You are here

F23a-b

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Athen. (Epit.) 11, 784b

a. Βαυκαλίς . ἐν Ἀλεξανδρείαι καὶ αὕτη, ὡς Σώπατρος ὁ

παρωιδός·

(v. 1)    Βαυκαλὶς1 ‹δ'›2 ἡ τετράκυκλος3 .

b. καὶ πάλιν·

(v. 1)   Νᾶμα μελισσῶν ἡδὺ μὲν ὄρθρου 

           καταβαυκαλίσαι  τοῖς ὑπὸ πολλῆς4

           κραιπαλοβόσκου δίψης  κατόχοις.

  1. a. 1 et 3 (v. 1) βαυκαλίς (1, -ῒς 3) CE, it. plur.: βαύκαλις scr. K. – A. (maluit Xydas), fort. recte
  2. δ' add. Kaibel (metri gratia)
  3. τετράκυκλος CE: τετρακότυλος Meineke, it. Gul. (fort. recte): τετράκωλος prop. Xydas
  4. b. 2 πολλῆς C: πολλοῖς E (vid. K. – A. fr. 25).
Ἀθήν. Ἐπιτ. 11, 784b

a. Βαυκαλίς. Στὴν Ἀλεξάνδρεια κι αὐτή, ὅπως λέει ὁ Σώπατρος

ὁ παρωδός:

(στ. 1)   Ἡ βαυκαλίδα ἡ τετράκυκλη1.

b. καὶ πάλι:

(στ. 1)   Γλυκὸ σὰν μέλι νάμα τὴν αὐγὴ

            νὰ τὸ καταρουφήξουν ὅσοι ἀπ' τὴν πολλὴ

            τοῦ βραδυνοῦ τοῦ μεθυσιοῦ κατέχονται τὴ δίψα.

  1. [Υἱοθετήσαμε τὴν προσθήκη δ' ἀπὸ τὸν Kaibel στὸ ἀπόσπ. α΄ καὶ τὴ γραφὴ τετράκυκλος, ἂν καὶ δὲν ἀποκλείεται ἡ διόρθωση σὲ τετρακότυλος (Meineke), ὅπως δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔγραψε ὁ Σώπατρος βαύκαλις (προπαροξύτονο). Βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ χωρίο.]
Σχόλια: 

βαυκαλὶς εἶναι τὸ συνδετικὸ στοιχεῖο τῶν δύο ἀποσπασμάτων, ποὺ τὰ παραθέτουμε μαζὶ χωρὶς νὰ γνωρίζουμε καὶ πάλι τὸν τίτλο τοῦ δράματος ἢ τῶν δραμάτων ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἢ τὰ ὁποῖα προέρχονται. Στὸ συγκεκριμένο χωρίο τοῦ Ἀθήναιου (κεφ. 28) ἀπαριθμοῦνται διάφορα εἴδη ποτηρίων, καὶ ὡς τέτοιο ὁρίζεται καὶ ἡ βαυκαλίς, δηλώνεται δὲ ὡς τόπος προέλευσής της ἡ Ἀλεξάνδρεια. Στοὺς τρεῖς στίχους ποὺ ἀκολουθοῦν (F23b) δὲν ἀπαντᾶ ἡ ἴδια λέξη, περιγράφεται ὅμως σκηνὴ πόσεως καὶ ὁ μοναδικὸς ρηματικὸς τύπος εἶναι τὸ καταβαυκαλίσαι.

a.3 (στ. 1). βαυκαλίς: Ὁ Kaibel1 τὴν ὀνομάζει «vino refrigerendo inserviens vas»· πρόκειται δηλ. γιὰ ἕνα εἶδος ψυκτήρα συνήθους στὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπως ἀναφέρεται καὶ ἀπὸ τὸν Νίκαρχο, Ἀνθ. Παλ. 2.244 εἰς τὸ θέρος χαλκῆν βαύκαλιν ἠγόρασας. Ἡ λέξη κανονικὰ τονίζεται στὴν προπαρα­λήγουσα καὶ στὰ λεξικὰ ἀπαντᾶ ὡς βαύκαλις. Ἂν ὑποθέσουμε συγγένεια μὲ τὸ ρῆμα βαυκαλάω, πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι αὐτὸ χρησιμοποιεῖται μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «κατακοιμίζειν» (βλ. Ἡσύχ. σ.λ. βαυκαλᾶν· τιθηνεῖν· παιδία μετ' ὠιδῆς κοιμί­ζειν, πβ. σ.λ. βαυκαλιζόντων· τιθηνούντων)· στὸν TGrL2 σ.λ., ὅμως, παρατίθεται καὶ ἕνα χωρίο ἀπὸ τὸν Λουκιανό, Λεξιφ. 11 ἀπωλώλει ἄν, εἰ μὴ ἐγὼ ἐπιστὰς ἀπηγχό­νισά τε αὐτὸν καὶ παρέλυσα τῆς ἐμβροχῆς, ἐπὶ πολύ τε ὀκλὰξ παρακαθήμενος ἐπένυσσον τὸν ἄνθρωπον, βαυκαλῶν καὶ διακωδωνίζων, μή πηι ἔτι συνεχὴς εἴη τὴν φάρυγγα, μὲ τὴν παρατήρηση πὼς ἑρμηνεύεται στὰ σχόλια οἱονεὶ διαβρέχω, ἢ βοῆι καλῶν καὶ συστρέφων. Τὸ ὑποκοριστικὸ βαυκάλιον πέρασε στὰ γαλλικὰ ὡς bocal (βλ. LSK3 σ.λ. καυκάλιον, πβ. Ξυδᾶς ΣΣ4 69-70).

<δ'> ἡ τετράκυκλος: Ἡ συμπλήρωση τοῦ <δ'> –γιὰ μετρικοὺς λόγους– ὀφείλεται στὸν Kaibel. Τὸ ἐπίθετο τετράκυκλος χρησιμοποιεῖται μὲ τὴ σημασία τοῦ «τετράτροχος» γιὰ ὀχήματα ἢ ἄλλα ἀντικείμενα (πβ. Ω 324, ι 242, Ἡρόδ. 1.188 καὶ 2.6, Ἀθήν. 12, 542b)· τὸ ὅτι ὅμως αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ συχνὴ σημασία δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καὶ ἡ μοναδική. Στὸν TGrL2 τονίζεται ὅτι μπορεῖ κάλλιστα νὰ σημαίνει αὐτὸν ποὺ ἀπαρτίζεται ἀπὸ τέσσερεις κύκλους. Μεταφέροντας αὐτὴ τὴ σημασία στὴν περίπτωσή μας, θὰ ἐννοούσαμε μίαν βαύκαλιν πιθανῶς διακοσμημένη σὲ τέσσερεις κυκλικὲς ζῶνες ἢ γενικὰ ἕναν ψυκτήρα ποὺ λόγω τοῦ μεγέθους του θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ διακρίνεται σὲ τέσσερεις ζῶνες. Στὴν περίπτωση πάντως ποὺ θὰ θέλαμε νὰ τονίσουμε τὸν ὄγκο τοῦ ἀγγείου καὶ νὰ εἴμαστε πιὸ κοντὰ στὴ γλώσσα καὶ τὰ δείγματα τῆς ἀρχαιολογικῆς ἔρευνας, θὰ μπορούσαμε νὰ δεχτοῦμε τὴ γραφὴ τετρακότυλος, ποὺ προτείνει ὁ Meineke. Δὲν γνωρίζουμε ἂν ὑπῆρξε ψυκτήρας ἢ βαύκαλις χωρητικότητας τεσσάρων κοτυλῶν, μαρτυρεῖται πάντως κύλιξ (βλ. TGrL2 σ.λ.), ἀγγεῖο σαφῶς μικρότερου μεγέθους, γεγονὸς ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ εἰκάσουμε τὸ ἴδιο καὶ γιὰ ἀγγεῖο συνήθως μεγαλύτερο· δὲν ἀποκλείεται ὅμως ἡ μορφὴ αὐτὴ νὰ ἀναφέρεται ὡς σπάνια ἢ κωμική. Σ' αὐτὸ φαίνεται νὰ συμφωνεῖ καὶ ὁ Ξυδᾶς (ΣΣ4 70) ὅταν προτείνει τὴ γραφὴ τετράκωλος μὲ τὴ σημασία τοῦ τετράπους. Τὸ ὅτι γενικὰ τὸ σχῆμα καὶ ὁ ὄγκος τοῦ ἀγγείου μπορεῖ νὰ ἦταν σπάνια, ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὰ δεδομένα τοῦ περικειμένου: λίγο πιὸ κάτω (784c, ἀμέσως μετὰ τὸ ἐδῶ b.) λέγεται ὅτι παρασκευάζουσι (...) οἱ ἐν Ἀλεξανδρείαι τὴν ὕαλον μεταρρυθμίζοντες πολλαῖς καὶ ποικίλαις (Nauck5, πολλάκις πολλαῖς CE) ἰδέαις ποτηρίων καὶ γίνεται λόγος γιὰ τὴ φιλοδοξία τοῦ Κασσάνδρου ἴδιόν τινα εὑρέσθαι κέραμον διὰ τὸ πολὺ ἐξάγεσθαι τὸν Μενδαῖον οἶνον ἐκ τῆς πόλεως.

b.2 (στ. 1). νᾶμα μελισσῶν: Τὸ οὐσ. νᾶμα χρησιμοποιεῖται γιὰ κάθε τι ποὺ ρέει (ῥεῦμα, πηγὴ στὸν Ἡσύχ. σ.λ., πβ. νάματα· προβολαί· ὕδατα, χεύματα), συνήθως ὅμως γιὰ νερὸ ἀπὸ πηγές (πβ. Αἰσχ. Προμ. 805 οἰκοῦσιν ἀμφὶ νᾶμα Πλούτωνος πόρου καὶ Σοφ. Ἀντ. 1130 Κασταλίας τε νᾶμα). Στὴν ποιητικὴ γλώσσα καὶ ὅπου ὑπάρχει πρόθεση «στολισμοῦ» λέξεων σχετικῶν πρὸς τὰ ὑγρὰ στοιχεῖα, ἀπαντᾶ συχνότερα (πβ. Εὐρ. Κύκλ. 96 νᾶμα ποτάμιον, Πλάτ. Νόμ. 844b τὰ ἐκ Διὸς ἰόντα νάματα, κ.τ.τ.). Στὴ χριστιανικὴ λατρεία τὸ νᾶμα ὡς εἶδος κρασιοῦ ἔχει ἱερὸ χαρακτήρα, διότι ἀναμειγνύεται στὸ ἅγιο ποτήριο τῆς Θείας Κοινωνίας. Στὴν περίπτωσή μας ἡ σύνδεση μὲ τὶς μέλισσες (πβ. Ἀντιφάν. ἀπόσπ. 52.7 Kock6 [Ἀφρ. 1] ξουθῆς μελίσσης νάμασιν, κ.ἄ.) ὑποδηλώνει πιθανῶς πρόθεση τοῦ Σώπατρου νὰ συνδέσει τὴν καθαρότητα, τὴν ἄριστη ποιότητα τοῦ κρασιοῦ, ποὺ ἐκφράζεται μὲ τὸ νᾶμα, μὲ τὴ γλυκύτητα τοῦ μελιοῦ τῶν μελισσῶν. Ἐκτὸς καὶ ἂν τὸ νᾶμα μελισσῶν χρησιμοποιεῖται ἐδῶ στὴν κυριολεξία γιὰ τὸ γλυκὸ μέλι τῶν μελισσῶν, ποὺ πίνουν τὸ πρωὶ γιὰ νὰ ξεμεθύσουν οἱ μεθυσμένοι (βλ. Schweighäuser VI 63), ἢ ἂν πρόκειται γιὰ «νερόμελο», ὅπως μεταφράζει ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ7 Γα΄ 4.16)· πβ. Γαλην. Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 70 κἑ. Kühn8 (περὶ οἰνομέλιτος, μελιλώτου, μελικράτου κ.λπ.), κ.ἀ. Σὲ συνδυασμὸ ὅμως μὲ τὴ δίψα ποὺ ἀναφέρεται παρακάτω καὶ τὴ γενικότερη ἀτμόσφαιρα οἰνοποσίας στὸ ἀπόσπασμα, ἡ ὁποία κάθε ἄλλο παρὰ εὐνοεῖ τὴν πόση νεροῦ ἢ μελιοῦ γιὰ ἱκανοποίηση τῆς συγκεκριμένης ἀνάγκης, πιὸ πιθανὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ σὲ κρασί. Ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ τετράστιχο ἐπίγραμμα τοῦ Παλλάδα (Ἀνθ. Παλ. 9.487) Βρώματά μοι χοίρων συκιζομένων προέθηκας, | ξηρῶν, διψαλέων, Κυπρόθεν ἐρχομένων. | ἀλλ' ἐμὲ συκωθέντα μαθὼν ἢ σφάξον ἑτοίμως ἢ σβέσον ἐκ δίψης νάματι τῶι Κυπρίωι (πβ. ὅ.π. 9.333 [Μνασάλκου] Στῶμεν ἁλιρράντοιο παρὰ χθαμαλὰν χθόνα πόντου | δερκόμενοι τέμενος Κύπριδος Εἰναλίας [πβ. ἀνωτ. 5 Υ3.3 κἑ., μὲ σχόλ.] | κράναν τ' αἰγείροιο κατάσκιον, ἇς ἄπο νᾶμα | ξουθαὶ ἀφύσσονται χείλεσιν ἀλκυόνες).

ὄρθρου: δηλώνει ἁπλῶς ἀόριστη χρονικὴ διάρκεια, ἡ ὁποία δὲν ἀντιβαίνει πρὸς τὸ νόημα τῶν στίχων, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Ξυδᾶς (ΣΣ4 72), προτείνοντας τὴ διόρθωσή της στὴ δοτικὴ τοῦ συγκεκριμένου χρόνου (ὄρθρωι). Τὸ τελευταῖο πράγμα ποὺ ἐνδιαφέρει τὴν παρέα αὐτὴ εἶναι τὸ συγκεκριμένο χρονικὸ διά­στημα τοῦ ξημερώματος κατὰ τὸ ὁποῖο  θὰ πίνει. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ στιγμή, ἀλλὰ γιὰ ὅλον τὸν ὄρθρο, καὶ αὐτὴ τὴν ἐκφραστικὴ ἀνάγκη τὴν ἱκανοποιεῖ ἄριστα ἡ γενική.

3 (στ. 2). καταβαυκαλίσαι: Γιὰ τὸ βαυκαλάω – βαυκαλίζω βλ. ἀνωτ. βαυκαλίς. Ἡ σημασία τοῦ συνθέτου καταβαυκαλίζω φαίνεται νὰ ταυτίζεται μὲ αὐτὴν τοῦ ἁπλοῦ· ἐδῶ ὅμως δὲν φαίνεται νὰ μπορεῖ νὰ δώσει πλῆρες νόημα. Γι' αὐτὸν τὸν λόγο δεχόμαστε πὼς ἐδῶ τὸ ρῆμα παίρνει διαφορετικὴ σημασία, δηλώνοντας τὸ «καταπίνω». Τὸ πιὸ πιθανὸ μάλιστα εἶναι νὰ χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν ποιητὴ ἐνῶ αὐτὸς εἶχε στὸν νοῦ του τὴν παράσταση τῆς βαυκαλίδος μὲ τὸ διατηρημένο δροσερὸ κρασὶ ἕτοιμο νὰ καταναλωθεῖ ἀπὸ τοὺς διψασμένους καὶ ἤδη «βαυκαλισμένους» ἀπὸ τὸ μεθύσι τῆς νύχτας πότες (πβ. τὴν ἄποψη τοῦ Olivieri9 [42], ὁ ὁποῖος ὑποθέτει ὅτι τὸ ρῆμα σημαίνει «διατηρῶ δροσερό», παραθέτοντας μάλιστα παράλληλο χωρίο ὅπου καταφαίνεται ἡ προτίμηση στὸ παγωμένο κρασί: Στράττ. [Ψυχασταί] ἀπόσπ. 57 οἶνον γὰρ πιεῖν | οὐδ' ἂν εἷς δέξαιτο θερμόν, ἀλλὰ πολὺ τοὐναντίον | ψυχόμενον ἐν τῶι φρέατι καὶ χιόνι μεμιγμένον). Ἑλκυστικὴ ὅμως φαίνεται καὶ ἡ πιθανότητα νὰ χρησιμοποιεῖται ἐδῶ τὸ καταβαυκαλίσαι (ὡς ἀπαρέμφ. τοῦ ἀποτελέσματος ἢ τοῦ σκοποῦ), μὲ τὴν κανονικὴ σημασία τοῦ κατακοιμίζειν: ὥστε (γιὰ) νὰ τοὺς κοιμίσει γλυκά.

4 (στ. 3). κραιπαλοβόσκου δίψης: Τὸ ἐπίθ. κραιπαλόβοσκος (παθητ., ὅπως τὸ χιονόβοσκος [Αἰσχ. Ἱκέτ. 559 λειμῶνα χιονόβοσκον, βλ. καὶ Σχόλ. σ.λ.: φασὶ γὰρ λυομένης χιόνος παρὰ Ἰνδοῖς πληροῦσθαι αὐτόν], κατὰ τοὺς Kassel – Austin10) εἶναι «ἅπαξ εἰρημένον», τὰ συνθετικά του ὅμως ἀπαντοῦν καὶ ἀλλοῦ· ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἁπλὸ παράδειγμα τὸ ταλέντο τοῦ Σώπατρου νὰ συνδυάζει λέξεις ἤδη γνωστὲς σὲ νέο ἀποτέλεσμα, πιὸ ποιητικό. Τὸ οὐσ. κραιπάλη (<κάρα πάλλειν ἢ ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα μὲ τὸ κραιπνός) δηλώνει τὴν ἀπὸ πολυποσία βλάβη τῆς κεφαλῆς (Λατ. crapula), ἤ, κατὰ τὸν Σουίδα (σ.λ.) τὸν ἐκ πολλῆς οἰνώσεως παλμόν. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Φρύνιχος (Anecd. Gr.11[ Bekker 45.13), κραιπάλη εἶναι ἡ ἀφ' ἑσπέρας ἄχρι εἰς ὄρθρον πόσις, καὶ παραφορὰ τῆς διανοίας, ἀπὸ τοῦ πάλλειν, ὅπερ ἐστὶ διασείειν τὴν κεφαλήν, ἐνῶ ἰδιαίτερη σημασία ἔχει ἡ παρατήρηση τοῦ Ἀμμωνίου (85): κραιπάλη μὲν ἡ χθεσινὴ μέθη· μέθη δὲ ἡ τῆς αὐτῆς ἡμέρας γινομένη οἴνωσις· πβ. Σχόλ. Ἀριστοφ. Ἀχαρν. 277, ὅπου διάκριση τῆς ἐξ ἑωθινοῦ μέθης καὶ τῆς κραιπάλης (βλ. Ἡσύχ. σ.λ. κραιπάλη· ἡ ἀπὸ τῆς χθιζῆς μέθης κεφαλαλγία). Σύμφωνα μὲ τὰ ἀνωτέρω, ἡ φράση θὰ πρέπει νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς δίψα προερχόμενη ἀπὸ κραιπάλη, ἀπὸ βραδυνὸ μεθύσι (ὁπότε ταιριάζει ἀπολύτως καὶ ἡ γενικὴ ὄρθρου γιὰ τὴ δήλωση τῆς συνέχειας τοῦ γλεντιοῦ). – Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον εἶναι τὸ κεφ. Ὅσα περὶ οἰνοποσίαν καὶ μέθην (Προβλ. Γ΄) τοῦ Ἀριστοτέλη (βλ. ΑΚυΓ412 35 *F9 σχόλ. σ.στ. 2 κἑ. [σελ. 651], γι' αὐτὸν καὶ τὴ σχέση του μὲ τὴν Κύπρο 32 F1 σχόλ. σ.λ. Πηγή [σσ. 573-5]).

  1. Comicorum Graecorum Fragmenta, vol. I.1: Doriensium comoedia, Mimi, Phlyaces, , Berlin, (1899)
  2. Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, , Volume I-IX(2), Graz , (1954) a↑ b↑ c↑
  3. Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, , Volume I-V, Ἀθῆναι , (1980)
  4. Συμβολὴ στὴ μελέτη τοῦ Σώπατρου, , Ἀθήνα, (1984) a↑ b↑ c↑
  5. Tragicorum Graecorum Fragmenta, , Leipzig, (1889)
  6. Comicorum Atticorum Fragmenta, , 1880-1888, Volume I-III, Leipzig, (1880)
  7. Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, , 1971-1992, Volume τόμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία, (1971)
  8. Κλαυδίου Γαληνοῦ Ἅπαντα. Claudii Galeni Opera omnia, , 1821-1833, Volume I-XX, Leipzig, (1821)
  9. Frammenti della Commedia Greca et del Mimo nella Sicilia e nella Magna Grecia, , Collana di Studi Graeci, Volume II. Frammenti della Commedia Fliacica, Number 9, Napoli , (1947)
  10. Poetae Comici Graeci, , 1983-2001, Volume I-VIII, Berlin and New York, (1983)
  11. Anecdota Graeca, Bekker, Immanuel , 1814-1821, Volume I-III, Berlin, (1814)
  12. Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ.4. Ἰατρική, , Volume τόμ.4, Λευκωσία, (2007)