You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Plut. Thes. 20.3-7

1Ἃ δ' ἐστὶν εὐφημότατα ‹τῶν2› μυθολογουμένων, πάντες ὡς ἔ-

πος εἰπεῖν διὰ στό­ματος ἔχουσιν. ἴδιον δέ τινα περὶ τούτων λό-

γον ἐκδέδωκε Παίων ὁ Ἀμαθούσιος . (4) τὸν γὰρ Θη-

σέα  φησὶν ὑπὸ χειμῶνος εἰς Κύπρον ἐξενεχθέντα καὶ τὴν Ἀριά-

  δνην ἔγκυον ἔχοντα, φαύλως δὲ διακειμένην ὑπὸ τοῦ σάλου

καὶ δυσφοροῦσαν, ἐκβιβάσαι μόνην, αὐτὸν δὲ τῶι πλοίωι βοη-

θοῦντα πάλιν εἰς τὸ πέλαγος ἀπὸ τῆς γῆς φέρεσθαι. (5) τὰς οὖν

ἐγχωρίους γυναῖκας τὴν Ἀριάδνην ἀναλαβεῖν καὶ περιέπειν

ἀθυμοῦσαν ἐπὶ τῆι μονώσει, καὶ γράμματα πλαστὰ προσφέρειν

ὡς τοῦ Θησέως γράφοντος αὐτῆι, καὶ περὶ τὴν ὠδῖνα συμπο-

νεῖν καὶ βοηθεῖν, ἀπο­θανοῦσαν δὲ θάψαι μὴ τεκοῦσαν. (6)

ἐπελθόντα δὲ τὸν Θησέα καὶ περίλυπον γενόμενον, τοῖς μὲν

ἐγχω­ρίοις ἀπολιπεῖν χρήματα, συντάξαντα θύειν τῆι Ἀριά-

δνηι, δύο δὲ μικροὺς ἀνδριαντίσκους ἱδρύσασθαι, τὸν μὲν ἀρ-

γυροῦν, τὸν δὲ χαλκοῦν3. (7) ἐν δὲ τῆι θυσίαι τοῦ Γορπιαίου4

μηνὸς  ἱσταμένου δευτέραι κατακλινό­μενόν τινα τῶν νεανί-

σκων φθέγγεσθαι καὶ ποιεῖν ἅπερ ὠδίνουσαι γυναῖκες · καλεῖν

δὲ τὸ ἄλσος Ἀμαθου­σίους, ἐν ὧι τὸν τάφον δεικνύουσιν, Ἀ-

ριάδνης Ἀφροδίτης .

  1. [Vid. Plut. Thes., edd. (inter al.) Perrin, Flacelière al., Ziegler al. (1957 / 19694, cum sigl.). FHG IV. 371 fr. 2; FGrH 757 F 2; ΑΚΕΠ Γα΄ 76 (Α΄ 12, Β΄ 29).]
  2. τῶν add. Reiske
  3. 15 χαλκοῦν· Hadjioannou Α΄ 12 ‖
  4. γορπιαίνου ante ras. U.
Πλουτ. Θησ. 20.3-7

Ἀπὸ τὶς μυθικὲς αὐτὲς διηγήσεις ὅσες εἶναι οἱ πιὸ καλόφημες βρί-

σκονται, μπορῶ νὰ πῶ, στὰ στόματα ὅλων. Μιὰν ἰδιάζουσα ὅμως

σχετικὴ ἱστορία ἔχει γράψει ὁ Παίων ὁ Ἀμαθούσιος. (4)

Λέει δηλαδὴ πὼς ὁ Θησέας, ριγμένος ἀπὸ θαλασσο­ταραχὴ στὴν

Κύπρο κι ἔχοντας ἔγκυο τὴν Ἀριάδνη, καθὼς ἐκείνη βρισκόταν

σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση ἐξαιτίας τῆς τρικυμίας καὶ ὑπέφερε, τὴν ἀπο-

βίβασε μόνη, ἐνῶ ὁ ἴδιος προσπαθώντας νὰ σώσει τὸ πλοῖο του

παρασύρθηκε στὸ πέλαγος μακρυὰ ἀπὸ τὴ στεριά. (5) Οἱ ντόπιες

λοιπὸν γυναῖκες ἀνέλαβαν τὴν Ἀριάδνη καὶ τὴν περιποιοῦνταν

στὴν ἀπελπισία της γιὰ τὴν ἀπομόνωσή της, καὶ τῆς ἔδιναν γράμμα-

τα πλαστὰ ποὺ τῆς ἔγραφε τάχα ὁ Θησέας· κι ὅταν ἐκείνη κοιλιο-

πονοῦσε τῆς παραστάθηκαν καὶ τῆς πρόσφεραν τὴ βοήθειά τους,

καὶ σὰν πέθανε χωρὶς νὰ ξεγεννήσει τὴν ἔθαψαν. (6) Ὅταν ἐπέ-

στρεψε ὁ Θησέας καὶ καταστενοχωρήθηκε, ἄφησε στοὺς ντόπιους

χρήματα καὶ τοὺς ὅρισε νὰ θυσιάζουν στὴν Ἀριάδνη, καὶ νὰ στή-

σουν δυὸ μικρὰ ἀγαλματάκια, ἕνα ἀσημένιο κι ἕνα χάλκινο. (7)

Κατὰ τὴ διάρκεια δὲ τῆς θυσίας τὴ δεύτερη μέρα τοῦ Γορπιαίου

μήνα ἕνας ἀπὸ τοὺς νεαροὺς ξαπλώνει κάτω καὶ φωνάζει καὶ κάνει

ὅ,τι ἀκριβῶς οἱ γυναῖκες ποὺ κοιλιοπονοῦν· καὶ ὀνομάζουν οἱ Ἀ-

μαθούσιοι τὸ ἄλσος, μέσα στὸ ὁποῖο δείχνουν τὸν τάφο, ἄλσος τῆς

Ἀριάδνης Ἀφροδίτης.

Σχόλια: 

1 κἑ. Ὁ κύκλος τῶν μύθων γιὰ τὴν Ἀριάδνην καὶ τὸν Θησέα εἶναι εὐρύτατος καὶ εὐρύτατα διαδεδομένος (ἃ δ' ἔστιν εὐφημότατα <τῶνμυθολογουμένωνπάντες ὡς ἔπος εἰπεῖν διὰ στόματος ἔχουσιν, κατὰ τὸν Πλούτ.), καὶ οἱ ἐσωτερικὲς ἀντιφάσεις δὲν λείπουν, καθὼς μάλιστα οἱ ρίζες τοῦ μύθου τῆς Ἀριάδνης καὶ ἡ λατρεία της ἀνάγονται σὲ χρόνους παλαιότατους καὶ δὲν περιορίζονται στὴν Κρήτη καὶ στὴ Νάξο, στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Κυπριακὴ Ἀμαθοῦντα· ἡ ἐμπλοκὴ τοῦ Διονύσου ἀφενὸς καὶ ἀφετέρου τῆς Ἀφροδίτης (ἀλλὰ καὶ τῆς Ἄρτεμης καὶ τῆς Ἀθηνᾶς) προσέδωσαν στὸν ὅλο μύθο ἀκόμα πιο εὐρεῖες καὶ ἐνδιαφέρουσες διαστάσεις ἀλλὰ καὶ συναφῆ προβλήματα, κυρίως ὡς πρὸς τὴ σχέση τῶν διάφορων παραλλαγῶν μεταξύ τους καὶ τὰ στάδια ἐξέλιξης τοῦ μύθου θεματικὰ καὶ τοπικά· δὲν εἶναι ἔτσι τυχαῖο ποὺ ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία εἶναι ἤδη δυσθεώρητη κι οἱ διατυπούμενες ἀπόψεις συχνὰ ἀντιφατικές. (Βλ. συνοπτικά, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ σχετικὰ ἄρθρα σὲ RE1 καὶ Roscher [μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία], Farnell GHeC2 48-49 / ΗρΑΕΘ 79-81 [μὲ παραπομπές]· ΕλλΜ3 2. 204 κἑ. [«Τεκμηρίωση» 204, βιβλιογραφία 357-58] καὶ 3. 278 κἑ. [«Τεκμηρίωση» 278, βιβλιογραφία 359]· Burkert ΑρΕΘ4 343-54 κ.ἀ. [μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία]· ΠραΝΑ5 σσ. 161-65, 193-221 [220-21: βιβλιογραφία], 397-405, κ.ἀ.· ἀναλυτικά: Otto, Διόν.6 Βλ. ἐπίσης: T. B. L. Webster, "The Myth of Ariadne from Homer to Catullus"7Greece & Rome 13 [1966] 22-31· Δ. Β. Οἰκονομίδου, «Ὁ Διόνυσος καὶ ἡ Ἀριάδνη ἐν Νάξῳ8», ΕΚυκλΜ 12 [1995] 24-40· γιὰ μιὰν Κυπριακὴ περὶ Διονύσου ἐρωτικὴ ἱστορία ἀνωτ. 20 F3 μὲ σχόλ. σ.στ. 12-13· γιὰ μιὰν ἄλλη –ἐνδιαφέρουσα– πτυχὴ τοῦ θέματος Μ. Koutsoudaki, The Dionysiac Myth in Camus and Williams9, Ἀθήνα [University of Athens, S. Saripolos Library 54] 1987. Γιὰ τὴν Κύπρο: Καραγιώργη ΕΘΗρΑΚ10 86-87, 131, 176, 204-5, 274, 303 / 228-33 / 272 κἑ., μὲ πλούσια βιβλιογραφία καὶ εἰκονογράφηση.)
   Στὴν Κυπριακὴ παραλλαγὴ τοῦ μύθου ὁ Διόνυσος, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ στοὺς σχετικοὺς μύθους καὶ τὴ λατρεία τῆς Νάξου, ἀπουσιάζει παντελῶς [κι ἡ λατρεία του εἶναι σχετικὰ μεταγενέστερη [βλ. Καραγιώργη10 ὅ.π. 228 κἑ.], κι ὄχι συνδεδεμένη μὲ τὴν Ἀριάδνη). Σ' ἕναν σφραγιδόλιθο τοῦ 6/5 αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὸ Μάριο (Καραγιώργης10 ὅ.π. 86-87 καὶ 303, Πίν. 43) ἀπεικονίζεται ὁ Θησεὺς μὲ τὸν Μινώταυρον καὶ τὴν Ἀριάδνην (μὲ ἐγχάρακτο στὸ κυπριακὸ συλλαβάριο τὸ ὄνομα τοῦ κατόχου σὲ πτώση γενική, Διyειθέμιδος: ἀνωτ. Πίν. 63). Καὶ στὰ περίφημα μωσαϊκὰ τῆς Πάφου (Οἰκία τοῦ Διονύσου, τοῦ Θησέως, τοῦ Αἰῶνος [βλ. Καραγιώργη10 ὅ.π. 258 κἑ., Michaelides CyM11 23 κἑ., κ.ἄ.], μετὰ τὸν 2ον αἰ. μ.Χ.) ὁ Διόνυσος δὲν ἐμφανίζεται μαζὶ μὲ τὴν Ἀριάδνη, κατ' ἀντίθεση μὲ τὸν Θησέα: χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ παράστασή του (ἀνωτ. Πίν. 10 καὶ 11) μὲ τὸν Μινώταυρο καὶ τὴν Ἀριάδνην –καὶ τὸν Λαβύρινθο καὶ τὴν Κρήτη– στὴν οἰκία τοῦ Θησέως (Καραγιώργης10 ὅ.π. 272 κἑ. / Michaelides11 ὅ.π. 47 κἑ. ἀρ. 23, πβ. καὶ παράσταση ἀρ. 12 [σσ. 31 κἑ.] μὲ τὴ Φαίδρα καὶ τὸν Ἱππόλυτο στὴν Οἰκία τοῦ Διονύσου), ἐνῶ στὸν Διόνυσο ἀναφέρονται σκηνὲς μὲ Διονυσιακὴ πομπή, μὲ τὸν Ἰκάριο καὶ τὸν Διόνυσο, μὲ τὴν παρουσίαση τοῦ νεογέννητου θεοῦ, καὶ μὲ τὴ θριαμβικὴ πορεία τοῦ μικροῦ Διονύσου (Καραγιώργης10 ὅ.π. 278-81 / Michaelides11 ὅ.π. 55 ἀρ. 27). Στὴν Κυπριακὴ παραλλαγὴ κυριαρχεῖ ὁ Θησεύς, καὶ στὴν τοπικὴ λατρεία ἡ Ἀριάδνη Ἀφροδίτη.
   Διαφοροποιημένο ἐμφανίζεται στὴν Ἀμαθούσια παράδοση καὶ τὸ μοτίβο τῆς ἐγκατάλειψης τῆς Ἀριάδνης ἀπὸ τὸν Θησέα: ἡ τρικυμία τὸν ὁδηγεῖ παρὰ τὴ θέλησή του μακρυὰ ἀπὸ τὶς ἀκτὲς τῆς Ἀμαθούντας, χωρὶς τὴν Ἀριάδνη· ἐπιστρέφει –ἀναζητώντας την– ἀργά, καὶ περίλυπος φροντίζει γιὰ τὴ μεταθανάτια τύχη της. Ἀντίθετα, στὶς λοιπὲς παραλλαγὲς ὁ Θησέας ἐρωτευμένος μὲ τὴν Αἴγλη ἐγκαταλείπει ἑκούσια τὴν Ἀριάδνη στὴ Νάξο ἢ πράττει τοῦτο κατὰ θεϊκὴ ἐπιταγή (μὲ ἐπέμβαση τοῦ Διονύσου ἢ τῆς Ἀθηνᾶς), γιὰ νὰ ἐπακολουθήσει ὁ γάμος μὲ τὸν Διόνυσο· ὁ θάνατός της ἐπέρχεται κατὰ τὸν Ὅμηρο μὲ ἐπέμβαση τῆς Ἄρτεμης (λ 324-25 πάρος δέ μιν Ἄρτεμις ἔκτα | Δίῃ ἐν ἀμφιρύτῃ Διονύσου μαρτυρίῃσι) ἢ μὲ αὐτοχειρία κατὰ τὸν Πλούτ. (Θησ. 20.1 ἀπάγξασθαί φασιν αὐτὴν ἀπολειφθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θησέως), ἐνῶ στὴν Κυπριακὴ παραλλαγὴ πεθαίνει στὸν τοκετὸ ἀπάνω. Πρόβλημα παραμένει –καθὼς δὲν ἔχει σωθῆ τὸ σχετικὸ ἀπόσπ.– ποιά ἦταν ἡ παραλλαγὴ τῶν Κυπρίων ἐπῶν τὴν ὁποία ὑπαινίσσεται ὁ Πρόκλος στὴν περίληψή του (ἀνωτ. 3 Τ7.30 κἑ.): Νέστωρ δὲ ἐν παρεκβάσει διηγεῖται αὐτῷ (sc. τῷ παραγενομένῳ Μελεάγρῳὡς Ἐπωπεὺς φθείρας τὴν Λύκου θυγατέρα ἐξεπορθήθη, καὶ τὰ περὶ Οἰδίπουν καὶ τὴν Ἡρακλέους μανίαν καὶ τὰ περὶ Θησέα καὶ Ἀριάδνην (ὄχι καὶ Διόνυσον, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ἀπαραίτητα μὴ ἐμπλοκή του στὴ διήγηση, μὲ τὸν τίτλο ὅμως δηλωτικὸ τῆς πρωτεύουσας θέσης τοῦ Θησέα· βλ. καὶ ἀνωτ. 3 *F20 μὲ σχόλ., πβ. ἀνωτ. 25 F10 [κ.ἀ., γιὰ τὸν Θησέα: βλ. εἰσαγ. σημ. στὰ F1-16], μὲ σχόλ.).
   Ἰδιαίτερα σημαντικὴ γιὰ τὴ λατρεία τῆς Ἀριάδνης –ἡ ὁποία στὴν Κρήτη λεγόταν Ἀριάγνη [= ἡ πολὺ ἁγνή, πβ. Ἡσύχ. σ.λ. ἁδνόν· ἁγνὸν Κρῆτες, πβ. Ἁριδήλαν (Schmidt12Ἀριήδαν Latte13)· τὴν Ἀριάδνην Κρῆτες], καὶ πιστεύεται πὼς ἧταν ἀρχικὰ θεὰ τῆς βλάστησης (ΕλλΜ3 2. 205 καὶ 3. 28, βλ. καὶ Farnell GHeC2 402 ἀρ. 4 / ΗρΑΕΘ14 153 ἀρ. 4)– φαίνεται νὰ εἶναι ἡ πληροφορία τοῦ Πλουτ. (ὅ.π. 20.6) ὅτι ὁ Θησεὺς παράγγειλε στοὺς Ἀμαθούσιους θύειν τῆι Ἀριάδνηι, δύο δὲ μικροὺς ἀνδριαντίσκους ἱδρύσασθαι, τὸν μὲν ἀργυροῦν, τὸν δὲ χαλκοῦν (στ. 13-15), σὲ συνδυασμὸ μὲ ὅσα ὁ ἴδιος ἀναφέρει ἀμέσως μετὰ τὴν Κυπριακὴ παραλλαγή (ὅ.π. 20.8-9): Καὶ Ναξίων δέ τινες ἰδίως ἱστοροῦσι δύο Μίνωας γενέσθαι καὶ δύο Ἀριάδνας, ὧν τὴν μὲν Διονύσῳ γαμηθῆναί φασιν ἐν Νάξῳ καὶ τοὺς περὶ Στάφυλον τεκεῖν, τὴν δὲ νεωτέραν ἁρπασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θησέως καὶ ἀπολειφθεῖσαν εἰς Νάξον ἐλθεῖν, καὶ τροφὸν μετ' αὐτῆς ὄνομα Κορκύνην, ἧς δείκνυσθαι τάφον· ἀποθανεῖν δὲ καὶ τὴν Ἀριάδνην αὐτόθι καὶ τιμὰς ἔχειν οὐχ ὁμοίως τῇ προτέρᾳ· τῇ μὲν γὰρ ἡδομένους καὶ παίζοντας ἑορτάζειν, τὰς δὲ ταύτῃ δρωμένας θυσίας εἶναι πένθει τινὶ καὶ στυγνότητι μεμειγμένας. Ὅτι ἡ Ἀριάδνη ἦταν θεότητα τῆς βλάστησης, κι οἱ σχετικὲς γιορτὲς τῆς Νάξου –μὲ τὶς δύο Ἀριάδνες– δηλώνουν ἀφενὸς τὴν ἀκμὴ καὶ ἄνθηση καὶ ἀφετέρου τὸν μαρασμὸ καὶ τὴν ἀποξήρανση τῆς φύσης, ἔχει ἐπανειλημμένα σημειωθῆ, μὲ χαρακτηριστικὴ τὴ διαπίστωση τοῦ M. Nillson15 ὅτι «ἡ Ναξιακὴ ἑορτὴ ἐνθυμίζει ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ ἑορταστικὰ ἔθιμα τὸ πένθος καὶ τὴν χαρὰν κατὰ τὰ Ἀδώνια» (βλ. Οἰκονομίδη8 ὅ.π. 34 μὲ σημ. 28, γενικὰ 33 κἑ.). Οἱ δύο μικροὶ ἀνδριαντίσκοι, ὁ ἀσημένιος καὶ ὁ χάλκινος, τῆς Κυπριακῆς παραλλαγῆς δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἄσχετοι μὲ τὴ διπλὴ αὐτὴ φύση τῆς Ἀριάδνης. Στὴν Κύπρο, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Κυρ. Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ16 Δβ΄ σ. 61 § 28), ''Τὴ θέση τοῦ Διονύσου ὡς θεοῦ τῆς βλαστήσεως τὴν εἶχε ἐξαρχῆς ὁ Ἀπόλλων καὶ τὴ θέση του ὡς θεοῦ «θνήσκοντος καὶ ἀνισταμένου» τὴν πῆρε ὁ Ἄδωνις. Ὅταν ἦρθαν οἱ Ἀχαιοὶ στὴν Κύπρο, δὲν φαίνεται νὰ εἶχε κατασταλάξει ὡς θεός τους''· στὴν Ἀμαθούντα δέ, μὲ τὴν ἔντονη παρουσία τῶν αὐτόχθονων Ἐτεοκυπρίων, ἡ Ἀριάδνη Ἀφροδίτη φαίνεται νὰ ἐξακολουθεῖ ὡς τὴν ἐποχὴ τοὐλάχιστο ποὺ γράφει ὁ Παίων ὁ Ἀμαθούσιος νὰ διατηρεῖ στοιχεῖα τῆς παλαιᾶς θεᾶς τῆς γονιμότητας (τῆς θεᾶς-Μητέρας), τῆς ὁποίας ἡ ἀρχαιότερη μορφὴ πιθανῶς ἀνευρίσκεται στὶς παραστάσεις τῶν ἱερῶν τελετῶν στὸ τελεστήριο τῶν Βουνῶν τῆς Κύπρου (ὅ.π. σσ. 59 κἑ. καὶ Διασπ.17 Β΄ σσ. 131 κἑ., V. Karageorghis CyM18 22-26 μὲ Πίν. καὶ βιβλιογραφία), περὶ τὸ 2000 π.Χ. Οἱ ἕξι κυκλικῶς διατεταγμένες μορφὲς στὸ κέντρο τοῦ τελεστηρίου αὐτοῦ, ποὺ φαίνεται νὰ ἐκτελοῦν ἱερό χορό, παραπέμπουν, νομίζουμε, στὴ συνέχεια τῆς διήγησης τοῦ Πλουτ. (ὅ.π. 21): Ἐκ δὲ τῆς Κρήτης ἀποπλέων εἰς Δῆλον κατέσχε, καὶ τῷ θεῷ θύσας καὶ ἀναθεὶς τὸ Ἀφροδίσιον, ὃ παρὰ τῆς Ἀριάδνης ἔλαβεν, ἐχόρευσε μετὰ τῶν ἠιθέων χορείαν, ἣν ἔτι νῦν ἐπιτελεῖν Δηλίους λέγουσι, μίμημα τῶν ἐν Λαβυρίνθῳ περιόδων καὶ διεξόδων ἔν τινι ῥυθμῷ παραλλάξεις καὶ ἀνελίξεις ἔχοντι γιγνομένην· καλεῖται δὲ τὸ γένος τοῦτο τῆς χορείας ὑπὸ Δηλίων γέρανος, ὡς ἱστορεῖ Δικαίαρχος (fr. 85 Werhli19). Τὸ Ἀφροδίσιον, ὃ παρὰ τῆς Ἀριάδνης ἔλαβεν καὶ ἀφιέρωσε στὴ Δῆλο ὁ Θησεύς, ἦταν ἱρὸν ἄγαλμα | Κύπριδος ἀρχαίης ἀριήκοον, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Καλλίμ. (Ὕμν. 4.307-8, ἔργο τοῦ Δαίδαλου κατὰ τὸν Παυσ. 9.40.3-4, βλ. καὶ Οἰκονομίδη8, ὅ.π. 27 μὲ σημ. 10 γιὰ τὸν γέρανον: «Ἔτι καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς χορὸς χορεύεται ἐν Πάρῳ καὶ Μυκόνῳ, λεγόμενος ἀγέρανος», καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ20 37 κἑ. καὶ 48 σημ. 4 γιὰ τὰ Κυπρ. τοπων. Γερανός, Ναός [καὶ στὴ Νάξο, πβ. Κυπρ. τοπων. Γεροβᾶσα καὶ Γερᾶσα καὶ ΒᾶσαὌλυμπος καὶ Ἐλύμπια καὶ Λύμπια, κ.ἄ. πρὸς ἀντίστοιχα τοπων. Νάξου: βλ. καὶ ΠραΝΑ5 927-31], κ.ἀ.). Ἡ Ἀφροδίτη, ποὺ ἐμφανίζεται καὶ στὴ διήγηση τοῦ Φερεκύδη (Σχόλ. M V στὸ λ 322 = FHG21 Ι. 97/FGrH22 3 F 148, ἡ ἱστορία παρὰ Φερεκύδῃ: ἀπὸ τὴ Λέρο κατὰ τὸν Οἰκονομίδη ὅ.π. 30-31 μὲ σημ. 18-19) νὰ δίνει θάρρος στὴν ἐγκαταλειφθεῖσα –μὲ παρέμβαση τῆς Ἀθηνᾶς– Ἀριάδνη (καὶ σ' ἄλλες σχετικὲς διηγήσεις), ἔχει πιθανῶς Κρητικὴ καταγωγή. Οἱ σχέσεις τῆς Κύπρου μὲ τὴν Κρήτη (ἔντονα ἀποτυπωμένες καὶ στὴν Κυπρο-μινωικὴ γραφή) καὶ τὸ Αἰγαῖο ἐν γένει εἶναι παλαιότατες καὶ εὐρύτατες. Παλαιότατα φαίνονται νὰ εἶναι καὶ τὰ κύρια στοιχεῖα τῆς Ἀμαθούσιας παραλλαγῆς γιὰ τὴν Ἀριάδνη, μὲ τὴν Κρητικὴ ἐπίδραση βέβαιη καὶ τὴ Ναξιακὴ διαμεσολάβηση σὲ ἐπιμέρους σημεῖα μὴ ἀποκλειόμενη. Ἀντίθετα, δύσκολα μπορεῖ νὰ δεχθῆ κανεὶς τὴν ὑπόθεση γιὰ ἄμεση Ἀθηναϊκὴ ἐπίδραση (ὅτι π.χ. [ΕλλΜ3 3. 60:] «το ενδιαφέρον των Αθηναίων για την Κύπρο φαίνεται και» ἀπὸ τὴν Ἀμαθούσια παραλλαγὴ τοῦ μύθου τοῦ Θησέα). Ἡ Ἀθηναϊκὴ ἐπίδραση εἶναι ἔντονη στὴν περιοχὴ τῆς Σαλαμῖνος (μὲ τὸν μύθο τοῦ οἰκιστῆ της Τεύκρου τοῦ Σαλαμινίου) καὶ τῶν Σόλων (μὲ τοὺς οἰκιστικοὺς μύθους τῶν παιδιῶν τοῦ Θησέα Ἀκάμαντος καὶ Δημοφῶντος, καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ γνωστοῦ Ἀθηναίου νομοθέτη Σόλωνος: βλ. ΑΚυΓ123 σσ. 90 κἑ. [ΑΚυΓ1β´23 125 κἑ.] κ.ἀ., καὶ Μορφώ 21 κἑ.), καὶ οἱ σχέσεις μὲ τὴν Ἀθήνα στοὺς ἱστορικοὺς χρόνους πολύπλευρες. Ἂν τὰ περὶ ἀκούσιας ἐγκατάλειψης τῆς Ἀριάδνης ἀπὸ τὸν Θησέα λόγῳ θαλασσοταραχῆς καὶ περὶ ἐπιστροφῆς τοῦ ἥρωα σὲ ἀναζήτησή της καταγράφονταν στὶς περιοχὲς αὐτές, δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ ἀρνηθῆ κανεὶς Ἀθηναϊκὴ ἐπίδραση ἄμεση (καὶ νὰ δεῖ στὸ ἐπεισόδιο μιὰν πιὸ ἐξευγενισμένη μορφὴ τοῦ μύθου, στὴν προσπάθεια τῶν Ἀθηναίων νὰ ἀπαλλάξουν τὸν ἥρωά τους ἀπὸ τὴν κατηγορία τῆς ἑκούσιας ἐγκατάλειψης τῆς Ἀριάδνης, ἀνάλογη πρὸς τὴν προσπάθειά τους «να τον απαλλάξουν από την κατηγορία πως έκλεψε την Ελένη» [ΕλλΜ3 2. 204 καὶ 3. 57]). Στὴν Ἀμαθοῦντα ὅμως ὁ πληθυσμὸς ἦταν κατὰ βάση Ἐτεοκυ­πριακός, καὶ οἱ σχέσεις μὲ τὴν Ἀθήνα προβληματικές. Στὴν ἐξέγερση τοῦ Ὀνήσιλου ἐναντίον τῶν Περσῶν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἰωνικῆς Ἐπανάστασης δὲν συναποστατοῦν (καὶ πολιορκοῦνται ἀπὸ τὸν Ὀνήσιλο, κατὰ τὸν Ἡρόδοτο), καὶ ἡ μνημονευόμενη ἀπὸ τὸν Ἡσύχιο αἰχμαλώτιση τοῦ Ἀμαθούσιου Ῥοίκου –ἢ Ρύκου– ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους προσμαρτυρεῖ μὴ φιλικὲς σχέσεις (βλ. ΑΚυΓ224 σχόλ. σ.στ. 11 Ε3.1-2 σ.λλ. Ἁλικαρνησσεὺς Ἰδάγυγος καὶ Ἄρεος θεράπων [σσ. 199-203] καὶ Ὀνήσ. 6 κἑ. [κυρίως 11] μὲ σημ. 21, καὶ ΑΚΕΠ16 Α΄ 59.6 / Γα΄ 92 καὶ Δα΄ / Δβ΄ 1.4). Ἔτσι, εἶναι εὔλογο νὰ ἀναγάγει κανεὶς σὲ χρόνους παλαιότερους τὶς ρίζες τῆς Ἀμαθούσιας παραλλαγῆς (μὲ τὰ ἀναφερόμενα στὴν κακοκαιρία ποὺ φέρνει στὴν Κύπρο τὸν Θησέα καὶ τὴν Ἀριάδνη νὰ θυμίζουν τὸ ἀνάλογο ἐπεισόδιο τῶν Κυπρίων ἐπῶν [3 Τ7.21, καὶ 3 F25 μὲ σχόλ.] μὲ τὸν Πάρη καὶ τὴν Ἑλένη) καὶ νὰ ἐπιβεβαιώσει τοὺς πανάρχαιους δεσμοὺς τῆς Κύπρου μὲ τὴν Κρήτη καὶ τὸ Αἰγαῖο ἐν γένει. (Βλ. καὶ κατωτ.).

3. Παίων ὁ Ἀμαθούσιος: καὶ κατωτ. F2.2 ὁ δὲ τὰ περὶ Ἀμαθοῦντα γεγραφὼς Παίων (πβ. *F3.5-6 Κρέων δὲ ἐν τῶι πρώτωι τῶν Κυπριακῶν). Τὸ ὄνομα δὲν ἀπαντᾶ στὶς σωζόμενες Κυπρ. ἐπιγρ. (κατ' ἀντίθεση μὲ τὸ Κρέων: βλ. κατωτ.), κι εἶναι σπάνιο ἀλλοῦ ὡς ὄνομα ἀνθρώπου (βλ. LGPN125: Κρήτη / Δῆλος LGPN26: Λακωνία)· στὴν Ἀττικὴ μόνο ἀπαντᾶ ἑπτὰ φορές (LGPN227). Πβ. ὅμως τὰ ΠαιήωνΠαιών / Παιάν κ.τ.τ. (βλ. LSJ928 / LSK29 καὶ Chantraine30 σ.λλ. [κυρίως Παιάν]· Burkert ΑρΕΘ4 112-13, 229, 310, 461-63 κ.ἀ. [νὰ σημειωθοῦν τὰ περὶ Μινωικῆς κληρονομιᾶς καὶ τὸ Μυκην. Paianone]· Σχόλ. Kirk [CIl31 Ι. 103 καὶ ΙΙ. 102-3] στὸ Α 473 σ.λ. παιήονα [472-74 οἱ δὲ πανημέριοι μολπῇ θεὸν ἱλάσκοντο | καλὸν ἀείδοντες παιήονα κοῦροι Ἀχαιῶν | μέλποντες ἑκάεργον] καὶ στὸ Ε 398-402 μὲ εἰδικὴ ἀναφορὰ στὸ Παιήων [401-2 τῷ δ' ἐπὶ Παιήων ὀδυνήφατα φάρμακα πάσσων | ἠκέσατ'· οὐ μὲν γάρ τι καταθνητός γε τέτυκτο]· κ.ἄ.). Τὸ ὄνομα φαίνεται ὁμιλοῦν (ὁ Ἀρχιμ. Κυπριανός [Ἱστ.32 512] σημειώνει ἐπιγραμματικά: «Παίων ἐξ Ἀμαθοῦντος Ἰατρὸς ἄριστος», ἴσως κατὰ τὸν Παιήονα τὸν ἰατρὸ τῶν θεῶν ἢ/καὶ λόγῳ τοῦ περιεχομένου τοῦ ἀποσπ. [στ. 10 κἑ. περὶ τὴν ὠδῖνα συμπονεῖν καὶ βοηθεῖν κ.λπ.], χωρὶς σχετικὴ συζήτηση), καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι· χωρία πάμπολλα συνηγοροῦν, ἐπιτρέποντας σχετικοὺς συνειρμούς (βλ. π.χ. Ἀριστοφ. Λυσ. 1279 κἑ. μὲ τὴν ἀναφορὰ στὸν Διόνυσο καὶ τὴν Ἀφροδίτη κ.λπ. [Ἡσυχίας πέρι τῆς ἀγανόφρονος, | ἣν ἐποίησε θεὰ Κύπρις. | ἀλαλαὶ ἰὴ παιήων κ.λπ.] κ.ἀ., πβ. τὸν τοῦ Βί. Σμυρν. [2ος αἰ. π.Χ.] Ἐπιτ. Ἀδών., ποὺ προφανῶς ἀπηχεῖ πολλαπλοὺς συνειρμούς). Καὶ ἡ ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματος Κρέων ἀπὸ τὸν Σχολ. τοῦ Ἀριστοφ. καὶ τοὺς λεξικογράφους (βλ. κατωτ. *F3 σχόλ. σ.λ.), δὲν ἀποκλείεται νὰ ὁδηγεῖ σ' αὐτὸν τὸν δρόμο. Ὁ Παίων ὁ Ἀμαθούσιος (συνοπτικά: Voss, HistGr233 395), σὲ κάθε περίπτωση, ἔχει ὡς term. ante quem τὸν Πλούτ. Θησ. (περὶ τὸ 115 μ.Χ.: βλ. RE1 σ.λ. Paion 4. [O Seel], μὲ παραπομπές), κι ὡς πιθανὸ term. post quem τὸν 4ον αἰ. π.Χ. (βλ. καὶ κατωτ.).

15. τοῦ Γορπιαίου μηνός: κατὰ τὴ Σοῦδ. σ.λ. Γορπιαῖος· μὴν Σεπτέμβριος. κατὰ Μακεδόνας (βλ. RE1 σ.λ. [Bischoff (nach Dittenberger), μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία], καὶ TGrL34 σ.λ.). Οἱ πρῶτες ἀναφορὲς στὰ σωζόμενα κείμενα φαίνεται νὰ ἀπαντοῦν στὴν οὕτω καλούμενη Ἱπποκράτους ἐπιστολὴ πρὸς Πτολεμαῖον βασιλέα περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου (*Ἱπποκρ., ἔκδ. Ε. Ζ. Ermerins, Anecdota Medica Graeca35, Lugduni Batavorum 1840 / Amsterdam [Hakkert] 1963, σσ. 279-97), χρονολογούμενη ἴσως στὸν 1ον αἰ. μ.Χ. (βλ. J. Jouanna Ἱπποκρ.36 527 κἑ., καὶ ΑΚυΓ437 Εἰσαγωγή [μὲ σημ. 17-18] καὶ σχόλ. στὸ 31 Π1.1 σ.λ. βασιλεῦ Πτολεμαῖε [1ος αἰ. π.Χ.;]), στὸν Ἰώσηπο (Ῥωμ. ἀρχ. [1ος αἰ. μ.Χ.], 6άκις) καὶ στὸν Πλούτ. (Θησ., ὅ.π.)· συχνὰ ἀργότερα (Ἐπιφάν., Ἰωάνν. Χρυσ., Ἰωάνν. Λυδ. Περὶ μην., κ.ἀ.), μὲ τρόπο ποὺ δείχνει εὐρύτερη χρήση του. Στὴν Κύπρο δὲν φαίνεται νὰ καθιερώθηκε (βλ. RE1 σ.λ. Kyprischer Kalender [Ginzel], καὶ ΑΚΕΠ16 Ε΄ 205), μολονότι ἡ συστράτευση τῶν Κυπρίων βασιλέων μὲ τὸν Ἀλέξανδρο και τὰ ἐπακόλουθα γεγονότα δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἄφησαν τὰ σημάδια τους καὶ ἐδῶ (γιὰ τὸν Ἀνδροκλῆ τῆς Ἀμαθούντας βλ. ΑΚυΓ224 11 Ε15, μὲ εἰσαγ. σημ. καὶ σημ. σ.λ. Ἀνδροκλῆς βασιλεύς). Ἡ ἀναφορὰ στὸ κείμενο τοῦ Θησ., ἔτσι, ἀποτελεῖ μιὰν χρονολογικὴ ἔνδειξη γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ γράφει ὁ Παίων ὁ Ἀμαθούσιος ὅχι ἰδιαίτερα ἀσφαλῆ (βλ. RE1 σ.λλ. Gorpiaios καὶ Paion 4.) μὰ χρήσιμη: βρισκόμαστε στοὺς μετὰ τὸν Ἀλέξανδρο χρόνους, πιθανῶς πιὸ κοντὰ σ' αὐτὸν παρὰ στὸν Πλούταρχο (βλ. καὶ κατωτ.).

16-17. κατακλινόμενον (...) γυναῖκες: Τὸ ἔθιμο, ὅπως σημειώνουν οἱ Κυρ. Χατζηιωάννου καὶ Μ. Βαρβούνης (ΑΚΕΠ16 Ε΄ 124 / ΜΛΜ38 σσ. 18-19, μὲ βιβλιογραφία), ἀνήκει στὸν κύκλο τῶν ἐθιμικῶν πράξεων ποὺ στὴ διεθνῆ ὁρολογία καλεῖται couvade καὶ στὴν Ἑλληνικὴ ἀρρενολοχεία (βλ. Δ. Λουκᾶτος, «Ὁ σύζυγος εἰς τὰ κατὰ τὴν γέννησιν ἔθιμα καὶ λαογραφικαὶ ἐνδείξεις περὶ ἀρρενολοχείας»39Ἐπετ. Λαογρ. Ἀρχείου 7 [1953] 124-68, γιὰ τὴν Κύπρο: Παπαχαραλάμπους KyHE40 40). Τὸ ἔθιμο δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχει Μινωικὲς ρίζες (ΑΚΕΠ16 ὅ.π.), ὅπως καὶ ὁ ὅλος μύθος (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.).

18-19. τὸν τάφον δεικνύουσιν, Ἀριάδνης Ἀφροδίτης: πβ. τὰ περὶ τῆς Νάξου (Θησ. 20.8-9, ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.): τὴν δὲ νεωτέραν (sc. Ἀριάδνηνἁρπασθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θησέως καὶ ἀπολειφθεῖσαν εἰς Νάξον ἐλθεῖν, καὶ τροφὸν μετ' αὐτῆς ὄνομα Κορκύνην, ἧς δείκνυσθαι τάφον κ.λπ. Στὴν Ἀμαθοῦντα ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη ἔφερε στὸ φῶς στὴν κορφὴ τῆς ἀκρόπολης μὲ τὸ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης (στὴ βόρεια ἄκρη, μέσα στὰ ὅρια τοῦ ἱεροῦ) ἕναν μικρὸν τάφο σκαλισμένο στὸ βράχο παρόμοιο μὲ τοὺς Γεωμετρικοὺς τάφους τῆς Σκάλας-Παλαιπάφου, ποὺ φαίνεται νὰ ἦταν παλαιὸς τάφος ἱερός, ἀφιερωμένος κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀνοικοδόμησης τοῦ ἱεροῦ, ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ ταυτιστῆ μὲ τὸν ἐδῶ ἀναφερόμενο τάφο τῆς Ἀριάδνης (βλ. A. Hermary, « Les fouilles françaises d'Amathonte / The French excavations at Amathus »41Kinyras [1993] 183 [μὲ Fig. 17] κἑ., κυρίως 185). Κατὰ τὸν Β. Καραγιώργη (ΕΘΗρΑΚ10 129 κἑ.: «Ἡ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης στὴν Ἀμαθοῦντα»), «Πρόσφατες ἀρχαιολογικὲς ἀνακαλύψεις στὴν Ἀμαθοῦντα χρονολο­γοῦν τὴν ἵδρυση τῆς πόλης στὸ τέλος τοῦ 11ου αἰώνα π.Χ. Ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὅτι ἡ λατρεία τῆς Μεγάλης Θεᾶς εἶχε ἀρχίσει ἤδη τὸν 8ο αἰώνα π.Χ. σ' ἕνα ἀνοιχτὸ τέμενος» (129, βλ. καὶ τὰ προηγούμενα γιὰ τὴ σύνδεση μὲ τὸν Κινύρα καὶ τὴν Πάφο καὶ γιὰ τὸν Ἐτεοκυπριακὸ πληθυσμό, καὶ πβ. τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς Ἐτεόκρητες) καὶ «Τὸ ἄλσος ὅπου βρισκόταν ὁ τάφος τῆς Ἀριάδνης οἱ Ἀμαθούσιοι τὸ ὀνόμαζαν ἄλσος τῆς Ἀφροδίτης-Ἀριάδνης, πιθανότατα συμβολίζοντας ἔτσι τὸ πέρασμα τῆς θνητῆς Ἀριάδνης στὴν ἀθανασία μὲ τὴ βοήθεια τῆς Ἀφροδίτης (Pirenne – Delforge42 1994, 349-50)» (131). Ὁ Κυρ. Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ16 Ε΄ 124, κ.ἀ.), ὑποστήριζε πὼς "τὸ Ἀριάδνη (Ἀφροδίτη) εἶναι ἐπίθετο τῆς Ἀφροδίτης καὶ ἐσήμαινε «τὴν πάναγνη Ἀφροδίτη» καὶ ἑπομένως τὸ «ἀριάδνη» δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὴν Κρητικὴ Ἀριάδνη"· ὁ τάφος ὅμως τῆς Ἀφροδίτης τοποθετοῦνταν στὴν Πάφον κι ὄχι στὴν Ἀμαθοῦντα (βλ. ΑΚΕΠ16 Α΄ 133.2 καὶ Β΄ 12.15α = Βί. Τύχ. 3 στηλιτεύσας τῶν εἰδώλων τὰς καθαρσίας ἔνθα λέγει τὴν Ἀφροδίτην ἐν Πάφῳ τῆς Κύπρου ταφῆναι· πβ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Ἀρσινόην Ἀφροδίτην: Στράβ. 17.1.16 μετὰ τὴν Νικόπολιν καὶ τὸ Ζεφύριον, ἄκρα ναΐσκον ἔχουσα Ἀρσινόης Ἀφροδίτης). Ἡ λατρεία τῆς Ἀριάδνης Ἀφροδίτης εἶναι παλαιότατη, καὶ ὄχι παρόμοια μὲ τὶς λατρεῖες θεοποιημένων θνητῶν τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου (γιὰ τὶς ὁποῖες βλ. συνοπτικὰ ΑΚΕΠ16 Δβ΄ σσ. 119 κἑ., §§ 92-103· γιὰ τὴ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης στὴν Ἀμαθοῦντα καὶ στὴν Κύπρο γενικὰ βλ. καὶ τὴ συνοπτικὴ θεώρηση Burkert ΑρΕΘ4 324-31, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία· γιὰ τὴ σχέση Ἀριάδνης – Ἀφροδίτης [μὲ παραπομπὲς σὲ πηγὲς καὶ στὴν παλαιότερη βιβλιογραφία, μὲ εἰδικὴ ἀναφορὰ στὴν ἐδῶ μαρτυρία] RE1 σ.λ. Ariadne [R. Wagner] στῆλ. 807-8).

  1. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  2. Farnell, L. R. (1921), Greek Hero Cults and Ideas of Immortality, Oxford.a↑ b↑
  3. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑
  5. Προμπονάς, Ι. Κ. & Ψαρράς Σ. Ε. (1994), Πρακτικά τού Α΄ Πανελλήνιου Συνεδρίου με θέμα «Η Νάξος διά μέσου των αιώνων», Η Νάξος διά μέσου των αιώνων Φιλώτι 3-6 Σεπτεμβρίου 1992.a↑ b↑
  6. Otto, W. F. (1991), Διόνυσος. Μύθος και λατρεία, Αθήνα.
  7. Webster, T. B. L. (1966), The Myth of Ariadne from Homer to Catullus, 13: 22-31.
  8. Οἰκονομίδης, Δ. (1995), Ὁ Διόνυσος καὶ ἡ Ἀριάδνη ἐν Νάξῳ, ΕΚυκλΜ 12: a↑ b↑ c↑
  9. Koutsoudaki, M. (1987), The Dionysiac Myth in Camus and Williams, Ἀθήνα.
  10. Καραγιώργης, Β. (1998), Ἕλληνες Θεοί καί Ἥρωες στήν Ἀρχαία Κύπρο, Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  11. Michaelides, D. (1987), Cypriot Mosaics (Picture Book no. 7), Nicosia.a↑ b↑ c↑
  12. Schmidt, M. (1867), Hesychii Alexandrini Lexicon. Αἰλίου Διογενειανοῦ Περιεργοπένητες, Jena.
  13. Latte, K. (1953-1966), Hesychii Alexandrini Lexicon, Vol. I: Α-Δ, vol. II: E-O, Hauniae .
  14. Farnell, L. R. (1996), Ο Ήρωας στην Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, μτφρ. Ε. Παπαδοπούλου Αθήνα.
  15. Nilsson, M. P. (1927), The Minoan-Mycenaean Religion and its Survival in Greek Religion, Lund.
  16. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  17. Χατζηϊωάννου, Κ. (1969-1990), Τὰ ἐν Διασπορᾷ Α´ (τῶν ἐτῶν 1933-1969), Λευκωσία.
  18. Karageorghis, V. (1989), The Cyprus Museum, Nicosia, Nicosia-Cyprus.
  19. Wehrli, F. (1959), Die Schule des Aristoteles, Basel / Stuttgart.
  20. Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου.
  21. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.
  22. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.
  23. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑
  24. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑
  25. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  26. Fraser, P. M. & Mattheus E. (1997), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. IIIA: The Peloponnese – Western Greece – Sicily and Magna Graecia, Oxford.
  27. Osborne, M. J. & Byrne S. G. (1994), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. II: Attica, Oxford.
  28. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  29. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  30. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  31. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  32. Ἀρχιμανδρίτης, K. (1788), Ἱστορία Χρονολογικὴ τῆς Νήσου Κύπρου, Βενετία.
  33. Vossius, G. H. (1651), De Historicis Graecis (Libri IV), Leiden.
  34. Stephanus, H. (1954), Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, Vols. I-IX(2), Graz .
  35. Ermerins, F. Z. (1840), Anecdota Medica Graeca, Leiden.
  36. Jouanna, J. (1998), Ιπποκράτης, μτφρ. Δ. Δ. Τσιλιβέρδης Αθήνα.
  37. Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία.
  38. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.
  39. Λουκᾶτος, Δ. (1953), Ὁ σύζυγος εἰς τὰ κατὰ τὴν γέννησιν ἔθιμα καὶ λαογραφικαὶ ἐνδείξεις περὶ ἀρρενολοχείας, Ἐπετ. Λαογρ. Ἀρχείου 7: 124-168.
  40. Παπαχαραλάμπους, Γ. Χ. (1965), Κυπριακὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών,3 Λευκωσία.
  41. Hermary, A. (1993), Les foulles françaises d' Amathonte / The French excavations at Amathus , Kinyras. L'Archéologie française à Chypre 167-193.
  42. Pirenne-Delforge, V. (1994), L’Aphrodite grecque. Contribution à l’étude de ses cultes et de sa personnalité dans le panthéon archaïque et classique, Kernos suppléments Athènes- Liège.