You are here

E36

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      Μοψαῖον κόνις ἥδε Ἀγαθοκλέα1 παῖδα ↓ κέκευθεν 
2        μειμολόγων2  πάντων ἔξοχον ἐν χάρισιν .
                             Ἀγαθοκλίωνα βιολόγον.

  1. 1 Ἀγαθοκλέα iam Dozon (qui autem ΑΓΑΘΟΚΑΕΑ in apogr. habet)
  2. 2 μιμολόγων (pro μειμολόγων) Peek2 post v. 2 Ἀγαθοκλίωνα βιολόγον Oberhummer Reich Peek1 (adnot.): Ἀγαθοκλαίωνα βιόλογον Dozon Crusius (nil cett.).

Τὸν γιὸ τοῦ Μόψου Ἀγαθοκλῆ ἡ σκόνη τούτη ἔχει σκεπάσει
     ἀπὸ τοὺς μιμολόγους ὅλους ἔξοχο στὶς χάρες.
                        Τὸν Ἀγαθοκλίωνα τὸν ἠθογράφο

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο ἑνὸς ἐλεγειακοῦ διστίχου χαραγμένου σὲ πέντε σειρὲς στὴ στήλη ποὺ βρέθηκε στὴ Λάρνακα (συλλογὴ Δ. Πιερίδη) καὶ παρουσιάστηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν πρέσβη τῆς Γαλλίας Dozon σὲ ἐπιστολή του στὸ RA1 (1881) 124. Στὴν ἐπιστολή, μετὰ τὴν παράθεση τῶν πέντε σειρῶν τῆς ἐπιγραφῆς (« ΗΔΕ ΑΓΑΘΟΚΑΕΑ » στὴ β΄ σειρά), σημειώνεται: «  Au-dessous, deux cartouches; dans celui de gauche, les lettres son effacées, dans celui de droit, on lit: ΑΓΑΘΟΚΛΑΙwΝΑ | ΒΙΟΛΟΓΟΝ». Ἀκολουθεῖ τὸ κείμενο τῆς ἐπιγραφῆς (σὲ μικρογράμματη γραφή) καὶ ἡ σημείωση: « Au-dessus de l'inscription, au haut de la stèle, se trouve une figure d'enfant, qui sort, en quelque façon, d'un rectangle allongé faisant saillie ». Ὁ Oberhummer2 ὅμως λίγα χρόνια ἀργότερα σημειώνει: “Ζ. 2 ist nach Dozon aus Versehen KAE st. ΚΛΕ gedruckt; Ζ. 6 Dozon falsch ΚΛΑΙ st. ΚΛΙ. Unrichtig ist ferner die Angabe Dozon's (nach Z. 5): « Au-dessous (...) on lit »: (folgt Z. 6 u. 7); Z. 6 u. 7 stehen nicht in einer Einfassung, sondern unmittelbar unter dem Distichon; in dem leeren Raume links hat nichts gestanden. Untehalb des Ganzen behinden sich die von Dozon erwähnten runden Einfassungen, von welchen die rechte allerdings noch einige Spuren eingegrabener Buchstahen zu tragen scheint”. (Οἱ διαφορὲς τῆς περιγραφῆς ξενίζουν καὶ ἀποτελοῦν ἔνδειξη τοῦ πῶς κάποιοι ἀντιμετώπιζαν τὴν πνευματικὴ κληρονομιὰ τῆς Κύπρου στὸ ὄχι καὶ πολὺ μακρυνὸ παρελθόν, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους μάλιστα ἀποτελοῦν σήμερα μοναδικὴ πηγὴ γιὰ ἐπιγραφὲς ποὺ ἔχουν ἐξαφανισθῆ.) Ἡ ἐπιγραφὴ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν Peek3,4 στὸ β΄ ἥμισυ τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ. (στὸν 2ον αἰ. μ.Χ. ἀπὸ τὸν Χατζηιωάννου5) καὶ ἐμφανίζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον λόγω τῆς ἀναφορᾶς στὸν μειμολόγων πάντων ἔξοχον ἐν χάρισιν (βλ. ΑΚυΓ'6 102 [ΑΚυΓ1β´ 140] σημ. 102) καὶ βιολόγον Ἀγαθοκλίωνα.

1. Μοψαῖον (...) Ἀγαθοκλέα παῖδα: τὸν Ἀγαθοκλῆ (ἢ μᾶλλον Ἀγαθοκλίωνα, ὅπως παραδίδεται τὸ ὄνομά του στὸν πεζὸ λόγο μετὰ τὸν στ. 2) τὸν γιὸ τοῦ Μόψου. Τὸ Μοψαῖος εἶναι πατρωνυμικὸ ἐπίθ. (ὅπως δείχνει ἡ αἰτ. παῖδα κατὰ τὸν Oberhummer2) ἀπὸ ὄνομα Μόψος (βλ. κυρίως Oberhummer2 καὶ Neumann7), ὄχι ἐθνικὸ ὅπως τὸ Μοψεάτης (κατὰ τὸν Dozon [« sans doute un adjectif ethnique ... »] καὶ τὸν Bücheler8). Τὸ ὄνομα Μόψος, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Chantraine 9σ.λ. μόψος, εἶναι κοντὰ στὸ Μυκην. ἀνθρωπωνύμιο moqoso, τὸ δὲ Μοψαῖος ἀνευρίσκεται στὴ γραμμένη σὲ Κυπριακὸ συλλαβάριο ἐπιγραφὴ ICS6 385.1 mo-po-sa-o-se· te-o-to-ro· se-la-mi-ni-o-se κατὰ τὸν Neumann7 (mo-po-sa-o-se: Μοπσᾶος < Μοψαῖος, πβ. μετα­γραφὴ Masson10 Μο(μ)φόσαος (?) | Θεοδώρω | Σελαμίνιο[ς]). Σχετικὴ φαίνεται ἡ Κυπριακὴ γλῶσσα, ποὺ παραδίδει ὁ Ἡσύχιος, μόψος· κηλὶς ἡ ἐν τοῖς ἱματίοις. Κύπριοι (βλ. Chantraine9 ὅ.π.: «« le lemme est correct il fait penser au nom héroique Μόψος » κ.λπ. [μὲ παραπομπὴ σὲ Heubeck11, Lydiaka 43 κἑ. καὶ Praegraeca12 75], πβ. ὅμως ΑΚΕΠ5 Γβ΄ 198 ὅπου ὁ Χατζηιωάννου5, παραθέτοντας τὶς ἀπόψεις Latte13: μύξα, μόξος, μόψος / Hoffmann14: Λατ. macula = κηλίς, στίγμα, ἀπὸ θέμα moq / Meister15: Ἡσυχ. μύσκος· μίασμα, καταλήγει: «Ὅπως ὅμως σημειώνει ὁ Bechtel16 451 ἡ γλῶσσα παραμένει ἀνεξήγητη»). Ὅπως κι ἂν ἔχουν τὰ πράγματα (βλ. καὶ Pape17 σ.λ. Μόψος, ὅπου ἡ συσχέτιση μὲ τὰ τοῦ Ἡσυχίου μώψ· ὁ μὴ ὀξυδορκῶν, καθαροὺς δὲ ἔχων τοὺς ὀφθαλμούς καὶ νώψ· ἀσθενὴς τῇ ὄψει, καὶ Zgusta18 ΚΡΝ § 960), τὰ Μόψος καὶ Μοψαῖος στὴν Κύπρο φέρουν ἕνα ἐννοιολογικὸ βάρος ποὺ τὰ καθιστᾶ ἰδιαίτερα εὔστοχα γιὰ μιμολόγον, σὲ συνδυασμὸ ἴσως καὶ μὲ τὸ Ἀγαθο-κλίωνἈγαθο-κλῆς, ὥστε νὰ μὴν ἀποκλείεται τὰ Μοψαῖος καὶ Ἀγαθοκλίων νὰ ὀφείλονται στὴν ἐπαγγελματικὴ ἰδιότητα τοῦ γιοῦ, ἴσως δὲ καὶ τοῦ πατέρα. Ἂς σημειωθῆ ὅτι τὸ Ἀγαθοκλίων ἀπαντᾶ μόνον ἐδῶ, ἐνῶ τὸ Ἀγαθοκλῆς εἶναι ὄνομα κοινότατο ἀλλοῦ (γνωστότατος εἶναι ὁ τύραννος τῶν Συρακουσῶν Ἀγαθοκλῆς, 361-289 π.Χ.), ὄχι ὅμως καὶ στὴν Κύπρο (βλ. LGPN19), ὅπου ἀπαντᾶ τὸ Ἀγαθόκλεια (-κλεα) ἀλλὰ καὶ τὸ Ἀγαθοκρέων (LGPN119)· σὲ Κυπριακὲς ἐπιγραφὲς σώθηκαν τὰ ὀνόματα δύο μὴ Κυπρίων στρατιωτικῶν ποὺ ὑπηρετοῦσαν στὴν Πτολεμαϊκὴ φρουρὰ τοῦ Κιτίου (PPC20 [ΑΓ]ΑΘΟΚΛ[ΗΣ ΑΣ]ΠΕΝΔΙΟΣ καὶ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΜΑΚΡΩ­ΝΟΣ ΠΕΡΣΗΣ), καὶ τὸ ὄνομα Ἀγαθοκλῆς δὲν ἦταν ἄγνωστο στὸ Κίτιο.

κόνις ἥδε (...) κέκευθεν: βλ. ἀνωτ. Ε20 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. κεύθει χθών (μὲ παράλληλα χωρία καὶ ἐτυμ. τοῦ κεύθω) καὶ Ε28 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. ἱερὴν τήνδε λέλογχα κόνιν (πβ. Ε8 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. καί με χ[θ]ὼν ἥδε καλύπτει). Ἀπὸ τὰ παράλληλα χωρία πβ. GVI3 755.2 ἅδε κέκευθε κόνις (100 περ. π.Χ.), 797.2 ἥδε κ. κ. (6ος αἰ. μ.Χ.) καὶ 748.2 τῆιδε κέκευθα κόνει (4ος αἰ. π.Χ.) [β΄ ἡμιεπές], [στὸ τέλος ἑξάμετρου στ.] 762.1 καὶ 766.1 γαῖα κέκευθεν (1 αἰ. π.Χ.): ἐδῶ παῖδα κ., κ.τ.τ.

2. μειμολόγων: βλ. ΑΚυΓ1β'6 102 [ΑΚυΓ1β´ 140] μὲ σημ. 102 γιὰ τὴ σημασία τῆς λέξεως μ(ε)ιμολόγος ἐδῶ καὶ ἀλλοῦ (σσ. 99 κἑ. [137 κἑ.] γιὰ τὴ δραματικὴ ποίηση στὴν Ἀρχαία Κύπρο, κυρίως 100 [138] μὲ σημ. 97). Γιὰ τὸ ἐδῶ μειμολόγων σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ἑπόμενο (μετὰ τὸν στ. 2) βιολόγον βλ. Bücheler8, Oberhummer2, Reich21 (κυρίως σσ. 824 κἑ. σὲ σχέση μὲ τὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα, ἀλλὰ καὶ 280 κἑ. κεφ. “Die mimische Terminologie der Peripatetiker”), καὶ L. Robert, REG22   49 (1936) 238 κἑ. (μὲ πλούσια βιβλιογραφία), πβ. Lesky – Τσοπ.23 ΙΑΕΛ51027 κἑ. (καὶ Ἀθήν. 620d κἑ.). Τὸ βασικὸ συμπέρασμα εἶναι πὼς οἱ ὅροι βιολόγος (τίτλος πιὸ τιμητικὸς ἀπ' ὅ,τι ὁ μῖμος: Reich21 286) καὶ μ(ε)ιμολόγος ἀναφέρονται κατὰ κύριο λόγο στὶς σχετικὲς παραστάσεις, ἀλλὰ οὐδόλως ἀποκλείεται ὁ μιμολόγος (καὶ βιολόγος: ἠθογράφος, εἶναι ἡ καλύτερη ἀπόδοση στὴ ΝΕ ποὺ βρήκαμε) νὰ εἶναι καὶ ὁ ποιητὴς (ὄχι μόνο ὁ ἠθοποιός) τοῦ μίμου τῆς παράστασης. Ἡ λέξη (κατὰ κανόνα μιμολόγος καὶ μῖμος, σπάνια μειμολόγος καὶ μεῖμος) ἀπαντᾶ συχνότατα στὶς πηγές· σὲ ἐπιγράμματα (ἀνάμεσα στ' ἄλλα): Ἀνθ. 556 Νηλειὴς Ἀίδης· ἐπὶ σοὶ δ' ἐγέλασσε θανόντι, | Τίτυρε, καὶ νεκύων θῆκέ σε μιμολόγον καὶ 16.155 Ἠχὼ μιμολόγον, φωνῆς τρύγα, ῥήματος οὐρήν, πβ. κυρίως EGr24 609 = GVI3 675 (3ου αἰ. μ.Χ.) στ. 1 κἑ. Τὴν πολλοῖς δήμοισι πάρος, πολλαῖς δὲ πόλεσσι | δόξαν φωνάεσσαν ἐνὶ σκηναῖσι λαβοῦσαν | παντοίης ἀρετῆς ἐν μείμοις, εἶτα χοροῖσι, | (5) τῇ δεκάτῃ Μούσῃ τὸ λαλεῖν σοφὸς Ἡρακλείδης | μειμάδι Βαστίλλῃ στήλην θέτο βιολόγος φώς, κ.λπ. Καὶ κατὰ τὸν Διόδ. Σικ. (20.63.2), ὁ Ἀγαθοκλῆς ὁ Συρακούσιος ὑπάρχων (...) φύσει γελωτοποιὸς καὶ μῖμος οὐδ' ἐν ταῖς ἐκκλησίαις ἀπείχετο τοῦ σκώπτειν τοὺς καθημένους καί τινας αὐτῶν εἰκάζειν, ὥστε τὸ πλῆθος πολλάκις εἰς γέλωτα ἐκτρέπεσθαι καθάπερ τινὰ τῶν ἠθολόγων ἢ θαυματοποιῶν θεωροῦντας.

πάντων ἔξοχον ἐν χάρισιν: νέος συνδυασμός, πβ. ἀνωτ. Ε24.2 Κιλικᾶν ἔξοχον ἠιθέων (βλ. τὰ ἐκεῖ σχόλ.), EGr24 237.1 Τὸν πινυτὸν κατὰ πάντα καὶ ἔξοχον ἐν πολιήταις | ἀνέρα («ΙΙ vel I a. Chr. n. saec.») καὶ 896.2 Τιβέριος, ὃς Μαρκελλῖνον τέκετ' ἔξοχ[ον] ἀνδρῶν («aetatis Romanae»), GVI3 310.1 [Ἔξο]χον [ἐν μ]αιρόπε̣̣σ̣̣σι, [φίλ]ον Μούσεσιν Ἄριστον (“ΙΙ./ΙΙΙ. Jh.”) καὶ 1407.3 [σᾶ]ι τέχναι γὰρ ἔφυς ῥ̣̣η̣̣τὸν φ̣̣ῶς, ἔξοχος ἄλλων (“I Jh. n. Chr.?”). Στὸν Ὅμηρο ἀπαντοῦν συχνὰ οἱ λογότυποι ἔξοχον ἄλλων (Ζ 194 κ.ἀ.) καὶ ἔξοχα πάντων (Ξ257 κ.ἀ.), ἀλλὰ καὶ ἔ  ξοχον ἡρώεσσιν (Β 483), μέγ' ἔξοχος ἔπλετο πάντων (Β 480), κ.τ.τ. / κατέχευε χάριν κ.τ.τ. (ζ 235 κ.ἀ.), κάλλει καὶ χάρισι στίλβων (ζ 237), πάντων γάρ κεν ἴδοιτο χάριν (Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙΙ.153) κ.ἀ. (γιὰ τὸ χάρις βλ. ἀνωτ. Ε32 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Φειδιακὴν χάριτα / Ε25.1 χάριτα[ς] ... ἀπέδωκεν, καὶ γιὰ περαιτέρω παραπομπὲς ἀνωτ. Ε9 σχόλ. σ.στ. 5 σ.λ. χάριν ... τίοντες.

  1. (1969), Report of the Department of Antiquities, Cyprus, Nicosia, Cyprus.
  2. Oberhummer, E. (1888), Griechische Inschriften aus Cypern , SBAW 1 : 305-348.a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Peek, W. (1960), Griechische Grabgedichte (griechisch und deutsch), Schriften und Quellen der alten Welt hrsg. von der Section für Altertumswissenschaft bei des Deutschen Akademie der wissenschaften zu Berlin,7 Berlin.
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  7. Neumann, G. (1993), Beiträge zum Kyprischen XIV, Kadmos 32: 39-49.a↑ b↑
  8. Bücheler, F. (1965), Kleine Schriften, Osnabruck.a↑ b↑
  9. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  10. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.
  11. Heubeck, A. (1959), Lydiaka: Untersuchungen zu Schrift, Sprache und Götternamen der Lyder, Erlanger.
  12. Heubeck, A. (1961), Praegraeca; sprachliche Untersuchungen zum vorgriechisch-indogermanischen Substrat, Erlangen.
  13. Latte, K. (1953-1966), Hesychii Alexandrini Lexicon, Vol. I: Α-Δ, vol. II: E-O, Hauniae .
  14. Hoffmann, O. (1891-1898), Die griechischen Dialekte in ihrem historischen Zusammenhange (mit den wichigsten ihrer Quellen), Vols. I-III, Göttingen .
  15. Meister, R. (1882-1889), Die griechischen Dialekte: auf Grundlage von Ahrens' Werk: «De Graecae linguae dialectis», Vols. I-II, Göttingen .
  16. Bechtel, F. (1921-1924), Die griechischen Dialekte, Vols. 1-3, Berlin.
  17. Pape, W. (1875), Wörterbuch der griechischen Eigennamen, Vols. I-II, 3d ed. von G. E. Benseler, Braunschweig.
  18. Zgusta, L. (1964), Kleinasiatische Personennamen, Prag.
  19. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑
  20. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  21. Reich, H. (1903), Der Mimus: ein litterar-entwickelungsgeschichtlicher Versuch, Berlin.a↑ b↑
  22. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.
  23. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  24. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑