You are here

E31

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      [Στασίοι]κ̣̣̣̣̣ον1  π[λήσα]ν̣̣̣̣̣τα2 βίου τέλ[ος3 , ὦ παροδεῖτα ,
          4[λιτῆ ὑπὸ σ]τ̣̣̣̣̣ήλη  κε̣̣̣̣̣ί̣̣̣̣̣[μ]ενον οἰκτρὸν ὁρᾶς.
      5[πλεύσας γὰ]ρ̣̣̣̣̣6 δύστηνος7 ἐπ' Ἀξείνου8 στόμα πόν[του] 
          [τηλόθι τὸ]μ9 Μοιρῶν ἐξετέλεσσα μίτον ,
5    [οὐ γάμον, οὐχ] ὑ̣̣̣̣̣μέναιον10 ἰδὼν γλυκύν, ἀλλὰ [τοκεῦσι] 
          [δάκρυα] κ̣̣̣̣̣αὶ τυπετῶν11 λυγρὰ λιπὼν ἄχεα12.
      13 [οὐδὲν δ' ἐξεύρο]ν̣̣̣̣̣το14 κακοῦ παραμύθιον οἴκτου15,
          [ἀντὶ δὲ νῦν θαλά]μου τύμβον ἔχουσι τέκνου.
      ἀλλ' ἔμ'16 ἀ̣̣̣̣̣[χῶν17 λή]θη περιδέδρομεν, οἰκτρὰ δὲ18 πένθη
10       [ἐκτέτατ]α̣̣̣̣̣ι19 μογερῶ Θειοδότω γενέτη20.

  1. 1 [Στασίοι]κ̣̣̣̣̣ον dubit. Voskos: [Εὐθύδι?]κον (]Κ̣ΟΝ apogr.) Oberh., [Εὐθύδι]κον Peek Hadj. ("too short" Mitf.); [–ca. 8–]κον Mitf. [Δύσμορος], ὃν Perist. ‖
  2. π[λήσα]ντα Peek Mitf. Hadj. (]Ν̣̣̣̣̣ΤΑ legimus): π[εράσαν]τα Oberh.; [με κατέκ]τα Perist. ‖
  3. τέλ[ος] Perist. Mitf. Hadj.: τέ[λος] Oberh. (sed ΤΕΛ̣̣̣̣̣ apogr.)
  4. 2 suppl. Oberh. post Schöll (σ]τήλ- et κ[είμ]ε-, sed ] רΗΛΗΚΕ̣̣̣̣̣··Ε - apogr.; ]Τ̣̣̣̣̣Η- sed ΚΕ̣̣̣̣̣Ι̣̣̣̣̣̣̣̣̣̣- legimus, ]ΤΗ- et ΚΕΙ- Peek Mitf. Hadj.; λιτῇ, -λῃ et ὁρᾷς scr. Oberh. (sed vid. apogr.), it. Peek): [οἷον ἀν]ηλῆ κ[αὶ] [ἄξ]ενον οἰ. ὁρᾷς (-ΟΡΑΣ apogr.) Perist. – Const.
  5. 3-6 suppl. Oberh. (Schöll), it. Mitf. Hadj.: [Πλαζόμενος] (v. 3), [Τὸν λεπτὸ]ν (v. 4, fort. recte), [Χαίρεσκον θυμῷ] (v. 5), [Μοίρᾳ] (v. 6) Perist
  6. 3 γὰ]ρ̣̣̣̣̣ Mitf.: γ]ὰρ Hadj.; γὰρ] Peek (-νος]) Perist. ‖
  7. Δ̣̣̣̣̣ΥΣΤΗΝΟΣ in apogr. Oberh. ‖
  8. Ἀξείνου Voskos: ἀξείνου cett.
  9. 4 ]μ ante Μοιρῶν leg. Voskos: ]ν Oberh. Perist. Peek; ]ὸ̣̣̣̣̣ν Mitf., ]ὸν Hadj.
  10. 6 ὑ̣̣̣̣̣μέναιον legimus: ]μέναιον Oberh.; ὑμέναιον cett.
  11. 6 κα̣̣̣̣̣ὶ τυπετῶν Oberh. in apogr. (κ]αὶ τ. scr. idem); καὶ τ. Peek Mitf. Hadj.: αἴτ' ὑπ' ἐτῶν (sed ΑΙ ΤΥΠΕΤΩΝ apogr.) Perist. ‖
  12. ἄχεα plerique: ἄχε[α] Oberh. (sed ΑΧΕΑ̣̣̣̣̣ apogr.)
  13. 7-9 suppl. Peek, it. Mitf., vv. 7-8 et Hadj. qui in v. 9 πλή]θη scr.: [Οὐδ' εὑρεῖν ἐδύναν]το, [Οἳ πρότερον θαλά]μου, [Ταῦτα φρένας πέν?]θη Oberh.; [Ἄκριτα, ἀλλ' ἔμπης], [Λυγραὶ κῆρες ἐ]μοῦ, Ἀλλ' ἐμάρανεν, λύπη θ', ἣ π. Perist. (sed ΑΛΛΕΜ···ΘΗ ΠΕ- apogr.)
  14. 7 ]ν̣̣̣̣̣το legimus, ut in apogr. Oberh.: ]το scr. Oberh., (]τὸ) Perist.; ]ντο cett. ‖
  15. ο[ἴκ]του (sed ΟΙ̣̣̣̣̣Κ̣̣̣̣̣ΤΟΥ apogr.) Oberh.
  16. 9 ἔμ' Hadj.; ἐμ' Peek Mitf. (alia cett.) ‖
  17. ἀ̣̣̣̣̣[χῶν nos: [χῶν Peek Mitf. Hadj. ‖
  18. ΟΙΚ̣̣̣̣̣ΤΡΑΔΕ in apogr. et [θρηνεῖ] pro πένθη Oberh.; οἰκτράδε | (et πένθη in v. 10) Perist.
  19. 10 [ἐκτέτατ]α̣̣̣̣̣ι Mitf.: ἦλθεν ἐ]π̣̣̣̣̣ὶ Peek, it. Hadj. (-]πὶ); [Μήτηρ σὺν] Oberh.; Πένθη [δὴ] (ΠΕΝΘΗ··[ΔΗ] apogr.) Perist. ‖
  20. -ρῷ, -τῳ et -τῃ Oberh. et Perist. (sed vid. eorum apogr.), it. Peek.

Τὸν Στασίοικο ποὺ τῆς ζωῆς συμπλήρωσε, περαστικέ, τὸν κύκλο

    κάτω ἀπ' τὴ στήλη τὴ λιτὴ οἰκτρὸς νὰ κεῖται βλέπεις.

Πλέοντας ὁ δύστυχος πρὸς τοῦ Ἄξεινου τὸ στόμα Πόντου

    μακρυὰ τῶν Μοιρῶν ξετέλεψα τὸ νῆμα,

οὔτε γάμο οὔτ' ὑμέναιο βλέποντας γλυκύ, μὰ στοὺς γονεῖς

    δάκρυα καὶ φοβεροὺς τῶν κοπετῶν ἀφήνοντας τοὺς πόνους.

Καμμιὰ δὲν βρῆκαν τοῦ κακοῦ παρηγοριὰ στὸν θρῆνο,

    π' ἀντὶ θαλάμου νυφικοῦ τὸν τάφο τώρα ἔχουν τοῦ παιδιοῦ τους.

Ἀλλ' ἐμὲ τῶν πόνων λήθη περικάλυψε, οἰκτρὰ δὲ πένθη

    στὸν Θεόδοτο ἔχουν ἁπλωθῆ τὸν δύσμοιρο πατέρα.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο, χαραγμένο σὲ μαρμάρινη πλάκα λευκή, ποὺ βρέθηκε τὸ 1883 στὸ Κούριο (Oberhummer1, βλ. καὶ Mitford2, πβ. ὅμως Περιστιάνη3) θρυμμα­τισμένη, συγκολλήθηκε μὲ ἐπιμέλεια ἀπὸ τὸν Ἰ. Παπανικολάου κατὰ τὸν Περ­ιστιάνη3, καὶ τώρα βρίσκεται στὸ Κυπριακὸ Μουσεῖο μὲ ἀρ. I. G. 71. Ἡ ἐπιγραφὴ χρονολογεῖται στὰ τέλη τῆς Ἑλληνιστικῆς ἢ μᾶλλον στὶς ἀρχὲς τῆς Ρωμαϊκῆς περιόδου, κατὰ τὸν Mitford2 (σελ. 133, πβ. σελ. 132: "First century B. C.?", ἐνῶ ὁ Περιστιάνης τὴν ἀνάγει στὸν «3ον – 2ον π.Χ. αἰῶνα» καὶ οἱ Peek4 καὶ Χατζηιω­άννου5 ἀντίθετα τὴν κατεβάζουν στὸν 1ον αἰ. μ.Χ., ὁ δὲ Σπυριδάκης6 σημειώνει ὅτι «χρόνος τοῦ ἐπιγράμματος δὲν εἶναι πάντως προγενέστερος τοῦ δευτέρου αἰῶνος π.Χ.»). Τὰ τέσσερα συγκολλημένα κομμάτια τῆς μαρμάρινης πλάκας διασώζουν σὲ ἄριστη κατάσταση τὸ μέγιστο μέρος τοῦ ἐπιγράμματος ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν στίχων καὶ δύο μικρὰ τμήματα τοῦ 1ου στ., ἐνῶ σ' ἕνα πέμπτο κομμάτι ἀσυγκόλλητο διασώζεται τμῆμα τῆς ἀρχῆς τῶν στ. 9-10 (ὅπως φαίνεται καὶ στὴ φωτογραφία τῆς πλάκας). Τὸ κείμενο 10 στίχων (5 ἐλεγειακῶν διστίχων) εἶναι χαραγμένο σὲ ἰσάριθμες σειρές, ἀλλὰ τὸ τέλος τῶν στ. 3 (-[ΤΟΥ]) καὶ 5 ([ΤΟΚΕΥΣΙ]) ἦταν χαραγμένο στὴν ἀρχὴ τῶν σειρῶν 4 καὶ 6 ἀντίστοιχα, ἐνῶ στὸ μικρὸ σωζόμενο ἀσυγκόλλητο θραῦσμα στὴν ἀρχὴ τῆς σειρᾶς 10 εἶναι χαραγμένο τὸ τέλος τοῦ στ. 9 (ΠΕΝΘΗ). Καθὼς λείπει ἡ ἀρχὴ τῶν ὀκτὼ πρώτων στίχων, καὶ ἐπιπρόσθετα τὸ μέγεθος καὶ ἡ πυκνότητα τῶν γραμμάτων ἐμφα­νίζουν σημαντικὴ ἀνομοιομορφία, ἡ ἀκριβὴς ἀπόσταση τοῦ πέμπτου μικροῦ θραύσματος (μὲ τὴν ἀρχὴ τῶν στ. 9-10) ἀπὸ τὸ κύριο σῶμα τῆς ἐπιγραφῆς εἶναι ἀβέβαιη καὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ συρθῆ μὲ ἀκρίβεια ἡ νοητὴ ἀριστερὴ γραμμὴ τοῦ ὕψους (μὲ τὴν πάνω πλευρὰ κατὰ μῆκος νὰ φαίνεται ἐλαφρῶς στενότερη ἀπὸ τὴν κάτω), μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ἀριθμὸς τῶν γραμμάτων ποὺ λείπουν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν σειρῶν 1-8 καὶ μετὰ τὴν ἀρχὴ τῶν σειρῶν 9-10 νὰ παραμένει ἀβέβαιος καὶ ἡ πλήρης ἀποκατάσταση τοῦ κειμένου νὰ εἶναι ἀρκετὰ προβληματική. Ἀβέβαιο παραμένει καὶ τὸ ὄνομα τοῦ νεαροῦ νεκροῦ (στὴν ἀρχὴ πιθανῶς τοῦ ἐπιγράμ­ματος), ποὺ ἐμφανίζεται νὰ ὁμιλεῖ (ὅπως φαίνεται κυρίως στὸ ἐξετέλεσσα τοῦ στ. 4), ἀπευθυνόμενος στὸν διαβάτη καὶ δίνοντας ἰδιαίτερη ἔμφαση στὸν δύσμοιρο πατέρα, τὸν Θειόδοτον (πβ. GVI4 796 κἑ.: Typus II.1f, καὶ Βαρβούνη7, ΕΚΕΕΚ 20 [1993-94] 376 κἑ.). Τὸ ὄνομα Στασίοικος γιὰ τὸν νεκρὸ φαίνεται ὡς τὸ πιὸ πιθανό. Μὰ ὅπως κι ἂν τὸν λένε, ὁ πρόωρος θάνατός του ἀπαθανατίζεται περίτεχνα ἀπὸ τὸν ἄγνωστο ἐπιγραμματοποιό: Μέτρο ἄψογο, σημαντικὴ πρωτοτυπία σὲ γλώσσα καὶ ὕφος, ἔξοχος συνδυασμὸς θεμάτων, λυρισμὸς ὄχι συνήθης.

1. [Στασίοι]κ̣̣ον: συμπλ. δική μας, ἀβέβαιη (καθὼς μάλιστα δὲν εἶναι βέβαιη καὶ ἡ ἀνάγνωση Κ πρὸ τοῦ ΟΝ). Τὸ [Εὐθύδι]κ̣̣ον, ποὺ προτείνεται μὲ ἀμφιβολίες στὸν Oberhummer1 καὶ υἱοθετεῖται ἀπὸ τὸν Peek4 καὶ τὸν Χατζηιωάννου5, πέραν τοῦ ὅτι δίνει ὄνομα μὴ ἀπαντώμενο στὶς ἀρχαῖες Κυπριακὲς πηγές (ὅπως ὅμως καὶ τὸ Θειόδοτος στὸν στ. 10), φαίνεται νὰ μὴ συμπληρώνει τὸ χάσμα στὴν ἀρχὴ τοῦ στ. ("Since the first lacuna of line 1 is ca. eight letter's length, Peek's [sic] tentative supplement [Εὐθύδι]κον would appear too short", κατὰ τὸν Mitford2, πβ. καὶ συμ­πληρώματα στὴν ἀρχὴ ἑπόμενων σειρῶν τῆς ἐπιτύμβιας στήλης). Τὸ Στασίοι-, μὲ τὰ ἑπτὰ γράμματα, νομίζουμε ὅτι ἀποτελεῖ ἄριστο συμπλήρωμα γιὰ τὸ ἐδῶ κενό (καθὼς τὰ γράμματα στὴν ἀρχὴ τῆς σειρᾶς φαίνονται χαραγμένα κάπως ἀραιά). Καὶ τὸ Στασίοικος εἶναι πολὺ σύνηθες καὶ πολὺ γνωστὸ Κυπριακὸ ὄνομα: "En tout cas, le nom Στασί(Ϝ)οικος est typiquement chypriote", κατὰ τὸν Masson (ICS8 11c σημ. [μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία] κ.ἀ., βλ. καὶ Nicolaou PPC9 σ.λ. [Σ 29-31] καὶ ΑΚΕΠ5 Ε΄ σελ. 400 (πίναξ σ.λ., βλ. καὶ Δα΄ / Δβ΄ 18), πβ. Παυλίδη ΙΝΚ110 263 κἑ., 287, 316 κἑ., κ.ἀ. [καὶ φωτ. ἐπιτύμβιας στήλης ἀνωτ. σελ. 110]). Μετρικὸ πρόβλημα δὲν ὑπάρχει, καθὼς εἶναι δυνατὴ ἡ συνίζηση τοῦ -ιοι- σὲ μιὰ μακρὰ συλλαβή, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ συμπλήρωση τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἐδῶ νὰ εἶναι ἀρκετὰ πιθανή, χωρὶς ὅμως νὰ μποροῦν νὰ ἀποκλειστοῦν ἄλλα ὀνόματα (ὅπως, π.χ., τὸ Ἀριστόδικος, μὲ πρόσθετη συλλ. στὴν ἀρχὴ τοῦ στ., ὅπως καὶ ἀλλοῦ σὲ ἐπιγράμματα), ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστῆ τὸ [δύσμορος], ὃν... (τότε: [δύσμορο]ς̣̣ τῶν Περιστιάνη3 καὶ Κωνσταντινίδη ἢ καὶ τὸ [Χρηστόθ]ε̣̣ος (πβ. στ. 10 Θειό-δοτος = Θεό-δοτος) στὴν περίπτωση ποὺ ἡ ἀνάγνωση -ΚΟΝ στὴ στήλη νοσεῖ (ἡ ἀνάγνωση Σ̣̣ ἢ Ε̣̣ ἀντὶ Κ̣̣ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπορριφθῆ μὲ βεβαιότητα).

π[λήσα]ν̣τα βίου τέλ[ος]: πβ. EGr11 604.5 νοσφισθεὶς βιότου δὲ τέλος καὶ μοῖραν ἔπλησα, πβ. ἐπίσης κατωτ. Ε38.1 μοιρίδιον τέλος καὶ Ἀνθ. Παλ. 7.504.11 νήματ' ἀναπλήσας ἐπιμοίρια, 9.370.2 τὸν δ' ἀπὸ γῆς εἰν ἁλὶ πλῆσα μόρον, κ.τ.τ. (βίου βιότου τέλος κ.τ.τ. συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα).

παροδεῖτα: συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα, στὸ τέλος τοῦ στίχου ὅπως ἐδῶ, ἢ σ' ἄλλη θέση, ὅπως κατωτ. Ε40.1.– Γιὰ τὸν διάλογο τοῦ νεκροῦ μὲ τὸν περαστικὸ πβ. καὶ ἀνωτ. Ε22 (στ. 1 ὁδοιπόρε), Ε24 (στ. 1 ὦ ξεῖνε καὶ Ε26 (στ. 9 ξένε), Ε28 (στ. 5 ὁ παρὼν).

2. [λιτῆ ὑπό σ]τ̣ήλη: ἡ ἴδια ἀρχὴ στίχου στὸ ἐπίγρ. EpAP12 2.419.2 (:EGr11 119.2 καὶ GVI4 480.2), πβ. 2.449, κ.ἄ. Γιὰ τὸν ὅρο στήλη (καὶ στήλλη, στάλα καὶ στάλλα) καὶ τοὺς σχετικοὺς ὅρους βλ. ἀνωτ. Ε4 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. τόδε σᾶμα. – Στὴν ἐδῶ ἐπιγραφὴ τὸ παραγεγραμμένο ι (: ἡ ὑπογεγραμμένη) δὲν σημειώνεται (ΣΤΗΛΗ καὶ ΟΡΑΣ, στ. 10 ΜΟΓΕΡΩΘΕΙΟΔΟΤΩΓΕΝΕΤΗ).

3. Ἀξείνου στόμα πόν[του]: γράψαμε Ἀξείνου (ἀξείνου γράφουν ὅλοι οἱ προη­γούμενοι ἐκδότες), πιστεύοντας ὅτι γίνεται ἐδῶ λόγος γιὰ τὸ στόμα τοῦ Εὐξείνου πόντου κι ὄχι ἀόριστα γιὰ στόμα ἀφιλόξενου πόντου. Ἡ ἔκφραση στόμα Πόντουστόμα Εὐξείνου πόντου ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ ἀρχαῖες πηγές (βλ. π.χ. Ἡρόδ. 4.81.10, Ξεν. Ἀνάβ. 6.4.1, Διόδ. Σικ. 4.49.1 τοὺς δ' Ἀργοναύτας κατὰ στόμα τοῦ Πόντου γενομένους προσπλεῦσαι τῇ γῇ, Σοῦδ. σ.λ. Πορθμός· (...) πορθμὼ δύο ἐστόν, ὁ μὲν ἐφ' Ἑλλησπόντου ἀμφὶ Σηστόν τε καὶ Ἄβυδον, ὁ δὲ δὴ ἕτερος ἐπὶ τοῦ στόματος τοῦ Εὐξείνου Πόντου, κ.ἄ. πολλά, πβ. Νόνν. Διον. 26.227 Ἠῴου στόμα πόντου |, 46.364 Ἑσπερίου στόμα πόντου |, κ.τ.τ.). Ἄξεινος π. φαίνεται νὰ εἶναι ἡ ἀρχικὴ ὀνομασία τοῦ Εὐξείνου π. ( / Εὔ. πόντος / Εὔ. Πόντος στὶς διάφορες ἐκδόσεις, ἢ ἁπλῶς Πόντου), ἴσως κατ' εὐφημισμό (ὅπως Εὐμενίδες κ.τ.τ.). Βλ. π.χ. Πίνδ. Πυθ. 4.203 ἐπ' Ἀξείνου στόμα πεμπόμενοι | ἤλυθον (πβ. Σχόλ. στὸ χωρίο, βλ. καὶ Νεμ. 4.49 ἐν Εὐξείνῳ πελάγει), Εὐρ. Ἰφ. Τ. 124 πόντου δισσὰς συγχωρούσας | πέτρας Ἀξείνου (βλ. τὸ ὅλο χορικὸ καὶ πβ. πρὸς τὸ ἐδῶ ἐπίγρ., βλ. ἐπίσης κριτ. ὑπόμν. Murray στὸν στ. 124), Ἀπολλών. Ρόδ. Ἀργ. 2.984 Πόντον ἐς Ἄξεινον, κ.ἄ. πολλά. Ἀξίζει νὰ σημειωθῆ ὅτι ἡ μετρικὴ ἰσοδυναμία Ἀξείνου / Εὐξείνου φαίνεται νὰ ἔχει ὁδηγήσει σὲ διάφορα χωρία ἀρχαίους καὶ μεταγενέστερους γραφεῖς σὲ παραμερισμὸ τοῦ Ἀξείνου (ποὺ συχνὰ ἐμφανίζεται ὡς παράλληλη γραφή), ἐνῶ συχνὰ ἀπαντᾶ τὸ ἄξεινος ἀντὶ τὸ ὀρθοῦ Ἄξεινος, ὅπως πιθανῶς ἐδῶ.

4. Πβ. EGr11 470 = GVI4 366 Ἐνθάδε Σωσιπάτρα κεῖμαι ἐπὶ σήματι τῷδε | μοίρης (Μοίρης Peek4) ἀνβροσίης ἐκτελέσα[σα] μίτον (βλ. καὶ κατωτ. Ε33 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Σωσ[ιπάτρα]· ἡ φράση Μοιρῶν μίτος (ἢ μοιρῶν μίτος, καὶ μίτος Μοιρῶνμίτος μοιρῶν) ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα (βλ. π.χ. EGr11 σελ. 643 ind., σ.λ. μίτος), μὲ τὸ ἄωρον (ὅ.π. 478.1 Τίς μοιρῶν μίτον ὔμμιν ἐκλώσατο, παῖ[δες], ἄωρον) ἢ τὸ πικρός (274.1 Μοιράων με μίτος πικρὸς ὤλεσεν, στ. 5 ἀναπλήσαντα) ἢ τὸ ἄνισος (127.7 μοιρῶν γὰρ ἄνισος τοῦτ' ἐπέκλωσεν μίτος, στ. 3-7 δαίμων ὁ πικρὸς... | στήλῃ... | κλαῦσόν με, παροδεῖθ', ὅτι θάλαμον [οὐκ εἰσέβην], | λείπω δὲ δάκρυα καὶ γόους...), κ.τ.τ. Τόσο τὸ ἄωρον ὅσο καὶ τὸ πικρόν (ἴσως καὶ τὸ ἄνισον, ὅπως καὶ τὸ λεπτὸν στὸν Περιστιάνη3) θὰ μποροῦσαν κάλλιστα νὰ συμπληρώσουν ἐδῶ τὸ κενὸ στὴν ἀρχὴ τοῦ στίχου: [ἄωρον τὸ]μ ἢ [τὸν πικρὸ]μ (κ.τ.τ.). Ἀλλὰ τὸ [τηλόθι τὸ]μ ([τηλόθι τὸ]ν στὸν Oberhummer1) φαίνεται προτιμότερο ἐδῶ, καθὼς τὸ τηλόθι ἁρμόζει στὴν ἐδῶ περίπτωση, χρησιμοποιεῖται δὲ συχνὰ μόνο του ἀντὶ τοῦ τηλόθι πάτρης (βλ. π.χ. Ἀπολλών. Ρόδ. Ἀργ. 4.361 κἑ. πάτρην τε κλέα τε μεγάρων αὐτούς τε τοκῆας | νοσφισάμην, τά μοι ἦεν ὑπέρτατα, τηλόθε δ' οἴη | λυγρῇσιν κατὰ πόντον ἅμ' ἀλκυόνεσσι φορεῦμαι, πβ. 1.443 κἑ. ἐμοὶ θανέειν στυγερῇ ὑπὸ δαίμονος αἴση | τηλόθι που πέπρωται ἐπ' Ἀσίδος ἠπείροιο κ.λπ., 2.807 κἑ. μάλα τηλόθι πάντες | ναυτίλοι ἂμ πέλαγος κ.λπ., κ.ἄ., συχνὰ καὶ σὲ ἐπιγράμματα). Σὲ κάθε περίπτωση ὅμως πρὸ τοῦ ΜΟΙΡΩΝ διαβάζεται καθαρὰ στὴν ἐπιγραφὴ ἕνα Μ, κι ἔτσι πρέπει νὰ γράψει κανεὶς -ὸ]μ Μοιρῶν (ἴσως -]ό̣̣μ Μοιρῶν). Γιὰ τὸ φαινόμενο, βλ. ἀνωτ. Ε12.2 ὑψηλὸμ πύργων... στέφανον, Ε16.2 Σολίωμ βασιλέ[α], Ε18.2 ἰατρῶμ Φαΐτ̣αμ παῖδα, Ε23.6 σὸμ πόσιν (καὶ 7 τὴμ μητρὸς φιλίην), καὶ Ε6.1 σ.λ. Ϝέπο(μ) μέγα. Γιὰ τὴ μοῖρα (προσωποποιημένη ἢ μή, συχνὰ ἡ ἐπιλογὴ δὲν εἶναι εὔκολη) στὸ Κυπριακὸ ἐπίγρ. βλ. ἀνωτ. Ε3 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. μο̣̣ῖραν ἔχων, μὲ παραπομπές· βλ. ἐπίσης, ἀνάμεσα στὰ πολλά, Ἡσ. Θεογ. 217 κἑ. καὶ Μοίρας καὶ Κῆρας ἐγείνατο νηλεοποίνους, [...] αἵ τ' ἀνδρῶν τε θεῶν τε παραιβασίας ἐφέπουσιν καὶ 904 κἑ. Μοίρας θ', ᾗς πλείστην τιμὴν πόρε μητίετα Ζεύς, | Κλωθώ τε Λάχεσίν τε καὶ Ἄτροπον, αἵ τε διδοῦσι | θνητοῖς ἀνθρώποισιν ἔχειν ἀγαθόν τε κακόν τε, μὲ τὰ σχόλια τοῦ West13 στὰ χωρία (ὅπου παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία, πβ. Kerényi Μυθ.14 43 κἑ.)· πβ. Ὀρφ. Ὕμν. 59 (ΜΟΙΡΩΝ θυμίαμα, ἀρώματα), κ.ἄ.

5 κἑ. Γιὰ τὸ θέμα τοῦ πρόωρου θανάτου στὰ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα βλ. ἀνωτ. Ε19 εἰσαγ. σημ. στὸ ἐπίγρ. καὶ σχόλ. σ.στ. 3-4, Ε26.4 κἑ., Ε27 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. πρὸ μοίρας καὶ 5 σ.λ. μύρονται τὸν ἄνυμφον ἀεὶ γόνον, Ε28 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. γοερὰς ὀδύνας τοκέεσσι λιποῦσα (μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία), πβ. καὶ κατωτ. Ε33, Ε34, Ε41, Ε43, Ε61, κ.ἀ. Τὸ θέμα ἀπαντᾶ συχνότατα σὲ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα καὶ ἡ φρασεολογία εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἦττον τυποποιημένη· βλ. π.χ. EGr11 208 (κυρίως στ. 19 οὐ γάμον, οὐχ ὑμέναιον ...), GVI4 667, 710, 714 (στ. 4 μητρὶ λιπὼν δάκρυα), 950, 977 (στ. 3 λυγρὰ δ' ἐμῷ γενέτᾳ πένθη λίπον), 1006, 1540 (στ. 3-4 λυγρὸν... δάκρυ) κ.ἄ., πβ. Ἀνθ. Παλ. 7.183, 334 (κυρίως στ. 11 κἑ.), 468 κ.ἄ. (βλ. ΕΚυΕ15 5.4ε΄). Ἀξίζει νὰ σημειωθῆ ὅτι τὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα ἐμφανίζει σημαντικὴ πρωτοτυπία λεκτική, κυρίως στοὺς συνδυα­σμοὺς ἐπιθέτων – οὐσιαστικῶν (στ. 5 ὑμέναιον...γλυκύν, στ. 6 λυγρὰ...ἄχεα, στ. 7 κακοῦ... οἴκτου, στ. 9 οἰκτρὰ... πένθη, στ. 10 μογερῶ... γενέτη), ἀλλὰ καὶ στὴ χρήση σπάνιων λέξεων καὶ ἐκφράσεων, ὅπως τὸ τυπετῶν στὸν στ. 6 (μόνον ἐδῶ, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, σὲ ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα, καὶ γενικὰ σπάνιο, βλ. LSJ916 / LSK17 σ.λ.), τὸ παραμύθιον οἴκτου στὸν στ. 7 (πβ. EGr11 298.7 λύπης παραμύθιον, Ἀνθ. Παλ. 7.195.1 παραμύθιον ὕπνου | καὶ 7.305.6 ζωῆς παραμύθιον, κ.τ.τ.), τὸ ἀ̣̣[χῶν λή]θη περιδέδρομεν στὸν στ. 9 (πβ. Ἀνθ. Παλ. 9.437.5 ἕρκος δ' εὐίερον περιδέδρομεν, 7.339.8 λύπης λήθην πάρεχε, 7.565.2 λήθην δῶκεν ὀδυρομένοις [στ. 1 Θειοδότην], κ.τ.τ.), πένθη | [ἐκτέτατ]α̣̣ι (ἂν ἡ συμπλ. Mitford2 εἶναι ὀρθή) στοὺς στ. 9-10 (πβ. Ἀνθ. Παλ. 11.210.4 ἐξαπίνης ὕπτιος ἐκτέταται, κ.τ.τ.). Γιὰ τὸ οὐσ. ἄχος (στ. 6 ἄχεα, στ. 9 ἀ̣̣[χῶν λή]θη) βλ. κατωτ. Ε61 σχόλ. σ.στ. σ.λ. πλῆθο]ς ἀχέων.

  1. Oberhummer, E. (1888), Griechische Inschriften aus Cypern , SBAW 1 : 305-348.a↑ b↑ c↑
  2. Mitford, T B. (1971), The Inscriptions of Kourion, Memoirs of the American Philosophical Society 83: Philadelphia.a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Περιστιάνης, Ι. Κ. (1910), Γενικὴ Ἱστορία τῆς νήσου Κύπρου: ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς Ἀγγλικῆς κατοχῆς, Ἀρχαιολογικαὶ καὶ Ἱστορικαὶ Μελέται Λευκωσία .a↑ b↑ c↑ d↑
  4. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  6. Σπυριδάκις, K. (1972-1974), Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τóμ. Α΄- Γ΄, Λευκωσία.
  7. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1993-1994), Ἀρχαῖα Κυπριακὰ Ἐπιτύμβια Ἐπιγράμματα και Νεοελληνικὰ Μοιρολόγια, ΕΚΕΕΚ 20: 359-414.
  8. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.
  9. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  10. Παυλίδης, Α. (1991-1993), Ιστορία της Νήσου Κύπρου, τóμ. 1-4, Λευκωσία.
  11. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  12. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.
  13. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.
  14. Kerenyi, K. (1974), Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, Ἀθῆναι.
  15. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .
  16. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  17. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .