You are here

F1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

a. Porphyr. De abstin. 4.15.1-5

1Καὶ μὴν καὶ τοὺς Σύρους ἱστοροῦσι  τὸ παλαιὸν ἀπέχεσθαι τῶν

ζώιων  καὶ διὰ τοῦτο μηδὲ τοῖς θεοῖς θύειν , ὕστερον δὲ θῦσαι

μὲν εἰς ἀποτροπήν τινῶν κακῶν, αὐτοὺς δὲ μηδὲ ὅλως προσίε-

σθαι τὴν σαρκοφαγίαν, προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου, ὥς φησι Νε-

  άνθης ὁ Κυζικηνὸς  καὶ ὁ Ἀσκληπιάδης ὁ Κύπριος ,

κατὰ Πυγμαλίωνα τὸν γένει μὲν Φοίνικα, βασιλεύσαντα δὲ

καὶ2 (?) Κυπρίων, τὴν σαρκοφαγίαν παραδεχθῆναι ἐκ τοιαύτης

παρανομίας . (2) λέγει δὲ ὁ Ἀσκληπιάδης ἐν τῶι Περὶ3

Κύπρου καὶ Φοινίκης ταῦτα· «τὸ μὲν γὰρ πρῶτον οὐκ

ἐθύετο τοῖς θεοῖς οὐδὲν ἔμψυχον, ἀλλ' οὐδὲ νόμος ἦν περὶ

τούτου διὰ τὸ νόμωι φυσικῶι κεκωλῦσθαι · ὑπὸ δέ τινας και-

ροὺς4 πρῶτον ἱερεῖον θῦσαι μυθεύονται, ψυχὴν αντὶ ψυχῆς αἰ-

τουμένους5 , εἶτα τούτου γενομένου ὁλοκαυτίζειν τὸ τυθέν. (3)

ὕστερον δέ ποτε φλεγομένου τοῦ ἱερείου πεσεῖν σάρκα εἰς γῆν,

ἣν ἀνελόντα τὸν ἱερέα  καὶ κατακαιόμενον ἀβουλήτως προσα-

γαγεῖν τῶι στόματι τοὺς δακτύλους, ἀκούμενον τὴν κατάκαυ-

σιν· γευσάμενον δὲ τῆς κνίσσης ἐπιθυμῆσαι καὶ μὴ ἀποσχέσθαι,

ἀλλὰ καὶ τῆι γυναικὶ μεταδοῦναι. (4) γνόντα δὲ τοῦτο τὸν

Πυγμαλίωνα αὐτὸν τε καὶ τὴν γυναῖκα κατὰ κρημνῶν ἀφεῖναι,

ἑτέρωι δὲ τὴν ἱερωσύνην παραδοῦναι, ὃς οὐ πολλοῦ χρόνου

διαλ{ε}ιπόντος6 τὴν μὲν αὐτὴν θυσίαν  ἔτυχε ποιούμενος, ὅ-

{σ}τι{ς}7 δὲ τῶν αὐτῶν κρεῶν ἔφαγεν, ταῖς αὐταῖς ἐκείνωι

συμφοραῖς περιέπιπτεν8 . ἐπὶ πλέον δὲ τοῦ πράγματος προβαί-

νοντος καὶ τῶν ἀνθρώπων τῆι θυσίαι χρωμένων καὶ διὰ τὴν

ἐπιθυμίαν οὐκ ἀπεχομένων, ἀλλὰ τῆς σαρκὸς ἁπτομένων, οὕ-

τως9 ἀποστῆναι τοῦ κολάζειν10.» (5) τὸ μέντοι τῶν ἰχθύων ἀπέ- 

χεσθαι ἄχρι τῶν Μενάνδρου χρόνων τοῦ κωμικοῦ διέμεινεν·

λέγει γάρ (fr. 754 S.)· «Παράδειγμα τοὺς Σύρους λαβέ· | ὅταν 

φάγωσ'11 ἰχθῦν12 ἐκεῖνοι, διά τινα | αὑτῶν13 ἀκρασίαν, (...) τὴν

θεὸν | ἐξιλάσαντο τῶι τεταπεινῶσθαι14 σφόδρα.»


b. Hieronym. Adv. Jovian. 2.14
  Neanthes15 Cyzicenus  et Asclepiades Cyprius aetate qua

2 Pygmalion in Oriente regnabat scribunt esum carnium non fuisse.

  1. [Vid. FHG III. 10: Neanthis fr. 31 (vid. et p. 306); (a.) FGrH 752 F 1 (vid. et 84 [Neanthes] F 32: vv. 1-9 ταῦτα); ΑΚΕΠ Β΄ 121: vv. 4-26 προϊόντοςκολάζειν», et Γα΄ 74: vv. 4-5 προϊόντοςὁ Κύπριος et 7-27 τὴν σαρκοφαγίανδιέμεινεν» (vid. et Α΄ 11.2: vv. 4-8 προϊόντοςπαρανομίας). Porphyr. De abstin., edd. Nauck, Patillon – Segonds (: PS); de vv. 28 sqq. vid et Men. fr. 754 Sandbach (= 544 Kock). (b.) Hieronym. Adv. Jovian., ed. Bickel.; vid. et Vossii HistGr2 p. 507 (a. προϊόντοςπαρανομίας, et b.) et 364 (b., Euanthes.]
  2. a. 7 καὶ om. ed. pr. (Florentiae 1548), prob. Voss Müller Nauck Hadjioannou («paene iure» PS adnotatione; vid. et infra ad loc.)
  3. 8 Περὶ Mü. Jacoby Hadj.: περὶ cett.
  4. 11-12 ὑπὸ δέ τινος καιροῦ ci. Reiske, prob. PS
  5. 12-13 αἰτούμενοι (vel ἀλλαττόμενοι) ci. Na.
  6. 21 διαλιπόντος (pro διαλείποντος) Na., et post eum omnes
  7. 21-22 ὅτι (pro ὅστις) Hercher, prob. Na. Jac. Hadj. PS: ἐπεὶ Mü.
  8. 23 περιέπεσεν prop. Na. (sed scr. περιέπιπτεν)
  9. 25-26 οὕτως ci. Rhoer, οὕτω δὴ («vel tale quid») Mü.: οὐκ codd.
  10. 26-27 κολάζειν» et διέμεινεν Na. Jac. PS: κολάζειν et διέμεινε» Mü.; κολάζειν et διέμενεν» Hadj. Γα΄ 74 (κολάζειν» [sine sqq.] Β΄ 121
  11. 29 φάγωσ' (metri gratia) Porson, et post eum omnes: φάγωσιν codd. ‖
  12. ἰχθῦν vel ἰχθὺν edd. ‖
  13. αὑτῶν Lipsius (teste Sandbach): αὐτῶν codd., Jac. (adnotans: «αὑτῶν v»)
  14. 30 τῶι τεταπεινῶσθαι S. («τῶι Clericus: τεταπεινῶσθαι Heringa» adnot.): τοῦ ταπεινῶσαι codd., et dubit. Na. [adnot.: «τοῦ τεταπεινῶσθαι coni. Heringa, κᾆτα πεινῶσιν (vel κᾆτ' ἐπείνησαν) Ν»].
  15. b. 1 Neanthes Mü.: Euanthes codd. (prob. Voss).
a.Πορφυρ. Περὶ ἀποχ. 4.15.1-5

Ἱστοροῦν ὅτι καὶ οἱ Σύροι παλιὰ δὲν ἄγγιζαν τὰ ζῶα καὶ γι' αὐτὸ

οὔτε στοὺς θεοὺς θυσίαζαν, ὕστερα ὅμως θυσίασαν μὲν γιὰ ἀποτρο-

πὴ κάποιων κακῶν μὰ οἱ ἴδιοι δὲν ἀποδέχονταν καθόλου τὴ σαρκο-

φαγία. Ἀλλὰ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ὅπως λέει ὁ Νεάνθης ὁ

Κυζικηνὸς καὶ ὁ Ἀσκληπιάδης ὁ Κύπριος, κατὰ τὴν ἐποχὴ

τοῦ Πυγμαλίωνα πού 'χε καταγωγὴ Φοινικικὴ μὰ ὑπῆρξε βασιλιὰς

καὶ (?) τῶν Κυπρίων, ἡ σαρκοφαγία ἔγινε ἀποδεκτὴ ἀπὸ μιὰ τέτοια

παρανομία. (2) Λέγει δὲ  ὁ Ἀσκληπιάδης στὸ Περὶ Κύ-

πρου καὶ Φοινίκης ἔργο του αὐτά: «Στὴν ἀρχὴ δηλαδὴ δὲν

θυσιαζόταν στοὺς θεοὺς κανένα ἔμψυχο, ἀλλ' οὔτε ὑπῆρχε νόμος

σχετικὸς ἀφοῦ αὐτὸ ἐμποδιζόταν ἀπὸ νόμο φυσικό· μὰ κάτω ἀπὸ

κάποιες περιπτώσεις διηγοῦνται πὼς πρῶτα σφάζοντας ζῶο τὸ

πρόσφεραν θυσία στοὺς θεούς, ζητώντας ψυχὴ ἀντὶ ψυχῆς, κι ἔπει-

τα σὰν ἔγινε αὐτὸ ἄρχισαν νὰ κάνουν ἔμπυρες θυσίες καίοντας

ὁλόκληρο τὸ σφάγιο. (3) Ὕστερα πάλι ἐνῶ καιόταν κάποτε τὸ θυ-

σιαζόμενο ζῶο ἔπεσε σάρκα στὴ γῆ, κι ὁ ἱερέας σηκώνοντάς την ἀπὸ

κάτω καὶ κατακαιόμενος ἔφερε ἐνστικτωδῶς τὰ δάκτυλα στὸ στόμα,

θέλοντας νὰ ἀνακουφιστῆ ἀπὸ τό κάψιμο· σὰν γεύτηκε ὅμως τὴν

κνίσα τοῦ ἄνοιξε ἡ ὄρεξη καὶ δὲν κρατήθηκε νὰ μὴ φάει, μὰ ἔδωσε

καὶ στὴ γυναίκα του. (4) Ὅταν ὅμως ἔμαθε αὐτὸ ὁ Πυγμαλίων ἔριξε

κι αὐτὸν καὶ τὴ γυναίκα του στὸν γκρεμό, καὶ διόρισε ἄλλον ἱερέα

στὴ θέση του, ποὺ πρὶν περάσει πολὺς χρόνος ἔτυχε νὰ κάνει τὴν

ἴδια θυσία, καὶ καθὼς ἔφαγε ἀπὸ τὰ ἴδια κρέατα, ἔπεσε στὶς ἴδιες μ'

ἐκεῖνον συμφορές. Μὰ καθὼς τὸ πράγμα προχωροῦσε κι οἱ ἄνθρω-

ποι πρόσφεραν θυσίες καὶ ἀπὸ ἐπιθυμία δὲν ἄντεχαν νὰ κρατηθοῦν

ἀλλ' ἔβαζαν χέρι στὰ κρέατα, ἔτσι (ὁ Πυγμαλίων) σταμάτησε νὰ ἐπι-

βάλλει τιμωρίες.» (5) Ἡ ἀποχὴ ὅμως ἀπὸ τὰ ψάρια κράτησε ὣς τοὺς

χρόνους τοῦ Μενάνδρου τοῦ κωμωδιογράφου· γιατὶ λέει (ἀπόσπ.

754 S.)· «Πάρε παρά­δειγμα τοὺς Σύρους· ὅταν φᾶνε ψάρι ἐκεῖνοι,

ἀπὸ κάποια ἀδυναμία τους, (...) ἐξιλεώνουν τὴ θεὰ ὑποβάλλοντας

τὸν ἑαυτό τους σὲ ἄκρα ταπείνωση.»


b. Ἱερωνύμ. Κατὰ Ἰοβιαν. 2.14
Ὁ Νεάνθης ὁ Κυζικηνὸς καὶ ὁ Ἀσκληπιάδης ὁ Κύπριος

γράφουν ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ βασίλευε στὴν Ἀνατολὴ ὁ Πυγμα-

λίων ἡ σαρκοφαγία δὲν ὑπῆρχε.

Σχόλια: 

a.1. ἱστοροῦσι: πβ. κατωτ. στ. 4 ὥς φησι, στ. 8 καὶ 27 λέγει, στ. 12 μυθεύονται· πβ. ἐπίσης ἀνωτ. 13 F1 / F2.1 Ἀλέξανδρος δὲ ὁ Πάφιος μυθολογεῖ / ἱστορεῖ, 14*Τ2a.2-3 ἱστορεῖται, F4.4-5 (μὲ σημ.) ὡς ἱστορεῖ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος, F5.8-9 ὡς ἱστοροῦσιν οἱ τὰ Εὐβοϊκὰ συγγράψαντες καὶ Ἄριστος ὁ Σ.) – 14 F1.30 λέγει (Ἄριστος ὁ Σ.) καὶ 19/23 εἴρηκε (Ἀριστόβουλος / Ὀνησίκριτος), F2.10/14 λέγουσιν (ἀορίστως / Ἄριστος καὶ Ἀσκληπιάδης) καὶ 5 λέγεται (ἀορίστως, βλ. καὶ σημ. σ.στ. 13-28), F3b.1 λέγονται (λ. γενέσθαι...) – 14 T3a.1, 4 / 15 F1.1 φησί (Φύλαρχος γιὰ τοὺς Κυπρίους ἀδελφοὺς Ἄριστο και Θεμίσωνα / Ἀρχέλαος, 14 Τ1.4 ὥς φασιν (ἀορίστως), Τ3b.1 φασὶν (φ. γενέσθαι, ἀορίστως), F5.4, 5, 6 φασί (ἀορίστως, 5 οἱ δέ φασιν). Ἡ χρήση διαφορετικῶν ρημάτων γιὰ τὶς ἴδιες ἢ παρόμοιες περιπτώσεις ἢ τοῦ ἴδιου ρήματος γιὰ διαφορετικὲς περιπτώσεις (βλ. καὶ σημ. στὸ 14 F2.13-14 γιὰ τὰ ἀναγράφω, συγγράφω, γράφω, πβ. καὶ ἑπόμ. ἀποσπ.) δὲν ἐπιτρέπει χαρακτηρισμὸ τῶν συγγραφέων ἢ τῶν σχετικῶν περιπτώσεων ἀνάλογα μὲ τὸ χρησιμοποιούμενο ρῆμα, μὲ μόνη εὔλογη ἐξαίρεση τὴ μὴ χρήση τῶν ρημ. μυθολογέω / μυθεύομαι γιὰ ὁμολογουμένως πραγματικὰ γεγονότα ἱστορικῆς περιόδου (ἐνῶ ἀντίθετα τὸ ἱστορέω χρησιμοποιεῖται γιὰ μὴ ἱστορικὲς διηγήσεις, μὲ χαρακτηριστικὴ τὴν ἐδῶ περίπτωση: στ. 1 ἱστοροῦσι / στ. 12 μυθεύονται).

1-2. ἀπέχεσθαι τῶν ζώιων: πβ. κατωτ. στ. 25 οὐκ ἀπεχομένων (δηλ. τῶν κρεῶν, βλ. στ. 22), στ. 17 τῆς κνίσσης (...) μὴ ἀποσχέσθαι, καὶ στ. 26-27 τῶν ἰχθύων ἀπέχεσθαι. Εὔλογο εἶναι πὼς στὸ ἔργο τοῦ Πορφύριου Περὶ ἀποχῆς, ἀπ' ὅπου τὸ παρὸν ἀπόσπ., τὰ ἀπέχομαί τινος καὶ ἀποχή τινος ἐμφανίζονται συχνά: 4.22.3 ἀπέχεσθαι τῶν ζῴων (Τριπτόλεμος παρήγγειλεν ἀπ. τῶν ζ.), 4.5.5 τῶν ζῴων ἀ. τῆς βορᾶς, 1.14.4 ἀ. τοῦ ζῴου, 1.13.5 ἀ. ἐμψύχων καὶ 2.44.2 ἀ. τῶν θυομένων (πβ. τοῦ ἴδιου Πυθαγ. βί. 7.7 τῶν ἐμψύχων ἀ. καὶ 43.1 ἀ. τῶν καταθυομένων), 4.16.6 ἀ. κατοικιδίων ὀρνίθων καὶ ἰχθύων (κ.λπ.) καὶ ἀπέχονται (...) ὀρνίθων ἐνοικιδίων και 7. ἀπέχεται (...) πάντων ὀρνίθων, 2.49.1 ἀπέχεται ἐμψύχου βορᾶς, 4.5.6 τῶν ζῴων ἀπέχονται, 1.17.1 ἀπεχόμενοι τῶν ζῴων καὶ 4.11.1 πολλῶν μὲν ἀ. ζῴων, κ.τ.τ. – 4.2.9 τὴν ἀποχὴν τῶν ζῴων (βλ. τὸ ὅλο χωρίο, γιὰ τὸν Δικαίαρχο ποὺ πίστευε ὅτι τὸν μακάριον βίον τῶν παλαιοτάτων οὐχ ἧττον τῶν ἄλλων καὶ ἡ ἀποχὴ τῶν ἐμψύχων συνεπλήρου. διὸ πόλεμος οὐκ ἦν... συνεισῆλθεν δ' ὕστερον πόλεμος καὶ εἰς ἀλλήλους πλεονεξία ἅμα τῇ τῶν ζῴων ἀδικίᾳ, κ.λπ.), 1.3.3 τῇ ἀποχῇ τῶν ἐμψύχων οὐκ ὀλίγοι ἀντειρήκασιν καὶ 54.2 ἐμψύχων ἀποχήν, 4.16.2 ἐμμένουσι δὲ τῇ παλαιᾷ τῶν ζῴων ἀποχῇ, 2.3.1 καὶ 4.2.9 ἡ ἀποχὴ τῶν ἐμψύχων, κ.τ.τ. Γιὰ τὴ σημασία τῆς λέξεως ζῷον βλ. ἀνωτ. 13 F2 σχόλ. σ.στ. 13 σ.λ. σεμνῦναι τὰ ζῶια· ἀξιοσημείωτος εἶναι καὶ ὁ τίτλος Τί τὸ ζῶον; καὶ Τί τὸ ζῷον καὶ τίς ὁ ἄνθρωπος; ποὺ παραθέτει ὁ Πορφύριος μνημονεύοντας τὰ ἔργα τοῦ Πλωτίνου (Πλωτίν. βί. 6.22 καὶ 24.18).

2. μηδὲ τοῖς θεοῖς θύειν: βλ. καὶ κατωτ. στ. 9-10 οὐκ ἐθύετο τοῖς θεοῖς οὐδὲν ἔμψυχον, στ. 2 θῦσαι καὶ 12 ἱερεῖον θῦσαι, στ. 13 ὁλοκαυτίζειν τὸ τυθέν, στ. 21 καὶ 24 τὴν θυσίαν καὶ τῆι θυσίαι. Ἡ ἐτυμολογία τῶν λέξεων θεὸς καὶ θύω (καὶ τῶν παραγώγων τους) καὶ ἡ μεταξύ τους σχέση παραμένει μέχρι σήμερα ἀβέβαιη. Ὁ Ἡρόδοτος (2.52.1) ὑποστήριζε πὼς οἱ θεοὶ ὀνομάστηκαν ἔτσι ὅτι κόσμῳ θέντες τὰ πάντα πρήγματα καὶ πάσας νομὰς εἶχον (ἀνάγοντας τὸ θεὸς στὸ τί-θη-μι / τί-θε-μαι), καὶ ὁ Πλάτων (Κρατ. 397c) παρῆγε τὴ λέξη ἀπὸ τὸ θέω (= τρέχω, γιατὶ οἱ πρῶτοι θεοὶ ἦταν ὁ Ἥλιος, ἡ Σελήνη κ.τ.τ.)· ὁ Chantraine1 (σ.λ., ὅπου σύνοψη τῶν διαφόρων ἀπόψεων καὶ βιβλιογραφία) ἀπορρίπτει τὴ συσχέτιση μὲ τὸ Λατ. deus καὶ τὸ Σανσκρ. devá- (βλ. ὅμως LSK2 σ.λ.) καὶ προσφεύγει στὰ ἐπίσης σκοτεινὰ θέσ-κελος, θεσ-πέσιος, θέσ-φατος (ὅπως ὁ Κούρτιος, βλ. καὶ LSK2 ὅ.π.), καταλήγοντας ὅτι ἐν τέλει « l'ensemble reste incertain ». Ὁ Chantraine1 ἀπορρίπτει ἐπίσης τὴν ἐτυμολογικὴ συσχέτιση τοῦ θύω = ἐφορμῶ, φέρομαι ὁρμητικά (κ.τ.τ.) πρὸς τὸ θύω = προσφέρω θυσία, θυσιάζω (βλ. Hofmann – Παπαν.3, LSJ94 / LSK2, Chantraine1 σ.λλ. θύω 1 καὶ 2), συσχετίζοντας τὸ πρῶτο μὲ τὸ Σανσκριτ. dhŭ-nó-ti καὶ τὰ θύνω, θύστα, θυστάδες κ.λπ. (μὲ τὴ σχέση πρὸς τὸ Λατ. furo μετέωρη) καὶ τὸ δεύτερο μὲ τὰ Λατ. suf-fio (φυσῶ κ.τ.τ., « faire des fumigations »  », ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνάγεται στὸ *dhω-ī-) καὶ fumus, τὸ Σανσκριτ. dhūmá- καὶ τὸ θυμιάω (καὶ τύφω), θεωρώντας ὡς ἔννοια ἀρχικὴ τοῦ δεύτερου αὐτὴν τοῦ «καπνίζω, κάνω νὰ καπνίσει» (« fumer, faire fumer », κ.λπ.) καὶ σημειώνοντας ὅτι οἱ χρήσεις μὲ χαρακτήρα θρησκευτικὸ εἶναι πρωτοτυπία Ἑλληνική. Ὁ καπνὸς ὅμως τῆς θυσίας φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ τὸν συνδετικὸν ἁρμὸ ἀνάμεσα στὸ θύειν καὶ τοὺς θεούς, σ' ἕνα τοὐλάχιστο –παλιὸ– στάδιο ἐξέλιξης. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ R. K. Yerkes, Sacr.5 23, ἡ τροφὴ ποὺ πήγαινε στοὺς θεούς, οἱ ὁποῖοι ἦταν κυρίως οὐράνιοι («ὁ Δίας τῶν Ἑλλήνων ἦταν ἀρχικὰ ἁπλῶς ὁ οὐρανός»), ἦταν αὐτὴ ποὺ περνοῦσε μέσα στὸν καπνὸ τῆς φωτιᾶς· καὶ μ' αὐτὴ τὴν ἀντίληψη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνων γι' αὐτὲς τὶς δυνάμεις ποὺ ἀποκαλοῦνταν θεοί, λέξη ποὺ πολλοὶ ἑρευνητὲς ἀνάγουν στὴ ρίζα dhu- (καπν-), τὸ θύειν θὰ σήμαινε καπνίζω (προκαλῶ καπνόν, κάνω νὰ καπνίσει) καὶ οἱ θεοὶ θὰ ἦταν οἱ ἀποδέκτες τοῦ καπνοῦ (“thuein would mean to make smoke and theoi would be receivers of smoke”, ὅ.π. 24, βλ. καὶ 92 κἑ.). Ὅπως ἐξάλλου παρατηροῦσε ὁ Ἀρίσταρχος, ὁ Ὅμηρος χρησιμοποιεῖ τὰ ἱερεύειν (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ. ἱερεῖον), ῥέζειν, σφάζειν γιὰ ζῶα καὶ τὸ θύειν γιὰ τὶς λοιπὲς προσφορές, καὶ τὸ αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τὸ θύος (μολονότι τὸ θυέεσσιν στὸ Ζ 270 μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται στὸ Ζ 274-75 καὶ οἱ ὑποσχέσθαι δυοκαίδεκα βοῦς ἐνὶ νηῷ / ἤνις ἠκέστας ἱερευσέμεν, σ' ἕνα ὅμως χωρίο ποὺ ἀνήκει στὰ τελευταῖα στρώματα τῆς Ἰλιάδος: βλ. West WD6 σελ. 241 σ.λ. θύεσσι [στ. 338] καὶ Kirk CIl7 ΙΙ. 196 [στὸ Ζ 269-70], μὲ παραπομπές). Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὶς ἀναίμακτες στὶς αἱματηρὲς θυσίες (γιὰ τὴν θυσίαν βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ., στ. 21), ποὺ ἀρχικὰ ἦταν νόμωι φυσικῶι ἀπαγορευμένες (στ. 11), τροχιοδρόμησε καὶ τὴν σαρκοφαγίαν (στ. 4 καὶ 7), κατὰ τὸν Ἀσκληπιάδη τὸν Κύπριο (στ. 5 κἑ.). Βλ. καὶ Yerkes Sacr.5 2 κἑ. (κυρίως 26, ὅπου καὶ ἀναφορὰ στὰ τρία εἴδη ἱεροτελεστιῶν σχετικῶν: τὸ κρέας καιγόταν ὁλόκληρο, μέρος τρωγόταν καὶ μέρος καιγόταν γιὰ τοὺς θεοὺς, τρωγόταν ὁλόκληρο ἀπὸ τοὺς ἀφιερωτές) καὶ 88 κἑ., Burkert ΑρΕΘ8 125 κἑ. (μὲ ἐνδιαφέρουσα τὴν παρατήρηση [126, μὲ σημ. 50] ὅτι ἡ –ἐδῶ– παράδοση γιὰ ἐπινόηση τῆς θυσίας στὴν Κύπρο μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ ὡς ἄμεση μαρτυρία μιᾶς ἐξελίξεως στὴν ἱστορία τῆς θρησκείας κατὰ τὸν 12ον/11ον αἰ. π.Χ.) καὶ 135 κἑ., κ.ἄ. Βλ. ἐπίσης ΑΚΕΠ9 114-116 καὶ 117-124 γιὰ σχετικὲς μὲ τὶς θυσίες στὴν Κύπρο ἀρχαῖες μαρτυρίες (νὰ σημειωθοῦν τὰ ὑπ' ἀρ. 120 καὶ 122 = Πορφυρ. Περὶ ἀποχ. 1.14 καὶ 2.54-55: βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ. Ἀσκληπιάδης ὁ Κύπριος).

4-5. Νεάνθης ὁ Κυζικηνὸς: Κατὰ τὴ Σοῦδ. (σ.λ.) μαθητὴς Φιλίσκου τοῦ Μιλησίου, ὁ ὁποῖος (Σοῦδ. σ.λ. Φιλίσκος, Μιλήσιος, ῥήτωρ) ὑπῆρξε Ἰσοκράτους ἀκουστὴς τοῦ ῥήτορος· καθὼς ὁ Ἰσοκράτης [436-338 π.Χ.] ἄνοιξε σχολὴ ρητορικῆς τὸ 393 π.Χ., ὁ Φιλίσκος ὁ Μιλήσιος φαίνεται νὰ ἀκμάζει στὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. κι ὁ Νεάνθης ὁ Κυζικηνὸς τὸν 3ον αἰ. π.Χ. Τὰ ἔργα ποὺ ἀποδίδονται σ' αὐτόν, κατὰ τὸν Müller (FHG10 ΙΙΙ. 1-11, πβ. FGrH11 84 καὶ 171: “84 Neanthes von Kyzikos, Ἑλληνικά, [Behan­delte Zeit:] Urzeit?, [Abfassungs- (Lebens-) Zeit:] um 200” [βλ. ΙΙΑ. 2] καὶ [ὅ.π. σελ. 7] “Neanthes d. J. von Kyzikos, Περὶ Ἄτταλον ἱστορίαι, 241-197, um 200”), εἶναι: Ἑλληνικά (ἀποσπ. 1-4), Ὦροι [Κυζικηνῶν] (5-6), Αἱ περὶ Ἄτταλον ἱστορίαι (7), Περὶ ἐνδόξων ἀνδρῶν (8-16), Περὶ Πυθαγόρου καὶ Πυθαγορικῶν (17-22, πιθανῶς τμῆμα τοῦ προηγούμενου ἔργου κατὰ τὸν Müller10 ὅ.π. σελ. 1, πβ. Jacoby11 μετὰ τὸ 84 F 13, σελ. 194), Περὶ τελετῶν (23-27), Τὰ κατὰ πόλιν μυθικά (28-36)· ὁ τίτλος Περὶ κακο­ζηλίας ῥητορικῆς (βλ. Müller10 ὅ.π. καὶ FGrH11 84 Τ 1b) φαίνεται νὰ ἀνήκει στὸν Καλλίνικο τὸν Πετραῖο (βλ. Σοῦδ. σ.λλ. κακοζηλία καὶ Καλλίνικος, πβ. σημ. Jacoby11 στὸ 84 Τ 1: ΙΙC. 145). Τὰ ἀναφερόμενα στὰ σωζόμενα ἀποσπάσματα τοῦ ἔργου του (ἀπὸ ἔμμεση παράδοση ὅλα, κυρίως στὸν Ἀθήν. καὶ τὸν Διογ. Λαέρτ., ἀλλὰ καὶ στὸν Πορφύρ. [βλ. κατωτ.], τὸν Πλούτ., κ.ἄ.) δὲν βοηθοῦν σὲ ἀκριβέστερη χρονολόγησή τους· ἡ μόνη σωζόμενη ἀναφορὰ στὸ Περὶ Ἄτταλον ἱστορίαι ἔργο του, ποὺ ἔχει προβληματίσει τοὺς ἐρευνητές, δὲν ἀναφέρεται στὴ ζωὴ τοῦ Ἄττα­λου (Ἀθήν. 15, 699d [FHG10 ἀρ. 7 / FGrH11 84 F 4 καὶ 171 F 1] ὁ δέ τις ἑλάνας (sc. ἔλεγε), τὰς λαμπάδας οὕτω φάσκων καλεῖσθαι παρὰ τὴν ἕλην· οὕτω δ' εἰπεῖν Νεάνθην ἐν α΄ τῶν περὶ Ἄτταλον ἱστοριῶν, πβ. Εὐστ. στὸ η 102 (1571.9) Νεάνθης δέ φασιν, ἑλάνας τὰς λαμπάδας ἔφη παρὰ τὴν ἕλην ἥτις ἐστὶν εἵλη, ἀφ' ἧς πολλὰ γίνονται: χωρὶς ἀναφορὰ τίτλου ἔργου)· κι ἂν ἀκόμα πρόκειται γιὰ τον Ἄτταλο Α΄ τῆς Περγάμου, ὅπως εἶναι λίαν πιθανό, ποὺ βασίλευσε μεταξὺ 241 καὶ 197 π.Χ. γεννημένος τὸ 269 π.Χ., κι ἂν ὄντως ὁ Νεάνθης ἦταν δάσκαλός του ὅπως ὁ Λυσίμαχος (ποὺ ὁ Ἀθήν. 6.252c ἀναφέρει [βλ. Müller10 ὅ.π. σελ. 1] ὅτι καὶ Περὶ τῆς Ἀττάλου παιδείας συγγέγραφε βίβλους πᾶσαν κολακείαν ἐμφαινούσας), καὶ πάλι τὰ χρονικὰ περιθώρια τῆς ζωῆς τοῦ Νεάνθη ἐξακολουθοῦν νὰ μένουν εὐρέα καὶ ἀσαφῆ, καθὼς σὺν τοῖς ἄλλοις αἱ περὶ Ἄτταλον ἱστορίαι μπορεῖ κάλλιστα νὰ ἀναφέρονται στὴ νεανική του ἡλικία (καὶ ἰδιαίτερα στὸν γάμο του μὲ τὴν περί­φημη Κυζικηνὴ Ἀπολλωνίδα, γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ κολακευτικὰ ὁ Πολύβ. 22.20) ἢ στὰ πρῶτα μόνο χρόνια τῆς βασιλείας του. Ἔτσι, ἡ ὑπόθεση γιὰ δύο ὁμώνυμους συγγραφεῖς, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ νεώτερος γράφει τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Ἄτταλο (βλ. Jacoby11, IIC. 144 κἑ., μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία), μένει ἀναπόδεικτη καὶ ἐπισφαλής, ὅπως καὶ ἡ ὑπόθεση ὅτι ὁ Πορφύριος, ποὺ πῆρε ἀρκετὰ ἀπὸ τὸν Νεάνθη γιὰ τὴ βιογραφία τοῦ Πυθαγόρα, γνωρίζει πιθανῶς τὸν Ἀσκληπιάδη τὸν Κύπριο μέσω τοῦ Κυζικηνοῦ συγγραφέα (βλ. RE12 σ.λ. Asklepiades 22.[E. Schwartz] καὶ Patillon al. ΙΙΙ. 79 σημ. 218· παρόμοια ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ ὑποστηρίξει κα­νεὶς γιὰ τὸν Ἱππόβοτο [βλ. Πορφυρ. Πυθαγ. βί. 61.11 / FHG10 22], κ.ἄ.). Ἡ ἐδῶ ἀνα­φορὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Νεάνθη τοῦ Κυζικηνοῦ πρὶν ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀσκλη­πιάδη τοῦ Κυπρίου δὲν βοηθεῖ, ἑπομένως, στὴ χρονολόγηση τοῦ τελευταίου (βλ. κατωτ.). (Γιὰ τὸν Νεάνθη βλ. κυρίως τὰ σχετικὰ λήμματα RE12 [R. Laqueur] καὶ OCD13 [G. L. B., μὲ ἀξιοσημείωτο τὸ ἀπόσπ.: “The history of Attalus I of Pergamum, 241-197 B.C. (Τὰ περὶ Ἄτταλον), usually ascribed to him, is by a younger Neanthes”], καὶ τὴ συνοπτικὴ μὰ λίαν περιεκτικὴ σημ. 217 [ΙΙΙ. 79] τῶν Patillon – Segonds14. Χρήσιμο εἶναι πάντα τὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα τοῦ Müller10, ὅ.π. σελ. 1).

5. Ἀσκληπιάδης ὁ Κύπριος, 8-9. Ἀσκληπιάδης ἐν τῶι Περὶ Κύπρου καὶ Φοινίκης: βλ. καὶ b.1 Asclepiades Cyprius καὶ F2.1 (μὲ τὴ σημ. σ.λ.) Ἀσκληπιάδης. Ὁ Πορφύριος δὲν ἀναφέρει ἀλλοῦ ὀνομαστικὰ τὸν Ἀσκληπιάδη τὸν Κύπριο (ὅπως δὲν ἀναφέρει ἀλλοῦ στὸ Περὶ ἀποχ. τὸν Νεάνθη τὸν Κυζικηνό, ποὺ τὸν μνημονεύει ὅμως στὸ Πυθαγ. βί. [βλ. καὶ ἀνωτ.] 1.4, 2.1, 55.1-2, 61.17), μολονότι μνημονεύει συχνὰ τὶς πηγές του (για τὸ βιβλίο IV. βλ. Patillon – Segonds14 σσ. LI κἑ., μὲ πίνακα στὶς σσ. LVI-LVII καὶ μὲ τὶς σημ. [μὲ βιβλιογρ.] γιὰ τοὺς μνημονευόμενους συγγραφεῖς, γιὰ τὸν Πορφύριο γενικὰ καὶ τὸ ἔργο του: Bidez VPorph15.). Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸ ἐδῶ ἀπόσπασμα (ποὺ ὁ Müller10 [F 31] θεωρεῖ ὅτι ἀνήκει στὸ ἔργο Κατὰ πόλιν μυθικά [καὶ μάλιστα στὸ πέμπτο βιβλίο, προφανῶς σὰν συνέχεια τοῦ προηγούμενου F 30] ἐνῶ ὁ Jacoby11 [F 32] τὸ κατατάσσει στὰ χωρὶς τίτλο σωζόμενα), ὁ Ἀσκληπιάδης φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ πηγὴ τοῦ Πορφύριου γιὰ ἕνα τοὐλάχιστο ἀπὸ τὰ σχετικὰ μὲ τὶς θυσίες στὴν Κύπρο χωρία τοῦ Περὶ ἀποχ. ἔργου: (α΄.) Στὸ 1.14.4 ὡς οὖν κάμηλον ἢ ἐλέφαντα Ἑλλήνων οὐδεὶς θεοῖς ἔθυσε, παρ' ὅσον οὐδ' ἤνεγκεν ἡ Ἑλλὰς ταῦτα τὰ ζῷα, οὕτως οὐδ' ἐν Κύπρῳ ἢ Φοινίκῃ θεοῖς προσήχθη τὸ ζῷον τοῦτο, παρ' ὅσον οὐκ ἦν ἐντόπιον, τὸ ἐν Κύπρῳ ἢ Φοινίκῃ [πβ. προηγούμενα καὶ ἑπόμενα Φοίνικες δὲ καὶ Ἰουδαῖοι ἀπέσχοντο (...) ἐν Αἰθιοπίᾳ (...) Αἰγύπτιοι (...)] εὔκολα φέρνει στὸν νοῦ τὸν τίτλο Περὶ Κύπρου καὶ Φοινίκης τοῦ ἔργου τοῦ Ἀσκληπιάδη ποὺ μνημονεύει ὁ Πορφύριος στὸ 4.15 (ἐδῶ F1.8-9). Καὶ (β΄.) τὸ 2.54.3 ἐν δὲ τῇ νῦν Σαλαμῖνι, πρότερον δὲ Κορωνίδι ὀνομαζομένῃ, μηνὶ κατὰ Κυπρίους Ἀφροδισίῳ ἐθύετο κ.λπ. (βλ. καὶ κατωτ. 24 F1 σημ. σ.στ. 3-4) οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ ὀφείλεται στὸν Ἀσκληπιάδη ἢ καὶ στὸν Ἀ. καὶ σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀναφερομένους στὴ συνέχεια ἀπὸ τὸν Πορφύριο, ὅπως ὁ Ἴστρος (βλ. κατωτ. 25 F48) καὶ ὁ Πάλλας ὁ ἄριστα τὰ περὶ τῶν τοῦ Μίθρα συναγαγὼν μυστηρίων ἐφ' Ἁδριανοὺ τοῦ αὐτοκράτορος. Ὁ τελευταῖος ἀναφέρεται ὀνομαστικὰ καὶ στὸ 4.16.4, ὅπως καὶ ὁ Εὔβουλος (λίγους στίχους πιὸ πρίν: 4.16.2) ὁ τὴν περὶ τοῦ Μίθρα ἱστορίαν ἐν πολλοῖς βιβλίοις ἀναγράψας (βλ. RE12 σ.λλ. Pallas 2. [O. Seel] καὶ Eubulos 15. [Jacoby], καὶ Patillon al. III. XXV σημ. 94), σ' ἕνα ἐνδιαφέρον χωρίο ἀμέσως μετὰ τὸ ἀπόσπ. τοῦ Μενάνδρου τοῦ ἐδῶ F1 γιὰ τοὺς Πέρσες μάγους (καὶ τὰ περιβόητα μυστήρια τοῦ Μίθρα: βλ. συνοπτικὰ τὰ σχετικὰ ἄρθρα σὲ RE12 καὶ OCD13, καὶ Patillon14 al. III. XXV κἑ.· βλ. ἐπίσης Κυρτάτα ΙερΠροφ16 184 κἑ. [κ.ἀ.] καὶ Burkert17 ΜυΛΑ 13 κἑ. [βλ. Γεν. Εὑρ. σ.λλ. Εὔβουλος, Μίθρας, Πάλλας, Πορφύριος, μαγείαμάγοι, κ.ἀ.] μὲ βιβλιογραφία): (16.1) Παρά γε μὴν τοῖς Πέρσαις οἱ περὶ τὸ θεῖον σοφοὶ καὶ τούτου θεράποντες μάγοι μὲν προσαγορεύονται· τοῦτο γὰρ δηλοῖ κατὰ τὴν ἐπιχώριον διάλεκτον ὁ μάγος· οὕτω δὲ μέγα καὶ σεβάσμιον γένος τοῦτο παρὰ Πέρσαις νενόμισται, ὥστε καὶ Δαρεῖον τὸν Ὑστάσπου ἐπιγράψαι τῷ μνήματι πρὸς τοῖς ἄλλοις ὅτι καὶ μαγικῶν γένοιτο διδάσκαλος. (2) διῄρηντο δὲ οὗτοι εἰς γένη τρία, ὥς φησιν Εὔβουλος ὁ τὴν περὶ τοῦ Μίθρα ἱστορίαν ἐν πολλοῖς βιβλίοις ἀναγράψας, ὧν οἱ πρῶτοι καὶ λογιώτατοι οὔτ' ἐσθίουσιν ἔμψυχον οὔτε φονεύουσιν, ἐμμένουσι δὲ τῇ παλαιᾷ τῶν ζῴων ἀποχῇ (...). καὶ γὰρ δόγμα πάντων ἐστὶ τῶν πρώτων τὴν μετεμψύχωσιν εἶναι, ὃ καὶ ἐμφαίνειν ἐοίκασιν ἐν τοῖς τοῦ Μίθρα μυστηρίοις. (3) τὴν γὰρ κοινότητα ἡμῶν τὴν πρὸς τὰ ζῷα αἰνιττόμενοι διὰ τῶν ζῴων ἡμᾶς μηνύειν εἰώθασιν· ὡς τοὺς μὲν μετέχοντας τῶν αὐτῶν ὀργίων μύστας λέοντας καλεῖν, τὰς δὲ γυναῖκας λεαίνας (...). ὅ τε τὰ λεοντικὰ παραλαμβάνων περιτίθεται παντοδαπὰς ζῴων μορφάς· (4) ὧν τὴν αἰτίαν ἀποδιδοὺς Πάλλας ἐν τοῖς περὶ τοῦ Μίθρα τὴν κοινήν φησι φορὰν οἴεσθαι, ὡς πρὸς τὴν τοῦ ζῳδιακοῦ κύκλου ἀποτείνειν· τὴν δὲ ἀληθινὴν ὑπόληψιν καὶ ἀκριβῆ περὶ τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν αἰνίττεσθαι, ἃς παντοδαποῖς περιέχεσθαι σώμασι λέγουσιν· (5) καὶ γὰρ Λατίνων τινὰς τῇ σφῶν διαλέκτῳ ἄπρους καὶ σκόρπους οὔρσους τε καὶ μερούλους καλεῖν (...). Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ ἀπόσπ. διῄρηντο δὲ οὗτοι κ.λπ. (§ 3) ὁ Πορφύριος δὲν ἀφήνει περιθώριο ἀμφιβολιῶν γιὰ τὶς πηγές του. Τὸ ἀπόσπ. ὅμως παρά γε μὴν τοῖς Πέρσαιςδιδάσκαλος (§ 1) μπορεῖ ἀναντίρρητα νὰ ὀφείλεται ἐπίσης στὸν Εὔβουλο μαζὶ μὲ τὰ ἀμέσως ἑπόμενα· ἀλλὰ κάλλιστα μπορεῖ νὰ ὀφείλεται καὶ στὸν Ἀσκληπιάδη τὸν Κύπριο (ἢ/καὶ στὸν Νεάνθη τὸν Κυζικηνό), γιατὶ ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ ξενίζουσα μετάβαση ἀπὸ τὴν καθιέρωση τῆς σαρκοφαγίας ἐπὶ Πυγμαλίωνα κατὰ τὸν Ἀσκληπιάδη –καὶ τὰ περὶ Σύρων τοῦ κωμικοῦ Μενάνδρου– στοὺς Πέρσες μάγους καὶ τὸν Δαρεῖο: ἂν ὁ Ἀσκληπιάδης τοῦ ἐδῶ ἀποσπ. εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Ἄριστο τὸν Σαλαμίνιο γράφει γιὰ τὰ Ἀλεξάνδρου (βλ. κατωτ. F2 μὲ σημ.), τότε ἀσφαλῶς μπορεῖ νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι ὁ Πορφύριος –ποὺ μιλώντας γιὰ τοὺς Σύρους καὶ τὴ σαρκοφαγία εὔλογα μνημονεύει σχετικὸ ἀπόσπ. τοῦ Μενάνδρου– κάνει τὸ ἅλμα πρὸς τοὺς Πέρσες μάγους καὶ τὸ ἐπίγραμμα στὸν τάφο τοῦ Δαρείου (βλ. καὶ ἀνωτ. 14 F1.25 κἑ., μὲ σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. τὸν Κύρου τάφον) γιατὶ γινόταν σχετικὸς λόγος στὸν Κύπριο συγγραφέα.

6-7. Πυγμαλίωνα (...) Κυπρίων: βλ. καὶ 19 Πυγμαλίωνα, καὶ b.2 Pygmalion. Ὁ Πυγμαλίων ἀποκαλεῖ­ται Φοίνιξ (πβ. ἐδῶ στ. 6 τὸν γένει μὲν Φοίνικα) στὰ Σχόλ. Διον. Περιηγ. 509 (FGrH11 758 F 3a / ΑΚΕΠ9 Α΄ 11.1 καὶ 14.11), κι ἔχει θυγατέρα Θυμαρέτιν (ἢ -ην) –μὲ ὄνομα προφανῶς Ἑλληνικό– τὴν ὁποία νυμφεύεται ὁ Κινύρας· καὶ ἀλλοῦ φέρεται ὡς Τύρου τυραννεύων (Ἀππ. Λιβ. 1.5) ἢ γίνεται λόγος περὶ Πυγμαλίωνος τοῦ Τυρίων βασιλέως (Τίμαιος, FGrH11 566 F 82· πβ. Ἰώσηπ. Κατ' Ἀπίων. 1.125 [ΑΚΕΠ9 Α΄ 11.6], Ἰω. Μαλάλ. Χρον. 163, κ.ἄ.). Ἀποκαλεῖται ὅμως καὶ Κύπριος (Κλήμ. Ἀλεξ. Προτρ. 4.51 [ΑΚΕΠ9 Α΄ 11.3] καὶ Paphius (Ovid. Met. 10.290 [ΑΚΕΠ9 Δα΄ 286]), καὶ Κυπρίων βασιλεύς (*Ἀπολλοδ. Βιβλ. 3.182, ὅπου ὁ Κινύρας ἐμφανίζεται νὰ φθάνει στὴν Κύπρο καὶ νὰ κτίζει τὴν Πάφο, νὰ νυμφεύεται τὴν Μεθάρμην, κόρην Πυγμαλίωνος Κυπρίων βασιλέως, καὶ νὰ γεννᾶ σὺν τοῖς ἄλλοις τὸν Ἄδωνη [ΑΚΕΠ9 Α΄ 11], Arnob. Adv. nat. 6.22 Pygmalionem regem Cypri [ΑΚΕΠ9 Δα΄ 287], κ.ἀ. ἔμμεσα: βλ. καὶ κατωτ. 17 F1a.1/b.1 σ.λ. Πυγμαλίων, καὶ ΑΚυΓ118 σσ. 39 [ΑΚυΓ1β´18 59] σημ. 6, 47 κἑ. [71 κἑ.], 262 [355] [σχόλ. στὸ 1 Τ7.7], μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία [μὲ ἀξιοσημείωτη τὴν ἑρμηνεία τοῦ μύθου τοῦ σχετικοῦ μὲ τὸ γυναικεῖο ἄγαλμα τὸ ὁποῖο ἐρωτεύεται ὁ Πυγμαλίων κι ἡ Ἀφροδίτη τοῦ δίνει ζωὴ στὴν ΕλλΜ19 2. 188-90, βλ. καὶ Μ. Βαρβούνη ΜΛΜ20 33-34], καὶ ΑΚυΓ221 σχόλ. στὰ Ε13.4 καὶ Ε14.4 γιὰ τὸν Κινύρα). Ἂν ὁ μυθικὸς βασιλιὰς τῆς ΤΥΡΟΥ καὶ ὁ μυθικὸς βασιλιὰς τῆς ΚΥΠΡΟΥ (βλ. RE12 σ.λ. Pygmalion, 1. καὶ 2., στὸ ἴδιο ἄρθρο) ἦταν καὶ θεωροῦνταν ἑκάστοτε ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο, εἶναι ἐρώτημα μὴ ἐπιδεκτικὸ κατηγορηματικῆς ἀπάντησης. Ἔτσι, ἂν πρέπει νὰ γράψουμε ἐδῶ (στ. 6-7) βασιλεύσαντα δὲ Κυπρίων (ed. pr., Voss22 Müller10 Nauck Χατζηιωάννου9) ἢ β. δὲ καὶ Κυπρίων (Jacoby11· οἱ Patillon – Segonds14 γράφουν καὶ Κυπρίων καὶ σημ. στὸ κριτ. ὑπόμν. «καὶ secl. ed. pr. (paene iure)»: βλ. καὶ ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν.), εἶναι ἐπίσης δύσκολο νὰ ἀποφασίσει κανείς. Τὸ κατωτ. b.1-2 aetate qua Pygmalion in Oriente regnabat (τοῦ στηριζόμενου στὸν Πορφύριο Ἱερώνυμου) ἐπιτείνει τὸ πρόβλημα, καθὼς τὸ in Oriente μπορεῖ κάλλιστα νὰ ἀναφέρεται στὴ Φοινίκη καὶ τὴν Τύρο ἢ/καὶ στὴν Κύπρο καὶ τὴν Πάφο.

7-8. ἐκ τοιαύτης παρανομίας: «ἀπὸ μιὰ τέτοια παρανομία» μεταφράζει ὁ Χατζηιωάννου9, ἐνῶ οἱ Patillon – Segonds14 « à cause de la transgression qu'on va voir ». Κατὰ τοὺς LJK2 παρανομία εἶναι «ὁ χαρακτὴρ καὶ ἡ διαγωγὴ τοῦ παρα­νόμου, παράβασις νόμου εὐπρεπείας ἢ τάξεως» (βλ. καὶ σ.λ. παράνομος: «ὁ παρὰ τὸν νόμον καὶ τὴν συνήθειαν πράττων τι, παράνομος, βίαιος», καὶ [ΙΙ., ἐπὶ πραγμάτων] «ὁ παρὰ τὸν νόμον, οὐχὶ νόμιμος, ἄνομος», πβ. Μπαμπ.23 παρανομία: «κάθε πράξη ἀντίθετη πρὸς τοὺς γραπτοὺς ἢ ἄγραφους νόμους»)· στὸν Πορφύριο ἐπίσης: Περὶ ἀποχ. 2.7.2 πόρρω δὲ τῶν περὶ τὰς θυσίας ἀπαρχῶν τοῖς ἀνθρώποις προϊουσῶν παρανομίας, ἡ τῶν δεινοτάτων θυμάτων παράληψις ἐπεισήχθη, ὠμότητος πλήρης, 2.28.3 οἱ Πυθαγόρειοι (...) κατὰ μὲν τὸν πάντα βίον ἀπείχοντο τῆς ζῳοφαγίας, ὅτε δὲ εἰς ἀπαρχήν τι τῶν ζῴων ἀνθ' ἑαυτῶν μερίσειαν τοῖς θεοῖς, τούτου γευσάμενοι μόνον, πρὸς ἀλήθειαν ἄθικτοι τῶν λοιπῶν ὄντες ἔζων. ἀλλ' οὐχ ἡμεῖς· ἐμπιπλάμενοι δὲ εἰς πολλοστὸν ἀφικόμεθα τῆς ἐν τούτοις παρανομίας. καὶ γὰρ οὔτε φόνῳ τοὺς τῶν θεῶν βωμοὺς χραίνειν δεῖ, οὔτε ἁπτέον τοῖς ἀνθρώποις τῆς τοιαύτης τροφῆς, ὡς οὐδὲ τῶν ἰδίων σωμάτων, 2.45.3 ὅθεν παθῶν ὄντες πλήρεις καὶ πρὸς ὀλίγον ἀπεχόμενοι τῶν ἀκαθάρτων βρώσεων, μεστοὶ ὄντες ἀκαθαρσίας, δίκης τίνουσι τῆς εἰς τὰ ὅλα παρανομίας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ἀντων. τοιοῦτος ἀναφέρεται μὲν κατὰ κανόνα στὰ ἀμέσως προηγούμενα (κι ὁ Πορφύρ. δὲν φαίνεται νὰ ἀφίσταται τοῦ κανόνα αὐτοῦ: βλ., π.χ., Πυθαγ. βί. 1.1 κ.ἀ., Περὶ ἀποχ. 1.7.3, 1.56.2, 2.8.3 τῆς τοιαύτης ἁψαμένων θυσίας· ὑστάτη μὲν τοίνυν καὶ νεωτάτη ἡ διὰ τῶν ζῴων θυσία, κ.ἀ.), ἀλλὰ δὲν εἶναι σπάνιες οἱ ἐξαιρέσεις, ὅπως στὸν Ἡρόδ. 1.178 κ.ἀ. (βλ. Κυννέρου ΓρΕΓ24 673 [§ 467.7], πβ. LSJ94/LJK2 σ.λ.)· τὰ αὐτὰ ὅμως ἰσχύουν (ὅ.π.) καὶ γιὰ τὴν ἀντων. οὗτος (κατ' ἀντίθεση πρὸς τὴν ὅδε, ὅπως ἡ τοιοῦτος πρὸς τὴν τοιόσδε), μὲ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸ τοῦ Ἡρόδ. 6.53.1 ταῦτα μὲν (: τὰ προηγούμενα) Λακεδαιμόνιοι λέγουσι μοῦνοι Ἑλλήνων, τάδε δὲ (: τὰ ἑπόμενα) κατὰ τὰ λεγόμενα ὑπ' Ἑλλήνων ἐγὼ γράφω, τούτους γὰρ δὴ κ.λπ. Στὸ ἐδῶ ἀπόσπ. τὸ ταῦτα (στ. 9, «τὰ ἑξῆς:» Χατζηιωάννου9, « ceci: » Patillon – Segonds14) δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀναφέρεται (α΄.) στὰ προηγούμενα, ὅπως κατὰ κανόνα συμ­βαίνει στὸν Πορφύριο (Πυθαγ. βί. 1.1 κ.ἀ. συχνά), ἢ (β΄.) καὶ στὰ προηγούμενα καὶ στὰ ἑπόμενα (ποὺ ἐπεξηγοῦν ἢ ἀναλύουν τὰ προηγούμενα), ὅπως π.χ. στὸ Περὶ ἀποχ. 2.53-54 ἡ γοῦν ἱστορία οὐ μόνον ὧν Θεόφραστος ἐμνήσθη ἀλλὰ καὶ ἄλλων πλειόνων τὴν μνήμην παρέδωκεν ὡς καὶ ἀνθρώπους θυόντων τῶν πάλαι, καὶ οὐ δήπου διὰ τοῦτο καὶ βρωτέον ἀνθρώπους. (54) καὶ ὅτι ταῦτα οὐχ ἁπλῶς, ἀλλὰ πλήρους οὔσης τῆς ἱστορίας λέγομεν, αὐτάρκη καὶ ταῦτα παραστῆσαι. ἐθύετο γὰρ καὶ ἐν Ρόδῳ κ.λπ. καὶ στὸ 1.26-27 τοιαῦτα μὲν (...) περιείληπται. μέλλοντες δὲ πρός τε ταύτας καὶ τὰς τῶν πολλῶν ὑπολήψεις ἀντιλέγειν εἰκότως ἂν προλέγοιμεν ταῦτα. (27) πρῶτον μὲν τοίνυν ἰστέον ὡς οὐ παντὶ τῷ βίῳ τῶν ἀνθρώπων ὁ λόγος μου τὴν παραίνεσιν οἴσει· οὔτε γὰρ κ.λπ., μὲ τὸ γὰρ τοῦ ἐδῶ στ. 9 (ποὺ παραλείπεται στὴ μετάφραση τοῦ Χατζηιωάννου καὶ τῶν Patillon – Segonds14) νὰ ὁδηγεῖ μᾶλλον στὸ 2.53-54 παρὰ στὸ 1.26-27 καὶ νὰ ὑποδηλώνει –ὡς «δηλαδὴ» ἢ ἔστω ὡς «λοιπόν»– πὼς στὸ Περὶ Κύπρου καὶ Φοινίκης ὁ Ἀσκληπιάδης ἔκανε λόγο καὶ γιὰ τὰ ἐδῶ προηγούμενα (ὅπως ἀσφαλῶς καὶ ὁ Νεάνθης)· ἀλλὰ τὸ ἐδῶ ταῦτα (δὲν ἀποκλείεται ἐπίσης νὰ ἀναφέρεται (γ΄.) μόνο στὰ ἑπόμενα, ὅπως στὸ Περὶ ἀποχ. 4.22 (πβ. ταῦτα / τούσδε) λοιπὸν δὲ καὶ κατ' ἄνδρα ὀλίγας μαρτυρίας τῆς ἀποχῆς παραφέρωμεν· ἓν γὰρ καὶ τουτ' ἦν τῶν ἐγκλημάτων. τῶν τοίνυν Ἀθήνησιν νομοθετῶν Τριπτόλεμον παλαιότατον παρειλήφαμεν· περὶ οὗ Ἕρμιππος ἐν δευτέρῳ περὶ τῶν νομοθετῶν γράφει ταῦτα· «Φασὶ δὲ καὶ Τριπτόλεμον Ἀθηναίοις νομοθετῆσαι, καὶ τῶν νόμων αὐτοῦ τρεῖς ἔτι Ξενοκράτης ὁ φιλόσοφος λέγειν διαμένειν Ἐλευσῖνι τούσδε· γονεῖς τιμᾶν, θεοὺς καρποῖς ἀγάλλειν, ζῷα μὴ σίνεσθαι (...).“Πότερον γάρ”, φησίν, “ὅλως (...), εἰ μὴ γίγνοιντο τοῖς θεοῖς διὰ τῶν ζῴων θυσίαι”» (πβ. τὸ ἐδῶ ἀπόσπ. καὶ ὡς πρὸς τὸ θέμα [βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Νεάνθης ὁ Κυζικηνὸς] τῆς ὑπόθεσης ὅτι ὁ Πορφύρ. γνωρίζει καὶ παραθέτει τὸν Ἀσκληπιάδη μέσω τοῦ Νεάνθη· τὸ ἐδῶ (στ. 9) τὸ μὲν γὰρ πρῶτον κ.λπ. [σὲ σύγκριση μὲ τὸ ἀνωτ. “Πότερον γάρ”, φησιν, κ.λπ.] φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ ἄμεσα στὸν Ἀσκληπιάδη). Πιὸ πιθανὴ φαίνεται ἡ β΄ περίπτωση· μὲ πολὺν προ­βληματισμό, ἔτσι, μεταφράσαμε τὸ ἐκ τοιαύτης παρανομίας μὲ τὸ «ἀπὸ μιὰ τέτοια παρανομία» (ὅπως ὁ Χατζηιωάννου9) καὶ τὸ ταῦτα μὲ τὸ «αὐτά», ποὺ ἀφήνουν περιθώρια ἑρμηνειῶν συμβατῶν μὲ ὅσα ἀνωτέρω ἔχουν ὑποστηριχθῆ.

11. νόμωι φυσικῶι κεκωλῦσθαι: πβ. Περὶ ἀποχ. 4.2.1 κἑ. (κυρίως 9), καὶ 4.22.1 κἑ.

12. ἱερεῖον, 14. τοῦ ἱερείου: στὸν Ὅμηρο ἱερήϊον, Χ 159 (“a sacrificial animal” κατὰ τὸν N. Richardon ad loc.: CI125 VI. 124) καὶ ξ 94 ἱρεύουσ' ἱερήϊον («ζῷον πρὸς θυσίαν ἢ σφαγήν» LSK2 σ.λ. ἱερεῖον)· στὸν πληθ. ἱερήϊα (ξ 250 ἱερήϊα πολλὰ παρεῖχον θεοῖσίν τε ῥέζειν αὐτοῖσίν τε πένεσθαι καὶ ρ 600 ἄγειν ἱερήϊα καλά) καὶ συχνότερα ἱερά (Α 147 κ.ἀ. ἱερὰ ῥέξας κ.τ.τ. [βλ. καὶ ἀνωτ. 11 Ε7 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. ἔFερξα], κ.ἄ.)· ρῆμα ἱερεύω («σφάζω πρὸς θυσίαν, θυσιάζω» ἀλλὰ καὶ «σφάζω διὰ συμπόσιον» LSK2), οὐσ. ἱερεὺς («ὁ τὰς θυσίας ἐπιτελῶν ἱερεύς, θύτης» LSK2) καὶ ἱερωσύνη («τὸ ἀξίωμα τοῦ ἱερέως» στὸν Ἡρόδ. 3.142.4 κ.ἀ., καὶ στὸν πληθ. «ἱερατικαὶ ἐργασίαι, θυσίαι, τελεταί» LSK2), κ.ἄ. (βλ. Chantraine1 σ.λ. ἱερός [μὲ ἐτυμ.]· γιὰ τὴ διάκριση ἱερεύειν [καὶ ῥέζειν, σφάζειν] – θύειν βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. μηδὲ τοῖς θεοῖς θύειν, ὅπου καὶ ἀναφορὰ στὸ θύος [βλ. καὶ κατωτ. σημ. σ.στ. 21/24 σ.λ. θυσίαν / τῆι θυσίαι], γιὰ τὴ διάκριση ἱερεύειν καὶ θύεινἐναγίζειν Burkert ΑρΕΘ8 418 κἑ. [μὲ σημ. 8-10 καὶ 25] καὶ 550 κἑ.).

12-13. ψυχὴν ἀντὶ ψυχῆς αἰτουμένους: γιὰ τὴν «παλαιὰ καὶ σταθερὴ σύζευξη» λιτῶν (εὐχῆς, προσευχῆς) – θυσιῶν βλ. Burkert ΑρΕΘ8 170 κἑ. (μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία), καὶ ἀνωτ. 11 Ε35.(5) σχόλ. σ.λ. εὐχῆι· βλ. ἐπίσης σχόλια B. Hainsworth στὸ Ι 497 κἑ. (CIl26 ΙΙΙ. 127 κἑ.), καὶ γιὰ τὴν ἀλληγορία τῶν Λιτῶν καὶ τῆς Ἄτης Ἀ. Βοσκοῦ ΜΑΦ27 88 κ.ἀ. [MAPh227 104-5] καὶ Ἀλληγ. 307-28. Βλ. καὶ κατωτ. σημ. σ.στ. 21/24 σ.λ. θυσίαν / τῆι θυσίαι.

15. ἱερέα, 20 ἱερωσύνην: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 12 σ.λ. ἱερεῖον (...), καὶ Burkert ΜυΛΑ17 48 κἑ. κ.ἀ. (: Γεν. Εὑρ. σ.λ. ἱερεῖς), μὲ παραπομπές.

21. θυσίαν, 24. τῆι θυσίαι: Ἡ λέξη θυσία πρωτοεμφανίζεται στὸν Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙ (Εἰς Δημ.). 312 θυσιῶν (ποὺ ὁ Hermann28 διορθώνει σὲ θυέων) καὶ 368 θυσίαισι (ποὺ ὁ Ruhnken29 διορθώνει σὲ θυσίῃσι [πιθανῶς ὀρθά] καὶ ὁ Hermann28 σὲ θυέεσσι), καὶ στὴν Τιτανομ. ἀπόσπ. 6.2 θυσίας (ἀργότερα στὸν Πίνδ. Πυθ. 5.86 [Bowra30] θυσίαισιν, στὸν Ἡρόδ., κ.ἀ.). Ὁ Ὅμηρος, ἀντὶ τοῦ θυσία, χρησιμοποιεῖ τὸ θύος (Ζ 270 θυέεσσιν καὶ Ι 495 θυέεσσι, ο 261 θυέων, βλ. καὶ Ἡσ. Ἔργ. 338 θύεσσι), ἀλλὰ καὶ τὸ θυηλαί (Ι 220 [219-20:] θεοῖσι δὲ θῦσαι ἀνώγει [sc. Ἀχιλλεὺς] | Πάτροκλον, ὃν ἑταῖρον· ὁ δ' ἐν πυρὶ βάλλε θυηλάς), καὶ τὰ ἐπίθ. θυήεις καὶ θυώδης (βλ. ΑΚυΓ1/1β´18 5 Υ1 σχόλ. σ.στ. 58-59, μὲ παράλληλα χωρία, παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία). Ἀξίζει νὰ παραλληλίσει κανεὶς τὰ Ι 499 θυέεσσι καὶ εὐχωλῇς ἀγανῇσι καὶ Πλάτ. Πολ. 364d κἑ. (ὅπου παράθεση καὶ σχολιασμὸς τοῦ Ι 497-501) θυσίαισι καὶ εὐχωλαῖς ἀγαναῖσιν (364d, ἀλλὰ ἀγανῇσιν 365e) ἀφ' ἑνός (βλ. CIl26 III. 127: σημ. Hainsworth στὸ Ι 498), καὶ ἀφ' ἑτέρου τὰ Ἡσ. Ἔργ. 338 σπονδῇσι θύεσσί τε (v.l. σπονδῇ θυέεσσί τε) ἱλάσκεσθαι, Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙ (Εἰς Δημ.). 368 θυσίαισι... ἱλάσκωνται (βλ. West WD6 σελ. 241 σημ. σ.στ. 338 καὶ Richardson Dem.31 σσ. 261 καὶ 275 σημ. σ.στ. 312 καὶ 368, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία). Ἀξιοσημείωτο ἐπίσης εἶναι ὅτι στὸν Θουκ. –ὅπου ἡ λέξη θυσία ἐμφανίζεται συχνά (βλ. χαρακτηριστικὰ 3.58.5 καὶ 8.70.1)– στὸ 1.126.6 τὰ ἱερεῖα (βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.λ.) ἀντιπαρατίθενται πρὸς τὰ θύματα (κατὰ τὸν ἀρχ. Σχολ. «πλακούντια ἢ ζυμαρικὰ ἀπεικονίζοντα ζῷα» LSK2 σ.λ.): πανδημεὶ θύουσι πολλὰ οὐχ ἱερεῖα, ἀλλ' <ἁγνὰ> θύματα ἐπιχώρια (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. μηδὲ τοῖς θεοῖς θύειν).

20.23. ὃς (...) περιέπιπτεν: Ἡ παράδοση τοῦ κειμένου φαίνεται νὰ νοσεῖ· ἡ διόρθωση τοῦ διαλείποντος σὲ διαλιπόντος (στ. 21) ἀπὸ τὸν Nauck32 καὶ τοῦ ὅστις σὲ ὅτι (στ. 21-22) ἀπὸ τὸν Hercher33 ἔγινε ὀμόφωνα στὴν πρώτη περίπτωση καὶ σχεδὸν ὁμόφωνα στὴ δεύτερη (μὲ τὸν Müller10 νὰ γράφει ἐπεὶ ἀντὶ ὅτι) ἀποδεκτή. Ἀλλὰ τὸ περιέπιπτεν (στ. 23) τῆς χφ. παράδοσης, ποὺ ἐμφανίζεται σταθερὰ σὲ ὅλες τὶς ἐκδόσεις (μολονότι ὁ Nauck32 στὸ κριτ. ὑπόμν. του πρότεινε περιέπεσεν) φαίνεται νὰ ὑποδεικνύει ὅτι δὲν ἀποκλείεται καὶ τὸ διαλείποντος νὰ ἔχει ὀρθῶς, ὅπως καὶ τὸ ὅστις, δηλώνοντας πρόθεση τοῦ συγγραφέα νὰ δείξει ὅτι ἡ ἐκ παρα­νομίας σαρκοφαγία δὲν περιορίστηκε στὸν νέον ἱερέα. Μὲ ἀμφιβολίες κρατήσαμε –ὡς πιὸ πιθανὸ– τὸ κείμενο μὲ τὶς διορθώσεις τῶν Nauck32 καὶ Hercher33.

26 κἑ. Ὁ Müller10 θεωρεῖ ὅτι τὸ ἀπόσπ. τοῦ Ἀσκληπιάδη δὲν τελειώνει στὸ κολάζειν ἀλλὰ στὸ διέμεινεν (γράφοντας: διέμεινε.»), ὅπως καὶ ὁ Χατζηιωάννου στὸ ΑΚΕΠ9 Γα΄ 74 (τέλος ἀποσπ.: διέμενεν».) / ἀλλὰ: κολάζειν.» Β΄ 121). Τὸ τοὺς Σύρους ὅμως τῆς ἀρχῆς τοῦ κεφαλαίου (ἐδῶ στ. 1) καὶ τοῦ πρώτου στίχου τοῦ παρατιθέμενου ἀποσπ. τοῦ Μενάνδρου (ἐδῶ στ. 28) –καὶ ἡ ὅλη δομὴ τοῦ κεφ. 15 τοῦ Περὶ ἀποχ. ἔργου τοῦ Πορφυρίου– δὲν ἀφήνει πολλὰ περιθώρια ἀμφιβολίας ὅτι τὸ παρατιθέμενο ἀπόσπ. τοῦ Ἀσκληπιάδη τελειώνει στὸ κολάζειν (ἔστω κι ἂν ὁ Κύπριος συγγραφέας δὲν περιοριζόταν ἐδῶ στὸ Περὶ Κύπρου καὶ Φοινίκης ἔργο του: βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 6 σ.λ. Ἀσκληπιάδης καὶ κατωτ. F2 σχόλ. σ.στ. 1).

28 κἑ. Γιὰ τὸ παρατιθέμενο ἀπόσπ. τοῦ Μενάνδρου (754 S. = 544 Kock34) βλ. τὸ κριτ. ὑπόμν. τῆς ἔκδοσης Sandbach35 καὶ τὰ σχόλια Gomme – Sandbach (Men. Comm. σσ. 720-21, ὅπου τὸ αὑτῶν ἀκρασίαν ἑρμηνεύεται ὡς “failure to control themselves”, εὔστοχα· βλ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν ἄκρητον οἶνον ΑΚυΓ1/1β´18 3 F12 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἄριστον).

b.1. Neanthes Cyzicenus: Ἡ χειρόγραφη παράδοση δίνει τὸν τύπο Euanthes (ποὺ υἱοθετεῖ ὁ Vossius22, σσ. 364 [Euanthes Cyzicenus] καὶ 507 [Asclepiades]· ὁ Müller10 διόρθωσε σὲ Neanthes, κι ἡ διόρθωσή του ἔγινε ἔκτοτε γενικὰ ἀποδεκτή. Στὸν Νεάνθη, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀνωτ. ἀναφορά του ἀπὸ τὸν Πορφύριο (στὸν ὁποῖο ἀναντίρρητα στηρίζεται –κι ὄχι μόνον ἐδῶ– ὁ Ἱερώνυμος), τὴ μοναδικὴ στὸ Περὶ ἀποχ., γίνεται μνεία καὶ στὸ Πυθαγ. βί. 1-2 (FGrH11 84 F 29a [FHG10 30, καὶ 17], δίς: Κλεάνθης στὴ χφ. παράδοση), 55 (F 30 [18]: Νεάνθης), 61 (F31a [22(b)]: Νεάνθης). Τὸ Κλεάνθης ἀντὶ τοῦ Νεάνθης ἀπαντᾶ στὴ χφ. παράδοση καὶ στὰ F 9 [35, Ἀθήν.], F 17b [3b, Σχόλ. Ἀριστοφ. Ἱππ. 84], ἴσως F 40 [Ἀγὼν Ὁμ. καὶ Ἡσ. 3] καὶ F 42 [Σχόλ. Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 1.308]· τὸ Εὐάνθης ἀντὶ τοῦ Νεάνθης στὰ F 11 [34, ὅ.π. 1.1063: «Νεάνθης?» Müller10] καὶ F 12 [34(b), ὅ.π. 1.1065], F 21a [13, Διογ. Λαέρτ. 3.3] 9 ἴσως καὶ F 41 [33, Πλιν. Φυσ. ἱστ. 8.81 Euanthes = Νεάνθης (Müller10) ?), πβ. καὶ F 22 [14, Διογ. Λαέρτ. 3.25: “φησι(ν) ανθης PQVπ” κατὰ τὸν Jacoby11) καὶ F 37 [26, Ἁρποκρ. σ.λ. Ἄττης: “δεδήλωκεν ὁ ἄνθης Α” Jacoby11]. Νὰ θεωρήσει κανεὶς τὸ Κλεάνθης ὡς τὸ πραγματικὸ ὄνομα καὶ τὰ Νεάνθης καὶ Εὐάνθης (καὶ Ἄνθης) ὡς παρωνύμια, θὰ ἦταν ἴσως εὔλογο (Εὐάνθης ἀπὸ τὴν Κύζικο δὲν ἀπαντᾶ ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀθλητὴ ποὺ μνημονεύει ὁ Παυσανίας 6.4.10 Εὐάνθει δὲ Κυζικηνῷ γεγόνασι πυγμῆς νῖκαι, μία μὲν ἐν ἀνδράσιν Ὀλυμπική, Νεμείων δὲ ἐν παισὶ καὶ Ἰσθμίων· στὸν Διογ. Λαέρτ. 1.29 μνημονεύεται Εὐάνθης ὁ Μιλήσιος καὶ στὸν Ἀθήν. 7, 296c Εὐάνθης ὁ ἐποποιός, βλ. καὶ RE12 σ.λ. Euanthes 5.-7.). Οὕτως ἢ ἄλλως ὅμως οἱ ἀνωτέρω διαπιστώσεις περιπλέκουν ἀκόμα περισσότερο τὴν περὶ τὸν Νεάνθη τὸν Κυζικηνὸ ἀβεβαιότητα καὶ καθιστοῦν ἀδύνατη τὴ χρησιμοποίησή του ὡς βάσεως γιὰ τὴ χρονολόγηση τοῦ Ἀσκληπιάδη (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 6).

  1. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  2. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑
  3. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .
  4. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  5. Yerkes, R. K. (1953), Sacrifice in Greek and Roman Religions and Early Judaism, London.a↑ b↑
  6. West, M L. (1978), Hesiod, Works and Days, Oxford.a↑ b↑
  7. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1990), The Iliad: A Commentary, Vol. II: books 5-8, Cambridge.
  8. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑
  9. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑
  10. Müller, K. & Müller T. (1841-1872), Fragmenta Historicorum Graecorum, Vols. I-V, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑
  11. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑
  12. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  13. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.a↑ b↑
  14. Patillon, M. & et al. (1977-1995), Porphyre, De l'abstinence, Vols. I-III, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  15. Bidez, J. (1913), Vie de Porphyre. Le philosophe Néo-platonicien, avec les fragments des traités Περὶ ἀγαλμάτων et De regressu animae, Leipzig.
  16. Κυρτάτας, Δ. Ι. (2000), Ιερείς και Προφήτες (Η παραγωγή και η διαχείριση του δόγματος στον πρώιμο χριστιανισμό), Αθήνα.
  17. Burkert, W. (1994), Μυστηριακές Λατρεῖες τῆς Ἀρχαιότητας, μτφρ. Ματθαίου, Ἔ. Ἀθήνα.a↑ b↑
  18. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  19. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  20. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.
  21. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  22. Vossius, G. H. (1651), De Historicis Graecis (Libri IV), Leiden.a↑ b↑
  23. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.
  24. Κύννερος, Ρ. (1879-1884), Μεγάλη Γραμματικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Ἀθῆναι.
  25. Richardson, N. & Kirk G. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. VI: books 21-24, Cambridge.
  26. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.a↑ b↑
  27. Βοσκοῦ, Ἀ. Ἰ. (1974), Μελέαγρος – Ἀχιλλεὺς καὶ Φοῖνιξ: Συμβολὴ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἑνότητος τῆς Ἰλιάδος, Σειρὰ ἐπιστημονικῶν διατριβῶν, 1 Λευκωσία.a↑ b↑
  28. Hermann, G. (1806), Homeri hymni et epigrammata, Leipzig.a↑ b↑
  29. Ruhnken, D. (1782), Homeri Hymnus in Cererem, Leiden.
  30. Bowra, C M. (1935), Pindari Carmina, Oxford.
  31. Richardson, N J. (1974), The Homeric Hymn to Demeter, Oxford.
  32. Nauck, A. (1889), Tragicorum Graecorum Fragmenta, 2nd ed., Leipzig.a↑ b↑ c↑
  33. Hercher, R. (1864), Aeliani De natura animalium libri XVII, Vols. I, vol. II: Varia Historia etc., 1866, Leipzig.a↑ b↑
  34. Kock, T. (1880-1888), Comicorum Atticorum Fragmenta, Vols. I-III, Leipzig.
  35. Sandbach, F. H. (1972), Menandri reliquiae selectae, Oxford Classical Texts Oxford.