημένος, νιδάριον καὶ φακιόλιον, ὅπου ἀντὶ Κυπριακῶν παραδίδεται Ῥητορικῶν (βλ. κατωτ.). Ἡ ἀναφορὰ στὴν ἰδιότυπη χρήση τῆς λέξεως κορδύλη γιὰ τὸ ἐνείλημα ἢ προσείλημα τῆς κεφαλῆς συνοδεύεται ἀπὸ τὴ λέξη Κύπριοι στὰ νεώτ. (recc.) σχόλ. Ἀριστοφ. Νεφ. (Koster): 10b ἐγκεκορδυλημένος· ἐντετυλιγμένος. κορδύλην γὰρ Κύπριοι λέγουσι τὸ ἐνείλημα τῆς κεφαλῆς καὶ 10c. (α.), καὶ στὸ Μ. Ἐτυμ. σ.λ. ἐγκεκορδυλημένος (μὲ ἀξιοσημείωτη καὶ τὴ σύνδεση τῆς ἰδιότυπης Κυπρ. χρήσης τῆς λέξεως κορδύλη μὲ τὴν ἐτυμολ. τῆς λέξεως, παρὰ τὸ κάρα)· Ἀριστοφάνης κέχρηται ἐπὶ τοῦ ἐνειλημένος ἢ συνεστραμμένος, παρὰ τὴν κορδύλην, ἥτις ἐστὶν οἴδημα τῆς κεφαλῆς ὑπὸ πληγῆς γενόμενον· ἥτις παρὰ τὸ κάρα εἴρηται. καὶ γὰρ κορδύλην Κύπριοι λέγουσι τὸ ἐνείλημα τῆς κεφαλῆς, ὅπερ Ἀθηναῖοι μὲν κρώβυλον καλοῦσι, Πέρσαι δὲ κίδαριν. ἔστι καὶ ῥητορική (Ῥητορική Th. Gaisford, βλ. καὶ κριτ. ὑπόμν. του).

5-6. Κρέων δὲ ἐν τῶι πρώτωι τῶν Κυπριακῶν: Σχόλ. Ἀριστοφ., πβ. Σουίδ. σ.λλ. ἐγκεκορδυλημένος, νιδάριον καὶ φακιόλιον (βλ. ἀνωτ. κείμενο μὲ κριτ. ὑπόμν. καὶ προηγ. σχόλ. γιὰ τὸ παρὰ Κυπρίοις): Κρέων ἐν τῶι α´ (ἢ πρώτωι) τῶν Ῥητορικῶν (ῥητορικῶν codd.). Ἡ διάσταση αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ μὲ τρεῖς τρόπους: (α´) τὸ Κυπριακῶν ἀντικατέστησε ἐκ λάθους τὸ Ῥητορικῶν (πιθανῶς καὶ τὸ παρὰ Κυπρίοις) τῆς πηγῆς, κι εἶναι ἀνύπαρκτος τίτλος ἔργου· (β´) τὸ Κυπριακῶν καὶ τὸ Ῥητορικῶν ἀντλοῦνται ἀπὸ διαφορετικὰ –ὑπαρκτὰ– ἔργα τοῦ ἴδιου συγγραφέα, ὅπου δινόταν ἡ ἴδια πληροφορία σὲ διαφορετικὲς εὐκαιρίες (ὑπόθεση εὔλογη ἀλλ' ὄχι λίαν πιθανὴ μὲ τὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα)· (γ´) τὸ Κυπριακῶν εἶναι ὁ πραγματικὸς τίτλος τοῦ ἔργου, τὸ δὲ Ῥητορικῶν παρεισέφρησε ἐκ λάθους· τὸ ἀκατανόητο ἔστι καὶ ῥητορική στὸ Μ. Ἐτυμ. σ.λ. ἐγκεκορδυλημένος (βλ. ἀνωτ.), ὅπου δὲν ὑπάρχει μνεία τῆς πηγῆς, θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ ὑποδηλώνει πῶς ἔγινε μιὰ τέτοια διαφοροποίηση. Κλίνουμε πρὸς τὴν τελευταία ἄποψη, καθὼς ὁ τίτλος Ῥητορικά ἐλάχιστα ἁρμόζει στὸ περιεχόμενο τοῦ ἀποσπ., κατ' ἀντίθεση πρόδηλη μὲ τὸ Κυπριακά (γιὰ τὸ ὁποῖο βλ. καὶ ΑΚυΓ3 28 F1 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ.), σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὸ συναφὲς πρόβλημα Κρέων ἢ / καὶ Παίων.
   Τὸ ὄνομα Κρέων (κατ' ἀντίθεση μὲ τὸ Παίων: βλ. ἀνωτ. F1 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ.) ἀπαντᾶ σὲ δύο Κυπρ. ἐπιγραφὲς συλλαβικές, πρώιμες (βλ. LGPN1 σ.λ., πβ. σ.λ. Κρετώ μὲ παραπ.), ἀπὸ τὸ Μάριον: ICS 136 Κρέο(ν)τος τῶ ΚιλικᾶϜος τῶ Ἀριστομήδεός ἠμι (5/4 αἰ. π.Χ. [γιὰ τὸ ΚιλικᾶϜος πβ. ΑΚυΓ2 11 Ε24 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Κιλικᾶν], ἐπιτύμβιο) καὶ –πιθανῶς– 172 Κρέο(ν)το(ς) (σὲ νόμισμα ἀπὸ τὰ περίχωρα τῆς Πόλης τῆς Χρυσοχοῦ, 5ου πιθανῶς αἰ. π.Χ.)· πβ. ICS 353 ΖωσικρέϜο(ν)τος (Κυπρ. συλλαβάριο, 6/5 αἰ. π.Χ. [LGPN1 σ.λ., πβ. Masson μὲ παραπομπές], μὲ τὸ μοναδικὸ Ζωσι-κρέων)· πβ. ἐπίσης τὸ Κρεώνδας (LGPN1 σ.λ.: ἀπὸ τὴν Κύπρο, 6ου αἰ. π.Χ. [Rantidi 31], μοναδικὸ κι αὐτό). Τὸ Παίων εἶναι σπάνιο καὶ ἀλλοῦ στὸ Αἰγαῖο (Κρήτη [Γόρτυς], 2ος αἰ. π.Χ. [IC 4 σελ. 305 ἀρ. 245]: LGPN1 σ.λ.), κατ' ἀντίθεση καὶ πάλι μὲ τὸ Κρέων (LGPN1 σ.λ.), ποὺ ἀπαντᾶ σὲ σειρὰ ἐπιγραφῶν ἀπὸ τὸ Αἰγαῖο κατὰ τοὺς 4ον-1ον αἰ. π.Χ. Μ' αὐτὰ τὰ δεδομένα οἱ πιθανότητες νὰ μὴν ταυτίζονται ὁ Παίων ὁ Ἀμαθούσιος καὶ ὁ Κρέων (βλ. O. Seel ὅ.π. [RE 18.2, 2402] καὶ Μ. Βαρβούνη [ΜΛΜ 26] μὲ βιβλιογραφία, καὶ Jacoby 753 F 1) δὲν εἶναι ἀμελητέες. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, οὐδόλως ἀποκλείεται νά 'ναι τὸ Κρέων τὸ πραγματικὸ ὄνομα καὶ τὸ Παίων παρωνύμιο (παρατσούκλι) τοῦ ἴδιου Ἀμαθουσίου συγγραφέα (πβ. τὰ περὶ Ἡγησάνδρου – Κασσάνδρου Σαλαμινίου: ΑΚυΓ3 ἀρ. 22 / 26, κυρίως 26 Τ1 σχόλ. σ.στ. 3-4 σ.λ. Κασσάνδρου τοῦ Σαλαμινίου, μὲ ἄλλες παρεμφερεῖς περιπτώσεις). Ὁ τίτλος Κυπριακά, ὅπως ἔχουμε σημειώσει ἀνωτ., ἁρμόζει ἄριστα στὸ περιεχόμενο ὅλων τῶν ἐδῶ ἀποσπ., κι ἡ ἄποψη ἑνὸς συγγραφέα, ποὺ εἰσηγήθηκε ὁ Müller (FHG IV. 374, «Creon vel Paeon Amathusius, Κυπριακά», χωρὶς συζήτηση τῶν δεδομένων) καὶ ἐμφανίστηκε μετὰ συχνά (βλ. O. Seel ὅ.π., μὲ παραπομπὴ στὸν Oberhummer, RE 12.1 [1924] 61, βλ. ἐπίσης Κυρ. Χατζηιωάννου ΑΚΕΠ Γα´ 76.2 καὶ Γβ´ 174 [βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν.], χωρὶς ἐπιχειρηματολογία), δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ «παιχνίδι», ὅπως ὑποστήριζε ὁ F. Jacoby ("Kreon" [6], RE 11.2 [1922], 1709, μὲ παραπομπὴ στὰ Σχόλ. Ἀριστοφ. Νεφ. 10, βλ. καὶ B. Gerth, "Kreon" [7], ὅ.π. 1709-10 [μὲ παραπομπὴ στὸν Σουίδα σ.λ. ἐγκεκορδυλημένος, καὶ μὲ τὴ σημ.: "vgl. Schol. Ar. Nub. 11"]: ὁ πρῶτος γιὰ τὸν Κρέοντα τὸν συγγραφέα τοῦ ἔργου Κυπριακά κι ὁ δεύτερος γιὰ τὸν συγγραφέα τοῦ ἔργου Ῥητορικά). Σὲ κάθε περίπτωση, οἱ ἐπιφυλάξεις πρέπει –μὲ τὰ ὑπάρχοντα δεδομένα– νὰ εἶναι ἔντονες. Οὕτως ἢ ἄλλως, ὅμως, ἡ Ἀριάδνη Ἀφροδίτη ἔχει ἀθάνατο τὸν ὕμνο της κι ἡ Κυπριακὴ κορδύλη ὁλοζώντανες τὶς μαρτυρίες της.

  1. Koster, W. J. W. (1960-2007), Scholia in Aristophanem, Scripta academica Groningana Groningen.
  2. Citekey not found
  3. Gaisford, T. (1848), Etymologicum Magnum, Oxford.
  4. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  5. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.
  6. Lasserre, F. & Livadaras N. (1976/1992), Etymologicum Magnum Genuinum, Symeonis Etymologicum (una cum magna Grammatica), Etymologicum Magnum Auctum, Rome/Ἀθῆναι.