You are here

E7

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      1Ἐγώ ἐμ'2  Ἀριστοκρέτης3 , κά  μεν4 ἔστασαν [κα]σίγνητοι5 
2     μεμναμένοι6 εὐϜεργεσίας τάς7 ↓ παι  εὖ ποτ'8 ἔϜερξα .

  1. Epigramma sepulcrale distichum literatura Cypria syllabica una linea sinistrorsum incisum, ita legendun (vid. Mass. Hans. aliosque): e-ko· e-mi· a-ri-is-to-ke-re-te-se· ka-me-ne-se-ta-sa-ne· [ka]-si-ke-ne-to-i· me-ma-na-me-no-i· e-u-we-re-ke-si-a-se· ta-sa-pa-i· e-u-po-te· e-we-re-xa
  2. 1 ἐγώ ἐμ' metri gratia scripsimus coll. ι 19 εἴμ' Ὀδυσεὺς al. sim. (vid. infra s.v.), cf. ἐγώ ἠμ(ι) Meist. coll. Soph. Phil. 585 ἐγώ εἰμ' Ἀτρείδαις δυσμενής: ἐγὼ ἐμὶ Hoffm. Hadj.; ἐγˉο´ ˉε᾿μι Schw. Pfohl; ἐγώ ἠμι Mass. al.
  3. Ἀριστοκρέτˉες Schw. Pfohl
  4. κά μεν? Mass. Neum.; «an κάμεν = κάμμεν‹κάς μεν ‹"καί με")?» Hans.
  5. κασίγνˉετοι Schw. Pfohl
  6. 2 μεμναμένοι plerique: μεμνάμενοι Pfohl Hadj.
  7. τάςaut τᾶς edd. (vid. infra ad loc.)
  8. ποτ' Hoffm., cf. ποτ(ε) Meist.: ποτε cett. (fort. recte).

Ἐγώ εἶμ' ὁ Ἀριστοκρέτης, καὶ μ' ἔστησαν τ' ἀδέλφια μου
στὴ μνήμη ἀνακαλώντας τὰ καλὰ τὰ ὅποια κάποτ' ἔπραξα.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο στὸ Κυπριακὸ συλλαβάριο χαραγμένο σὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ τὰ δεξιὰ πρὸς τὰ ἀριστερὰ σὲ ἀνάγλυφο ἀέτωμα ταφικοῦ μνημείου ποὺ βρέθηκε στὴ νεκρόπολη τῶν Γόλγων (ἀνασκαφὲς Cesnola 1873, τώρα στὸ Metropolitan Museum τῆς Ν. Ὑόρκης ἀρ. 74.51.2317). Τὸ γλυπτὸ ἀέτωμα ἔχει μῆκος 121 ἑκατ. καὶ ὕψος στὸ κέντρο 34.5 καὶ 18.5 στὰ ἄκρα, παριστάνει δὲ στὸ κέντρο δύο μορφὲς ποὺ θρηνοῦν, ἕνα λιοντάρι σὲ κάθε πλευρὰ ξαπλωμένο καὶ δυὸ μικρὲς μορφὲς στὰ ἄκρα (βλ. ICS1 261 μὲ πίν. XLIV.1, πβ. Cesnola Atlas2 Ι πίν. LXXV.563 καὶ Myres HCC1 1857). Tὸ χαραγμένο στὸ κάτω μέρος τοῦ ἀετώματος συλλαβικὸ κείμενο δίνει ἕνα δίστιχο ἐπίγραμμα σὲ δακτυλικὸ ἑξάμετρο (μὲ μετρικὰ προβλήματα ποὺ συζητοῦνται στὴ συνέχεια). Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν Gjerstad (βλ. ICS1 σελ. 282 σημ. 4) στὴν Κυπροελληνιστικὴ περίοδο I, μετὰ τὸ 325 μ.Χ., καὶ ἀπὸ τὸν Χατζηιωάννου στὸν 4ον αἰ. π.Χ. (ΑΚΕΠ3 Δβ´ 82). Φωτογραφία τοῦ ἐπιγράμματος στὸν Cesnola ὅ.π. ΙΙΙ πίν. 137, ἀπεικόνιση ἀπὸ τοὺς Birch (TSBA 4 [1876] 20 ἀπέναντι) καὶ Hall4 (πίν. IV.16 καὶ VIII.24).

1. Ἐγώ ἐμ' : πβ. ἐγώ ἠμ(ι) τοῦ Meister, ὁ ὁποῖος παραβάλλει πρὸς τὸ Σοφ. Φιλ. 585 ἐγώ εἰμ' Ἀτρείδαις δυσμενής. Παράλληλα χωρία μὲ ἔκθλιψη τοῦ τελ. ι τοῦ εἰμι βρίσκει κανεὶς πολλὰ (χαρακτηριστικὸς ὁ ὀνομαστὸς Ὁμηρ. στ. ι 19 εἴμ' Ὀδυσεὺς Λαερτιάδης κ.λπ., μὲ τὸ ἐγὼ στὸν στ. 17)· γιὰ τὴν πιθανῶς ἀπαιτούμενη ἐδῶ συνίζηση πβ. Ἀρχιλ. ἀπόσπ. 23.13 W.5 οὐ]δ' οἷός εἰμ' ἐγὼ [ο]ὗτος οὐδ' οἵων ἄπο (-γὼ οὗ- μία μακρὰ συλλ.) κ.ἀ.· βραχὺ ε- σὲ τύπους τοῦ εἰμὶ ἀπαντᾶ συχνά (Ὁμηρ. καὶ μεθομηρ. ἔμεν καὶ ἔμεναι, βλ. καὶ Hoffmann6 σημ. στὸ ἐδῶ ἐμί), ἀντὶ βραχείας μακρὰ συλλαβὴ (ἢ: βραχὺ σὲ μακρὰ συλλ.) κατωτ. σχόλ. γιὰ τὸ μεμναμένοι κ.ἀ. (βλ. καὶ Hansen7 σημ. στὸ χωρίο). Ἡ μετρικὴ δυσκολία τοῦ στ. συνίσταται στὸ ὅτι τὸ- τῆς ἑπόμενης λέξης δίνει τὴ β´ βραχεία συλλ. τοῦ α´ μέτρου, ποὺ πρέπει ἑπομένως νὰ ἔχει τὴ μορφὴ – ÈÈ, προσωδία ποὺ θὰ δινόταν ἄριστα μὲ τὸ ἠμὶ (ἢ ἐμὶ).: χωρὶς τὸ ἐγώ, ποὺ γι' αὐτὸν τὸν λόγο θεωρεῖται πρόσθετο ἐδῶ ὁλόκληρο (βλ. π.χ. Hoffmann, BKIS 14 [1888] 281 κἑ.) ἢ ὡς πρὸς τὴν πρώτη του συλλαβή, μὲ συνίζηση στὴ συνέχεια (βλ. Hansen7 ὅ.π., μὲ παραπομπὲς): «de syllaba ante initium hexametri ('Auftakt') cf. n. 868.4 [= ἀνωτ. Ε6-3], de hiatu n. 868.5, de longa in brevi ([κα]σῐ´γνητοι [cf. West 17], μεμνᾰ´μενοι, fortasse κά [v. infra]) n. 715.3 [= κατωτ. Ε6.3]; v. porro n. 868 cum adn.» (πβ. καὶ ΕΚυΕ8 2.6). Ἡ λύση τῆς πρόσθετης ἀρχικῆς συλλαβῆς φαίνεται ἐδῶ πιθανή, ἢ μὲ γραφὴ |γὼ ἠε᾿)μὶ Ἀ-| καὶ συνίζηση (-γὼ -) ἢ μᾶλλον μὲ γραφὴ |γώ ἐμ' Ἀ- χωρὶς συνίζηση ἀλλὰ μὲ ἔκθλιψη τοῦ -ι (φαινόμενο κανονικὸ στὰ Κυπριακὰ ἐπιγράμματα: βλ. ΕΚυΕ8 2.10β´-γ´). Δὲν ἀποκλείεται ὅμως καὶ ἡ μετρικὴ ἀνάγνωση τοῦ ἐγώ ἐμ' Ἀ- ὡς τρισύλλ., μὲ συνίζηση τοῦ -γώ ἐ- καὶ βράχυνση, ἢ ἀκόμα καὶ μὲ ἔκθλιψη τοῦ τελ. ˉο (βλ. ΕΚυΕ8 2. 10γ´ μὲ πίν.), ὁπότε πρέπει ἐδῶ νὰ γράψουμε ἐγὼ ἔμ' Ἀριστοκρέτης.

Ἀριστοκρέτης: συχνὴ εἶναι ἡ ἐμφάνιση σὲ Κυπρ. ἐπιγρ. κυρίων ὀνομάτων μὲ α´ συνθ. τὸ Ἀριστο- (βλ. ἀνωτ. Ε3 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Ἀριστοκλέος, βλ. καὶ Egetmeyer9 19-21) καὶ μὲ β´ συνθ. τὸ -κρέτης ἢ -κράτης: ICS1 103 Τιμοκρέτεος (Τιμόκυπρος ὁ Τ. ἐπέστασε ΚιλικᾶϜι τῶι κασιγνήτωι: πβ. πρὸς τὰ ἐδῶ ἑπόμ.), 251 Κιλικᾶ(ς) με κατέστασε ὁ Στασικρέτεος, 338 Σωκρέτεος, κατωτ. Ε10.2 Ἀριστοκράτης, κ.ἀ. (βλ. Σακελλαρίου Κυπρ.10 Β´ νη´, καὶ G. Neumann11, "Beiträge zum kyprischen, XIV", Kadmos 32 [1993] 54, κ.ἀ.). Ὁ Buck (GD12 49.2 καὶ 189.9) σημειώνει ἐπίσης τὸν τύπο κρέτος=κράτος γιὰ τὴν Αἰολ. καὶ ἀναφέρει τὰ ἀνωτ. ὀνόματα στὴν Ἀρκαδοκυπριακή, ἐνῶ ὁ Chadwick (HGLC13 59) ἑρμηνεύει τὰ ὀνόματα αὐτὰ ὡς ἀρχαϊσμὸ βασισμένο στὸ κρέτος ποὺ διέσωσε ἡ Λεσβ. ποίηση (σημειώνοντας τὴν ἀπουσία κυρίου ὀνόματος μὲ αὐτὸ τὸ β´ συνθ. στὴ Μυκηναϊκή). Ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ3 Γβ´ 159) ἐντάσσει τὰ ὀνόμ. αὐτὰ στὸ γενικὸ φαινόμενο τροπῆς τοῦ α σὲ ε στὴν Κυπριακὴ δίπλα στὸ ὑγρὸ (βλ. καὶ ΑΚΕΠ3 Γβ´ § 23), ἐνῶ ὁ R. Virédaz ("La graphie des groupes de consonnes en Mycénien et en Cypriote", Minos 18 [1983] 188 § 43) ἐντάσσει τὸ φαινόμενο στὶς ὁμάδες μὲ νεκρὸ φωνῆεν (voyelle morte) ὅπου αὐτὸ γίνεται ὅμοιο μὲ τὸ φωνῆεν τῆς προηγ. ἢ τῆς ἑπόμ. συλλαβῆς (A-ri-si-to-ke-re-te-se). Πβ. Hansen7 σημ. ad loc. [("Ἀριστοκρέτης) Forma Cypria est."] καὶ βλ. ΕΚυΕ8 1.22 (σ.λ.).

κά: κάς, = καί, βλ. Ἡσύχ. σ.λ. κάς· Κύπριοι ἀντὶ τοῦ καί (βλ. καὶ ΑΚΕΠ3 Γβ´ 158, ὅπου ἡ σημ. ὅτι «Ἡ γλῶσσα ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὲς Κυπριακὲς ἐπιγραφές, ὅπως: ICS1 2.3 κὰς κατεσκεύϜασε, 234.2 κάς μι κατέθηκε, 217.1 κὰς ΚετιῆϜες»). Γιὰ τὴν ἐδῶ περίπτωση ὁ E. Risch (βιβλιοκρ. Masson, ICS1: Kratylos 10 [1965] 91) προτείνει ἀναγωγὴ στὸ κατά μεν ἔστασαν (κατέστασαν, μὲ τμήση) > κάμ μεν ἔστασαν (κάτ μὲ ἀποκοπὴ τοῦ α, καὶ συμπνευματισμὸς τοῦ τελ. τ μὲ τὸ ἑπόμ. μ)> κά μεν ἔστασαν· ἡ πρόταση εἶναι ἑλκυστικὴ καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ παράλληλα χωρία (ICS1 251 μὲ κατέστασε [βλ. σημ.], κ.τ.τ.). Ἡ παρουσία ὅμως συνδέσμου ἢ ἀνάλογου μορίου φαίνεται ἐδῶ σχεδὸν ἀπαραίτητη. Καὶ τὸ κὰκὰς μὲ τὴ σημασία τοῦ καὶ ἀπαντᾶ ἀναμφίβολα σὲ πολλὰ Κυπριακὰ χωρία, ὅπως τὰ ἀνωτ. παρατιθέμενα, ἄσχετα μὲ τὴ σχέση τοῦ κὰ πρὸς τὸ κὰς (πβ. ἀνωτ. Ε5 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Χαετᾶ γιὰ τὸ τελ. -ς) καὶ κυρίως ἄσχετα μὲ τὴν ἐτυμολογική τους σύνδεση μὲ τὸ καὶ ἢ τὸ κατι- (Χεττ. kati = μαζί, βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λ. κασίγνητος) καὶ τὴν ἀρχική τους σημασία: Βλ. κυρίως Frisk14 καὶ Chantraine15 (σ.λλ.)· Lüttel16, Κάς und καί 28 κἑ. καὶ 105· V. Pisani17, "Hom. κασίγνητος, kypr. κάς und Verwandtes", ZVS 77 (1961) 246-51, μὲ πλούσια βιβλιογραφία· ΕΚυΕ 1.23 (σσ. 43-46).

κά μεν ἔστασαν: ka-me-ne-se-ta-sa-ne, = καί με ἔστησαν (ÈÈ, – –, –), μὲ πολλὰ παράλληλα χωρία σὲ ἐπιγράμματα (βλ. κυρίως GVI18 137 κἑ., Typus: μνῆμα (σῆμα) τόδ' ἔστησεν (ἔστησα) ὁ δεῖνα τῶι δεῖνι (ἐμοί), κυρίως c) ἔστησεν (ἔστησα) ὁ δεῖνα τὸν δεῖνα (ἐμέ), πβ. EpAp19 1.251.2 ἐστάσαντό με καὶ 3.102.1 κἑ. Εἰμὶ Νεοπτόλεμος Κρεσσοῦ, τρισσῶν δ' ἕν' ἀδελφῶν | ἔστασαν Τλωεῖς, κ.τ.τ.). Ὁ E. Risch, ὅπως ἔχουμε δεῖ ἀνωτ., ὑποθέτει ἀναγωγὴ στὸ κατέστασάν με (κατὰ μὲν ἔστασαν κ.λπ.), ἐνῶ ὁ G. Neumann (Kadmos 21 [1982] 91 κἑ.) προτείνει μεταγραφὴ σὲ κά με ()νέστασαν, σημειώνοντας ὅτι τὸ ρ. ἐνίστημι (μὲ ἀντίστοιχο Κυπρ. ἰνίσταμι) εἶναι καλὰ μαρτυρημένο καὶ παραπέμποντας στὸν Ἡρόδ. 2.102.4 στήλας ἐνίστη ἐς τὰς χώρας. Ἡ ἀπουσία ὅμως τοῦ -, σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση, δύσκολα ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὶς μετρικὲς ἀνάγκες καὶ τὴν ποιητικὴ πρόθεση νὰ ἀποφευχθῆ χασμωδικὴ συνάντηση -ε καὶ - (ὅπως πιστεύει ὁ Neumann20), ἐνῶ τὸ μεν (me-ne) ἑρμηνεύεται πειστικὰ ὡς αἰτ. ἑνικ. τῆς προσ. ἀντων. α´ προσ. (ἐγκλιτ. τύπος με), μὲ τελ. -ν ἐφελκυστικὸ ἢ ἐπιτατικὸ κ.τ.τ. (βλ. ἀνωτ. Ε5 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἐγών) ἢ μὲ μόριο νε (νι στὴν Ἀρκαδ. κ.ἀ. καὶ νυ, καὶ ὅνεὅνιὅνυ [δεικτ. ἀντων.]): βλ. Meister, BSG 62 [1910] 24-25, πβ. ὅμως Masson, ICS1 261 μὲ σημ. 7, κ.ἄ.). Ἀναλυτικά: ΕΚυΕ8 1.24 (πβ. 1.23). (Γιὰ τὸ ἔστασαν βλ. καὶ κατωτ. Ε51 σχόλ. σ.στ. 1-2.)

[κα]σίγνητοι: [ka]-si-ge-ne-to-i, = ἀδελφοί, πβ. ICS1 103 ἐπέστασε ΚιλικᾶϜι τῶι κασιγνήτωι καὶ 153 ἐπέστασαν τᾶι κασινήται Ὀνασιτίμαι (μὲ σημ. Masson1 στὸ 153, ὅπου ἀναφορὰ στὸ τοῦ Ἡσυχ. καἱνίτα· ἀδελφή, πβ. καὶ καἱνίτας· ἀδελφούς καὶ ἀδελφάς, βλ. καὶ ΑΚΕΠ3 Γβ´ 275). Τὸ ὄνομα, συχνὸ ἤδη στὸν Ὅμηρο μὲ τὴ σημ. τοῦ ἀδελφεός/ἀδελφός ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρύτερη ἔννοια τοῦ συγγενοῦς (βλ. συνοπτικὰ Comm. Il.21 στὸ Ο545-6, καὶ C. M. Bowra22, "Homeric words in Cyprus", JHS 54 [1934] 65, πβ. LSJ923 σ.λ., κ.ἄ.), ἀπαντᾶ συχνότατα στὴν Κύπρο (χαρακτηριστικά, ἑξάκις στὴν ἐπιγρ. τοῦ Ἰδαλίου ICS1 217. 3-14, σὲ πληθ.: γεν. -ων, δοτ. -οις, αἰτ. -ος) καὶ ἀναφέρεται συνήθως ὡς Κυπριακός, ἀντὶ τοῦ θεωρούμενου ὠς ἀμάρτυρου σ' αὐτήν (βλ. ὅμως κατωτ. Ε19.1 ἀδελφοῦ, μὲ σχόλ. στὸ χωρίο) ἀδελφός / -εός (ποὺ δείχνει στὴν κυριολ. τὸν ὁμογάστριονὁμομήτριον, ἀφοῦ, κατὰ τὸν Ἡσύχ., ἀδελφοί· οἱ ἐκ τῆς αὐτῆς δελφύος γεγονότες. δελφὺς γὰρ ἡ μήτρα λέγεται.). Ἡ ἐτυμ. τοῦ κασίγνητος ὡς πρὸς τὸ β´ συνθ. εἶναι προφανής (-γνη-: γίγνομαι, γνήσιος κ.λπ.), ἀλλ' ἀβέβαιη ὡς πρὸς τὸ α´ συνθ. κασι-, ποὺ πρέπει νὰ δείχνει τὸ ὁμοῦ (ὁμο-, πβ. ὁμο-γεν-ής) ἢ τὸν ἀδελφόν (= ἀδελφὸς γνήσιος)· πβ. Ἡσύχ. σ.λ. κάσιοι (ἀντὶ κάσιες?)· οἱ ἐκ τῆς αὐτῆς ἀγέλης ἀδελφοί τε καὶ ἀνεψιοί. καὶ ἐπὶ τῶν θηλειῶν οὕτως ἔλεγον οἱ Λάκωνες. καὶ Εὐριπίδης Ἑκάβῃ (361 καὶ 943 κάσιν = ἀδελφήν, πβ. Αἰσχ. Ἑπτ. 674 κασιγνήτωι κάσις = ἀδελφῶι ἀδελφός, Σοφ. Οἰδ. Κολ. 1440 κάσι = ἀδελφέ: ἡ Ἀντιγόνη στὸν Πολυνείκη, καὶ μεταφ. Αἰσχ. Ἑπτ. 494 αἰόλην πυρὸς κάσιν καὶ Ἀγαμ. 494-5 κάσις | πηλοῦ ξύνουρος διψία κόνις). Ἀπὸ ὅλα τοῦτα καὶ πολλὰ ἄλλα παρόμοια μπορεῖ, νομίζουμε, νὰ συμπεράνει κανεὶς ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ γνησίου ἀδελφοῦ δὲν εἶναι κατ' ἀνάγκη πρωτογενὴς καὶ αὐτὴ τοῦ ὁμοῦ γενομένου ὑστερογενής, ὅπως συχνὰ τονίζεται, ἀλλὰ μᾶλλον τὸ ἀντίθετο συμβαίνει (βλ. π.χ. Εὐστάθ. στὸ Τα 294 ὅλως δὲ ἐδέησεν ἑρμηνείας εἰς τὸ κασιγνήτους διὰ <τὸ> καὶ τοὺς ἁπλῶς συγγενεῖς οὕτω ποτὲ λέγεσθαι, ὡς ἀλλαχοῦ δεδήλωται, κ.τ.τ. ἀλλοῦ), ὅπως φαίνεται νὰ δηλώνει καὶ ἡ ἀνάγκη περαιτέρω προσδιορισμοῦ ἤδη στὸν Ὅμηρο (αὐτοκασίγνητος, πατροκασίγνητος [= θεῖος κατὰ τὸν Εὐστάθ. στὸ Φ 469], Μ371 κασίγνητον καὶ ὄπατρον [βλ. Εὐστάθ. στὸν στ.], κ.τ.τ.). Αὐτὸ σημαίνει κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὅτι τὸ Χεττ. kati (= ὁμοῦ, μαζί: βλ. ἀνωτ. σ.λ. κά) δείχνει πρὸς ποιάν κατεύθυνση πρέπει νὰ ἀναζητηθῆ ἡ ἐτυμ. τοῦ κασίγνητος (καὶ πιθανῶς τοῦ κάκάς). Περισσότερα: Lüttel16, Κάς und καί 42 κἑ. καὶ Pisani17 ὅ.π. (ZVS 77 [1961] 264 κἑ.).

2. μεμναμένοι εὐϜεργεσίας τάς (...): ἄλλοι γράφουν τᾶς, σὲ γεν. ἑνικοῦ. Τόσο ἡ σύνταξη μὲ αἰτ. ὅσο καὶ ἡ σύνταξη μὲ γεν. τοῦ μιμνήσκομαι εἶναι καὶ δόκιμες καὶ συχνές (ἤδη στὸν Ὅμηρο, καὶ σὲ ἐπιγράμματα: π.χ. Ἀνθ. 7.321.2 πολλῶν μνησα­μένη τῶν ἐπὶ σοὶ καμάτων καὶ 16.366.4 μνήσατο σῶν καμάτων καὶ μετὰ πότμον ἄναξ, 11.118.2 ἐμνήσθην αὐτοῦ τοὔνομα κἀπέθανον καὶ 12.182.3 μέμνημαι γὰρ ἐκεῖνα τὰ δύσμαχα, κ.τ.τ.)· προτιμήσαμε τὴ σύντ. μὲ αἰτ., γιατὶ ὁ πληθ. ἠχεῖ πιὸ πρόσφορος ἐδῶ τόσο ἀπὸ ἄποψη προκαλούμενης ἐντύπωσης ὅσο καὶ γιὰ λόγους συντακτικοὺς (ἔϜερξα + αἰτ., ἂν γράψουμε γεν. τᾶς πρέπει νὰ τὴ θεωρήσουμε ὡς καθ' ἕλξη), μολονότι τὸ μιμνήσκομαι μὲ αἰτ. σημαίνει κατὰ κανόνα: ἀνακαλῶ στὴ μνήμη μου, ἐνθυμοῦμαι (LSJ923 σ.λ., Ι. 1 "remind oneself of a thing, call to mind"), ἐνῶ μὲ γεν. καὶ ὅ,τι ἀνωτ. καὶ: ἀνακαλῶ στὴ μνήμη καὶ ὑπενθυμίζω, μνημονεύω, κάνω μνεία (LSJ923 II. "make mention of")· κι ἐδῶ δύσκολα ἀποκλείει κανεὶς τὴ δεύτερη ἔννοια, μόνη ἢ ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴν πρώτη (ὅπως συμβαίνει συχνὰ στὰ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα). Ἡ φράση μεμναμένοι εὐϜεργεσίας μόνον ἐδῶ, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, ἀπαντᾶ (πβ. ὅμως ἀντ' εὐεργεσίης, εὐεργεσίας ἕνεκεν κ.τ.τ., συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα καὶ ἐπιγραφές, ὅπου συχνὰ ἢ λέξη μνῆμα: βλ. ἀνωτ. σ.λ. κά μεν ἔστασαν, καὶ Σκιαδᾶ Ἐπὶ Τύμβωι24 1 κ.ἑ.). Ὁ τονισμὸς μεμναμένοι, στὴν παραλήγουσα, πρέπει νὰ ἦταν ὁ συνήθης στὴν Κυπριακή (πβ. Ἀλκμ. ἀπόσπ. 1.35 μησαμένοι κ.τ.τ., καὶ τὰ σημερινὰ Κυπριακὰ ἀθθρώποι κ.λπ.).

παι: ἐγκλιτικὸ μόριο, ποὺ ἀπαντᾶ ἐπίσης στὴν ἐπιγρ. τοῦ Ἰδαλίου ICS1 217.4 κάς παι εὐϜρητάσατυ βασιλεὺς κὰς ἁ πτόλις καὶ 12 ἰδέ παι ὃ ἐξορύξη, δεικτικὸ κατὰ τοὺς LSJ923 (σ.λ.) ἢ ἀόριστο (Schwyzer GrGr25 II 579.3 μὲ σημ. 6, ποὺ τὸ θεωρεῖ ὡς παράγωγο τῆς ρίζας *kw-o>πη, πω, πως, ποθι, ποι, που, μὲ ἐπιρρ. κατάλ. -ᾱι ἀντὶ τοῦ -α [τῆς Δωρ.], μὲ ἀνεξακρίβωτη σημασία). Ὁ Masson1 θεωρεῖ τὸ μόριο "Sur cette forme propre au chypriote" (ὅ.π. σημ. στὸν στ. 4 μὲ παραπομπές), ἐνῶ ὁ Schwyzer25 (ὅ.π. Ι 550) παραβάλλει τὸν Κυπρ. τύπο μὲ τὸν Κρητ. ὅπαι, τὸν Βοιωτ. ὅπη κ.ἄ.: βλ. καὶ LSJ923 σ.λλ.)· ὁ Perpillou ("Débuts de phrase en grec méridional archaïque", Étrennes26 [M. Lejeune] 179 κἑ.) συνεξετάζοντας Κυπρ., Ὁμηρ. καὶ Μυκην. χρήσεις τῶν παι / που / πη̣̣̣ / kwā σημειώνει τὸ κοινὸ Ἀχαϊκὸ ὑπόστρωμα καὶ τὴ βαθμιαία ἐξασθένηση τῶν μορίων αὐτῶν ποὺ ἀπὸ ἐμφατικὰ γίνονται ἀδύναμα συνδετικά, καὶ τελευταῖα ὁ Ruijgh (Kratylos 24 [1979-80] 93) συμπεραίνει ὅτι τὸ kwā / πᾱι ξεκίνησε ὡς ἕνα ἀδύναμο «ὅ,τι κι ἂν εἶναι» ("quoi qu'il soit") γιὰ νὰ καταλήξει νὰ δηλώνει τὴ μετάβαση ἀπὸ κάτι ποὺ μνημονεύθηκε σὲ κάτι νέο (βλ. ἀναλυτικὰ ΕΚυΕ8 1.26: σσ. 47-48). Τὸ δεύτερο πρέπει νὰ συμβαίνει στὸ ICS1 217.4 καὶ 12 (λοιπόν, ἔτσι, ἐπίσης κ.τ.τ.), τὸ πρῶτο στὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα (τὴν ὅποια εὐεργεσία, τὰ καλὰ τὰ ὅποια ἔπραξα).

ἔϜερξα: e-we-re-xa, ἀόρ. ἐνεργ. τοῦ Ϝέρδω (καὶ ῥέζω, ἀόρ. ἔρξα καὶ ἔρεξα / ἔρρεξα / ῥέξα στὸν Ὅμηρο κ.ἀ.) = πράττω, ἐκτελῶ, κάνω (καὶ τελῶ θυσία, θυσιάζω). Ὁ Frisk14 (σ.λ. ἔρδω) καὶ ὁ Schwyzer (GrGr25 I 716) θεωροῦν τὸ ἔϜερξα ὡς Κυπρ. ἀόρ. τοῦ ἔρδω (τὸ ὁποῖο ὁ δεύτερος θεωρεῖ ὡς πιθ. παραγόμενο ἀπὸ τὸ *Ϝέργjω, ἐνῶ ὁ πρῶτος προχωρεῖ στὴν ἀρχικὴ ρίζα Ϝεργ-, ὅπως καὶ ὁ Chantraine15 σ.λ. ἔργον· πβ. καὶ Comm. Il.27 στὸ Ε373-4, καὶ C. M. Bowra22, "Homeric Words in Cyprus", JHS 54 [1934] 63-64, μὲ ἀναφορὰ καὶ στὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα).

  1. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑
  2. di Cesnola, L. P. (1885-1903), A Descriptive Atlas of the Cesnola Collection of Cypriote Antiquities in the Metropolitan Museum of Art, New York, Vols. I-III2, Boston (vol. 1) - New York.
  3. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  4. Hall, I. H. (1875), Cypriote inscriptions of the Di Cesnola collection in the Metropolitan Museum of Art, in New York City, The Journal of the American Oriental Society 10: 201-218.
  5. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .
  6. Hoffmann, O. (1891-1898), Die griechischen Dialekte in ihrem historischen Zusammenhange (mit den wichigsten ihrer Quellen), Vols. I-III, Göttingen .
  7. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑ c↑
  8. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  9. Egetmeyer, M. (1992), Wörterbuch zu den Inschriften im kyprischer Syllabar, Kadmos,Suppl. 3 Berlin-New York.
  10. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.
  11. Neumann, G. (1993), Beiträge zum Kyprischen XIV, Kadmos 32: 39-49.
  12. Buck, C. D. (1955), The Greek Dialects: Grammar, Selected Inscriptions, Glossary, 2nd ed., Chicago.
  13. Karageorghis, J. & Masson O. (1988), The History of the Greek Language in Cyprus, International Symposium Sponsored by the Pierides Foundation, Larnaca, Cyprus, 8-13 Sept. 1986 Nicosia.
  14. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.a↑ b↑
  15. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  16. Lüttelm, K. (1981), Κάς und καί: Dialectale und chronologische Probleme im Zusammenhang mit Dissimilation und Apokope, Göttingen.a↑ b↑
  17. Pisani, V. (1961), Hom. κασίγνητος, kypr. κἀς und Verwandtes, ZVS 77: 246-251.a↑ b↑
  18. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.
  19. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.
  20. Neumann, G. (1982), Beiträge zum Kyprischen VIII (12-13), Kadmos 21: 88-92.
  21. Janko, R. & Kirk G. S. (1992), The Iliad: A Commentary, Vol. IV: 13-16, Cambridge.
  22. Bowra, Cedric, M. (1934), Homeric Words in Cyprus, JHS 54: 54-74.a↑ b↑
  23. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  24. Σκιαδάς, Ἀ. Δ. (1967), Ἐπὶ Τύμβω: Συμβολὴ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν Ἑλληνικῶν ἐπιτυμβίων ἐμμέτρων ἐπιγραφῶν, Σειρὰ Δευτέρα: Μελέται καὶ ἔρευναι, ἀρ. 15,ἀρ. 14 Ἀθῆναι.
  25. Schwyzer, E. (1939), Griechische Grammatik: auf der Grundlage von Karl Brugmans Griechischer Grammatik, München.a↑ b↑ c↑
  26. (1978), Étrennes de septantaine: Travaux de linguistique et de grammaire comparée offerts à M. Lejeune par un groupe de ses élèves, Paris.
  27. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1990), The Iliad: A Commentary, Vol. II: books 5-8, Cambridge.