You are here

E37

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

     Ἐν ἀρώμασι  καὶ στεφάνοι‹ς›1 ῥοδίνοις2 
     καὶ σινδόνι3 λεπτοφυῆ τρυφερᾶ4,
3   οὕ̣̣̣̣̣τ̣̣̣̣̣ω5 θέτε μ̣̣̣̣̣[ε], ἂν ἀποθά̣̣̣̣̣[νω] .


   6Ἄλλο μηδὲ[ν···] ει τι φέρεσ[θαι···] νον δῶρο[ν. ἄλλο] μηδὲν κύ̣̣̣̣̣[ριον]. εὐψ[ύχει].

  1. 1 στεφάνοι(ς) Perd. (-‹ς› Peek); num στεφάνοις̣̣̣̣̣ ? (C supra I in fin. lin. secundae scriptum dubit. legi­mus) ‖
  2. ῥοδίνοις Perd. Hadj.: ῥοδινοῖς Peek
  3. 2 CΙи|ΔΟΝΙ in lap. (νί inversum supra ἰῶτα in fin. lin. tert. scriptum est, vid. et apogr. Perd.) ‖
  4. λεπτοφυῆ τρυφερᾶ scripsimus; λεπτοφυῆ, τρυφερᾶ interp. Hadj.: λεπτοφυῇ τρυφερᾷ Peek; λεπτοφυῇ sed Τρυφερὰ Perd.
  5. 3 ο̣̣̣̣̣ὕ̣̣̣̣̣τω, μ̣̣̣̣̣[ε] et ἀποθά̣̣̣̣̣[ scripsimus: οὕτω, με et ἀποθά[ cett.; -[νω] suppl. Peek
  6. Quae post epigramma (vv. 1-3) sequuntur suppl. Peek (cf. et Perd., apogr.).

Σ' ἀρώματα καὶ στεφάνια ρόδινα
καὶ σὲ σεντόνι ἀραχνοΰφαντο ἁπαλὸ

ἔτσι ἀποθέστε με, ἂν ἀποθάνω.

(Ἄλλο τίποτε... μὴ φέρεις... δῶρο. Ἄλλο τίποτε νόμιμο δὲν εἶναι

[ἀπαγόρευση ἐνταφιασμοῦ ἄλλου νεκροῦ στὸν ἴδιο τάφο;]. Χαῖρε.)

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο χαραγμένο σὲ στήλη ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο, (Μουσεῖο Πιερίδη στὴ Λάρνακα: «Z. P. Coll. Ins. 3», διαστ. 31~:20 ἑκ., πάχ. 1.5 ἑκ., μέγεθος γραμμάτων 1-2 ἑκ.), ποὺ ἀνακαλύφθηκε ἀκρωτηριασμένη στὸ Κίτιο (περιοχὴ Λάρνακας) καὶ βρέθηκε ἀρχικὰ στὴν κατοχὴ τοῦ Antonio Vondiziano (βλ. Perdrizet1 ). Χρονολογεῖται στὸν 2/3 αἰ. μ.Χ. (βλ. Peek2,3   καὶ Χατζηιωάννου4 ) καὶ δίνει στὶς ἑπτὰ πρῶτες σειρὲς τρεῖς λυρικοὺς στίχους σὲ μέτρο ἀναπαιστικό / παροιμιακό (βλ. Peek GG3  425 σημ. σελ. 319) κι ἕνα πεζὸ κείμενο στὶς ἑπόμενες πέντε σειρές, ποὺ κατὰ τὸν Perdrizet ἀποτελεῖ ἀπαγόρευση γιὰ ἀπόθεση ἄλλου νεκροῦ στὸν τάφο. Ἐμφανίζεται νὰ μιλᾶ ὁ ἴδιος ὁ νεκρός, ὅπως σὲ πολλὰ ἄλλα Κυπριακὰ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα (βλ. κυρίως Ε22, 24, 28, 31, 33, 34, 40, 47, κ.ἄ.) κι ὅπως σὲ Νεοελληνικὰ μοιρολόγια καὶ ἄλλα δημοτικὰ τραγούδια (βλ. Βαρβούνη, ΕΚΕΕΚ 205  [1994] 376 κἑ.), μὲ τὴ σημαντικὴ ὅμως διαφορὰ ὅτι ἐδῶ γίνεται ἀναφορὰ σὲ μελλοντικὸ θάνατο (στ. 3 οὕτω θέτε με, ἂν ἀποθάνω), γεγονὸς ποὺ φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ εὔλογα στὴν ὑπόθεση ὅτι τὸ ἔμμετρο τοὐλάχιστο κείμενο γράφτηκε ἀπὸ ἄγνωστο ποιητὴ πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του (βλ. Peek GG3  425 σημ. [σελ. 319] καὶ Χατζηιωάννου ΑΚΕΠ4 Δα΄ 112 [τίτλος «Ἀγνώστου ἐπιτύμβιον εἰς ἑαυτόν»] καὶ Δβ΄ 112, ὅπου ἡ πρόσθετη ὑπόθεση ὅτι οἱ στίχοι προέρχονται πιθανῶς ἀπὸ προσόδιον τοῦ ἄγνωστου νεκροῦ καὶ οἱ συγγενεῖς του τοὺς ἐπέγραψαν πάνω στὴν πλάκα τοῦ τάφου του ἀντὶ ἄλλου ἐπιγράμματος, πβ. ὅμως καὶ τὰ ἐκεῖ ἀμέσως προηγούμενα γιὰ «ἀντιγραφὴ ἀπὸ κάποιο προσόδιον ἢ κάποιαν παράβασιν παλαιᾶς κωμωδίας»). Τὸ ἐπίγραμμα εἶναι σὺν τοῖς ἄλλοις ἰδιαίτερα σημαντικὸ γιὰ τὴ μελέτη τῶν ταφικῶν ἐθίμων, σὲ μιὰν ἐποχὴ μεταβατική, καὶ γιὰ τὴ σχέση τους μὲ ἀνάλογα ἔθιμα στοὺς νεώτερους χρόνους. Βλ. σχετικά –ἀνάμεσα στ' ἄλλα– Βαρβούνη5  ὅ.π. 390 καὶ 400 κἑ. (ὅπου καὶ παλαιότερη βιβλιογραφία) καὶ Παπαχαραλάμπους ΚυΗΕ6  147 κἑ. (πβ. Χ. Πατσίδη, «Πῶς κλαῖνε οἱ Κύπριοι τοὺς νεκρούς των», ΚυΣΠ7  31 [1967] 119 κἑ.)· I. Morris, Burial and Ancient Society8  (Cambridge 1990), καὶ Kurtz – Boardman9  ΕΤΑΕΚ10  (πβ. ἐπίσης Rehm MaD)· (εἰδικὰ γιὰ τὴ χρήση ἀνθέων στὸν τάφο) Vérilhac Παῖδες ἄωροι11  ΙΙ. 211-19 (''2. Les fleurs qui poussent sur la tombe'').

1. ἐν ἀρώμασι: μόνον ἐδῶ, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, σὲ ἐπίγραμμα (δὲν ἀπαντᾶ στὴν Ἀνθ., οὔτε στὶς ἄλλες γνωστὲς συλλογὲς ἐπιγραμμάτων). Ἡ λέξη ἄρωμα εἶναι ἀβέβαιης ἐτυμ. κατὰ τοὺς Hofmann – Παπαν.12  καὶ Chantraine13 , βλ. καὶ LSK14  σ.λ.: «ἡ ῥίζα ἀβέβαιος: ὁ M. Müller λέγει ὅτι δυνατὸν νὰ σημαίνῃ τὴν ὀσμὴν ἠροτριωμένου ἀγροῦ ...», πβ. ἀρόω > ἄρωμα = ἄρουρα, ἀγρός καὶ βλ. Ἡσύχ. σ.λ. ἀρώματα· ἀροτριάματα. καὶ ἀπὸ τοῦ ἀροῦν τὰ ἄλφιτα (Eupol. fr. V p. 550) οὕτω λέγεται. Σοφοκλῆς Ἀκρισίῳ (fr. 71) καὶ Σχόλ. στὸν Ἀριστοφ. Εἰρ. 1158 λέγουσι δὲ ἔνιοι καὶ τὰ ἄλφιτα καὶ τὸν λιβανωτὸν ἀρώματα, ὡς παρ' Εὐπόλιδι, καὶ εὐθὺ τῶν ἀρωμάτων ἀντὶ τῶν ἀλφίτων (βλ. LSJ9 / LSK14  σ.λ. ἄρωμα [Β΄]). Ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ σὲ γραπτὰ κείμενα τὸν 5ον αἰ. π.Χ., στὸν Ἱπποκράτη κυρίως, δηλώνοντας κάθε ἀρωματικὸ φυτὸ ἢ τὸν καρπό του (βλ. χαρακτηριστικὰ Ἱπποκρ. Φύσ. γυν. 32.110 κἑ.: ἀρώματα δὲ θύμον, θύμβρον, ἐρίκην, ὑπερικόν, μήκωνα λευκήν, κρήθμου ῥίζας καὶ τὸν καρπόν, μαλάχης ῥίζας, ... καρδάμωμον, ... πηγάνου φύλλα καὶ τὸν καρπόν, σελίνου καρπόν, μαράθρου καρπόν, ...πάνακες: τουτέων ὅ,τι ἂν βούλῃ καὶ ξυμμίσγων καὶ αὐτὸ καθ' ἑαυτὸ ἀφεψῶν ἐν ὕδατι ἢ ἐν οἴνῳ ὡς ἂν βούλῃ δίδου πίνειν. Ἀγαθὰ καὶ καθαρτικὰ καὶ τὰς ὀδύνας παύοντα). Ἡ χρήση τους στὴν Ἰατρικὴ ἀναφέρεται συχνὰ ἀπὸ τὸν Ἱπποκράτη, τὸν Γαληνὸ καὶ ἄλλους ἀρχαίους Ἰατρούς, ἐνῶ δὲν λείπει καὶ ἡ μνεία τῆς χρήσης τους εἰς διατροφήν. Συχνὴ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορά τους σὲ σχέση μὲ τὴ λατρεία (βλ. π.χ. Εὐδόξ. Κνιδ. ἀπόσπ. 296.34 κἑ. [Lasserre15 ] = Πλουτ. Ἠθικ. 366f γιὰ τὴ λατρεία τοῦ Ὀσίριδος: εἶτα γῆν κάρπιμον φυρῶσι τῷ ὕδατι καὶ συμμίξαντες ἀρώματα καὶ θυμιάματα τῶν πολυτελῶν ἀναπλάττουσι μηνοειδὲς ἀγαλμάτιον· καὶ τοῦτο στολίζουσι καὶ κοσμοῦσιν, ἐμφαίνοντες ὅτι γῆς οὐσίαν καὶ ὕδατος τοὺς θεοὺς τούτους νομίζουσι). Συχνὲς καὶ ἐντυπωσιακὲς εἶναι καὶ οἱ περιγραφὲς γιὰ τὴ χρήση ἀρωμάτων στὶς κηδεῖες ἐπιφανῶν προσώπων (βλ. π.χ. Πολύβ. 15.25.6 κἑ. δύο κάλπιδας ἀργυρᾶς εἰσήνεγκαν, ὡς τῆς μὲν μιᾶς ἐχούσης τὰ τοῦ βασιλέως ὀστᾶ, τῆς δ' ἑτέρας τὰ τῆς Ἀρσινόης· εἶχε δ' ἡ μὲν μία κατ' ἀλήθειαν τὰ τοῦ βασιλέως, ἡ δ' ἑτέρα πλήρης ἦν ἀρωμάτων, Διοδ. Σικ. 18.26.1 κἑ. ἐπὶ τὴν κατακομιδὴν τοῦ Ἀλεξάνδρου σώματος... πρῶτον μὲν γὰρ τῷ σώματι κατεσκευάσθη χρυσοῦν σφυρήλατον ἁρμόζον καὶ τοῦτ' ἀνὰ μέσον ἐπλήρωσαν ἀρωμάτων τῶν ἅμα δυναμένων τὴν εὐωδίαν καὶ τὴν διαμονὴν παρέχεσθαι τῷ σώματι κ.λπ., Ἰωσήπ. Ἰουδ. ἀρχ. 17.199 πεντακόσιοι τῶν οἰκετῶν ἀρωματοφόροι καὶ Ἰουδ. πόλ. 1.673 πεντακόσιοι δ' ἐπ' αὐτοῖς τῶν οἰκετῶν καὶ ἀπελευθέρων ἀρωματοφόροι. σταδίους δ' ἐκομίσθη τὸ σῶμα ἑβδομήκοντα εἰς Ἡρώδειον, ὅπου κατὰ τὰς ἐντολὰς ἐτάφη), καὶ ἰδιαίτερα ἀξιοσημείωτες οἱ ἀναφορὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης στὴν κηδεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς Εὐαγγελιστές: Μᾶρκ. 16.1 Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν, Λουκ. 23.56 ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα (πβ. 24.1), Ἰωάνν. 19.39 κἑ. ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος... φέρων μῖγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν. ἔλαβον οὖν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔδησαν αὐτὸ ἐν ὀθονίοις (βλ. καὶ κατωτ. στ. 2) μετὰ τῶν ἀρωμάτων, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐνταφιάζειν.
Ἡ λέξη ἄρωμα ἀποκτᾶ τὴ σημερινή της σημασία σὲ πολὺ μεταγενέστερους χρόνους, ὅπως καὶ τὰ παράγωγά της, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται σταδιακὰ ἀπὸ τὸν 2ον αἰ. π.Χ. στὸν γραπτὸ λόγο: ἀρωματίζω καὶ ἀρωματοφόρος (Ποσειδώνιος, 2ος αἰ. π.Χ.), ἀρωματῖτις (Στράβων, 1ος αἰ. π.Χ.), ἀρωματικός, ἀρωματώδης, ἀρωμα­τίτης, ἀρωματιστέον (ἀπὸ τὸν 1ον αἰ. μ.Χ. καὶ μετά, Πλούταρχος, Διοσκορίδης Πεδάνιος κ.ἄ.).

στεφάνοι<ς> ῥοδίνοις: ἴσως στεφάνοις̣̣, ἂν αὐτὸ ποὺ φαίνεται σὰν μικρὸ C γραμμένο πάνω ἀπὸ τὸ Ι στὸ τέλος τῆς β΄ σειρᾶς τῆς ἐπιγραφῆς) εἶναι ὄντως C superscriptum κι ὄχι τυχαῖο ἀποτέλεσμα φθορᾶς τῆς στήλης (πβ. κατωτ. σειρὰ γ΄). Πβ. κατωτ. Ε47.2, καὶ ἀνωτ. Ε12.2 (ὅπου μεταφ. χρήση τῆς λ. στέφανος: ὑψηλὸμ πύργων ἀμφ[έ]θετο στέφανον), καὶ βλ. κυρίως 3F4-5 μὲ σημ. (ὅπου ἀναφορὰ ἀνθῶν στεφανωτικῶν καὶ στεφάνων ἀπὸ ἄνθεα γαίης [στὰ Κύπρια ἔπη], πβ. ΑΚυΓ1/1β´ 5 Υ1.7 κἑ. κρατὶ ἐπ' ἀθανάτῳ στεφάνην εὔτυκτον ἔθηκαν | καλὴν χρυσείην). Τὸ ἐπίθ. ῥόδινος (ἀπὸ τὸ οὐσ. ῥόδον, Αἰολ. βρόδον < *Ϝρόδον, πβ. Λατ. rosa κ.λπ.: γιὰ τὴν ἐτυμ. βλ. Chantraine13  σ.λ.), ἀπαντᾶ γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Στησίχορο (ἀπόσπ. 187.3 Page, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ οὐσ. στέφανος, ὅπως ἐδῶ: καὶ ῥοδίνους στεφάνους ἴων τε κορωνίδας οὔλας, πβ. Ἀνακρ. ἀπόσπ. 434 Page: στεφάνους δ' ἀνὴρ τρεῖς ἕκαστος εἶχεν, | τοὺς μὲν ῥοδίνους, τὸν δὲ Ναυκρατίτην, πβ. ἐπίσης Ἱππών. ἀπόσπ. 58 West16 : κἄλειφα ῥόδινον ἡδὺ καὶ λέκος πυροῦ), συχνὰ ἀργότερα (στὸν Πλούταρχο, στὸν Ἀθήναιο, στὸν Γαληνό κ.λπ.). Συχνὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ σὲ ἄνθινα στεφάνια ἀπὸ ἐπώνυμους καὶ ἀνώνυμους ἐπιγραμμα­τοποιούς, ὅπως ὁ Μελέαγρος (Ἀνθ. 5.144, 147, 181 κ.ἄ.), ὁ Ἀσκληπιάδης (5.145), ὁ Παῦλος Σιλεντιάριος (5.270), ὁ Νικίας (16.188) κ.ἄ. (5.200, 7.657.7 κἑ., κ.λπ.). Περισσότερα –κυρίως γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῆς χρήσης ἄνθινων στεφάνων στὰ ἔθιμα τοῦ γάμου– στοὺς Παπαχαραλάμπους, ΚυΗΕ6  120, καὶ Μ. Βαρβούνη, «Λαο­γραφικὰ καὶ Ἐθνογραφικὰ Σχόλια στὰ Κύπρια ἔπη17 », ΚυΣπ 56 (1992) 23 κἑ., πβ. Εὐρ. Ἀντζουλάτου-Ρετσίλα, Τὰ στέφανα τοῦ γάμου18  (Ἀθήνα 1980), ὅπου παράθεση πηγῶν καὶ πλούσια βιβλιογραφία.

2. σινδόνι λεπτοφυῆ τρυφερᾶ: ἔτσι στὴν ἐπιγραφή, ἀναντίρρητα (ἀντί: σ. λεπτοφυεῖ τρυφερᾶι), μὲ ἕνα μικρὸ νί (ἀνάποδο: И γραμμένο πάνω ἀπὸ τὸ ἰῶτα τῆς πρώτης συλλ. τοῦ σινδόνι στὸ τέλος τῆς γ΄ σειρᾶς (CI | ΔΟΝΙ, μὲ И perscri­ptum), εὐδιάκριτο. Ἡ φράση μόνον ἐδῶ· πβ. Νόνν. Παράφρ. 3.129 λεπτοφυγεῖ λασίῳ... χιτῶνι καὶ Διόδ. Σικ. 4.4.4 ἐσθῆσιν ἀνθειναῖς καὶ κατὰ τὴν μαλακότητα τρυφεραῖς χρῆσθαι. Ἡ γραφὴ Τρυφερὰ τοῦ Perdrizet1  (κύριο ὄνομα, βλ. καὶ σημ. του στὴ συνέχεια [σελ. 342]: ''le tombeau de Tryphéra'') δίνει κείμενο ποὺ νοσεῖ συντακτικά, μολονότι δὲν ἀποκλείεται θεωρητικῶς ἡ πιθανότητα νὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν ἐδῶ ἐπιλογὴ τοῦ ἐπιθ. τρυφερά (γιὰ σινδόνα) τὸ ὄνομα νεκρῆς (πβ. Ἀνθ. Παλ. 5.154 Ναὶ τὰν νηξαμέναν χαροποῖς ἐνὶ κύμασι Κύπριν, | ἔστι καὶ ἐκ μορφᾶς ἁ Τρυφέρα τρυφερά, πβ. ἐπίσης ὅ.π. 5.185.5-6 ῥοδίνους ἕξ πρόσλαβε <πλοχμοὺς> | καὶ Τρυφέραν ταχέως ἐν παρόδῳ κάλεσον). Γιὰ τὴν περιτύλιξη τοῦ νεκροῦ μὲ σινδόνα, πβ. Ἡρόδ. 2.86.6 λούσαντες τὸν νεκρὸν κατειλίσσουσι πᾶν αὐτοῦ τὸ σῶμα σινδόνος βυσσίνης, καὶ Κ. Δ. 27.59.2 λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ ἐν σινδόνι καθαρᾷ (15.46.1 ἐνείλησεν τῇ σινδόνι, 23.53.2 ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι), κ.ἄ. παρόμοια.

3. οὕ̣̣τ̣̣ω θέτε μ̣̣[ε], ἂν ἀποθά̣̣[νω]: μόνον ἐδῶ, σ' αὐτὸν τὸν συνδυασμό. Γιὰ τὸ τίθημι = θάπτω βλ. LSJ919  / LSK14  σ.λ. τίθημι Α.11 (πβ. Αἰσχ. Ἑπτ. 1002 ἰώ, ποῦ σφε θήσομεν χθονός; [1028 ἐγώ σφε θάψω] κ.ἄ.). Γιὰ τὸν ποιητὴ τοῦ στίχου (καὶ τοῦ ὅλου χωρίου) βλ. ἀνωτ., εἰσαγ. σημ. στὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἐδῶ ἐπίγραμμα. [Ὁ Peek, GG3  422 (σημ. στὴ σελ. 319) γράφει ἐπὶ λέξει: "Das Metrum (Anapäste + Paroimiakos) läßt vermuten, daß hier ein Zitat aus einem tragischen Chorlied dem unbekannten Toten auf den Stein gesetzt worden ist (sein Name stand anderswo). Vielleicht war er selber Tragödiendichter bzw. –schauspieler gewesen"· πβ. Χατζηιωάννου, ΑΚΕΠ4  Δβ΄ 112. Γιὰ τὸ σπάνιο σὲ ἐπιγράμματα ἀναπαιστικό – παροιμιακὸ μέτρο βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα Δ. Λυπουρλῆ ἀρχαία ἑλληνική μετρική20  (μιά πρώτη προσέγγιση), Θεσσαλονίκη 1983, 65 σημ. 1, καὶ L. Parker, "Some Observations on the Incidence of Word-end in Anapaestic Paroemiacs and its Application to Textual Questions"21, CQ  52 (1958) 82-89.]

  1. Perdrizet, P. (1896), Notes sur Chypre, BCH 20: 336-363.a↑ b↑
  2. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.
  3. Peek, W. (1960), Griechische Grabgedichte (griechisch und deutsch), Schriften und Quellen der alten Welt hrsg. von der Section für Altertumswissenschaft bei des Deutschen Akademie der wissenschaften zu Berlin,7 Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  5. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1993-1994), Ἀρχαῖα Κυπριακὰ Ἐπιτύμβια Ἐπιγράμματα και Νεοελληνικὰ Μοιρολόγια, ΕΚΕΕΚ 20: 359-414.a↑ b↑
  6. Παπαχαραλάμπους, Γ. Χ. (1965), Κυπριακὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών,3 Λευκωσία.a↑ b↑
  7. Πατσίδης, Χ. (1967), Πῶς κλαῖνε οἱ Κύπριοι τοὺς νεκροὺς των, ΚυΣπ 31:
  8. Morris, I. (1990), Burial and Ancient Society, Cambridge.
  9. Kurtz, D. C. & Boardman J. (1971), Greek Burial Customs, Aspects of Greek and Roman Life London.
  10. Rehm, R. (1994), Marriage to Death: The Conflation of Wedding and Funeral Rituals in Greek Tragedy, Princeton, New Jersey.
  11. Vérilhac, A. - M. (1978-1982), Παῖδες ἄωροι (Poésie funéraire), tom. 1-2, Πραγματεῖαι τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν,41 Ἀθῆναι.
  12. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .
  13. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  14. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑
  15. Lasserre, F. & Livadaras N. (1976/1992), Etymologicum Magnum Genuinum, Symeonis Etymologicum (una cum magna Grammatica), Etymologicum Magnum Auctum, Rome/Ἀθῆναι.
  16. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .
  17. Βαρβούνης, Μ. (1992), Λαογραφικὰ καὶ Ἐθνογραφικὰ Σχόλια στὰ Κύπρια ἕπη, ΚυΣπ 56:
  18. Ἀντζουλάτου-Ρετσίλα, Ε. (1980), Τὰ στέφανα τοῦ γάμου, Ἀθήνα.
  19. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  20. Λυπουρλῆς, Δ. (1983), Ἀρχαία Ἑλληνική Μετρική: μιά πρώτη προσέγγιση, Θεσσαλονίκη.
  21. Parker, L. (1958), Some Observations on the Incidence of Word-end in Anapaestic Paroemiacs and its Application to Textual Questions, CQ 52: 82-89.