You are here

*F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Galen. De comp. med. s. loc. XII 878.16 sqq. Kühn

a. XII 878.16 - 879.2 Kühn

        Μυλικὴ ἄλλη , ὡς Ἀριστοκράτης . μήκωνος β´· σαγαπη-
        νοῦ ὀβολὸν α´ S´, ὀποῦ Κυρηναϊκοῦ τὸ ἴσον· πεπέρεως α´,
        σφονδύλου τὸ ἴσον, σμύρνης τὸ ἴσον, χαλβάνης τὸ ἴσον, πυρέ-
        θρου τὸ ἴσον, κρόκου τὸ ἴσον· μέλι ὡς γλοιῶδες γενέσθαι.


b. XII 879.3-8 Kühn
        [Πρὸς ἀλγήματα ὀδόντων καὶ οὔλων καὶ πολλά, τοῦ Ἀρι-
        στοκράτους γραμμα­τικοῦ .] Μέλιτος λίτραν μίαν, ὄξους
        δριμέος ξε α´·στυπτηρίας σχιστῆς ୮ο στ´, οἱ δὲ ὑγρᾶς ୮ο δ´·
        ἕψε μέχρις ἂν μελανθῆι. πρὸς ὀδόντας σειομένους·στυπτηρίας
        σχιστῆς μέρος α´, μάννης μέρος α´·λείοις χρῶ, προσπάσσων
        τὸν σειόμενον ὀδόντα.

Γαλην. Περὶ συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 878.16 κἑ. Kühn

a. XII 878.16 - 879.2 Kühn
Ἄλλο φάρμακο γιὰ ὀδονταλγίες, κατὰ τὸν Ἀριστοκράτη: πα-
παρούνα δραχμὲς 2, σαγαπηνὸ (ὀπὸ σαγαπηνοῦ) τρία ἡμιοβόλια,
ἀπὸ Κηρυναϊκὸ ἴση ποσότητα· πιπέρι δραχμὴ 1, σφόντυλο ἴση πο-
σότητα, σμύρνα ἴση ποσότητα, χαλβάνη ἴση ποσότητα, πύρεθρο
(ἄνθεμο, χαμομήλι) ἴση ποσότητα, κρόκο ἴση ποσότητα· μέλι (ὅσο
χρειάζεται) ὥστε νὰ γίνει (τὸ μεῖγμα) γλοιῶδες.

b. XII 879.3-8 Kühn
[Γιὰ πόνους δοντιῶν καὶ οὔλων καὶ (ἄλλα) πολλά, τοῦ Ἀριστο-
κράτη τοῦ γραμματικοῦ.] Μέλι μία λίτρα, ξύδι δυνατὸ 1 ξέ-
στη· στυπτηρία σχιστὴ οὐγγίες 6, ἄλλοι δὲ ὑγρὴ οὐγγίες 4· ψῆνε μέ-
χρι νὰ μαυρίσει. Γιὰ δόντια ποὺ σείονται: στυπτηρία σχιστὴ 1 μέρος,
μάννα 1 μέρος· νὰ τὰ χρησιμοποιεῖς ψιλοτριμμένα, κάνοντας ἐπίπα-
ση στὸ σειόμενο δόντι.

Σχόλια: 

Πηγή: Γαληνός, Περὶ συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 878.16-879.8 (Kühn)· γιὰ τὸν μεγάλο Περγαμηνὸ ἰατρὸ βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὰ 31 *Τ3 [Πηγή], μὲ ἀναλυτικὴ ἀναφορὰ στὴ σχέση του μὲ τὴν Κύπρο (καὶ 35 *F7, 36 Τ1 καὶ F1).

a.1. ὡς Ἀριστοκράτης, b.1-2. Ἀριστοκράτους γραμματικοῦ: Ὁ Γαληνὸς δὲν δίνει καμιὰν πληροφορία γιὰ τὸ πατρώνυμο καὶ τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ δὶς μνημονευόμενου στὸ ἀνωτέρω χωρίο Ἀριστοκράτους. Ξενίζει δὲ ἰδιαίτερα τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῶ πρόκειται γιὰ δύο διαδοχικὲς συνταγές (μυλική [: γιὰ ὀδονταλ­γίες, βλ. κατωτ.] / Πρὸς ἀλγήματα ὀδόντων καὶ οὔλων κ.λπ.), στὴν πρώτη περίπτωση (πρώτη –καὶ μοναδική, πλὴν τῆς ἐδῶ ἑπόμενης– στὸ ἔργο τοῦ Περγαμηνοῦ ἰατροῦ) τὸ ὄνομα Ἀριστοκράτης δὲν συνοδεύεται ἀπὸ κανέναν προσδιορισμό (πβ. ὅ.π. 880.3 Παρὰ Διοκλέους ἰατροῦ πρὸς ὀδόντων πόνους, καὶ 866.19 Ἡρακλείδου Ταραντίνου [βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ 31 F5.5-6], κ.τ.τ.), ἐνῶ στὴ δεύτερη περίπτωση τὸ Ἀριστοκράτους προσδιορίζεται ἀμέσως μὲ τὸ γραμματικοῦ (μοναδικὴ περίπτωση στὴν ὅλη ἑνότητα [848.5 κἑ., Περὶ τῶν ἐν τοῖς ὀδοῦσι παθῶν]: πβ. 858.10, 864.12, 865.8 Ἀπολλώνιος [βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ 31 *F4a.1], 866.18 Ἀνδρομάχου, 878.8 καὶ 10 Ἀφρόδα, 889.13 Δαμοκράτους, κ.τ.τ.). Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Γαληνὸς μνημονεύει σὲ σχέση μὲ φάρμακα ἄλλους δύο γραμματικούς (βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ 31 F5.5): (α´) Π. ἀντιδότ. XIV 208.14 Ἀμαράντου γραμματικοῦ πρὸς ποδαλγικούς, ᾧ καὶ αὐτὸς ἐχρῆτο (πβ. Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XIII 84.10 Πρὸς αἵματος ἀναγωγὴν Ἀμαράντου, ἐκλεικτὸν φάρμακον ἐπιτετευγμένον, μὲ τρόπο ποὺ φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει πὼς ὁ Ἀμάραντος [χωρὶς περαιτέρω προσδιορισμό, ὅπως καὶ στὴν πρώτη ἀναφορὰ τοῦ Γαληνοῦ στὸν Ἀριστοκράτη] εἶναι ὁ εὑρετὴς τοῦ μνημονευόμενου φαρμάκου, ἴσως δὲ καὶ ὁ ἴδιος μὲ τὸν ὁμώνυμο –πιθανῶς ἐπίσης εὑρετὴ φαρμάκου– γραμματικόν)· καὶ (β´) Π. συνθ. φαρμ. κ. γένη XIII 1036.14 ἄλλο ἄκοπον (sc. φάρμακον) τὸ τοῦ Γλυτοῦ, ὡς Φιλόξενος ὁ γραμματικός (μὲ τὸ ὡς νὰ δηλώνει πιθανῶς ὅτι ὁ Φιλόξενος δὲν εἶναι ὁ εὑρετὴς τοῦ φαρμάκου ἀλλ' ἡ πηγὴ τοῦ Γαληνοῦ, κι ἄλλος ἀπὸ τὸν Κλαύδιο Φιλόξενο τὸν χειρουργόν: βλ. ἀνωτ. 31 *Τ4 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Philoxeno)· πιὸ κοντινὴ πρὸς τὴν ἐδῶ περίπτωση τοῦ Ἀριστοκράτους φαίνεται νὰ εἶναι ἡ β´, μὲ τὴν παρουσία τοῦ ὡς (ὡς Ἀριστοκράτης – ὡς Φιλό­ξενος). Ἄλλος Ἀριστοκράτης ἰατρός, μολονότι τὸ ὄνομα ἐμφανίζεται συχνότατα τόσο στὴν Κύπρο ὅσο κ.ἀ. (βλ. ἐνδεικτικὰ LGPN1 σ.λ.), δὲν μνημονεύεται ἀλλοῦ (τὸ Ἀριστοκράτει στὸ Ἱπποκρ. Ἐπιδημ. 7.1.44 δὲν ἀναφέρεται σὲ ἰατρὸ ἀλλὰ σὲ ἀσθενῆ), οὔτε στὶς λοιπὲς –πλὴν τῆς ἐδῶ– ἐπιγραφές (βλ. Samama [Ind.] 608). Ἡ ταύτιση ὅμως τοῦ Ἀριστοκράτους Πνυταγόρου μὲ τὸν Ἀριστοκράτη τοῦ Γαληνοῦ παραμένει δυνατὴ μέν (βλ. π.χ. Samama σελ. 111 σημ. 10) ἀλλ' ἄκρως ἀβέβαιη. (Ἡ πιθανότητα ταύτισης τοῦ ἐδῶ Ἀριστοκράτους γραμματικοῦ [Canon 60, ἀρ. 0803: «ARISTOCRATES Gramm., A.D. 1 ?», μὲ παραπομπὴ καὶ στὰ ἐδῶ δύο χωρία τοῦ Γαληνοῦ] μὲ τὸν Σπαρτιάτη Ἀριστοκράτη Ἱππάρχου, συγγραφέα Λακωνικῶν [ὅ.π., ἀρ. 1189: «ARISTOCRATES Hist., 1 B.C.-A.D. 1: Lacedaemonius», FGrH 591 F 1-7], δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ.)

a.1. Μυλικὴ ἄλλη: ἄλλο φάρμακο [ἄλλη ἔμπλαστρος] γιὰ ὀδονταλγίες· στὴν ἴδια ἑνότητα (Π. συνθ. φαρμ. κ. τόπ. XII 848.5 [Περὶ τῶν ἐν τοῖς ὀδοῦσι παθῶν] – 893.10) μνημονεύονται καὶ ἄλλες ἀνάλογες συνταγές: 869.16 μυλικὴ ἀγαθή, ὑπὸ πολλῶν θαυμασθεῖσα· 877.8 μυλητικὴ Ἀντιφάνους· 877.11 ἄλλη μυλική, ᾗ χρῶμαι· 878.2 ἄλλη μυλικὴ ἐκ τῶν Ἀφρόδα, 6 ἄλλη μυλικὴ τοῦ αὐτοῦ, 10 ἄλλη ἐκ τῶν Ἀφρόδα· 878.15 μυλικὴ καλή· 882.11 ἄλλη μυλικὴ αὐθωρὸν παύουσα (κ.τ.τ.). Ἡ λέξη μύλη (πληθ. μύλαι καὶ μυλιαῖοι ὀδόντες, καὶ μυλόδους, μυλικός - μυλητικός, μυλιάω, μυλαλγία: βλ. LSJ9 / LSK σ.λλ.) σημαίνει σὺν τοῖς ἄλλοις τὸν γομφιαῖον ὀδόντα (στὸν πληθ. μύλαι: οἱ γομφιαῖοι ὀδόντες)· κατὰ τὸν Σουίδα (μ 1406), μύλαι· οἱ ἔνδον ὀδόντες· οἷς λεπταίνειν εἰώθασι οἱ ἄνθρωποι τὴν τροφήν (βλ. καὶ Μ. Ἐτυμ. [μ 594.35, σ.λ. μύλη]: μύλαι τινὲς τῶν ὀδόντων οὕτως λέγονται διὰ τὸ ἐπ' αὐτῶν λεαίνεσθαι, ἤτοι τρίβεσθαι τὴν τροφήν [κ.τ.τ. ἀλλοῦ στοὺς λεξικογράφους], καὶ Γαλην. Π. χρ. μορ. III 869.7 τοὺς γομφίους, οὓς δὴ καὶ μύλας ὀνομάζουσι, τραχεῖς καὶ πλατεῖς καὶ σκληροὺς καὶ μεγάλους, οἵους τὰ τμηθέντα πρὸς τῶν τομέων ἢ θλασθέντα πρὸς τῶν κυνοδόντων αὐτοὺς λειοῦν ἀκριβῶς)· στὴ Ν.Ε. (Μπαμπ., σ.λ. μύλη, 4. ΑΝΑΤ., β): «το τμήμα του δοντιού που δεν καλύπτεται από τα ούλα ΑΝΤ. ρίζα (τού δοντιού)»· γιὰ τὴν ἐτυμ. βλ. Chantraine σ.λ., καὶ Μπαμπ. σ.λ. [συνοπτι­κά]: I.E. ρίζα *mel- «αλέθω, λειανίζω», Λατ. molō «αλέθω» (> Γαλλ. moudre, Ἱσπ. moler), Ἀγγλ. meal «αλεύρι» (κ.ἄ.).