You are here

E28

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      Ἡ στερχθεῖσα χύδην Ἀφροδισίη1  οὕνεκα τερπνῆς
          αἱμυλίης2  ἱερὴν τήνδε λέλογχα κόνιν 
      ὀκταέτις γοερὰς ὀδύνας τοκέεσσι3 λιποῦσα ,
           ὧν Ἀίδης οὐ δὴ βαιὸν4 ἐπιστρέφεται .
5    ἀλλ' ὁ παρὼν5 εἴπας6 ↓ «Ἀφροδισίη εὔχαρι , χαῖρε»
           7[αὐτὸς δὴ χ]αίρων ἐξανύσαις [ἀτραπόν] .

  1. 1 Ἀφροδισία Peristianis (falso)
  2. 2 Αἱμυλίης Myres – Ohn. Peristianis
  3. 3 τοκέεσ[σ]ι iidem
  4. 4 οὐ δὴ βαιὸν Peek (οὔδη βαιὸν Myres – Ohn. Peristianis): οὐδ' ἠβαιὸν Hadjioannou (sed vid. metrum)
  5. 5 ἀλλὰ παρὼν Myres – Ohn. Peristianis (falso) ‖
  6. εἴπας Peek: εἶπας cett.
  7. 6 suppl. Peek; [εὐκ]αίρων ἐξανύσαις Myres –Ohn. Peristianis.

Ἡ λατρεμένη πλέρια Ἀφροδισία γιὰ τὴν τερπνὴ

     γοητεία τὸ ἱερὸ ἐτοῦτο νά 'βρω μοῦ 'λαχε τὸ χῶμα

ὀκτάχρονη, γοερὲς ἀφήνοντας ὀδύνες στοὺς γονεῖς

     ποὺ ὁ Ἅδης βέβαια δὲν τὶς ὑπολογίζει διόλου.

Μὰ ὁ παρὼν ἐσὺ σὰν πεῖς «Ἀφροδισία χαριτωμένη, χαῖρε»

     ὁ ἴδιος βέβαια χαίροντας τὸν δρόμο σου νὰ ξετελειώσεις.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο γιὰ τὴν ὀκτάχρονη Ἀφροδισία χαραγμένο σὲ στήλη ποὺ ἀνακαλύφθηκε στὴν Ἀμαθούντα καὶ τώρα βρίσκεται στὸ Κυπριακὸ Μουσεῖο (Ι. G. 133). Τὸ ἐπίγραμμα ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία ἐλεγειακὰ δίστιχα σὲ Ἰωνικὴ διάλεκτο χαραγμένα σὲ 11 σειρές: ὁ στ. 4 σὲ μιὰ σειρά, οἱ ἄλλοι σὲ δύο (μὲ τοὺς στίχους, ἔτσι, νὰ ξεχωρίζουν). Τὸ κάτω μέρος τῆς στήλης εἶναι ἀκρωτηριασμένο: λείπει ἡ 11η σειρά (μὲ τὸ τέλος τοῦ στ. 6) καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς 10ης σειρᾶς (μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ στ. 6). Κυριαρχεῖ ἡ γλυκιὰ καὶ πρόσχαρη καὶ πολυφίλητη Ἀφροδισίη (στ. 1-2, ἀρχὴ 3ου, 5 / μὲ τὸ ὄνομα μετὰ τὴν πενθημιμερῆ τομὴ στοὺς στ. 1 καὶ 5)· ἐνδιάμεσα τὸ γοερὰς ὀδύνας τοκέεσσι (στ. 3, ἀνάμεσα στὸ ὀκταέτις καὶ τὸ λιποῦσα) καὶ ὁ Ἅδης ὁ σκληρός, ποὺ μένει ἀσυγκίνητος (στ. 4, οὐ δὴ βαιὸν ἐπιστρέφεται)· στὸ τέλος ὁ περαστικός, ποὺ εἴπας «Ἀφροδισίη εὔχαρι, χαῖρε» παίρνει τὸν δρόμο του, μὲ τὴν εὐχὴ χαίρων ἐξανύσαις [ἀτραπόν]: Τὸ εὐτυχισμένο παρελθόν (ἡ στερχθεῖσα χύδην Ἀφροδισίη οὕνεκα τερπνῆς αἱμυλίης, ποὺ τώρα κείτεται στὸ χῶμα), τὸ σκληρὸ παρόν (μὲ τὶς γοερὲς ὀδύνες τῶν γονιῶν καὶ τὸν ἀσυγκίνητο Ἅδη), καὶ τὸ ἄδηλο μέλλον (ὁ παρὼν περαστικός, ποὺ παίρνει τὴν ἀτραπόν)· κι ἡ προτροπὴ γιὰ χαρά (αὐτὸ θὰ ταίριαζε στὴν Ἀφροδισία μὲ τὴν τερπνὴν αἱμυλίην). Τὸ ἐπίγραμμα θὰ ἦταν ἄψογο, ἂν τὸ μέτρο στὸν στ. 4 δὲν ἐπέβαλλε διάσπαση τοῦ οὐ δὴ ἀπὸ τὸ βαιὸν ἐπιστρέφεται στὸ α΄ καὶ στὸ β΄ ἡμιεπὲς ἀντίστοιχα. Ὅμως ὁ ἔντονος λυρισμὸς καὶ τὸ συνεχὲς ξάφνιασμα ἀπὸ τὸν πρωτότυπο σὲ πολλὰ λόγο (βλ. κατωτ.) κυριαρχοῦν, δίνοντας ἕνα ἐξαιρετικὸ δεῖγμα Κυπριακῆς ποίησης τοῦ 2ου αἰ. π.Χ.

1. Ἡ στερχθεῖσα χύδην: ἅπαξ λεγόμενο. Τὸ στερχθεῖσα (στέργω, στερκτός, στέργηθρον, στοργή, στοργικός, ἄστοργος κ.λπ., πβ. ἀρχ. Ἰρλ. serc καὶ ἀρχ. Σλ. strĕge κ.ἄ.: βλ. Chantraine1 σ.λ.) ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ ποιητὲς καὶ πεζογράφους, ὅπως καὶ τὸ χύδην, μὲ τὴ σημ. τοῦ χυτά ἢ χύμα, χωρὶς τάξη καὶ μέθοδο, ἀλλὰ καὶ πλήρως, ὁλοσχερῶς, δαψιλῶς, κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λ. χύδην· κεχυμένως, ἀθρόως. εἰκῇ· σωρηδόν, δαψιλῶς (ἀπὸ τὸ χέω, θέμ. χευ-, χε- καὶ χο-, χῠ- καὶ χῡ- [χεϜ- καὶ χοϜ-]: χεύω καὶ χέω· χοή, χόος καὶ χοῦς, οἰνο-χόος, χρυσο-χόος κ.λπ.· χυτός, χύτης, χύτρα καὶ κύθρη καὶ κύτρακύθρα, σύγ-χυσις κ.ἄ. πολλά: βλ. Chantraine1 σ.λ. χέω, μὲ τὶς ἐτυμ. παρατηρήσεις). Ἡ φράση ὅμως στερχθεῖσα χύδην ἀπαντᾶ μόνον ἐδῶ, ξαφνιάζοντας μὲ τὴν πρωτοτυπία της καὶ δηλώνοντας προφανῶςτὴν ἄμετρη καὶ ποικιλό­τροπη ἀγάπη τῶν γονιῶν τῆς ὀκτάχρονης Ἀφροδισίας, τὴν ὁποία προκαλοῦσε ἡ ἴδια, ὅπως δηλώνεται στὴ συνέχεια, πρωτότυπα ἐπίσης.

Ἀφροδισίη: ὄνομα κύριο (σὲ Ἰων. τύπο, ἀντὶ Ἀφροδισία) ποὺ ἀπαντᾶ σὲ πολλὲς ἐπιγραφὲς ἀπὸ νησιά (βλ. LGPN12 σ.λ.), ἀπὸ τὶς ὁποῖες δυὸ προέρχονται ἀπὸ τὴν Ἀμαθούντα, μὲ τὴν κατάληξη -α (Ἀθηνᾶ 22 [1910] 145 καὶ RDAC3 1972, 260 ἀρ. 20)· πβ. EGr4 341.2 καὶ 376e Ἀφροδισίηι καὶ 620.1 Ἀφροδισιάς, κ.ἄ. Ἀπαντοῦν ἐπίσης τὰ Ἀφροδίσιος (καὶ ὄνομα μηνὸς στὴν Κύπρο), καὶ Ἀφροδιτώ, Ἀφροδοῦς, Ἀφροδᾶς, Ἀφρόδιτος καὶ Ἐπαφρόδ(ε)ιτος, κ.ἄ., καὶ φυσικὰ τὸ Ἀφροδίτη (καὶ Ἀφροδείτη, σὲ ἐπιγρ. κυρίως), γιὰ τὸ ὁποῖο βλ. ΑΚυΓ5 1β´ 1 Τ4.5 (17), 1 Τ7.9-10, 3 F5.3 (στ. 1), 5 Υ1.1 κἑ. (κ.ἀ.), καὶ κατωτ. Ε71.1-2 (μὲ σχόλ.). Τὸ ἐδῶ ὄνομα ἁρμόζει ἄριστα στὴν περιγραφὴ ποὺ προηγεῖται καὶ ἕπεται, γι' αὐτήν.

1-2. οὕνεκα τερπνῆς | αἱμυλίης: ἀναγκ. αἴτιο στὸ στερχθεῖσα χύδην, ποὺ ἀπὸ τὴ θέση του ὅμως ἀφήνει περιθώρια γιὰ σύνδεση καὶ μὲ τὰ ἑπόμενα, μὲ τὸ ἱερὴν νὰ διευκολύνει τὴ σύνδεση αὐτή. Ἡ φράση δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, πβ. ὅμως EGr4 1586 = Ἀνθ. Παλ. 7.643 [ΚΡΙΝΑΓΟΡΟΥ] Ὑμνίδα τὴν Εὐάνδρου, ἐράσμιον αἰὲν ἄθυρμα | οἰκογενές, κούρην αἱμύλον εἰναέτιν, | ἥρπασας, ὦ ἄλλιστ' Ἀίδη (κ.λπ.) καὶ 1512.1-2 αἱμύλα κωτίλλουσα τοὺς γενέτας ἀτιτάλλες, | ἱεῖσα τραυλὴν γῆρυν ἀπὸ στόματος (βλ. καὶ ἑπομ.), Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 3.1140-1 ἡ δ' οὔπω κομιδῆς μιμνήσκετο, τέρπετο γάρ οἱ | θυμὸς ὁμῶς μορφῇ τε καὶ αἱμυλίοισι λόγοισιν (1.791 κἑ. παρθενικὴ... | αἰδομένη μύθοισι προσέννεπεν αἱμυλίοισιν· | Ξεῖνε...', κ.τ.τ.). Τὸ οὐσ. αἱμυλίη (Ἰων. τύπος τοῦ αἱμυλία, ὅπως καὶ τὸ ἀνωτ. Ἀφροδισίη τοῦ -α) ἀπαντᾶ καὶ ἀλλοῦ, δηλώνοντας τοὺς θελκτικοὺς ἢ / καὶ δολεροὺς τρόπους τοῦ αἱμύλου / αἱμυλίου (: «κολακευτικός, χαριτογλωσσῶν, δόλιος» LSK6 σ.λ., πβ. Ἡσύχ. σ.λλ. αἱμύλος· ἀστεῖος. συνετός. ὀξὺς ἐν τῷ λέγειν, αἱμύλα· προσηνῆ καὶ αἱμυλίοισι· συνετοῖς καὶ προσηνέσι, ἀλλὰ Ἡρωδιαν. Ἐπιμ. 32.7 σ.λ. αἱμύλος· ὁ ἀπατεών. αἱμυλία· ἡ ἀπάτη)· τὸ ἐπίθ. συνοδεύεται κατὰ κανόνα ἀπὸ τὸ οὐσ. λόγους (αἱμυλίοισι λόγοισιν α 56, Ἡσ. Θεογ. 890 κ.ἀ. / αἱμυλίους τε λόγους Ἡσ. Ἔργ. 78 κ.ἀ., κ.τ.τ.). Τὸ ἐδῶ τερπνῆς αἱμυλίης γιὰ τὴν ὀκτάχρονη Ἀφροδισία ξαφνιάζει, ὅπως καὶ τὸ προηγούμενο ἡ στερχθεῖσα χύδην, μὲ τὴν πρώτη ματιά, μεταφέροντας ἐκφράσεις γιὰ νεαρὲς γυναῖκες γοητευτικὲς καὶ πολυφίλητες· ὅμως καταφέρνει στὸ τέλος νὰ δώσει τὴν εἰκόνα μιᾶς τρισχαριτωμένης μικρούλας, ποὺ μὲ τὴ γλύκα καὶ τὴν ὀμορφιά της, τὰ γλυκὰ καμώματά της καὶ τὰ παιχνιδίσματά της, τὰ λογάκια καὶ τὰ χαμόγελά της (τὶς «τσαχπινιὲς» καὶ τὰ «σκέρτσα» της) ξετρελλαίνει τοὺς γονεῖς της καὶ τοὺς κάνει νὰ τῆς ἐκδηλώνουν τὴν ἀγάπη τους χύδην (κάνοντάς της, προφανῶς, κάθε της χατήρι). Ἡ πλήρης ἀπόδοση σὲ Νεοελληνικὸ λόγο φαίνεται ἀδύνατη. (Γιὰ τὴν Ἑλληνιστικὴ ἄποψη τῆς παιδικότητας καὶ τὴ χρησιμοποίηση γιὰ νεαρὰ παιδιὰ λέξεων καὶ φράσεων ποὺ ἁρμόζουν σὲ ἐνήλικες ἀλλὰ ἐξυπη­ρετοῦν τὴν τάση γιὰ ἐξιδανίκευσή τους καὶ προβολὴ της ἰδέας ὅτι ἔτσι θὰ γίνονταν ἂν προλάβαιναν νὰ μεγαλώσουν, βλ. Griessmair Mors Immatura7 50-52.) Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ Ε43.

2. ἱερὴν τήνδε λέλογχα κόνιν: πβ. κατωτ. Ε36.1 Μοψαῖον κόνις ἥδε Ἀγαθοκλέα παῖδα κέκευθεν (στ. 2 ἔξοχον ἐν χάρισιν· πβ. ἐπίσης CEG28 576.2 ἔδεκτο κόνις, 657.8 [ἐγ]γαίαν ἀμφιέσαντο κόνιν, 709.2 τῆιδε κέκευθα κόνει, κ.τ.τ. (4ου αἰ. π.Χ.), GVI9 660.3 ὀθνείην ἔλαχεν κόνιν (3ου αἰ. π.Χ.), κ.τ.τ. Ἡ ἐδῶ διατύπωση πρωτοτυπεῖ φραστικὰ καὶ νοηματικά, μὲ τὸ ἱερὴν νὰ ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ ἐπιθ. προσδ., ἀλλὰ νὰ δίνει, μαζὶ μὲ τὸ λέλογχα («μοῦ ἔχει λάχει»), τὸ ἀναπόδραστο τοῦ θανάτου καὶ τὴν ἔννοια τῆς ὑπακοῆς στὴ θεϊκὴ βούληση (ἴσως καὶ τὸ μήνυμα, ποὺ ἠχεῖ ὡς παρηγοριά, ὅτι ἔτσι ἴσως νά 'ναι καλύτερα, γιατὶ τὸ παιδὶ πέθανε πρὶν μπεῖ στὰ βάσανα τῆς ζωῆς, κ.τ.τ.).

3. γοερὰς ὀδύνας τοκέεσσι λιποῦσα: πβ. EGr4 224.3-4 τοκεῦσιν | δυστήνοις ἔλιπον δάκρυα καὶ στοναχάς καὶ κατωτ. Ε31.5-6 ἀλλὰ [τοκεῦσι] | [δάκρυα] καὶ τυπετῶν λυγρὰ λιπὼν ἄχεα, κ.τ.τ. (γιὰ τὴν Αἰολ. – ἐπικ. κατάλ. -εσσι βλ. κατωτ. Ε35 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. εὐσεβέ<εσ>σιν. Ἡ φράση γοερὰς ὀδύνας ἀπαντᾶ γιὰ πρώτη –καὶ μοναδική, ἀπὸ ὅσα γνωρίζουμε– φορὰ ἐδῶ (ἀλλοῦ γοεροὶ θρῆνοι, γοερὰ πάθη, γοερὰ δάκρυα κ.τ.τ., βλ. LSJ910 σ.λ. γοερός)· τόσο τὸ ἐπίθ. γοερὸς ὅσο καὶ τὸ οὐσ. ὀδύνη εἶναι ἅπαξ λεγόμενα στὸ Κυπριακὸ ἐπίγραμμα.

4. Ὁ στ. εἶναι προβληματικός (καὶ ἀνελαστικός, καθὼς σώζεται σὲ ἄριστη κατάσταση καὶ εἶναι βέβαιη ἡ ἀνάγνωση ΟΥΔΗΒΑΙΟΝ στὸ μέσο του. Ἡ γραφὴ οὐδ' ἠβαιὸν τοῦ Χατζηιωάννου11 εἶναι ἄψογη γραμματικά, συντακτικὰ καὶ νοηματικά: ἡ φράση ἀπαντᾶ ἐπανειλημμένα στὸν Ὅμηρο μὲ τὴ σημασία τοῦ «οὔτε λίγο, οὔτε στὸ ἐλάχιστο, οὐδόλως», μὲ τὸ ἠβαιόν νὰ σημαίνει «μικρόν», ὅπως καὶ τὸ μεταγενέστερο βαιόν, ποὺ πιθανῶς προέκυψε ἀπὸ ἐσφαλμένο χωρισμὸ τοῦ οὐδ' ἠβαιόν σὲ οὐ δὴ βαιόν (βλ. Comm. Il.12 στὸ Β 380 [μὲ βιβλιογρ.] καὶ Ἡσύχ. σ.λ. ἠβαιόν· μικρόν... ἢ ὀλιγοχρόνιον. τὸ δὲ αὐτὸ δηλοῖ καὶ τὸ βαιόν), καὶ ἐπιπλέον μαρτυρεῖται ὡς Κυπριακὸ τὸ ἠβαιόν (βλ. ΑΚΕΠ11 Γβ΄ 123, καὶ γιὰ τὸ ἐδῶ Δβ΄ 96, πβ. C. M. Bowra13, "Homeric words in Cyprus", JHS 54 [1934] 69)· ὅμως φαίνεται νὰ ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ μέτρο, καθὼς ὁ στ. εἶναι πεντάμετρος, καὶ τὸ α΄ ἡμιεπὲς περατοῦται ἀναγκαστικὰ στὸ δή, ἐνῶ τὸ βαιὸν ἐπιστρέφεται καλύπτει τὸ β΄ ἡμιεπές. Ἔτσι πρέπει νὰ διαβαστῆ ὁ στ.: ὧν (γεν. διαιρ. στὸ βαιόν, δηλ. γοερῶν ὀδυνῶν) Ἀίδης (ὑποκ.) οὐ δὴ | βαιὸν (μὲ τὴ σημ. τοῦ ἠδ' ἠβαιόν [βλ. ἀνωτ.], ἐπιτεταμένη λόγω τοῦ δὴ [βλ. LSJ910 / LSK6 σ.λ. δή, 3. οὐ δή = βεβαίως ὄχι], καὶ μὲ τὸ βαιὸν ἀντικ. τοῦ ρήμ.) ἐπιστρέφεται (= ὑπολογίζει, λογαριάζει), ἢ μᾶλλον μὲ τὴ σειρὰ: οὐ δὴ ἐπιστρέφεται (= δὲν ὑπολογίζει βέβαια) βαιὸν (μὲ τὴν ἔντονη ἄρνηση ἐμπεριεχόμενη, = τὸ ἐλάχιστο, ἀντὶ οὐδὲ βαιόν = οὔτε μικρὸ μέρος, οὔτε τὸ ἐλάχιστο) τούτων. Γιὰ τὴ σύνταξη αὐτὴ πβ. Θέογν. 440 τῶν δ' αὐτοῦ ἴδιον (v.l. κίδιον, κηδέων Bergk14) οὐδὲν ἐπιστρέφεται, κ.ἄ. Ἴσως ὅμως νὰ πρέπει νὰ συνδεθῆ τὸ ὧν ἄμεσα μὲ τὸ ἐπιστρέφεται (ὡς ἀντικ. σὲ γεν.) καὶ νὰ θεωρηθῆ τὸ βαιὸν ὡς ἐπίρρ. (βλ. LSJ910 σ.λ. ἐπιστρέφω ΙΙ. 3 [πβ. ἐπιστροφὴ ΙΙ. 3], μὲ μερικὰ ὅμως ἀπὸ τὰ ἐκεῖ διδόμενα παραδείγματα ἄστοχα ἢ ἀμφίβολα: βλ. π.χ. Σοφ. Φιλ. 598-9 τίνος δ' Ἀτρεῖδαι τοῦδ' ἄγαν οὕτω χρόνῳ | τοσῷδ' ἐπεστρέφοντο πράγματος χάριν [ὅμως ἐδῶ: τίνος πράγματος χάριν]· πβ. Ἀνθ. Παλ. 5.48(47).6 τῆς λευκῆς καλάμης οὐδὲν ἐπιστρέφομαι [Ἀνακρ. 357.4-5 Page15 ἐπιστρέφεται | δ' ὑψηλὰς ὀρέων κορυφάς: τὸ ἐπιστρ. μὲ αἰτ., τὸ ὀρέων ἀπὸ τὸ κορυφάς]). Οὕτως ἢ ἄλλως, ὅμως, γιὰ μετρικοὺς λόγους φαίνεται ὅτι πρέπει μᾶλλον νὰ γράψουμε ἐδῶ οὐ δὴ βαιόν (ἂν δὲν θέλουμε νὰ βλέπουμε ἐδῶ μιὰ σπάνια ἐξαίρεση τοῦ σχετικοῦ κανόνα).

5. εἴπας: μετοχή· τὸ εἶπας, προστακτική (Myres16, κ.ἄ.), δὲν φαίνεται νὰ ἐπιτρέπει εὔκολη συνέχεια, ἀπαιτώντας σύνταξη κατὰ παράταξη (2 κύριες προτάσεις). Πβ. ἀνωτ. Ε26.9.

εὔχαρι: σπάνιο σὲ ἐπιγράμματα, εὔστοχο ἐδῶ, καθὼς δένεται ὑπαινικτικὰ μὲ τὸ Ἀφροδισίη (στ. 1 τερπνῆς) καὶ νοηματικὰ – ἠχητικὰ μὲ τὸ χαῖρε ποὺ ἀκολουθεῖ καὶ τὸ πιθανὸ [χ]αίρων τοῦ ἑπόμ. στίχου. (Γιὰ τὴν ἐτυμ. τῶν εὔχαρις / χαίρω βλ. ἀνωτ. Ε25 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. χάριτα[ς], ὅπου καὶ περαιτέρω παραπομπές.)

6. Εὔστοχη φαίνεται ἡ συμπλήρωση τοῦ στ. ἀπὸ τὸν Peek9,17, μὲ ὅσες ἀμφιβολίες (γιὰ τὸ δὴ κυρίως) πρέπει νὰ ἔχει κανεὶς πάντα σὲ τέτοιες περιπτώσεις. Τὸ [χ]αίρων ἐξανύσαις ὁδηγεῖ μὲ σχετικὴ βεβαιότητα στὸ [ἀτραπόν], καθὼς φαίνεται νὰ ἀποκλείονται μετρικὰ ὅλες οἱ δυνατὲς ἐναλλακτικὲς λύσεις (ὁδόν, κ.τ.τ.), καὶ ἐπιπρόσθετα ἀποτελεῖ ἄριστο τέλος γιὰ τὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα (βλ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ ἐπίγρ.). Τὸ αὐτὸς στὴν ἀρχὴ τοῦ στ. ἔρχεται ὡς ἄμεση συνέπεια τῶν προηγουμένων καὶ εἰσάγει ἄριστα τὸ χαίρων ἐξανύσαις (μὲ τὴν ἀντίθεση νεκροῦ–ζωντανοῦ ἔντονη), καὶ δὲν φαίνεται νὰ μπορεῖ νὰ ἀντικατασταθῆ ἀπὸ ἄλλο εὔστοχο συμπλήρωμα. Τὸ ἴδιο φαίνεται νὰ ἰσχύει γιὰ τὸ ἑπόμενο δὴ, καθὼς ἕνα πιθανὸ εὖ (συνδεόμενο τόσο μὲ τὸ ἐξανύσαις ὅσο καὶ μὲ τὸ χαίρων, πβ. Θέογν. 533 χαίρω δ' εὖ πίνων κ.τ.τ.) καθιστᾶ τὴν προηγούμενη συλλαβὴ βραχύ­χρονη (αὐτὸς εὖ), καὶ δὲν φαίνεται νὰ ὑπάρχει ἄλλο κατάλληλο συμπλήρωμα (ἕνα μετρικὰ δυνατὸ ὦ ξεῖν', μοιάζει ἄστοχο μετὰ τὸ ὁ παρὼν τοῦ στ. 5).

  1. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  2. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  3. (1969), Report of the Department of Antiquities, Cyprus, Nicosia, Cyprus.
  4. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑
  5. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  6. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  7. Griessmair, E. (1966), Das Motiv der Mors Immatura in der griechischen metrischen Grabinschriften, Commentationes Aenipontanae, begr. von E. Kalinka und A. Zingerle,XVII Innsbrück.
  8. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  9. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑
  10. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑
  11. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑
  12. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.
  13. Bowra, Cedric, M. (1934), Homeric Words in Cyprus, JHS 54: 54-74.
  14. Bergk, T. (1853), Poetae Lyrici Graeci, Vols. I-III, 2nd ed., Leipzig.
  15. Page, D L. (1962), Poetae Melici Graeci, Oxford.
  16. Myres, J. L. & Ohnefalsch-Richter M. (1899), A Catalogue of the Cyprus Museum, Oxford.
  17. Peek, W. (1960), Griechische Grabgedichte (griechisch und deutsch), Schriften und Quellen der alten Welt hrsg. von der Section für Altertumswissenschaft bei des Deutschen Akademie der wissenschaften zu Berlin,7 Berlin.