You are here

E6

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      1Χαίρετε .
      Γράσθι2 , [Ϝά]ναξ , κὰ(π) πῶθι3 · Ϝέπο(μ) μέγα4  μή ποτε Ϝείσης5 .
3    θεοῖς πόρο6 ἀ̣̣̣̣̣θ̣̣̣̣̣α̣̣̣̣̣νάτοις  ἐρεραμένα7 πά(ν)τ' ἀκοράστως8 .
      οὐ γάρ τι9  ἐπίσταἱς  ἀ(ν)θρώπω θεῶι10 , ἀλ(λ)' ἔτυχ' ἀ χ̣̣̣̣̣ὴρ11 
      θεῶι12 κυμερῆναι πά(ν)τα13 , τὰ ἄ(ν)θρωποι  φρονέωἱ14 .
      Χαίρετε .

  1. Epigr. literatura syllabica sinistrorsum quattuor lineis infra anaglyphon incisum ita vulgo legitur (vid. Hans., cf. Mass. et NeSt.): ka-i-re-te· ka-ra-si-ti· [wa-] na-xe· ka-po-ti· we-po-me-ka· me-po-te-we-i-se-se· | te-o-i-se· po-ro-ạ̣̣̣̣-ṭ̣̣̣̣ạ̣̣̣̣-na-to-i-se· e-re-ra-me-na· pa-ta-ko-ra-sa-to-se· | o-wo-ka-re-ti· e-pi-si-ta-i-se· a-to-ro-po· te-o-i· a-le-tu-ka-ḳ̣̣̣̣ẹ̣̣̣̣-re· | te-o-i· ku-me-re-na-i-pa-ta· ta-a-to-ro-po-i· po-ro-ne-i· ka-i-re-te
  2. 1 γράσθι, [Ϝά]ναξ (γρᾶσθι Beat., Ϝάναξ Hoffm. al.) vulgo: καρστι[Ϝά]ναξ Deec.; καρσιτίναξ Meist.
  3. κὰ(π) πῶθι Hoffm. Hadj.: κὰ(π) πõθι Schw., κά(π)πωθι Meist., κα(π)πῶθι Myres, κὰπ πῶθι NeSt.; κὰ(ς) πῶθι Mass., κὰς πῶθι Beat.; κὰ πότι Deec., κὰπῶθι Hans.
  4. Ϝέπο(μ) μέγα multi: Ϝέπομ μ. NeSt.; Ϝέπο(ς) μ. Beat.; Ϝέπομέγα Hans.; Ϝήπω μέγα Deec.
  5. μή ποτε Ϝείσης (μήποτε Ϝ.) plerique: μˉε´ποτε Ϝείσˉες Schw. Scher.; μή ποτ' ἐϜείσης Deec.; μή ποτε Ϝεί[πω] Meist.; μήποτε Ϝεί‹π›ης NeSt.
  6. 2 πόρο (= πάρο, πάρα, "im Sinne von πάρεστιν" p. 150) NeSt. (fort. et pro πάρα = παρὰ, vid. infra s.v.); πόρο(ς) pro πάρο(ς) Scher. Hadj. (fort. recte, sine -ς metri gratia): πόρω subjunct. de *πόρω Meist., pro πόρρω ‹ πόρσω Hoffm., unde πόρˉο Schw.; πρὸ Hall Mass.; περὶ Beat.; alii alia
  7. ἐρεραμένα vulgo; ἐρεράμενα Meist.: ἐγραμμένα Beat.
  8. πά(ν)τ' ἀκοράστως Myr. Mass.: πάντα κοραστῶς NeSt. (fort. recte); παν(τ)ακόραστος Deec., παντακοράστως Meist.; πά(ν)τ' ἀκοραιτῶς Hoffm., -τ˜ος Schw.; πάντ' ἀκρατήτως Beat.; πά(ν)τα κορᾶιδό(ν)ς Scher. Hadj.
  9. 3 οὐ γάρ τι multi; οὐ. γ. τι(ς) Scher. Hadj.: ὀϜ γὰρ Δὶ Meist.; οὐ γὰρ {ἔτι} Beat.; ὀϜκ ἄρ {ἔτι} NeSt.
  10. ἐπίσταἱς ἀ(ν)θρώπω θεῶι multi (-ˉοπˉο θεõι Schw.); ἐπίσταϊς ἀ‹‹ν››θρώπου θ. Hans.; ἐπίσταἱς ἀνθρώπω θεῶ NeSt.: ἐπισταῖς, (ν)θρωπε, θεῶι Deec. Meist. (ἄνθ.:) Myr.; ἐπιστάτησ' Ἄτροπος θεῶι Beat.
  11. ἀλ(λ)'ἔτυχ' ἀ χὴρ Hoffm. Hadj., . . ἁ χ. Meist. Cesn. Myr. Mass., . . ἁ χ`ˉερ Schw.:.. ἁ κὴρ Deec., . . ἁ Κὴρ Beat.: . ἔτυχ', ἃ χρή. NeSt. (a - le - tu - ka - ḳ̣̣̣̣ẹ̣̣̣̣ - re Hans., χ̣̣̣̣̣ὴρ scripsimus) ‖ ὄνο (= οὐ) γὰρ ἔντι ἐπιστάντες ἀνθρώπω θεοὶ, ἀλλ' ἢ τύχα κήρ Schm.
  12. 4 θεῶι vulgo (-˜οι Schw.): θεῶ Sakell.; θεοῖς, Deec.; θεοὶδὲ›NeSt.
  13. κυμερῆναι πά(ν)τα vulgo (πάντα Beat., -ρ˜ε- Schw.): κυμέρναἱNeSt.
  14. τὰ ἄ(ν)θρωποι φρονέωἱ omnes praeter Schw. (ˉο pro ω) et Deec. ((ν)θρωποι); num (ν)θρώποι? (cf. infra Ε7.2 μεμναμένοι, Alcm. fr. 1.35 μησαμένοι etc.).

Χαίρετε.
Φάε, ἄρχοντα, καὶ πιέ· λόγο μεγάλο ποτὲ μὴν ξεστομίσεις.
Στοὺς θεοὺς ἀνήκει τοὺς ἀθάνατους ὅσα ἀκόρεστα ποθοῦν

                    νὰ τά 'χουν.
Γιατὶ ἰσχὺς καμμιὰ ἀνθρώπου σὲ θεὸ δὲν εἶναι, μὰ ἔτυχε χέρι
θεοῦ νὰ κυβερνᾶ τὰ πάντα, ὅσα στ' ἀνθρώπου εἶναι τὸν νοῦ.
Χαίρετε.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα χαραγμένο στὴ βάση ἀναθηματικοῦ ἀναγλύφου ἀπὸ τοὺς Γόλγους στὸ τοπικὸ συλλαβάριο, ἀπὸ δεξιὰ πρὸς τὰ ἀριστερά, σὲ 4 σειρὲς ποὺ ἰσοδυναμοῦν μὲ ἰσάριθμους στίχους σὲ δακτυλικὸ ἑξάμετρο (μὲ χαίρετε στὴν ἀρχή καὶ στὸ τέλος πρόσθετο). Χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν Gjerstad (1 σελ. 280 σημ. 6, μαζὶ μὲ τὰ ὑπ' ἀρ. 265, 266 καὶ [ὅ.π. σελ. 281 σημ. 4] 261 = κατωτ. Ε7) στὴν Κυπροελληνιστικὴ Ι περίοδο, "à partir de 325" (βλ. καὶ Hansen2: «post ca. 325», πβ. Myres3: "the work is not much later than the 4th century") καὶ ἔχει ἐπανειλημμένα δημοσιευθῆ καὶ σχολιασθῆ (βλ. ἀνωτ. ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ, ἀπ' ὅπου καὶ οἱ ἐδῶ συντομογραφίες). Σύμφωνα μὲ τὴν περιγραφὴ τοῦ Myres3 (312) καὶ τὶς δημοσιευμένες ἀπεικονίσεις (Cesnola4 I. pl. LXXXV καὶ ΙΙΙ. pl. CXXX.3, καὶ ICS1 pl. XLVI), τὸ ἀνάγλυφο παριστάνει καθήμενο τὸν Ὀλύμπιο Δία μὲ σκῆπτρο καὶ κεραυνό• ἕνας ἀφιερωτὴς παίζοντας λύρα στέκεται μπροστά του στὰ δεξιὰ καὶ πίσω ἀπὸ τὸν ὑψηλὸ θρόνο ἕνας πιὸ μικρὸς ἀφιερωτής, ἴσως ὁ γιός τοῦ πρώτου, συμπληρώνει τὴ σκηνὴ μαζὶ μὲ ἕνα ἅρμα συρόμενο ἀπὸ φτερωτὰ ἄλογα, ποὺ παριστάνεται μετέωρο στὸν ἀέρα στὸ πίσω μέρος πίσω ἀπὸ τὴ μικρὴ μορφή. Γιὰ τὴν ταύτιση τῆς καθιστῆς θεότητας μὲ τὸν Δία ἔχουν διατυπωθῆ ἀντιρρήσεις, γιατὶ στοὺς Γόλγους ἡ κύρια λατρευόμενη θεότητα εἶναι ὁ Ἀπόλλων• ὅμως ὁ κεραυνὸς ὁδηγεῖ στὸν Δία, τοῦ ὁποίου τοῦ ὄνομα ἀναγράφεται στὴν ἐπιγραφὴ τῶν Γόλγων ICS1 285 τῶ Διὸς τῶ Ϝοίνω αἶσα• κι ὅπως σημειώνει ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ5 Δβ´ 81), εἶναι «πιθανὸ στοὺς προελληνικοὺς χρόνους νὰ λατρευόταν ἐκεῖ ὁ θεὸς Fαλχάνος, ὅπως καὶ στὴν Κρήτη, ποὺ ταυτίστηκε κατόπι μὲ τὸν Ἑλληνικὸ Δία τόσο στὴν Κρήτη ὅσο καὶ στὴν Κύπρο (ἰδ. σημ. ἀρ. 28.4). Γιὰ μιὰ τέτοια ταύτιση συνηγορεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὸν Δία ἐδῶ λείπει ὁ ἀετός του». Ἡ σκηνὴ φαίνεται νὰ συμβιβάζει ἀφ' ἑνὸς τὸ σκῆπτρο καὶ τὸν κεραυνὸ τοῦ Δία μὲ τὴ λύρα τοῦ Ἀπόλλωνα καὶ ἀφ' ἑτέρου τὴν παντοδυναμία τοῦ Δία (καὶ τῶν θεῶν γενικά) μὲ τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ συνακόλουθη ἀνάγκη νὰ ζήσει τὴ ζωή του ὅσο γίνεται πιὸ ἁπλὰ καὶ ὄμορφα, ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ κύριο νόημα τῶν στίχων τοῦ ἐπιγράμματος.

Χαίρετε: πρὶν ἀπὸ τὸν πρῶτο καὶ μετὰ τὸν τελευταῖο στ. ἐκτὸς μέτρου (–  ὅμως) μόνον ἐδῶ, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε (βλ. Peek GVI6 1209-22: "Das Gedicht beginnt mit χαῖρε (...)", μὲ συχνὴ τὴν τυπ. φράση χαίρετε οἱ παριόντες στὴν ἀρχὴ συνήθως ἢ πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἐπιγράμματος, βλ. καὶ CEG2 80.1, 108.1, 487.4 καὶ 492.3 ἀρχὴ στ., 677)• πβ. κατωτ. Ε38.2 καὶ Ε39.2 (τέλος ἐπιγρ.) χαῖρε καὶ ἐν φθιμένοις, κ.ἄ. Ἐδῶ φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ ἄριστη καὶ σύμφωνη μὲ τὸ νόημα τῶν στίχων ἐπιλογή, μὲ τὸ πρῶτο χαίρετε νὰ προλογίζει τὸ «φάε καὶ πιέ» ποὺ ἀκολουθεῖ καὶ τὸ δεύτερο νὰ ἀποκτᾶ πιθανῶς μιὰ δόση εἰρωνίας πικρῆς μετὰ τὴν ἔμφαση στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία ποὺ προηγεῖται (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.λ. χαίρετε).

1. Γράσθι: ka-ra-si-ti, προστ. (κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀορ., ἴσως ὅμως καὶ ἐνεστ.) ἑνὸς τύπου *γράσμι παράλληλου πρὸς τὸ γράω = τρώω, καταβροχθίζω, βλ. Ἡσύχ. σ.λ. γρᾶφάγε. Κύπριοι (ΑΚΕΠ5 Γβ´ 83: γράε > γρᾶ, ἐνεστ.) καὶ καγρᾶκαταφαγᾶς. Σαλαμίνιοι (ὅ.π. 144), πβ. γράστις = γρασίδι (καὶ γραστίζω = τρέφω μὲ γρασίδι), Ἀττ. κράστις κ.ἄ. (Σανσκρ. grásati = καταβροχθίζει, ἀρχ. Σκανδ. – Ἰσλ. krᾱs = ὀρεκτικὸ φαγητό, λιχουδιά, Ἀγγλ. grass κ.τ.τ., βλ. LSJ97, Hofmann – Παπαν.8 καὶ Chantraine9 σ.λ. γράω). Τὸ γράσθι δὲν φαίνεται νὰ ἀπαντᾶ ἀλλοῦ• τὸ σ στὸν Ἐνεστ. κατὰ τὸ γράστις (Chantraine9)• τὸ -θι τῆς προστ. κατὰ τὰ -στη-ν, ἀπ-έ-δρα-ν κ.λπ. μὲ τὴν ἰδιότυπη ἐδῶ προσθήκη τοῦ σ (πβ. στῆθι, ἀπόδραθι κ.τ.τ.). Ὁ ἀόρ. ἁρμόζει καὶ στὸ νόημα τοῦ ποιήματος γιὰ τὸ ἐφήμερο καὶ τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου. Πβ. τὸ κατωτ. πῶθι.

[Ϝά]ναξ: [wa-]na-xe = ἄρχοντά μου, πρίγκηπά μου, «δέσποτα» (Σπυριδάκης10), «βασιλιά» (Χατζηιωάννου5), κ.τ.τ. Ἡ ἐτυμ. τῆς λέξης εἶναι σκοτεινὴ (βλ. κυρίως Frisk11 σ.λ., μὲ βιβλιογραφία• τὸ Φρυγ. wanaktei φαίνεται δάνειο ἀπὸ τὴν Ἑλλην.). Στὸ Μυκην. κράτος ὁ Ϝάναξ βρίσκεται στὴν κορυφὴ τῆς ἱεραρχίας, ὅπως καὶ ὁ lawagetas, καὶ καρποῦνται τέμενος. Στὸν Ὅμηρο ἀποκαλοῦνται ἔτσι οἱ θεοί (κυρίως ὁ Ἀπόλλων, ἀλλὰ καὶ ὁ Δίας: Ζεῦ ἄνα Γ351 καὶ Π233, πβ. Ζεὺς ἄναξ Αἰσχ. Πέρσ. 762), οἱ ἡμίθεοι κι ἄλλοι ἥρωες ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ (ἄναξ ἀνδρῶν ὁ Ἀγαμέμνων κυρίως), ἀλλὰ καὶ ὁ οἰκοδεσπότης (οἴκοιο ἄναξ α397, κ.τ.τ.), σημασίες ποὺ πέρασαν καὶ στοὺς μεταγεν. ποιητές (βλ. LSJ97 σ.λ., καὶ ΑΚυΓ12 1/1β´ 7 F1 σχόλ. σ.στ. 8(στ. 4) σ.λ. ἄναξ: ὁ Πάν). Στὴν Κύπρο, ὅπου πολλὰ στοιχεῖα τῆς Μυκηναϊκῆς ἐπέζησαν, χρησιμοποιεῖται γιὰ ἄρχοντες ("rulers", βλ. Comp. Il.13 455), μὲ ἰδιάζουσα τὴ χρήση γιὰ τὰ μέλη τῆς βασιλικῆς οἰκογένειας πλὴν τοῦ βασιλιᾶ, ὅπως μαρτυροῦν οἱ ἐπιγραφὲς ICS1 211 ὁ Ϝάναξ Στασίyας Στασικράτεος (πβ. 212 ὁ Σόλω[ν] βασιλεὺς Στασικράτης ὁ βασιλῆος Στασίyαυ, ἀπὸ τοὺς Σόλους, μὲ σημ. Masson1 στὴν ἐπιγρ. 211 "Le mot Ϝάναξ signifie «prince»") καὶ 220.2 ὁ Ϝάναξ γιὰ τὸν γιὸ τοῦ βασιλῆϜος, ὁ Ἰσοκράτης (Εὐαγ. 72 τὸν μὲν βασιλέα καλούμενον, τοὺς δ' ἄνακτας, τὰς δ' ἀνάσσας) καὶ ὁ Ἀριστοτ. κατὰ τὸν Ἁρποκρ. σ.λ. ἄνακτες καὶ ἄνασσαι• (...) Ἀριστοτέλης γοῦν ἐν τῇ Κυπρίων πολιτείᾳ φησίΚαλοῦνται δὲ υἱοὶ μὲν καὶ ἀδελφοὶ τοῦ βασιλέως ἄνακτες αἱ δὲ ἀδελφαὶ καὶ γυναῖκες ἄνασσαι (βλ. ΑΚΕΠ Γβ´ 34 μὲ σχόλια). Ἄνασσα ὅμως στὴν Κύπρο εἶναι κατὰ τὴν ἐπιγραφικὴ μαρτυρία (ICS1 4, 6, 7, 16 κ.ἀ.) ἡ Ἀφροδίτη (ποὺ λατρεύεται καὶ αὐτὴ στοὺς Γόλγους. [Βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα H. W. Smyth14, "[Notes.] On Poetical Words in Cyprian Prose", AJPh 8 (1887) 468, καὶ C. M. Bowra15, "Homeric words in Cyprus", JHS 54 (1934) 54-55 καὶ 59-60.] Στὸ προκείμενο ἐπίγραμμα ἡ προσφώνηση Ϝάναξ ἀποκλείεται νὰ ἀναφέρεται στὸν Δία (ὅπως θὰ μποροῦσε νὰ νομίσει κανεὶς στὴν ἀρχὴ ἔχοντας δεῖ τὴν παράσταση μὲ τὸν ὕψιστο τῶν θεῶν) ἢ σ' ἄλλη θεότητα, οὔτε σὲ νεκρό, ὅπως ὑποδηλώνει ἡ συνέχεια. Ἡ ἀφιέρωση φαίνεται νὰ ἔχει σχέση ἀρχικὰ μὲ κάποιον ἐπίγειον ἄνακτα ("So Ϝάναξ must be an earthy prince", κατὰ τὸν Beattie16 140, ποὺ συνεχίζει ὑποστηρίζοντας ὅτι "in this case he may be a living prince, such as might be entertained in a πρυτανεῖον at public expense"), ἴσως σ' αὐτὸν ποὺ βρισκόταν ἐπικεφαλῆς τῆς κοινότητας καὶ δὲν χρειαζόταν ἔτσι νὰ ὀνομαστῆ, ἀλλ' ἴσως καὶ στὸν καθένα ἀπὸ ἕναν ὅμιλο ἀνάκτων ποὺ σιτίζονται στὸ πρυτανεῖο ("who were maintained in the public banqueting-hall", ὅ.π.). Μὲ τὸν καιρὸ ὅμως, ὁ διαβάτης, βλέποντας τὴν παράσταση καὶ ἔχοντας κατὰ νοῦ ὄχι μόνο τὴν τοπικὴ ἀλλὰ καὶ τὶς ἄλλες σημασίες τοῦ Ϝάναξ, ἀνάλογα μὲ τὴ φιλοσοφική του διάθεση θά 'δινε πιὸ γενικὸ νόημα ἐδῶ. Αὐτὴ ἴσως νά 'ταν κι ἡ πρόθεση τοῦ πολὺ ἱκανοῦ ποιητῆ• νὰ τονίσει κυρίως πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄναξ μόνο στὰ ἀνθρώπινα μέτρα, κι ὅσο τὸ ἐπιτρέπουν ὁ Ζεὺς κι οἱ ἄλλοι θεοί (κι ἡ Μοῖρα). Μιὰ πικρὴ εἰρωνία φαίνεται νὰ ἐνυπάρχει κι ἐδῶ (ὅπως ἴσως σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις στὰ «Πασᾶ μου ἐσύ», «μεγάλε (μου ἐσύ)» κ.τ.τ.).

κὰ(π) πῶθι: ka-po-ti, = καὶ πιέ. Τὸ μέτρο ἀπαιτεῖ συλλ. κˉα, ὅπως καὶ κατωτ. στὸ ἔπο(μ) μέγα συλλ. -πˉο-• στὴ δεύτερη περίπτωση στὸ we-po-me-ka πρέπει νὰ διαβάσουμε ἔπομ (<ἔπος, μὲ συμπνευματισμό) γιὰ νὰ καταστῆ ἡ προηγούμενη συλλ. θέσει μακρά (μὲ ὅση βεβαιότητα μᾶς ἐπιτρέπει ἡ εἰκόνα γιὰ τοὺς Κυπριακοὺς μετρικοὺς κανόνες)• στὴν πρώτη ὅμως περίπτωση προστίθενται ἡ ἀβεβαιότητα γιὰ τὴν προσωδία τοῦ κὰ καὶ τοῦ κάς (γιὰ τὰ ὁποῖα βλ. κατωτ. Ε7 σχόλ. σ.στ. 1, σ.λ.), ποὺ δικαιολογεῖ τὴ διαφορετικὴ ἀπόδοση τοῦ ἐδῶ ka-po-ti ἀπὸ τοὺς ἐκδότες (βλ. κριτ. ὑπομν. ἀνωτ.). Ὁ τύπος πῶθι δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ σὲ Κυπρ. ἐπιγρ., πβ. ὅμως Ἀλκ. ἀπόσπ. 401ab χαῖρε καὶ πῶ καὶ δεῦρο σύμπωθι καὶ Μέγ. Ἐτυμ.17 689.51 ἔστι δὲ καὶ ῥῆμα παρὰ Αἰολεῦσιν οἷον «χαῖρε καὶ πῶ» ὅπερ λέγεται ἐν ἑτέρῳ «σύμπωθι» (βλ. Hoffmann GD18 144, καὶ Bechtel GD19 1.95 § 144, ὁ ὁποῖος παραπέμπει στὶς ἀναθημ. ἐπιγρ. ἀπὸ τὴ Δωδώνη SGDI20 1376 καὶ 1377 μὲ προστ. πῶ)• ὅπως ἐξάλλου σημειώνει ὁ Σακελλ. Κυπρ.21 Β´ λζ´ «Τὸ ι οἱ ἀρχαῖοι Κύπριοι τρέπουσιν ἐνίοτε εἰς ο• οἷον θρόδακα ἀντὶ θρίδακα». Ἔτσι τὸ Κυπρ. πῶθι αἰτιολογεῖται ὡς προερχόμενο ἀπὸ τὸ πῖθι ἢ ἀπὸ τὸ πῶ + -θι, ἢ καὶ ἀπὸ ρῆμα *πῶμι (ὅπως ἀνωτ. *γράσμι > γράσθι). Βλ. καὶ ΕΚυΕ22 1.8 μὲ βιβλιογραφία.

Ϝέπο(μ) μέγα: we-po-me-ka = μεγάλο λόγο. Γιὰ τὸ μ πβ. τὰ κατωτ. Ε12.2 ὑψηλὸμ πύργων... στέφανον, Ε15.2 Σολίωμ βασιλέ[α], Ε18.2 ἰατρῶμ Φαΐταμ παῖδα, Ε23.6 σὸμ πόσιν (καὶ 7 τὴμ μητρὸς φ.), Ε31.4 τὸ]μ Μοιρῶν, πβ. ἐπίσης ἀνωτ. κὰ(π) πῶθι, καὶ βλ. R. Virédaz, "La graphie des groupes de consonnes en Mycénien et en Cypriote", Minos 18 (1983) 185-87, ποὺ δίνει γιὰ τὴ μεταγραφὴ καὶ γιὰ τὴν προφορὰ ἀντίστοιχα ka(h) pōthika ppōthi καὶ wepo(h) megawepo mmega. Ἄλλοι ἄλλα (ὁ Hansen2 π.χ. γράφει κὰπῶθι καὶ Ϝεπομέγα, πβ. ὅμως προηγούμενή μας σημ., καὶ ἀνάλογες περιπτώσεις στὸν ἴδιο). Βλ. ἀναλυτικὰ ΕΚυΕ22 1.9.

μήποτε Ϝείσης: me-po-te-we-i-se-se = «ποτὲ μὴν ξεστομίσης» (Χατζηιωάννου5), ὡς ὑποτ. ἀορ. ἔϜεισα ρήματος ἀπὸ τὸ θέμα Ϝει- ποὺ σημαίνει «ὁρμῶ, σπεύδω» καὶ ἐμφανίζεται στὸν Ὅμηρο «ὡς μέσο ἐϜείσατο = ὥρμησε» καὶ ἑπομένως ἐδῶ στὴν κυριολεξία «ποτὲ μὴν κάνεις νὰ ὁρμήση (μεγάλος λόγος)» (ὁ ἴδιος, σημ. σ.λ.). Βλ. Ο415 Ἕκτωρ δ' ἄντ' Αἴαντος ἐείσατο κυδαλίμοιο μὲ σημ. R. Janko (Comm. Il.23 σ.λ.) "ἐείσατο derives from (Ϝ)ίεμαι not ἐ(Ϝ)ίσκω" καὶ Chantraine GrH24 Ι.293, ὅπου σημειώνεται ὅτι τὸ ῑ῞εμαι = ἐφορμῶ μοιάζει νὰ εἶναι ἕνα ἀρχαῖο (Ϝ)ῑ´εμαι ποὺ σιγὰ σιγὰ ἀφομοιώθηκε μὲ τὸ μέσο τοῦ ἵημι (βλ. ΕΚυΕ22 1.10, ὅπου καὶ ἀναλυτικὴ παρουσίαση καὶ συζήτηση τῶν διάφορων ἀπόψεων). Νὰ διαβαστῆ ἐδῶ Ϝείπης δὲν εἶναι δυνατό, κι ἡ διόρθωση τοῦ Ϝείσης σὲ Ϝείπης σὰν λάθους τοῦ χαράκτη (Neumann – Stiewe25) δὲν εἶναι ἀναγκαία, οὔτε εὐεξήγητη.
Στὸ γράσθι ... Ϝείσης ὁ συνάδελφος Γ. Προμπονᾶς ἔχει ἀπὸ τὴν πρώτη ματιὰ ἀνιχνεύσει τὴ Νεοελληνικὴ παροιμία «μεγάλη μπουκιὰ φάε, μεγάλο λόγο μὴν πεῖς», ποὺ στὴν Κύπρο ἀκούεται συχνὰ στὴν ἀρχαΐζουσα τοπολαλιὰ: «Μιάλοβ βοῡκκοβ βάλε τζαὶ μιάλολ λόομ (ἢ: λὸμ) μὲμ πεῖς» (βλ. Χατζηιωάννου, ΛαΚ26 57 ἀρ. 24). Ἡ στίξη τοῦ στ., ποὺ ἀπασχόλησε καὶ ἀπασχολεῖ ἐκδότες καὶ ἑρμηνευτὲς καὶ ὁδηγεῖ σὲ διχογνωμίες, παίρνει ἕνα δρόμο, ὁδηγώντας σὲ μὴ διάσπαση τοῦ Ϝέπο(μ) μέγα μήποτε Ϝείσης (ἄσχετα μὲ τὴ στίξη μετὰ τὴ φράση, στὸ τέλος τοῦ στ.). Ἡ στίξη τοῦ κειμένου μὲ ἄνω τελεία μετὰ τὸ μέγα (ποὺ ἐπιλέγει καὶ ὁ Masson1) δὲν ἐπιλύει κανένα πρόβλημα.
Πρὸς τὰ ἐδῶ πβ. EGr27 1129 = Ἀνθ. Παλ. 11.38. 5-6, «Πῖνε», λέγει τὸ γλύμμα «καὶ ἔσθιε καὶ περίκεισο | ἄνθεα• τοιοῦτοι γεινόμεθα ἐξαπίνης», κ.ἄ. (βλ. Masson1 σελ. 284 σημ. 5).

2. θεοῖς πόρο ἀ̣θ̣α̣νάτοις: te-o-i-sepo-ro-ạ̣̣-ṭ̣̣ạ̣̣-na-to-i-se=θεοῖς πάρα ἀθανάτοιςπόρο(ς), πρὸ, πόρˉοπόρω, περὶ κ.ἄ. ἄλλοι. Ἀπορρίπτοντας τὴν ἀνάγνωση pe-re καὶ τὴν υἱοθέτηση περὶ + δοτ. ποὺ δὲν φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ σὲ λύση συντακτικὰ καὶ νοηματικὰ εὔστοχη (πβ. ὅμως Beattie16 140), ἀπομένει ἡ ἀπόδοση τοῦ po-ro σὰν πόρˉοπόρω, μὲ τὴ σημασία πόρρωπόρσω (Hoffmann18) ἢ ρήματος πόρω (Meister28), ποὺ ὁδηγοῦν σὲ νοηματικὰ ἀδιέξοδα• ὡς πορὸ = πρὸ (πρὸ γράφει ὁ Masson1 μετὰ τὸν Hall29), ποὺ δίνει σύνταξη πρὸ μὲ δοτ. ἄγνωστη ἀλλοῦ (ἑρμηνευόμενη ὅμως κατὰ τὸν Masson1)• ἢ ὡς πόρο(ς) ἀντὶ πάρος (Scherer30, βλ. καὶ Χατζηιωάννου5 σ.λ.: «Τὸ πόρος τῆς Κυπριακῆς εἶναι ἀντὶ τοῦ πάρος γιατὶ τὸ α τρέπεται σὲ ο δίπλα στὸ ὑγρὸ ρ, πβ. κόρζα καὶ στροπά», βλ. καὶ Γβ´ § 23: κατήϜοργον ἀντὶ κατέϜαργον), ποὺ μετρικὰ εἶναι πρόσφορο ἀλλὰ δίνει σύνταξη πάρος=πρὸ μὲ δοτ. (βλ. LSJ97 σ.λ.), μπορεῖ ὅμως νὰ υἱοθετηθῆ ἂν γίνουν παράλληλα δεκτὲς οἱ παρατηρήσεις τοῦ Masson1 γιὰ τὴ σύνταξη πρὸ + δοτ. (μὲ διαφορετικὴ στίξη ἀπὸ τὴν υἱοθετούμενη στὸν Χατζηιωάννου5, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα). Πιὸ εὔστοχο ὅμως καὶ πιὸ πρόσφορο μετρικὰ καὶ νοηματικὰ ἀλλὰ καὶ συντακτικὰ φαίνεται τὸ πόρο = πάρα (αρ>ορ καὶ ἀφομοίωση τῆς λήγουσας: πάρα > *πόρα > πόρο), ἢ ἀντὶ τῆς προθέσεως παρὰ (παρὰ θεοῖς > θεοῖς πάρα) ἢ μᾶλλον ἀντὶ τοῦ πάρα = πάρεστι (βλ. Newmann – Stiewe25 150, πβ. A174 παρ' ἔμοιγε καὶ ἄλλοι | οἵ κέ με τιμήσουσι, μάλιστα δὲ μητίετα Ζεύς, Αἰσχ. Πέρσ. 167 καὶ τὸ ὅλο χωρίο, Ἀριστοφ. Ἀχ. 862, κ.ἄ.: βλ. LSJ97 σ.λ. παρά F., καὶ Ἡσύχ. σ.λλ. πάραἐγγύς. πάρεστι καὶ πάρα δέ σοιπάρεστι δέ σοι). Ἡ ἐδῶ σύνταξη, σ' αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, θὰ εἶναι: παρὰ τοῖς ἀ. θ. ἐρεραμένα (ἐστὶ) π. ἀκοράστως ἢ πάντα πάρα τοῖς . θ. . . (ἢ πάντα κοραστῶς)• καὶ τὸ νόημα: οἱ θεοὶ οἱ ἀθάνατοι (καὶ μόνον αὐτοί) ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ ἐπιθυμοῦν χωρὶς περιορισμὸ τὰ πάντα, καὶ νὰ ἐκπληρώνονται οἱ ἐπιθυμίες τους. Βλ. καὶ ἑπόμενα. (Τὸ θεοῖς μὲ συνίζηση.)

ἐρεραμένα πά(ν)τ' ἀκοράστως: e-re-ra-me-napa-ta-ko-ra-sa-to-se. Τὸ ἐρεραμένα γίνεται δεκτὸ ἀπὸ τοὺς πλείστους ἐκδότες, ὡς παρακείμ. μὲ ἀναδιπλ. τοῦ ἐράω (Masson1) ἢ μᾶλλον ἔραμαι (Χατζηιωάννου5), μὲ τὸ -ρε˘- νὰ δικαιολογεῖται εἴτε metri gratia (ὅπως κι ἀλλοῦ σὲ Κυπρ. ἐπιγράμματα) εἴτε ὡς ἰδιάζουσα περίπτωση ἀναδιπλασιασμοῦ ποὺ ἐμφανίζεται χαρακτηριστικὰ μόνο στὸν Ὅμηρο καὶ στὴν Κυπριακὴ (βλ. Ringe PeTeGrI31 133 κἑ., πβ. τὰ Ὁμηρ. ἀλᾰ´λημαι, ἀκᾰ´χημαι, ἀκᾰχημένος κ.ἄ.)• οἱ ἀντιρρήσεις τοῦ Beattie16 δὲν εὐσταθοῦν καὶ ἡ ἀνάγνωση ἐγραμμένα ποὺ ὁ ἴδιος προτείνει εἶναι ἀδύνατη. Ἡ ἀνάγνωση πά(ν)τ' ἀκοράστωςπά(ν)τα κοραστῶς μοιάζει ὑποχρεωτική• τὰ πά(ν)τ' ἀκοραιτῶς τοῦ Hoffmann18, πά(ν)τα κορᾶι δό(ν)ς τοῦ Scherer30, πάντ' ἀκρατήτως τοῦ Beattie16 δὲν φαίνονται νὰ ἀνταποκρίνονται στὸ συλλαβικὸ κείμενο, καὶ οἱ γραφὲς πα(ν)τακόραστος (Deecke32) καὶ πα(ν)τακοράστως (Meister28) δίνουν ἐπίθ. καὶ ἀντίστ. ἐπίρρ. δύσκολα ἀποδεκτά• ἀντίθετα, τὸ ἀκοράστως εὔκολα παραλληλίζεται πρὸς τὰ ἀκόρεστος καὶ ἀκορέστως (βλ. Masson1), ἐνῶ καὶ τὸ κοραστῶς δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὰ μέτρα τῆς Κυπριακῆς καὶ τοῦ ἐδῶ ποιητῆ, εἶναι δὲ συμβατὰ μὲ τὴν ἐδῶ προτεινόμενη σύνταξη καὶ ἑρμηνεία τοῦ κειμένου (βλ. καὶ προηγ. σημ.). Νὰ προσεχθῆ ὅτι ὑποκ. τοῦ ἐρεραμένα εἶναι τὸ πά(ν)τ'πά(ν)τα (ὄχι τὸ Ϝάναξ τοῦ α´ στ., ὅπως συνεπάγεται ἀπὸ κάποιες μεταφράσεις ἢ ἑρμηνεῖες τοῦ ἐδῶ χωρίου), καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ μετοχὴ σημαίνει στὴν κυριολεξία: ἔχουν ἀγαπηθῆ, ἔχουν ἐπιδιωχθῆ. Τὸ ἀκοράστως στὴν περίπτωση τῶν θεῶν ἀναφέρεται στὴν ἐπιθυμία (καὶ τὸ ἐνδεχόμενο κοραστῶς στὸ ἀποτέλεσμα), στὴν περίπτωση τῶν ἀνθρώπων στὴν –ἀνεπίτρεπτη– ἄμετρη ἐπιθυμία καὶ στὸ –ἀνεπίτευκτο– ἀποτέλεσμα (τὸ πιθανῶς ὑπονοούμενο: ὁ ἔξυπνος ἄνθρωπος θέτει φραγμὸ στὶς ἐπιθυμίες του). Μ' αὐτὲς τὶς σκέψεις μεταφράσαμε: Στοὺς θεοὺς ἀνήκει τοὺς ἀθάνατους ὅσα ἀκόρεστα ποθοῦν νὰ τά 'χουν (ποὺ δίνει νόημα καὶ στὸ ἑπόμενο γάρ).

3. οὐ γάρ τι: o-wo-ka-re-tiοὐ γάρ τι(ς) Scherer30, οὐ γὰρ {ἔτι} Beattie16, οὐκ ἄρ' {ἔτι} Neumann – Stiewe25, ἄλλοι ἄλλα (βλ. κριτ. ὑπόμν.). Χωρὶς τὸ ἐπιτ. τι ἢ τὸ τι(ς) τὸ μέτρο εἶναι ὁμαλό, ἐνῶ ἀλλιῶς χρειάζεται νὰ δεχθῆ κανεὶς τὴν ὕπαρξη πρόσθετης συλλαβῆς στὴν ἀρχὴ τοῦ στ., ὅπως κι ἀλλοῦ σὲ Κυπρ. ἐπιγράμματα. Ἡ πρόταση Beattie16 εἶναι ἑλκυστική, καὶ πιθανῶς ὀρθή. Περισσότερα βλ. ΕΚυΕ22 1.14 (κυρίως γιὰ τὸ owo, oϜο, οὐ).

ἐπίσταἱς: e-pi-si-ta-i-se, = ἐπίστασις, ἐπιστασία (ἀπὸ τὸ ἐφίστημι, μέσ. μὲ ἐνεργ. σημ. ἐφίσταμαι, συντασσόμενο καὶ μὲ δοτ. μὲ τὴ σημ. τοῦ «τοποθετοῦμαι ὑπεράνω τινὸς ὡς ἐπιστάτης ἢ ἐπόπτης, ἐπιστατῶ» LSK33 σ.λ. ἐφίστημι Β.ΙΙ.). Γιὰ τὸ φαινόμενο τῆς τροπῆς σ σὲ δασὺ h καὶ τῆς ἐπακόλουθης ἀποσιώπησής του πβ. τὰ κατωτ. φρονέωἱ καὶ ἀνωτ. Ε5.1 Χαετᾶ (μὲ σχόλ.).

ἀ(ν)θρώπω θεῶι: a-to-ro-po• te-o-i = ἀνθρώπου (γεν. ὑποκ.) θεῶι (δοτ. ἀντικ.): δὲν ὑπάρχει καθόλου (ἢ καμμιὰ) ἐποπτεία ἢ ἐξουσία ἢ ἰσχὺς ἀνθρώπου σὲ θεὸ ἢ ἐπὶ θεοῦ. Γιὰ τὴ γεν. -ω ὀνομάτων σὲ -ος στὴν Κυπριακὴ βλ. ΕΚυΕ22 1.16, πβ. ἀνωτ. Ε4.1 Κυπρίω τῶ Σαλαμι>ν< καὶ κατωτ. Ε10.2 Πνυταγόρω (μὲ σχόλ.).

ἀλ(λ)' ἔτυχ' ἀ χ̣ὴρ: a-le-tu-ka-ḳ̣̣ẹ̣̣-re=ἀλλ' ἔτυχ' ἡ χείρ, μὲ τὴ σημ. τῆς δύναμης, τῆς ἐξουσίας (Hoffmann18, ἁ χὴρ Meister28, ἁ χˉερ Schwyzer34), πβ. Ο 694-5 τὸν δὲ Ζεὺς ὦσεν ὄπισθε | χειρὶ μάλα μεγάλῃ (βλ. Masson1)• ἁ κὴρ Deecke32 κ.ἄ., ἴσως ὀρθῶς (βλ. Beattie16 σ.λ. ἁ Κήρ, πβ. Θ 70 καὶ 210 δύο κῆρε τανηλεγέος θανάτοιο στὶς φοβερὲς σκηνὲς τοῦ ζυγίσματος ἀπὸ τὸν Δία τῆς μοίρας γιὰ ζωὴ ἢ θάνατο, Ψ 78-9 ἀλλ' ἐμὲ μὲν κὴρ | ἀμφέχανε στυγερή, ἥ περ λάχε γιγνόμενόν περ, κ.τ.τ.), μολονότι ἡ παρουσία ἄρθρου ἐδῶ φαίνεται προβληματική (βλ. Beattie). Ἡ γραφὴ ἃ χρὴ τῶν Newmann – Stiewe25 (πβ. Beattie16 ὅ.π.), ὅμως, δὲν εἶναι προτιμητέα. Ἡ εἰκόνα τοῦ Δία μὲ τὸ σκῆπτρο καὶ τὸν κεραυνὸ στὸ χέρι στὴν ἐδῶ παράσταση εἰσηγεῖται τὸ ἔτυχ' ἁ χὴρ | θεῶι (= Διί) κυμερῆναι πάντα (ἔννοια σκήπτρου) ἢ . ἁ κὴρ... (μὲ τὸν κεραυνὸν μέσο τιμωρίας ὅσων ὑπερβαίνουν τὰ μέτρα). Γιὰ τὴν ἐδῶ σημ. τοῦ χείρ, πβ. LSJ97 σ.λ. χεὶρ ΙΙΙ.1 (χ. μεγάληπαγκρατής γιὰ θεό, χ. ὑπερμήκης γιὰ τὸ «μακρὺ χέρι» βασιλιᾶ κ.τ.τ.) καὶ 2. γιὰ τὸ χέρι ποὺ ἐμφανίζεται νὰ δρᾶ μόνο του (δήμου κρατοῦσα χείρ κ.τ.τ., παροιμία ἁ δὲ χεὶρ τὴν χεῖρα νίζει Ἐπίχ. στὸν Πλάτ. Ἀξίοχ. 366c καὶ Ἀνθ. Παλ. 5.208.3 ἁ χεὶρ γὰρ τὰν χεῖρα).

4. κυμερῆναι πά(ν)τα: ku-me-re-na-i-pa-ta = κυβερνᾶν (*κυμέρημι, βλ. Newmann – Stiewe25) ἢ κυβερνῆσαι πά(ν)τα (βλ. τὴ σύντομη μὰ περιεκτικὴ σημ. Hansen2 σ.λ., γιὰ τὶς διάφορες γραφές). Ἡ ἐτυμ. εἶναι ἀβέβαιη, ἀλλὰ τὸ Κυπρ. κυμερῆναι, ὅπως σημειώνει ὁ Chantraine9 (σ.λ. κυβερνάω), μᾶς κάνει νὰ σκεφτόμαστε ὅτι τὸ κυβερνάω στηρίζεται σὲ μιὰν ἀνομοίωση ("dissimilation") μ-ν > β-ν (μὲ παραπομπὴ στὸν Lejeune, Phonétique35 131). Στὸ Μέγ. Ἐτυμ.17 543.3 μαρτυρεῖται Αἰολ. κυμερνήτης (προφανῶς ἀπὸ παλαιότερο κυμερνάτας). Βλ. ἀναλυτικὰ ΕΚυΕ22 1.18.

τὰ ἄ(ν)θρωποι: ta-a-to-ro-po-i = (ὅσα) ἄνθρωποι. Γιὰ τὸν τύπο (ν)θρωποι πβ. ἀνωτ. Ε5.1 (ν)θάδ' μὲ σχόλ., καὶ τὰ νεώτ. Κυπρ. ἄθθρωπος (βλ. ΕΛεΚ36 σ.λ.), ἄδρωπος, ἄγρωπος. Ἴσως πρέπει νὰ γράψουμε (ν)θρώποι (προφορὰ Ἀλκμανική, μὰ καὶ σημερινὴ Κυπριακή).

φρονέωἱ: po-ro-ne-o-i=φρονέωσι (ὑποτ.), ἢ φρονέουσι (ὁριστ.). Πβ. ἀνωτ. ἐπίσταἱς, καὶ βλ. Masson1 καὶ Newmann – Stiewe25 (ἰδιαίτερα γιὰ τὴν ὑποτ. χωρὶς ἄν) καὶ κυρίως ΕΚυΕ22 1.19-20. (μὲ ἀναλυτικὴ παρουσίαση καὶ συζήτηση τοῦ θέματος καὶ πλούσια βιβλιογραφία). Γιὰ τὸ ἐδῶ (μαζὶ μὲ τὰ προηγούμενα) νόημα πβ. Σημων. 1.1 κἑ. (West37) ὦ παῖ, τέλος μὲν Ζεὺς ἔχει βαρύκτυπος | πάντων ὅσ' ἐστὶ καὶ τίθησ' ὅκηι θέλει, νοῦς δ' οὐκ ἐπ' ἀνθρώποισιν, ἀλλ' ἐπήμεροι | ἃ δὴ βοτὰ ζόουσιν, οὐδὲν εἰδότες | ὅπως ἕκαστον ἐκτελευτήσει θεός. | (στ. 20) οὕτω κακῶν ἄπ' οὐδέν, ἀλλὰ μυρίαι | βροτοῖσι κῆρες κἀνεπίφραστοι δύαι | καὶ πήματ' ἐστίν. εἰ δ' ἐμοὶ πιθοίατο, | οὐκ ἂν κακῶν ἐρῶιμεν, οὐδ' ἐπ' ἄλγεσιν | κακοῖς ἔχοντες θυμὸν αἰκιζοίμεθα (γιὰ παράλληλα χωρία βλ. Παπαδημητρίου ΕλΙ38 στοὺς στ., καὶ κατωτ. Ε48 σχόλ. σ.στ. 7-8).

Χαίρετε: βλ. καὶ ἀνωτ. πρὶν τὸν στ. 1. Τώρα μὲ διαφορετικὴ χροιά: μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκούσατε ἢ διαβάσατε (κι ὅσα στὸ μεταξὺ σκεφτήκατε, καὶ μὲ τὰ αἰσθήματα ποὺ σᾶς διακατέχουν τώρα) χαίρετε!

  1. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑
  2. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Myres, J. L. (1914), Handbook of the Cesnola Collection of Antiquities from Cyprus, New York.a↑ b↑
  4. di Cesnola, L. P. (1885-1903), A Descriptive Atlas of the Cesnola Collection of Cypriote Antiquities in the Metropolitan Museum of Art, New York, Vols. I-III2, Boston (vol. 1) - New York.
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  6. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.
  7. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  8. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .
  9. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑
  10. (1963), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Κύπρου: ἀπὸ τὸν 8ον αἰ. π.Χ. μέχρι τῆς Ρωμαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τῶν πρώτων χριστιανικῶν χρόνων, Δημοσιεύματα Ἑταιρείας Κυπριακῶν Σπουδῶν, ,1 Λευκωσία.
  11. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.
  12. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  13. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  14. Smyth, H. W. (1887), [Notes.] On Poetical Words in Cyprian Prose , AJPh 467-471.
  15. Bowra, Cedric, M. (1934), Homeric Words in Cyprus, JHS 54: 54-74.
  16. Beattie, A. J. (1958), A Cypriot Exhortation to Sobriety, RhM 101: 138-146.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  17. Gaisford, T. (1848), Etymologicum Magnum, Oxford.a↑ b↑
  18. Hoffmann, O. (1891-1898), Die griechischen Dialekte in ihrem historischen Zusammenhange (mit den wichigsten ihrer Quellen), Vols. I-III, Göttingen .a↑ b↑ c↑ d↑
  19. Bechtel, F. (1921-1924), Die griechischen Dialekte, Vols. 1-3, Berlin.
  20. Collitz, H. & Bechtel F. (1884-1915), Sammlung der griechischen Dialekt-Inschriften, Göttingen.
  21. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.
  22. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  23. Janko, R. & Kirk G. S. (1992), The Iliad: A Commentary, Vol. IV: 13-16, Cambridge.
  24. Chantraine, P. (1942-1953), Grammaire homérique, Vols. I-II, Paris.
  25. Neumann, G. & Stiewe K. (1974), Zu den Hexametern der kyprischen Inschrift ICS 264 (mit einem Beitrag von Kl. Stiewe), Kadmos 13: 146-155.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  26. Χατζηϊωάννου, Κ. (1984), Λαογραφικὰ Κύπρου, Λευκωσία.
  27. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.
  28. Meister, R. (1882-1889), Die griechischen Dialekte: auf Grundlage von Ahrens' Werk: «De Graecae linguae dialectis», Vols. I-II, Göttingen .a↑ b↑ c↑
  29. Hall, I. H. (1875), Cypriote inscriptions of the Di Cesnola collection in the Metropolitan Museum of Art, in New York City, The Journal of the American Oriental Society 10: 201-218.
  30. Συμεωνίδης, Χ. Π. (2006), Ιστορία της Κυπριακής Διαλέκτου: από τον 7ο αιώνα προ Χριστού έως σήμερα, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  31. Ringe, D. A. (1984), The Perfect Tenses in Greek Inscriptions, Vols. I-II, New Haven.
  32. Deecke, W. (1884), Die griechisch-kyprischen Inschriften in epichorischen Schrift, Text und Umschreibung, Vol. I, ,Sammlung der Griechischen Dialekt-Inschriften Göttingen.a↑ b↑
  33. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  34. Schwyzer, E (ed.) (1923), Dialectorum Graecarum exempla epigraphica potiora: «Delectus Inscriptionum Graecarum propter dialectum memorabilium», quem primum atque iterum ed. Paulus Cauer, Leipzig.
  35. (1978), Étrennes de septantaine: Travaux de linguistique et de grammaire comparée offerts à M. Lejeune par un groupe de ses élèves, Paris.
  36. Χατζηϊωάννου, Κ. (1996), Ἐτυμολογικὸ Λεξικὸ τῆς ὁμιλουμένης Κυπριακῆς Διαλέκτου: Ἱστορία, Ἑρμηνεία καὶ Φωνητικὴ τῶν λέξεων, μὲ Τοπωνυμικὸ παράρτημα, Λευκωσία.
  37. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .
  38. Παπαδημητρίου, Ι.-Θ. Α. (1984), Ἐλεγεία καὶ Ἴαμβος (Ἀρχίλοχος, Καλλῖνος, Σημωνίδης, Τυρταῖος, Μίμνερμος, Σόλων, Θέογνις, Ἱππῶναξ, Ἐλάσσονες), Ἀθήνα.