You are here

E24

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      Μὴ σπεύσης1, ὦ ξεῖνε, παρελθέμεν, ἀλλά με βαιὸν2
          στῆθι μάθης3  Κιλικᾶν  ἔξοχον ἠιθέων4 .
      ὅς ποθ' Ὁμηρείαισι μετέπρεπον5  ἐν σελίδεσσιν6 
          δεικνὺς ἡρώων ἠνορέην  προτέρων.
5    εἰ δὲ πάτ̣̣̣̣̣ρην7 ζητεῖς, Κίτιον μάθε8 . πεν̣̣̣̣̣τάκι δ' ὀκτὼ
           Μοῖρά μ' ἐτῶν ζωῆς νόσφισεν ἠδ' ἑτάρω‹ν›9 .

  1. 1 σπεύσης plerique: σπεύσῃς SEG Peek
  2. 1sq. –βαιὸν | στῆθι– interp. Seyrig SEG Peek; ἀλλά με, βαιὸν | στῆθι, Hadjioannou
  3. 2 μάθης plerique: μάθῃς SEG Peek; μαθῆς Seyrig ‖
  4. ἠιθέων. Kyriazis Sykutris: ἠιθέων· Seyrig SEG Hadjioannou; ἠιθέων, Peek
  5. 3 μετέτρεπον Hadjioannou (falso) ‖
  6. σελίδεσσιν, interp. Peek
  7. 5 πάτρη̣̣̣̣̣ν et πεν̣̣̣̣̣τάκι legimus ‖
  8. μάθε. Kyriazis: μάθε· cett.
  9. 6 ἠδ' ἑτάρω‹ν› Peek (fort. N infra -Ω in lap. legendum): ᾗδε (?) τάφῳ SEGᾗδε (= τῇδε, ut αὕτης pro ταύτης) vel ‹τ›ῇδε Zingerle»]; ἠδὲ τ. Calder («qui putat finem tituli periisse» SEG); ἥδε τάφω cett.: num ἠδ' ἑτάρω? (vid. infra ad loc.).

Μὴ σπεύσεις, ξένε μου, νὰ προσπεράσεις, μὰ λίγο

    στάσου νὰ γνωρίσεις τὸν Κιλικᾶ τὸν ἔξοχο στοὺς νεαρούς.

Κάποτ' ἐγὼ διέπρεπα μέσ' στὶς Ὁμηρικὲς σελίδες

    δείχνοντας τῶν ἡρώων τὴν παλληκαριὰ τῶν προτινῶν.

Κι ἂν τὴν πατρίδα μου ζητᾶς, τὸ Κίτιο μάθε. Σαράντα

    ἡ Μοίρα ἐμὲ χρονῶν ἀπ' τὴ ζωὴ μὲ χώρισε

                   κι ἀπ' τοὺς συντρόφους.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο ἀποτελούμενο ἀπὸ τρία μετρικῶς ἄψογα ἐλεγειακὰ δίστιχα σὲ ὕψος ἐπικό, χαραγμένο σὲ περίτεχνη στήλη ἀπὸ σκληρὸ «μαρμαρό­ροζο» προερχόμενο πιθανῶς ἀπὸ τὰ λατομεῖα τῆς περιοχῆς Ἀθηαίνου. Ἡ στήλη ἐκτίθεται σήμερα σὲ περίοπτη θέση τοῦ Μουσείου Πιερίδη στὴ Λάρνακα. «Πρό τινος χρόνου», ἔγραφε τὸ 1924 ὁ Κυριαζῆς1, "ἐργάται ἐν Λάρνακι ἀνασκάπτοντες τὸ ἔδαφος διὰ θεμέλια περιτειχίσματος οἰκίας τινός, κειμένης εἰς τοποθεσίαν «Καμήνια» (...), ἀνεῦρον ἐπιτύμβιόν τινα στήλην φέρουσαν καλῶς διατηρουμέ­νην ἐπιγραφὴν ἑλληνιστί. (...) Ἡ ἐπιτύμβιος αὕτη στήλη μονόλιθος, τετράπλευ­ρος, ἀποτελεῖται ἀπὸ βάσιν καὶ κορμὸν ἡνωμένα. Ἡ βάσις ἔχει μῆκος 38 ἑκα­τοστὰ τοῦ μέτρου, πλάτος 34 καὶ ὕψος 11, ὁ δὲ κορμὸς μικροτέρων διαστάσεων, ἐπίσης τετράπλευρος, πλὴν κατὰ τὸ ἄνω μέρος τῆς ἐνεπιγράφου πλευρᾶς ὅπου ἐχαράχθη εἰς βάθος τριῶν περίπου ἑκ. τοῦ μέτρου τριγωνικός, ἔχει ὕψος 78 ἑκ., μῆκος 27 καὶ πλάτος 18. Ἐν τῷ συνόλῳ ἡ στήλη αὕτη ἔχει ὕψος 89 ἑκ., καὶ διεσώθη ἐν πολὺ καλῇ καταστάσει" κ.λπ. Ἕνα στεφάνι ἀνάγλυφο δεσπόζει στὸ ἄνω μέρος πρὸς τὸ μέσο τοῦ κορμοῦ, κι ἀπὸ κάτω μέχρι τὸ τέλος σχεδὸν τοῦ κορμοῦ εἶναι χαραγμένο σὲ ἐννιὰ σειρὲς τὸ ἐπίγραμμα (μὲ τελευταῖο γράμμα τὸ Ω στὸ τέλος τέλος τῆς 9ης σειρᾶς, κι ἴσως ἕνα Ν ἀκριβῶς κάτω ἀπ' αὐτό). «Εἰς τὴν ἐπιγραφὴν ὑπάρχουσι τρεῖς τελεῖαι, μία εἰς τὸ τέλος τῆς τρίτης γραμμῆς καὶ μετὰ τὴν λέξιν ηιθεων, ἡ δευτέρα εἰς τὴν ἕκτην μετὰ τὴν λέξιν προτερων, καὶ ἡ τρίτη εἰς τὸ τέλος τῆς ἑβδόμης γραμμῆς» (μετὰ τὴ λέξη μάθε), πρόσθετε ὁ Κυριαζῆς. Τὸ ἀπόγραφο σὲ κεφαλαιογράμματη γραφὴ ποὺ παραθέτει στὴ συνέχεια εἶναι ἀρκετὰ προσεγμένο, μὰ μὲ εὐνόητα λάθη (CΤΗΘ ΜΑΘΗC, στὴ σειρὰ 2 καί, κυρίως, ΤΑΦΩ στὸ τέλος τῆς 9ης σειρᾶς)· ἐξαιρετικὴ εἶναι ἡ φωτογραφία τῆς στήλης στὴ Nicolaou (CIS2 pl. XL). Ὁ Κυριαζῆς1 χρονολόγησε τὴν ἐπιγραφὴ στοὺς Ἑλληνορωμαϊκοὺς χρόνους, ἐνῶ ὁ Seyrig3 (πού, ὅπως ὁ ἴδιος σημειώνει, τὴ μέρα ποὺ ἔφτασε στὴ Λάρνακα τὸν Σεπτ. τοῦ 1924 μπόρεσε νὰ διαβάσει: "déchiffrer" μαζὶ μὲ τὸν Κυριαζῆ τὴν ἐπιγραφή) ἀπέφυγε τὴ χρονολόγηση στὴ δημοσίευσή της τὸ 1927· ἀπὸ τοὺς ἑπομένους, ὁ Peek4 χρονολογεῖ στὸ β΄ ἥμισυ τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ., καὶ ἡ Nicolaou2 σημειώνει πὼς τὸ ὅλο ποίημα "is one of the most characteristic types of epigram of the 2nd and 3rd centuries of our era"· ὁ Χατζηιωάννου5 θεωρεῖ τὸ ἐπίγραμμά μας «τοῦ 2ου αἰ. π.Χ.» (Δβ΄ 91, ἀλλὰ Δα΄ 91: 4/3 π.Χ.). Τὰ ἐσωτερικὰ στοιχεῖα τοῦ ἐπιγράμματος, τὸ ἐπικὸ ὕφος καὶ τὸ λεξιλόγιο ἐν γένει, φαίνονται νὰ εἰσηγοῦνται χρονολόγηση στὸν 3ον π.Χ. αἰ., μὰ ἡ ἰσχὺς τοῦ ἐπιχειρήματος περιορίζεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀναφέρεται στὸν Ὁμηροδιδάσκαλο Κιλικᾶν (ποὺ δὲν ἀποκλείεται νά 'ναι ταυτόχρονα ἀοιδός, καὶ σχολιαστής ἴσως: βλ. καὶ ΑΚυΓ6 1β´ 129 κἑ. σημ. 80 κἑ.) καὶ μπορεῖ νὰ ἔχει συντεθῆ ἀπὸ κάποιον ἐπιμελῆ καὶ ἀγαπητὸ μαθητή του (βλ. καὶ ἑπόμενα). Πβ. τὸ ἐπίγρ. GVI4 1326 (τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ.), μὲ θέμα παρόμοιο πρὸς τὸ ἐδῶ καὶ φρασεολογία παραπλήσια, ἀλλὰ σαφῶς μεταγενέστερο ὡς πρὸς τὸ σημεῖο τοὐλάχιστον αὐτό, καὶ τὸ ἀνωτ. Ε23, τῆς Λάρνακας καὶ αὐτό), τοῦ 3ου αἰ. π.Χ.

1-2. Μὴ σπεύσης (...) μάθης: βλ. GVI4 130-41 ("γ) Typen: 'Geh nicht vorüber', 'Bleib sehn und lies', II. Jh. v. Chr. – III. Jh. n. Chr."): 1324. 1-2 κἢν σπεύδῃς, ὦ ξεῖνε, καὶ ἢν εὔκαιρος ὁδεύῃς, | στῆθι παρ' οὑμὸν σῆμα καὶ εἴσῃ τοὔνομα τοὐμόν, 1308.1 μὴ παρίῃς ... τάφον, ὦ π[αρο-δεῖτα] καὶ 1309.1 σὺ δ', ὦ ξένε, μή με παρέλθῃς, 1313.1-2 στῆθι ... | ξεῖνε, καὶ εὑρήσεις... καὶ 1314.1-2 στᾶθι πέλας, παροδῖτα... καὶ κατιδὼν τίς τίνος ε<>μὶ πυθοῦ, 1320.1-2 μεῖνον, ξένε, μή με παρέλθῃς | μέχρις ἴδῃς στήλης τὰ προκείμενα γράμματα Μουσῶν, 1322.2 στῆθι καὶ ἥτις ἐγὼν ἔνθα μαθὼν ἄπιθε καὶ 1323.1 στῆθι πέλας ...[καὶ] μάθε μείνας κ.τ.τ., πβ. τὰ κατωτ. Ε40.1 Κἂν τροχάδην βαίνῃς, φίλε ὦ παροδεῖτα, βαιὸν ἐπίσχες̣̣ (μὲ σημ. στὸ χωρίο). Τὸ βαιὸν (ἐπίρρ. τοῦ βαιός = μικρός, ὀλίγος, ἀσήμαντος, βραχύς, ποὺ ἀπαντᾶ στὸν Σόλωνα καὶ τοὺς προ­σωκρατικοὺς καὶ κυρίως στὴν τραγωδία), ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Σοφ. Τραχ. 335 βαιὸν ἀμμείνασ' ὅπως | μάθῃς κ.ἀ., μὲ χρον. σημασία ὅπως ἐδῶ (βλ. LSJ97 καὶ Chantraine8 σ.λ., ὅπου: "Pas d'étymologie")· πβ. τὰ κατωτ. Ε28.4 οὐ δὴ βαιὸν μὲ σημ. (ἴσως οὐδ' ἠβαιόν) καὶ Ε40.1 βαιὸν ἐπίσχες̣̣. Τὸ στῆθι μάθης προφανῶς κατ' ἐπίδραση τῶν ἄγε καὶ φέρε μὲ ὑποτ. (προστακτικὲς ποὺ χρησιμοποιοῦνται μὲ ἐπιρρηματικὴ σημασία –τὸ ἄγε ἤδη στὸν Ὅμηρο– καὶ ἐξελίσσονται σταδιακὰ σὲ ἐπιρρήματα): Α62 ἄγε... ἐρείομεν, Ψ 579 εἰ δ' ἄγ' ἐγὼν αὐτὸς δικάσω, θ389 ἀλλ' ἄγε οἱ δῶμεν, κ.ἄ. πολλά (βλ. LSJ97 σ.λ. ἄγε, ἄγετε), Ἀριστοφ. Ἀχαρν. 4 φέρ' ἴδω καὶ Εἰρ. 361 φέρε δὴ κατίδω καὶ 959 φέρε δὴ τὸ δαλίον τόδ' ἐμβάψω λαβών (956 ἄγε δὴ... | περίιθι), Εὐρ. Ὀρέστ. 1281 φέρε... βάλω καὶ Φοίν. 276-7 φέρ' ἐς... μεθῶ ξίφος | καὶ τάσδ' ἔρωμαι, Σοφ. Φιλ. 300 φέρ', ὦ τέκνον, νῦν καὶ τὸ τῆς νήσου μάθῃς.

2. Κιλικᾶν: Τὸ ὄνομα ἀπαντᾶ σὲ πολλὲς Κυπριακὲς ἐπιγραφές (βλ. LGPN19 σ.λ.), συνοδευόμενο συχνὰ ἀπὸ ὀνόματα Ἑλληνικά, πατρὸς ἤ ἀδελφῶν ἢ παιδιῶν (ICS10 103 Τιμόκυπρος ὁ Τιμοκρέτεος ἐπέστασε ΚιλικᾶϜι τῶι κασιγνήτωι, 136 Κρέο(ν)τος τῶ ΚιλικᾶϜος τῶ Ἀριστομήδεός ἠμι, 251 [τοῦ 500 περ. π.Χ.] Κιλικᾶ(ς) με κατέστασε ὁ Στασικρέτεος, 304 [τῆς περιοχῆς Λάρνακας] Κιλικᾶ(ς) Ὀνασιμᾶο(ς), 336 Κι(λ)ικᾶς ὁ Τιμοδώρω, βλ. καὶ 87 ΚιλικᾶϜος τῶ... ἠμί, μὲ σημ. Masson10). Ἄσχετα μὲ τὴν ἀρχική του προέλευση (Κιλίκιος > Κιλικᾶς, ὅπως Αἰγύπτιος > Αἰγυπτᾶς καὶ Κορίνθιος > Κορινθᾶς, κατὰ τὸν Χατζηιωάννου5 Δβ΄ 91), τὸ ὄνομα χρησιμοποιεῖται ἐνωρὶς ὡς ἀνθρωπωνύμιο γιὰ μὴ Κιλίκιους, ὄχι μόνο στὴν Κύπρο (βλ. O. Masson11, "Notes d'onomastique chypriote": "V. Le nom Κιλικᾶς à Chypre et dans le monde grec", ΚυΣπ 32 [1968] 9-15), καὶ "VII. Le nom Κιλικᾶς en Cilicie?", RDAC12 1974 159-60).

ἔξοχον ἠιθέων: πβ. κατωτ. Ε36.2 μειμολόγων πάντων ἔξοχον ἐν χάρισιν (μὲ τὰ ἐκεῖ σχόλ.). Τὸ ἐπίθ. ἔξοχος (= ἐξέχων, προέχων, ἐξαίρετος, ἔξοχος) ἀπαντᾶ συχνά –στὸν Ὅμηρο καὶ στοὺς μετ' αὐτὸν ποιητές– μὲ γεν., μὲ τὴ σημ. τοῦ: ὑπερέχων τῶν ἄλλων, ὑπέρτερος, συχνὰ μὲ ὑπερθ. σημ. (βλ. LSK13 σ.λ., ΙΙ. 1β΄): ἔξοχοι ἄλλων Ν 499 κ.ἀ. (συχνὰ στὴν Ὀδ.), ἔξοχοι ἡρώων Σ 56 κ.ἀ., ἔξοχος ἦεν Ἀχαιῶν σ 205, κ.τ.τ. (ἡ ἐδῶ φράση δὲν φαίνεται νὰ ἀπαντᾶ ἀλλοῦ). Τὸ ἠΐθεος (ἀβέβ. ἐτυμ., ἴσως ἀπὸ ἀρχικὸ τύπο *ἠϜίθεϜος, ἐπίσης ᾔθεος καὶ στὴ Σαπφὼ ὡς ὑπερδωρισμὸς ᾄθεος: βλ. Chantraine8 σ.λ.) ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Ὅμηρο μαζὶ μὲ τὸ παρθένοςπαρθενικὴ καὶ μαζὶ μὲ τὸ νύμφη: Σ567 παρθενικαὶ δὲ καὶ ἠΐθεοι ἀταλὰ φρονέοντες καὶ 593 ἠΐθεοι καὶ παρθένοι ἀλφεσίβοιαι (βλ. Comm. Il.14 ad loc., καὶ στὸ Δ 474 ἠΐθεον θαλερόν), λ 38-9 νύμφαι τ' ἠΐθεοί τε πολύτλητοί τε γέροντες | παρθενικαί τ' ἀταλαί (μὲ χαρακτηριστικὴ τὴ διάκριση τῶν νύμφαι καὶ παρθενι­καί, βλ. Comm. Od.15 στὸ λ39), πβ. καὶ Λ60 ἠΐθεόν τ' Ἀκάμαντ' ἐπιείκελον ἀθανάτοι­σιν (βλ. Comm. Il.16 σημ. στὸ χωρίο) κ.τ.τ., ὅπου κατὰ κανόνα συμβαδίζει ἡ ἰδιότητα τοῦ σὲ τρυφερὴ ἡλικία εὑρισκομένου μὲ αὐτὴ τοῦ ἀνυμφεύτου. Τὸ ἐδῶ ἔξοχον ἠϊθέων, γιὰ τὸν πεντάκις ὀκτὼ ἐτῶν (στ. 5-6) Κιλικᾶ, μπορεῖ νὰ δηλώνει στὴν κυριολ. ἢ μεταφ. τὸν ἄγαμον (ποὺ δόθηκε ὁλόψυχα στὸν Ὅμηρο καὶ στὴν τέχνη του) ἢ / καὶ τὸν νεαρὸν τῷ πνεύματι (τὸν νέο στὸ πνεῦμα καὶ στὴν ψυχή)· ἴσως ὅμως ἐδῶ τὸ ἔξοχον νὰ ἀναφέρεται στὸν Κιλικᾶν καὶ τὸ ἠϊθέων στοὺς μαθητές του (ἔξοχος ἀνάμεσα στοὺς ἢ κατὰ τοὺς μαθητές του, πβ. καὶ ἑπόμ. μετέπρεπον).

3. μετέπρεπον: εὐανάγνωστο στὴν ἐπιγραφή· τὸ μετέτρεπον τοῦ Χατζηιωάννου5 (μὲ ἐννοούμενο ἀντικ. Ὁμηρείας σελίδας καὶ μὲ τὴ σημασία τοῦ «γύριζ' ἄλλοτε μέσ' στὶς Ὁμηρικὲς σελίδες», βλ. κυρίως ΑΚΕΠ5 Στ΄ 77 § 4) ἀποτελεῖ διόρθωση δύσκολα ἀποδεκτὴ συντακτικὰ καὶ νοηματικά (τὸ μετατρέπω + αἰτ. σημαίνει "overthrow'", "turn back or away", "change" LSJ97 σ.λ. Ι, πβ. LSK13 «τρέπω ὀπίσω ἢ μακράν ...»: Πινδ. ἀπόσπ. 161 Bowra17 πεπρωμέναν ἔθηκε μοῖραν μετατραπεῖν, Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 3.261 μετὰ δ' ὑμέας ἔτραπεν αἶσα, Ἀνθ. Παλ. 9.114.3 μετέτρεψε νόημα, κ.τ.τ., ἴσως ὅμως καὶ ἀμετάβατο), καὶ ὄχι ἀπαραίτητη ἐδῶ: Τὸ μεταπρέπω, μὲ τὴ σημασία τοῦ "distinguish oneself or be distinguished among" (LSJ97 σ.λ. / «διαπρέπω μεταξὺ πολλῶν, διακρίνομαι» LSK13) ἀπαντᾶ συχνὰ στὸν Ὅμηρο καὶ σὲ μεταγεν. ποιητὲς μὲ δοτ. τοῦ προσ. (μ. ἡρώεσσιν, Μυρμιδόνεσσι, ἀθανάτοισι, κ.τ.τ.) ἢ / καὶ μὲ δοτ. τοῦ πράγμ.: τοῦ τρόπου ἢ τοῦ κατά τι (ἔγχεϊ Τρωσὶ μ., κάλλει μ., κ.τ.τ.), ἐνίοτε μὲ ἀπαρέμφ. (μ. Μυρμιδόνεσσιν ἔγχεϊ μάρνα­σθαι) ἢ μὲ ἐμπρόθετη δοτ. (ἐν πᾶσι μ.) ἢ καὶ μὲ αἰτ. τοῦ πράγμ. (πάντεσσι εἶδος μ.)· γιατὶ ὄχι καὶ μὲ τροπικὴ μετοχή; Βλ. χαρακτηριστικὰ Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 3.245-6 ἐπωνυμίην Φαέθοντα | ἔκλεον, οὕνεκα πᾶσι μετέπρεπεν ἠϊθέοισιν, 2.784.5 πάντεσσι μετέπρεπεν ἠϊθέοισιν | εἶδός τ' ἠδὲ βίην, 3.334-5 ἀλκῇ | σφωιτέρῃ πάντεσσι μ. Αἰολίδῃσιν, 3.443-4 θεσπέσιον δ' ἐν πᾶσι μετέπρεπεν Αἴσονος υἱὸς | κάλλεϊ καὶ χαρίτεσσιν, Ὀρφ. Ἀργ. 169 ὅς σφιν ἐν ἠνορέῃσι μετέπρεπεν ἡρώεσσιν καὶ 806 κἑ. τοῖσι δ' ἄρ' ἐν πάντεσσι μετέπρεπε δῖος Ἰήσων· | Ἥρῃ γὰρ πέρι πάμπαν ἐτίετο, καί οἱ ἔδωκεν | κάλλος τε μέγεθός τε καὶ ἠνορέην ὑπέροπλον, κ.τ.τ., πβ. ἐπίσης EGr18 590.6-7 ῥητῆρσι μετέτρεπες Αὐσονίοισι, ἔν τ' αὐτοῖς ὑπάτοις κλέος ἔλλαβες ἔξοχον ἄλλων (στ. 8 νόσφιν γε σέθεν, πβ. κατωτ. στ. 6), κ.ἄ. πολλά. Τὸ ἐδῶ μετέπρεπον συντ. μὲ τὴν τροπ. μετοχὴ δεικνὺς τοῦ ἑπόμ. στ. (βλ. Τσοπανάκη, ἀρ. 31, ποὺ ὅμως νομίζει ὅτι προτείνει διόρθωση τοῦ κειμένου ἐδῶ) καὶ πιθανῶς μὲ τὸ ἠϊθέων τοῦ στ. 2 ἐννοούμενο ἐδῶ σὲ δοτ. ἠϊθέοις (: βλ. ἀνωτ.).

ἐν σελίδεσσιν: μὲ Αἰολ. – ἐπικ. κατάλ. -εσσιν (βλ. κατωτ. Ε35 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. εὐσεβέ<εσ>σιν, ὅπου καὶ περαιτέρω παραπομπές).

4. ἠνορέην: ἀπὸ τὸ ἀνήρ (ἀνερ- > ἀνορ-, Δωρ. ἀνορέα, ἐπίθ. ὑπερήνωρ καὶ ἀγαπ-ήνωρ, ἀπ' ὅπου καὶ Ἀγαπήνωρ, κ.λπ.), τὸ οὐσ. ἠνορέη εἶναι ποιητ. τύπος, ἀντὶ τοῦ ἀνδρεία (βλ. LSJ97 σ.λλ.), τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ συχνότατα σὲ ἐπιγράμματα. Βλ. π.χ. Ἀνθ. 9.405.4-5 μένος ἠνορέης | καὶ σοφίην καὶ μῆτιν ἐπίφρονα, 16.360 Σὸν γῆρας νεότητα τεὴν ὑπερέδραμε νίκαις, | καὶ πάντων κρατέεις πάντοτε... | ἔνθεν ἄναξ καὶ δῆλος ἐλεύθερος αὖθις ἐγείρει | τοῦτο γέρας, σοφίης μνῆμα καὶ ἠνορέης, EpAP19 6.264.28 ἔργ' ὑπερηνορέῃσι κεκασμένα πάντα μαθήσῃ καὶ 38 ὅταν ἠνορέης ὥρη καὶ καρπὸς ἵκηται, κ.τ.τ. Βλ. καὶ κατωτ. Ε55 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἀγαπήνωρ.

5. εἰ δὲ πάτρην ζητεῖς, Κίτιον μάθε: ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ στίχος γιὰ τὴν πατρίδα, μὲ τὴ φράση Κίτιον μάθε ἀνάμεσα σὲ πενθημιμερῆ τομὴ καὶ βουκολικὴ διαίρεση (καὶ ἀνάμεσα σὲ σημεῖα στίξεως) ἰδιαίτερα προβεβλημένη, χωρὶς νὰ πρόκειται γιὰ ἥρωα ποὺ πεθαίνει μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του (πβ. ἀνωτ. Ε22 καὶ Ε23 καὶ κατωτ. Ε63-64, ἀπὸ τὴν περιοχὴ Λάρνακας ἐπίσης, Ε18 καὶ Ε19, κ.ἄ.), καὶ χωρὶς ἄλλον προφανῆ λόγο. Ἴσως ἡ αἰτία τῆς διαφαινόμενης περηφάνιας βρίσκεται στὴ δόξα τῆς πόλης ὡς γενέτειρας τοῦ Ζήνωνος τοῦ Κιτιέως (323-263 π.Χ.), ἔντονης τὸν 3ον αἰ. π.Χ. κυρίως.

6. Μοῖρά μ(ε) (...) ζωῆς νόσφισεν ἠδ' ἑτάρω<ν>: πβ. Ἀνθ. Παλ. 7.387.3 νῦν δέ με καὶ παιδὸς φθονερὴ κατενόσφισε Μοῖρα κ.ἄ., EGr18 287.5 ἀλλά με μοῖρ' ἀφ' [ὁμαίμου ἐ]νόσφισεν καὶ 563. 8 ὥς με τάχος βιότου νόσφισε καὶ γαμέτου, κ.ἄ. (γάμων νοσφισθείς, νοσφισθεὶς βιότου, πατρὸς νόσφισε μοῖρ' ὀλοή κ.τ.τ. σὲ ἐπιγράμματα). Οἱ πλεῖστοι ἐκδότες διαβάζουν καὶ γράφουν ἥδε τάφω, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἐσφαλμένα. Ἀντίθετα, ἂν δὲν ἐπιβάλλεται νὰ διαβάσει κανεὶς ἕνα Ν κάτω ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν τελευταία λέξη τοῦ ἐπιγράμματος (ποὺ ἐκτείνεται ὣς τὸ δεξιὸ ἄκρο τῆς στήλης καὶ δὲν ἀφήνει ἐκεῖ χῶρο γιὰ τελ. Ν) καὶ νὰ γράψει ἑτάρων̣̣, μπορεῖ νὰ πρέπει νὰ διαβάσει καὶ νὰ γράψει ἑτάρω = ἑτάρου, ἑταίρου (μὲ ἀναφορὰ ἴσως σὲ ἀγαπητὸν μαθητή, ποὺ πιθανῶς γράφει καὶ τὸ ἐδῶ ἐπίγραμμα): πβ. καὶ ἀνωτ. Ε10.2 Πνυταγόρω (μὲ σχόλ.). Σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση ἐνισχύεται ἡ ὑπόθεση πρώιμης χρονολόγησης τοῦ ἐπιγράμματος.

  1. Κυριαζῆς, Ν. Γ. (1924), Ἐπιτύμβιος στήλη Κιτιέως, ΚυΧρ 2: 216-217.a↑ b↑
  2. Nicolaou, I. (1971), Cypriot Inscribed Stones (Picture Book no 6), Cyprus .a↑ b↑
  3. Seyrig, H. (1927), Inscriptions de Chypre, BCH 51: 138-154.
  4. Hansen, P. A. (1983), Carmina Epigraphica Graeca (saeculorum VIII - V a. Chr. n.), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑ c↑
  5. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  7. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  8. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  9. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  10. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.a↑ b↑
  11. Masson, O. (1968), Notes d'onomastique chypriote: "V. Le nom Κιλικᾶς à Chypre et dans le monde grec", ΚυΣπ 32: 9-15.
  12. (1969), Report of the Department of Antiquities, Cyprus, Nicosia, Cyprus.
  13. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑
  14. Edwards, M. N. & Kirk G. S. (1991), The Iliad: A Commentary, Vol. V: books 17-20, Cambridge.
  15. Heubeck, A. & Hoekstra A. (1989), A Commentary on Homer's Odyssey: Volume II: Books IX-XVI, Oxford.
  16. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.
  17. Bowra, C M. (1935), Pindari Carmina, Oxford.
  18. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑
  19. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.