You are here

E18a

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      Ἦν χρόνος1, ἡνίκα  τόνδε σοφώτατον Ἑλλὰς ἐκλέϊζεν 
           ἰατρῶμ2  Φαΐτ̣̣̣̣̣αμ3 παῖδα4 Δαμασσαγόρα5 ·
3    ὧι πατ[ρ̣̣̣̣̣ὶς ἦν Τέ]νεδος6 , πρόγονοι δ' ὀνομαστοὶ ἀπ' [ἀρχ]ῆς7 
          ἔκγονοι8 Ἀτρειδᾶν  Ἑλλάδος ἁγεμόνων.

  1. 1 Ἦν χρόνος ... ἐκλέϊζεν (Sakell.) vel ἔκλειζεν vulgo (sine interp. multi, σο[φ]ώτατον LWH Kaib. Hadj.): ]ν χρόνος ἥνι[κα] τόν[δ]ε σ[οφώτατ]ον Ἕλλας ἔ. Cesn.
  2. 2 ἰατρῶμ vulgo: ]ατρ[]μ Kaib.; πατρῶμ Cesn. ‖ Γαστρωμιαίταμ LBW Cougny ‖
  3. Φαΐτ̣̣̣̣̣αμ dubit. scripsimus (vid. et LGPN1 s.v. Φαΐτας); Φαίταμ leg. Wilh., cf. SEG 30 (1980) 469 no. 1636 («PHAITAS ?»); Φαΐδαμ (Φαίδαμ Sakell.) vulgo (fort. recte): Φαῖ[δρο]μ Oberh.; ΙΑΙΤΑΜ Kaib.; φα[... ...]μ Cesn. ‖
  4. παῖδα vulgo: π[ᾶι]δα Cesn. ‖
  5. Δαμασσαγόρα vulgo (-α· aut -α,): Δαμασσα­γορᾶ· GHJ; δάμασσ' ἀγορά Cesn.
  6. 3 ὧι πατ[ρὶς ἦν Τέ]νεδος plerique (πατ̣̣̣̣̣[- Hans., π[α]τ[- Mitf., sine signis Wilam. Peek): ὧι Πά[φος ἦν μὲ[ν ἕδος LBW Cougny Kaib.: [᾽Πατρὶς ἐμοὶ Τέ]νεδος Cesn. ‖
  7. ἀπ' [ἀρχ]ῆς Peek aliique: ἀπ' [αἴ]ης Sakell. GHJ; ἀπ' [αὐτ]ῆς (aut ἀπ' αὐτῆς) multi; ἀπ' [αἰχμ]ῆς (vel ἀπ' [ἀλκ]ῆς Buech., it. Kaib. et Hadj.; ἀπ' . . ης Wilam.; [π' εὐν]ῆς Wilh. (num ἀπ̣̣̣̣̣' [ἀρχ]ῆς?)
  8. 4 ἔκγονοι plerique; ἔκ[γ]ονοι Kaib. Oberh. LBW Hadj.: Ἔκγονος (...Ἕλλαδος ἀγεμόνων) Cesn.

Ἦταν καιρὸς ποὺ τοῦτον 'δῶ τὸν πιὸ σοφὸν ἡ Ἑλλάδα δόξαζε
      ἀπ' τοὺς γιατροὺς τὸν Φαίτα τοῦ Δαμασσαγόρα γιό·
τούτου πατρίδα ἦταν ἡ Τένεδος καὶ πρόγονοί του ὀνομαστοὶ

                      ἀπ' τὴν ἀρχὴ
     γόνοι τῶν Ἀτρειδῶν τῆς Ἑλλάδος ἡγεμόνων.

Σχόλια: 

Ἐπίγραμμα ἐπιτύμβιο ἀποτελούμενο ἀπὸ δύο ἄψογα ἐλεγειακὰ δίστιχα στοιχηδὸν χαραγμένα σὲ ἀλφαβητικὴ γραφὴ πάνω σὲ γαλαζωπὸ μάρμαρο μὲ ὀπὲς στὸ ἄνω μέρος (Oberhummer1 334), ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ὑποτεθῆ ὅτι ἀνῆκε στὴ βάση ἀγάλματος, «ποὺ ἀσφαλῶς θὰ παρίστανε τὸν Φαίδαμ» (Χατζηιωάννου2 Δβ΄ 86). Ἡ στοιχηδὸν καὶ ἰδιαίτερα ἐπιμελημένη χάραξη τοῦ ἐπιγράμματος χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν Wilamowitz3 ὡς στοιχεῖο χρονολόγησης στὸν 4ον αἰ. π.Χ.· στὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου χρονολογοῦν οἱ Mitford4 (1961), Kaibel5 καὶ Χατζηιωάννου2, στὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου αἰ. ὁ Peek6 (βλ. καὶ SEG7 30 [1980] ἀρ. 1636)· τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ ὕφος, σὲ σύγκριση μὲ ἀνάλογα ἐπιγράμματα τῆς περιοχῆς Πάφου καὶ τῆς Κύπρου γενικά, δὲν δίνουν στοιχεῖα ἀσφαλῆ γιὰ ἀκριβέστερη χρονολόγηση. Ἡ τύχη τό 'φερε νὰ μὴν εἶναι ἀσφαλὴς ἐπίσης ἡ ἀνάγνωση τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς πατρίδας τοῦ νεκροῦ γιατροῦ (βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν. καὶ ἑπόμενα σχόλια)· μποροῦμε ὅμως μὲ πλήρη βεβαιότητα νὰ μιλᾶμε γιὰ ἕναν πανελλήνια ὀνομαστὸ γιατρὸ ποὺ ἄσκησε τὸ λειτούργημά του καὶ στὴν Πάφο, ὅπου ὁ τάφος του: γιὰ τὸν ΦΑΙΤΑ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τὸν γιὸ τοῦ Δαμασσαγόρα, ἀπὸ τὴν Τένεδο πιθανῶς, σίγουρα ἀπὸ ὀνομαστοὺς προγόνους, ἐκγόνους Ἀτρειδᾶν Ἑλλάδος ἁγεμόνων (βλ. καὶ σχετικὸ λῆμμα κατωτ., ΑΚυΓ8 4 *40 T1-*F2).

1. Ἦν χρόνος ἡνίκα (...): ἡ ἴδια ἀρχὴ καὶ στὸ ἐπίγρ. ΜΑΓΝΟΥ ΙΑΤΡΟΥ γιὰ τὸν Γαληνό (Ἀνθ. Πλαν. [16.]270, τοῦ 4ου μ.Χ. αἰ.) Ἦν χρόνος ἡνίκα γαῖα βροτοὺς διὰ σεῖο, Γαληνέ, | δέχνυτο μὲν θνητούς, ἔτρεφε δ' ἀθανάτους κ.λπ.) (βλ. Wilhelm9), πβ. Θεόκρ. 7.1 Ἦς χρόνος ἁνίκ' ἐγὼν... (βλ. Kaibel5)· πβ. ΑΚυΓ10 1β´ 3 F1.17 (v. 1) Ἦν ὅτε μυρία φῦλα κατὰ χθόνα ... (μὲ σχόλ. στὸ χωρίο).

Ἑλλὰς ἐκλέϊζεν: . ἐκλέϊζεν (μὲ συνίζηση) Σακελλαρίου11, οἱ λοιποὶ ἔκλειζεν, πιθανῶς ὀρθῶς. Τὸ ρ. κλεΐζω καὶ κλείζω (Πίνδ. Ὀλ. 1.110 κλεΐξειν, κ.ἄ.) καὶ κυρίως σύνθ. εὐκλείζω εἶναι μᾶλλον Δωρ., μὲ Ἰων. καὶ ἐπικὸ τύπο κληΐζω (ἀπὸ ὅπου Ἀττ. κλῄζω), μὲ τὴ σημασία τοῦ ἐγκωμιάζω, δοξάζω (μὲ τραγούδι ἢ λόγια, ἔπος, πβ. Ι 189 ἄειδε δ' ἄρα κλέα ἀνδρῶν)· βλ. ἀνωτ. Ε1.9 v. ll. ἔκλεισενἐκλέϊσεν / εὐκλείσοιεὐκλεΐσοι μὲ σημ. (καὶ κατωτ. Ε30.2 [εὐκλέϊσ'], πβ. Ε14.4 κλειζόμενος καὶ Ε45.3 κλη­>ζ<όμενος, πβ. ἐπίσης Ε13.1 [πολυκλείτων] καὶ Ε53.5 ἀγακλ̣̣[ειτός], Ε30.1 περίκλυτος, Ε44.8 ἐλπόμενος κλυτὸς καὶ Ε42.2 κλέος ἀθάνατον, μὲ σημ.), LSJ912 σ.λ. κλῄζω καὶ Chantraine13 σ.λ. κλέος καὶ A. Debrunner14, ''Homerica'' [κεφ. IV. κληΐζω κληΐω κλῄω κλείω], ΜΗ 3 [1946] 45 κἑ. Τὸ Ἑλλὰς ἀντὶ τοῦ Κύπρος ἢ δείχνει γιατρὸ πολυταξιδεμένο καὶ εὐρύτατα καταξιωμένο ὄχι μόνο στὴν Κύπρο (πβ. ἀνωτ. Ε10.1, μὲ σχόλ.) ἢ ὑποδηλώνει μὴ Κυπριακὴ καταγωγή. (Πβ. τὴν περίπτωση τοῦ Εὔκλου: βλ. ΑΚυΓ10 1β´ 79 κἑ. καὶ 2 F1 μὲ σχόλ., κυρίως σ.στ. 4-5.)

1-2. τόνδε σοφώτατον (...) ἰατρῶμ: πβ. ἀνωτ. Ε10.1 Ἰατρὸς... ὁ κράτιστος ἁπάντων μὲ σχόλ. (ὅπου παράλληλα χωρία, πβ. κυρίως GVI6 2040.4 ἔξοχε ἰητορίης, ἔξοχε καὶ σ[οφίης], κ.λπ.). Γιὰ τὸ -ῶμ (ἤ -ομ κατὰ τὸν Kaibel5) πβ. ἀνωτ. Ε6.1 Ϝέπο(μ) μέγα μὲ σημ., Ε12.2 ὑψηλὸμ πύργων... στέφανον, καὶ Ε16.2 Σολίωμ βασιλέ[α] (μὲ σχόλ. στὸ ἐπίγρ. καὶ σ.λ.), καὶ ἑπόμενο Φαΐτ̣αμ παῖδα. [Βλ. καὶ ἀνωτ. σελ. 120: ἐπιγρ. Παλαιπάφου γιὰ τὸν Σολέα ἰατρόν Νουμήνιο.]

2. Φαΐταμ παῖδα Δαμασσαγόρα: καθὼς ἡ ἐπιγραφὴ δὲν εἶναι εὐανάγνωστη στὴν ἀρχὴ τοῦ στ. (ὅπως καὶ τοῦ ἑπομ., κυρίως), οἱ πρῶτοι ἐκδότες ἔχουν ἄλλος ἄλλα (βλ. κριτ. ὑπόμν. ἀνωτ.)· οἱ νεώτεροι, μὲ ἐξαίρεση τὸν Wilhelm9 ποὺ διαβάζει ΦΑΙΤΑΜ (πιθανῶς ὀρθῶς), διαβάζουν ΦΑΙΔΑΜ καὶ γράφουν Φαίδαμ (Σακελλα­ρίου11) ἢ Φαΐδαμ (ἤδη στοὺς Gardner – Hogarth – James15). Ὁ Wilamowitz4 παρα­πέμπει σὲ πάπυρο μὲ τὸ ἔργο τοῦ Μένωνα Δόξαι ἰατρικαί (12.6) ὅπου διαβάζεται Φα·ιτασ (Φαείτας μᾶλλον παρὰ ΦασίταςΦασίλας) ὡς ὄνομα γιατροῦ ἀπὸ τὴν Τένεδο, κι ὁ Wilhelm9 (ὅπως καὶ ὁ Bechtel, HPGr16 436 σ.λ. Φαΐτας) παραπέμπει σὲ νόμισμα τῆς ἐποχῆς τοῦ Αὐγούστου ἀπὸ τὶς Αἰγές (Imhoof – Blumer, Monn. gr. 1883, 270 ἀρ. 111) μὲ τὴν ἐπιγραφὴ Δίφιλος Φαίτα ἀγωνοθέτας, σὲ κείμενο τεχνιτῶν ἀπὸ τὴν Ἴασο γιὰ μουσικὸν μὲ τὸ ὄνομα Φαίτας καὶ σὲ κείμενο τοῦ Φιλόδημου ὅπου ἐμφανίζεται ἕνας Φαείτας Φωκαεύς, κ.ἀ. (Wilhelm9 53-54 σημ. 1). Σὲ Κυπρ. ἐπιγρ. δὲν ἐμφανίζεται ἀλλοῦ τὸ ὄνομα (οὔτε ἀργότερα, ἀπ' ὅσα γνωρίζουμε, μολονότι ἐμφανίζονται τὰ ὁμόρριζα Φαῖδρος καὶ Φαίδων, σήμερα καὶ Φαῖδος, ὅλα συγγενῆ πρὸς τὰ φαίνω, φαέθω καὶ Φαέθων, φαιδρὸς καὶ Ὁμηρ. φαίδιμος Ι434 κ.ἀ.), ὅπως ἐπίσης δὲν ἐμφανίζεται ἀλλοῦ στὴν Κύπρο οὔτε τὸὄνομα Δαμασ(σ)αγόρας (γιὰ τὸ -α τῆς γεν. βλ. ἀνωτ. Ε14 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. Κινύ]ρα), τὸ ὁποῖο ἀπαντᾶ σὲ ἐπιγρ. τῆς Ρόδου ἀλλ' ὄχι καὶ τῆς Τενέδου, γεγονὸς ποὺ δὲν ἐνισχύει τὴν καταγωγὴ τοῦ Φαίτα ἀπὸ τὴν Τένεδο (βλ. LGPN171 σ.λλ. Δαμασαγόρας καὶ Φαΐτας, πβ. ὅμως Δαμάσανδρος, Δαμασάνωρ, κ.ἄ. πολλά / πβ. ἐπίσης Φαιδέας, Φαίδιμος, Φαέστας κ.τ.τ. [LGPN117 / LGPN218]). Περισσότερα: ΑΚυΓ8 4 (*40. Φαΐτας Δαμασσαγόρα).

3. ὧι πατ[ρὶς ἦν Τέ]νεδος: ὧι Πά[φος ἦν μὲ]ν ἕδος, συμπληρώνουν οἱ Le Bas – Waddington19 (καὶ οἱ Cougny20 καὶ Kaibel5), μὲ μιὰ γραφὴ ἀξιόλογη, ποὺ φαίνεται ὅμως νὰ ἀποκλείεται ἀπὸ τὰ ἐπιγραφικὰ δεδομένα (πέμπτο γράμμα Τ). Γιὰ κάποιον ἀπὸ τοὺς συνήθεις λόγους ὁ πιθανῶς Τενέδιος γιατρὸς βρέθηκε, κατὰ τὴ γεμάτη πολέμους καὶ ἀναστατώσεις περίοδο ποὺ ἀκολουθεῖ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, στὴν Πάφο, ποὺ ἀρχίζει νὰ ἀνακτᾶ τὴν παλιὰ λάμψη της καὶ νὰ ἐξελίσσεται σὲ νέο κέντρο τῆς Κύπρου, καὶ πέθανε ἐκεῖ. Βλ. καὶ ἀνωτ. Ε12 μὲ σχόλ. στὸ ἐπίγρ. καὶ σ.στ. (μὲ βιβλιογραφία). Γιὰ τὴν Τένεδο βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα RE21 σ.λ. (μὲ ἀναφορὰ στὴ σχέση μὲ τὶς Μυκῆνες).

πρόγονοι δ' ὀνομαστοὶ ἀπ' [ἀρχ]ῆς: ἐξ ἀρχῆς, ἀρχῆθεν· ἔτσι καὶ στὸν Ἡσίοδο, Θεογ. 421-5 ὅσσοι γὰρ Γαίης τε καὶ Οὐρανοῦ ἐξεγένοντο | καὶ τιμὴν ἔλαχον, τούτων ἔχει αἶσαν ἁπάντων· | οὐδέ τί μιν Κρονίδης ἐβιήσατο οὐδέ τ' ἀπηύρα, | ὅσσ' ἔλαχεν Τιτῆσι μέτα προτέροισι θεοῖσιν, | ἀλλ' ἔχει, ὡς τὸ πρῶτον ἀπ' ἀρχῆς ἔπλετο δασμός, πβ. στ. 43-6 αἱ δ' ἄμβροτον ὄσσαν ἱεῖσαι | θεῶν γένος αἰδοῖον πρῶτον κλείουσιν ἀοιδῇ (πβ. ἀνωτ. Ἑλλὰς ἐκλέϊζεν) | ἐξ ἀρχῆς, οὓς Γαῖα καὶ Οὐρανὸς εὐρὺς ἔτικτεν, | οἵ τ' ἐκ τῶν ἐγένοντο, θεοὶ δωτῆρες ἐάων (βλ. West22 στὸν στ. 425 σ.λ. ἀπ' ἀρχῆς: "apparently equivalent to ἐξ ἀρχῆς (45)", καὶ σημείωσε ὅτι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις προηγεῖται τὸ πρῶτον ὥστε ἀπὸ κοινοῦ νὰ δίνεται ἰδιαίτερη ἔμφαση στὰ ἀπ' ἀρχῆς ἢ ἐξ ἀρχῆς ἀπονεμηθέντα στοὺς ἀπογόνους τῆς Γῆς καὶ τοῦ Οὐρανοῦ: στὰ παιδιὰ καὶ στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους...)· πβ. Ἡρόδ. 2.104.2 κἑ. μοῦνοι πάντων ἀνθρώπων Κόλχοι καὶ Αἰγύπτιοι καὶ Αἰθίοπες περιτάμνονται ἀπ' ἀρχῆς τὰ αἰδοῖα. Φοίνικες δὲ καὶ Σύριοι οἱ ἐν τῇ Παλαιστίνῃ καὶ αὐτοὶ ὁμολογέουσι παρ' Αἰγυπτίων μεμαθηκέναι, κ.ἄ. Ἡ ἔμφαση στὴν ἀπ' ἀρχῆς ἔνδοξη καταγωγὴ ἁρμόζει ἄριστα στὸ ἐδῶ χωρίο. Ἀντίθετα, οἱ γραφὲς ἀπ' [αἴ]ης καὶ ἀπ' [αὐτ]ῆς δὲν προσφέρονται ποιητικά, ἐνῶ οἱ γραφὲς ἀπ' [ἀλκ]ῆς καὶ ἀπ' [αἰχμ]ῆς (μὲ τὴν τελευταία μᾶλλον πιὸ ἐπιμήκη ἀπὸ ὅ,τι ἀπαιτεῖ τὸ ἐδῶ κενό) δίνουν ἀχρείαστα πρόσθετη ἔμφαση στὴν πολεμικὴ διάκριση τῶν Ἀτρειδῶν προγόνων, ἐνῶ στοὺς ὀνομαστοὺς προγόνους τοῦ γιατροῦ Φαίτα θὰ περιλαμβάνονται καὶ ἄλλοι ποὺ δοξάστηκαν γιὰ ἄλλο λόγο ἀπὸ τὴν ἀπ' αἰχμῆςἀπ' ἀλκῆς διάκριση. Καὶ τὸ [π' εὐν]ῆς τοῦ Wilhelm9 προβληματίζει μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀνάγνωση τῆς ἐπιγραφῆς: ἴσως ἀπ̣' [ἀρχ]ῆς.
Γιὰ τὸ ἐδῶ πρόγονοι (μὲ τὴ σημερινὴ σημασία) καὶ τὸ ἑπόμενο ἔκγονοι (=ἀπόγονοι) πβ. ἀνωτ. Ε13.4 v.l. Κινύρου θε̣̣[ιοτάτου πρόγονον] (= ἀπόγονον, ἔκγονον κατὰ τὸν Mitford4 κ.ἄ., γιὰ τὸν Νικοκλέα): βλ. ὅ.π. σημ. σ.λ. Κινύρου θε̣̣[ιοτάτου γενεᾶς].

4. ἔκγονοι Ἀτρειδᾶν: ὁ Peek (GG23 138 σημ., βλ. καὶ ΑΚΕΠ2 Δβ΄ 86) παραπέμπει στὸν Πινδ. Νεμ. 11 (ΑΡΙΣΤΑΓΟΡΑΙ ΤΕΝΕΔΙΩΙ ΠΡΥΤΑΝΕΙ). 33 κἑ., ὅπου στὰ σχετικὰ μὲ τοὺς προγόνους τοῦ ὑμνούμενου Τενέδιου γίνεται λόγος γιὰ τὸ Πεισάνδρου πάλαι | αἷμ' ἀπὸ Σπάρτας,Ἀμύκλαθεν γὰρ ἔβα σὺν Ὀρέστᾳ, | Αἰολέων στρατιὰν χαλκεντέα δεῦρ' ἀνάγων, – |καὶ παρ' Ἰσμηνοῦ ῥοᾶν κεκραμένον | ἐκ Μελανίπποιο μάτρωος· ἀρχαῖαι δ' ἀρεταὶ | | ἀμφέροντ' ἀλλασσόμεναι γενεαῖς ἀνδρῶν σθένος. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, εἶναι εὐρύτατα γνωστὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὸν θώρακα ποὺ πρόσφερε στὸν Ἀγαμέμνονα ὁ Κινύρας (βλ. ΑΚυΓ1/1β´ 1Τ1-3 μὲ σχόλ. στὰ χωρία), γιὰ τὴ φιλοξενία τοῦ Ἀγαμέμνονα καὶ τοῦ Μενελάου στὴν Πάφο ἀπὸ τὸν Κινύρα (1Τ3.9-13 σημ.), καὶ γενικότερα γιὰ τὶς σχέσεις τῶν Ἀτρειδῶν μὲ τὴν Κύπρο (βλ. Le Bas – Waddington19, ὅπου καὶ παραπομπὴ στὸν Engel, Kypros24 I 228, γιὰ τὶς παραδόσεις ποὺ ἐμφανίζουν τὸν Ἀγαμέμνονα ὡς οἰκιστὴ τῆς Ἀμαθούντας καὶ τὸν Μενέλαο νὰ προσορμίζεται στὸ νησί). Μ' αὐτὸ τὸ μυθολογικὸ ὑπόβαθρο, ἡ μνεία Ἀτρειδᾶν Ἑλλάδος ἁγεμόνων στὸν τελευταῖο στ. τοῦ ἐπιγράμματος πάνω στὸν τάφο τοῦ Τενέδιου γιατροῦ στὴν Πάφο, καταξιώνεται πλήρως (ὅπως καὶ ὁ ἄγνωστος ποιητής).

  1. Oberhummer, E. (1888), Griechische Inschriften aus Cypern , SBAW 1 : 305-348.
  2. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  3. von Wilamowitz-Moellendorff, U. (1935-1972), Kleine Schriften, Vols. I-VI, Berlin.
  4. Mitford, T B. (1961), The Hellenistic Inscriptions of Old Paphos, ABSA 56: 1-41.a↑ b↑ c↑
  5. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑
  6. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑
  7. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.
  8. Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία.a↑ b↑
  9. Wilhelm, A. (1980), Griechische Epigramme, Bonn.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  10. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑
  11. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.a↑ b↑
  12. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  13. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  14. Debrunner, A. (1946), Homerica, MH 3: 40-47.
  15. Gardner, E. A., Hogarth D. G., James M. R. & Smith R. E. (1888), Excavations in Cyprus, 1887-88, JHS 9: 147-251.
  16. Bechtel, F. (1917), Die historischen Personennamen des Griechischen bis zur Kaiserzeit, Halle.
  17. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑
  18. Osborne, M. J. & Byrne S. G. (1994), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. II: Attica, Oxford.
  19. Le Bas, P. & Waddington W. H. (1870), Voyage archéologique en Grèce et en Asie Mineure, Vol. III.1-2: Inscriptions grecques et latines recueillies en Grèce et en Asie Mineure, Paris.a↑ b↑
  20. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.
  21. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  22. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.
  23. Peek, W. (1960), Griechische Grabgedichte (griechisch und deutsch), Schriften und Quellen der alten Welt hrsg. von der Section für Altertumswissenschaft bei des Deutschen Akademie der wissenschaften zu Berlin,7 Berlin.
  24. Engel, W H. (1841), Kypros: Eine Monographie, Vols. I-II, Berlin .