You are here

*F2

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plin. Nat. hist. 20.86

1Apollodorus  adversus fungorum venena semen2 aut sucum (sc.

brassicae) ↓ bibendum censet, Philistion3  opist‹h›otonicis4 sucum ex

lacte caprino cum sale et melle.

  1. [Vid. Plin. Nat. hist. (lib. 20) edd. Mayhoff (vol. III, 1892/1967), Jones (vol. VI, 1951/1961), André (livre 20, 1965; cum siglis): «edd.» infra
  2. 1 «an semel ex aceto vel e melle vel tale quid?» Mayh. (adnot.)
  3. 2 Philistion edd. (philistion vett.): philiston dT, phylistion g, filistionEp ‖
  4. opisthotonicis vett., edd.: epistotonicis codd.
Πλίν. Φυσ. ἱστ. 20.86

Ὁ Ἀπολλόδωρος κρίνει ὅτι ὡς ἀντίδοτο στὶς δηλητηριάσεις

ἀπὸ μύκητες πρέπει (νὰ τρώγεται, ἢ: νὰ πίνεται τριμμένος μὲ νερό)

ὁ σπόρος ἢ νὰ πίνεται ὁ χυμὸς (τῆς κράμβης, τοῦ λαχάνου), ἐνῶ ὁ

Φιλιστίων (συνιστᾶ νὰ δίνεται) στοὺς ὀπισθοτονικοὺς ὁ χυμός του

μέσα σὲ κατσικίσιο γάλα μὲ ἁλάτι καὶ μέλι.

Σχόλια: 

Πηγή: Plinius, Nat. hist. 20.86 (Πλίνιος, Φυσ. ἱστ. 20.86)· βλ. ἀνωτ. Τ1 καὶ 34 Τ1 σχόλ. σ.λ. Plinius, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

1. Apollodorus: Οἱ μόνες ἀναφορὲς σὲ Apollodorum στὸ βιβλ. 20 (πέρα ἀπὸ τὶς πηγὲς τοῦ βιβλίου: βλ. ἀνωτ. 35 Τ1a.1, μὲ σχόλ.) εἶναι στὸ 20.25 (βλ. ἀνωτ. F1, μὲ σχόλ.) καὶ ἐδῶ. Μολονότι δὲ ἡ ὅλη πρακτικὴ τοῦ Πλίνιου στὴν παρουσίαση τῶν πηγῶν του ἐπιβάλλει νὰ εἴμαστε λίαν ἐπιφυλακτικοί (βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὰ 34 T1 καὶ 35 T1), τὰ δεδομένα καθιστοῦν εὔλογη τὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ ἐδῶ Apollodorus εἶναι ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς μνημονευόμενους στὸ F1 δύο ὁμώνυμους ἰατρούς, ὁ Citieus ἢ ὁ Tarentinus, καθὼς –σὺν τοῖς ἄλλοις– στὰ δύο ἀποσπ. γίνεται λόγος γιὰ δηλητηριάσεις, ἀπὸ ἰξὸ στὸ 20.25 (<contra> viscum) καὶ ἀπὸ μύκητες στὸ 20.86 (adversus fungorum venena), καὶ τὰ ἀντίδοτά τους: ὁ σπόρος ραπανιοῦ (τριμμένος, σὲ νερό: semen ex aqua tritum), κατὰ τὸν Κιτιέα, ἤ, κατὰ τὸν Ταραντῖνον, ὁ χυμός του (sucum) στὴν πρώτη περίπτωση, καὶ στὴ δεύτερη περίπτωση ὁ σπόρος κράμ­βης (ποὺ πίνεται –προφανῶς τριμμένος– μὲ νερό) ἢ ὁ χυμός της (semen aut sucum), κατὰ τὸν «Ἀπολλόδωρο» (Apollodorus ... bibendum censet, βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 2). Ὁ Ian (Ian – Mayhoff1 τόμ. VI, Ind. I, σελ. 2) καταλέγει τὰ χωρία 20.86, 21.116, 22.19, 31, 59, καὶ 24.116 ὑπὸ τὸ γενικὸ λῆμμα Apollodorus, ἀλλ' ἀποδίδει τὸ 21.116 καὶ στὸν Ἀπολλόδωρο qui de bestiis venenatis, στὸν Κιτιέα δὲ καὶ τὸν Ταραντῖνον ἰατρὸ μόνο τὸ 20.25· ὁ Schneider (Plin. Ind.2 σελ. 78, σ.λ.) διαφοροποιεῖται, ἀποδίδοντας στὸν Ἀπολλόδωρο qui de bestiis venenatis scripsit τὸ 11.87-88 (βλ. κατωτ. *F6, μὲ ἀναφορὰ καὶ στοὺς Ernout – Pépin3) καὶ –μὲ κάποιες ἐπιφυλάξεις («et ut videtur»)– τὰ 20.86, 21.116, 22.19, 31, 59, καὶ 24.116· ὁ δὲ André (σημ. 3 στὸ ἐδῶ χωρίο, καὶ σημ. 1 στὸ 21.116, στὸ 22.19 καὶ στὸ 24.167 [κατωτ. *F3, *F4a, *F5], μὲ παραπομπὴ στὸν M. Wellmann4, Hermes 24 [1889] 563, καὶ "Apollodoros" [69], RE5 1.2 [1894] 2895) ὑποστηρίζει ἀνεπιφύλακτα ὅτι ὁ ἐδῶ Ἀπολλόδωρος δὲν εἶναι οὔτε ὁ Κιτιεὺς οὔτε ὁ Ταραντῖνος, ποὺ μνημονεύονται στὸ 20.25, ἀλλὰ ὁ ὁμώνυμος ἰατρὸς καὶ φυσιολόγος τῶν ἀρχῶν τοῦ 3ου αἰ. π.Χ., συγγραφέας ἑνὸς ἔργου Περὶ θηρίων (Ἀθήν. 681d [κατωτ. *F8] καὶ Σχόλ. Νικάνδρ. Θηρ. 715 [καὶ 858-59, βλ. κατωτ. *F6 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.]) καὶ ἑνὸς ἔργου Περὶ θανασίμων φαρμάκων (πβ. Σχόλ. Νικάνδρ. Ἀλεξ. 594 [καὶ 570g, βλ. ὅ.π.]), ταυτιζόμενος μὲ τὸν ἀναφερόμενο ἀπὸ τὸν Πλίνιο στὸν κατάλογο τῶν πηγῶν τοῦ βιβλ. 11 ὡς Apollodoro qui de bestiis venenatis (ἀνωτ. T1b.1 [1.11], βλ. ὅμως καὶ τὰ σχόλιά μας σ.λ., μὲ περαιτέρω παραπομπές).

2. (brassica): κράμβη (στὴν Κυπρ. διάλεκτο κραμπί, Ν.Ε. λάχανο)· γιὰ τὶς διάφο­ρες ποικιλίες της βλ. André NPlR6 σ.λ. brassica, γιὰ τὶς ποικίλες χρήσεις της στὴν ἰατρικὴ τὴ σημ. 1 τοῦ ἴδιου στὸ 20.86. Ὁ Ο. Schneider (Nicandr.7 187, βλ. καὶ 197 ἀπόσπ. XVII), παραβάλλοντας πρὸς τὸ τοῦ Γαλην. Περὶ ἀντιδ. XIV 140 [Πρὸς μύκητας, 138 Ἀσκληπιάδου πρὸς τοὺς τὰ θανάσιμα πεπωκότας] τοῖς δὲ μύκητας εἰληφόσι δοτέον ῥαφάνους ὠμάς, ὥστε πλείστας ἐσθίειν κ.λπ.) κ.ἀ. («Pseudodiosc. de Euporist. II, c. 160 [: Διοσκ. Εὐπόρ. 2.164.1-2 πρὸς δὲ μύκητας ποιεῖ ἀλεκτορίδων ἄφοδος σὺν ὀξυκράτῳ, ... ῥάφανος ἐσθιομένη ..., κάρδαμον ἢ νᾶπυ ...] et auct. περὶ δηλητηρ. p. 33», βλ. καὶ Ὀρειβ. Ἰατρ. συναγ. 8.24.45 τοῖς δὲ τοὺς θανασίμους μύκητας φαγοῦσιν ἐνίενται νίτρον καὶ ἀψίνθιον καὶ ῥαφάνου χυλὸς καὶ πηγάνου ἀφέψημα), ὑποστηρίζει πὼς ὁ Ἀπολλόδωρος ἀναμφίβολα ἔκανε λόγο γιὰ ῥάφανον καὶ ὁ Πλίνιος ἑρμήνευσε ἐσφαλμένα αὐτὸ σὰν brassicam (κράμβην) ἀντὶ radiculam (βλ. ἀνωτ. F1 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. viscum)· πιὸ εὔλογα ὅμως μπορεῖ νὰ ὑποθέσει κανεὶς πὼς ὄντως ὁ Ἀπολλόδωρος εἰσηγοῦνταν γιὰ τὴν ἐδῶ περίπτωση σπόρο ἢ χυμὸ κράμβης ἀντὶ ῥαφάνου, καὶ ῥαφάνου γιὰ ἄλλες περιπτώσεις· πβ. τὰ ἀνωτ. F1, ἀλλὰ καὶ τὴν παράλληλη χρήση κράμβηςῥαφάνου (βλ. π.χ. Διοσκ. Εὐπόρ. 1.25.1, 42.1, 115.2, κ.ἄ., πβ. πρὸς τὰ ἀνωτ. Ὀρειβ. Ἰατρ. συναγ. 8.24.45 τὰ ἀμέσως προη­γούμενα [44] τοῖς δ' αἷμα ταύρειον πεπωκόσιν ... ὄξος μετὰ νίτρου ἐνιέμενον καὶ κράμβης χυλὸς ἢ σπέρμα, πβ. Ἀριστοτ. Προβλ. 873a.37 [βλ. κατωτ. *F9 σχόλ. σ.στ. 2 κἑ.], κ.ἄ.). Σὲ κάθε περίπτωση φαίνεται νὰ ἐνισχύεται ἡ ὑπόθεση ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ ἡ ταύτιση τοῦ ἐδῶ Ἀπολλοδώρου μὲ τὸν ὁμώνυμο Κιτιέα ἰατρό.

   Philistion: Φιλιστίων, ὀνομαστὸς Λοκρὸς ἰατρός (βλ. André6 σημ. 3 στὸ 20.31), ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικοὺς ἐκπροσώπους τῆς Σικελικῆς Σχολῆς, σύγχρονος τοῦ Πλάτωνος (5/4 αἰ. π.Χ.), ποὺ –ὅπως ὁ Ἐμπεδοκλῆς– δεχόταν (Anon. Lond. Iatr. 20.25 κἑ.): ἐκ δ' ἰδεῶν συνεστάναι ἡμᾶς, τοῦτ' (ἔστιν) ἐκ δ´ στοιχείων· πυρός, ἀέρος, ὕδατος, γῆς. (εἶναι) δὲ καὶ ἑκάστου δυ(νάμεις), τοῦ μ(ὲν) πυρὸς τὸ θερμόν, τοῦ δὲ ἀέρος τὸ ψυχρόν, τοῦ δὲ ὕδατος τὸ ὑγρόν, τῆς δὲ γῆς τὸ ξηρὸν (κ.λπ.), καὶ ἑρμήνευε μὲ τὴ βοήθεια τῆς θεωρίας του γιὰ τὸ πνεῦμα (τὴν πνοή) ὅλες τὶς διεργασίες τοῦ σώματος (βλ. συνοπτικὰ Lesky ΙΑΕΛ5 798 [καὶ 1218] καὶ OCD8 σ.λ. Philistion [μὲ βιβλιογραφία], περισσότερα: M. Wellmann, Fragmentsammlung der griechischen Ärzte, 1: Die Fragmente der sikelischen Ärzte Akron, Philistion und Diokles von Karystos9 [Berlin 1901], κυρίως σσ. 109-16 καὶ 68-71, καὶ van der Eijk Diokles10, passim). Κατὰ μιὰν ἄποψη (βλ. J. Bidez – G. Leboucq, «Une anatomie antique du coeur humain. Philistion de Locres et de "Timée" de Platon»11, REG 57 [1944] 7-40), ποὺ δὲν φαίνεται ὅμως νὰ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὶς σωζόμενες πηγές (βλ. von Staden Heroph.12 141 μὲ σημ. 5), τὸν 4ον αἰ. π.Χ. ἀσκοῦσε τὴν ἀνατομικὴ σὲ ἀνθρώπινα πτώματα. Τὸν μνημονεύει, σὺν τοῖς ἄλλοις (Πλάτων, Γαληνός κ.ἄ.) ὁ Ὀρειβάσιος (Λόγ. ἰατρ. 49.4.38 κἑ.), κάνοντας λόγο γιὰ τὸν πόλον (ξύλον ἐπιπεπηγός ...) ἐν τῷ τοῦ Φιλιστίωνος ὀργάνῳ (σημειώνοντας: ἐπὶ τοῦ ὤμου ἐξαρθρήματος ἐκτεινομένης τῆς χειρός, ὁ πόλος ἀντιβαίνει τῷ αὐχένι τοῦ καταρτιζομένου). Ὁ Πλίνιος, πέρα ἀπὸ τὸ ἐδῶ χωρίο (20.86) καὶ τὶς πηγὲς τῶν βιβλίων 20-27 (βλ. ἀνωτ. 35 Τ1a.1), τὸν μνημονεύει καὶ στὸ 20.31, γιὰ φάρμακο ποὺ ὁ Φιλιστίων δίνει hydropicis, opisthotonicis, pleuriticis καὶ comitialibus (πβ. τὰ ἀνωτ. F1.2-3 καὶ τὰ ἐδῶ), καὶ στὸ 20.122, μαζὶ μὲ τὸν Πλειστόνικο (βλ. ἀνωτ. F1.6, μὲ σχόλ. σ.λ. Plistonicus), γιὰ φάρμακο ποὺ ὁ Λοκρὸς ἰατρὸς ἔδινε coeliacis καὶ dysentericis.

  1. Mayhoff, C. (1875-1906), Plinii Secundi Naturalis Historiae libri XXXVII, Vols. I-VI, Leipzig.
  2. Schneider, O. (1967), In C. Plini Secundi Naturalis historiae libros Indices, Hildesheim.
  3. Ernout, A. & Pépin R. (1947), Pline l'ancien, Histoire naturelle, Livre XI, Paris.
  4. Wellmann, M. (1889), Sextius Niger. Eine Quellenuntersuchung zu Dioscorides, Hermes 24: 530-569.
  5. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  6. André, J. (1985), Les noms de plantes dans la Rome antique, Collection d'études anciennes Paris.a↑ b↑
  7. Schneider, O. (1856), Nicandrea. Theriaca et Alexipharmaca, Leipzig.
  8. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.
  9. Wellmann, M. (1901), Fragmentsammlung der griechischen Ärzte, 1: Die Fragmente der sikelischen Ärzte Akron, Philistion und Diokles von Karystos, Berlin.
  10. van der Eijk, P. J. (2000-2001), Diocles of Carystus: A Collection of the Fragments with Translation and Commentary, Studies in Ancient Medicine,22 Leiden – Boston – Köln.
  11. Bidez, J. & Leboucq G. (1944), Une anatomie antique du coeur humain. Philistion de Locres et de "Timée" du Platon, REG 57: 7-40.
  12. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .