You are here

E1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

E1

Ὄτε τὰ(ν) πτόλιν ↓ Ἐδάλιον  κατέϜοργον  Μᾶδοι κὰς Κετιε˜Ϝες

ἰ(ν) το˜ι Φιλοκύπρˉον Ϝέτει το˜ Ὀνασαγό|ραυ , βασιλεὺς Στασί-

κυπρος κὰς ἀ πτόλις Ἐδαλιε˜Ϝες ἄνˉογον Ὀνάσιλον τὸν Ὀνα-

σικύπ|3ρˉον  τὸν ἰyaτε˜ραν κὰς τὸς κασιγνˉέτος ἰyᾶσθαι τὸς ἀ(ν)-

  θρˉόπος τὸς ἰ(ν) τᾶι μάχαι ἰκ|μαμένος ἄνευ μισθ˜ον· κάς παι

εὐϜρˉετάσατυ βασιλεὺς κὰς ἀ πτόλις Ὀνασί|5λˉοι κὰς τοῖς κασι-

γνˉέτοις ἀ(ν)τὶ τ˜ο μισθ˜ον κὰ ἁ(ν)τὶ τᾶ ὑχˉέρˉον  δοϜέναι ἐξ τ˜οι |6

Ϝοίκ˜οι τ˜οι βασιλ˜εϜος κὰς ἐξ τᾶι πτόλιϜι ἀργύρˉο τα(λάντˉον)  α´

τά(λαντον) · ˉε῍ δυϜάνοι νυ ἀ(ν)τὶ τ˜ο |7 ἀργύρˉον τ˜οδε τ˜ο τα-

λά(ν)τˉον βασιλεὺς κὰς ἀ πτόλις Ὀνασίλˉοι κὰς τοῖς κασι|γνˉέ-

τοις ἀπὺ τᾶι ζᾶι  τᾶι βασιλ˜εϜος τᾶ ἰ(ν) τˉὀιρ˜ονι τ˜οι Ἀλα(μ)πρι-

yάται  τὸ(ν) χ˜ορον |9 τὸν ἰ(ν) τ˜οι ἔλει τὸ(ν) χραυόμενον Ὄ(γ)-

κα(ν)τος ἄλϜˉο  κὰς τὰ τέρχνιyα τὰ ἐπιό(ν)τα |10 πά(ν)τα ἔχεν

πανˉο´νιον ὐϜαὶς ζᾶν ἀτελ˜εν  · ˉε῎ κέ σις Ὀνάσιλον ἒ τὸς |11 κασι-

γνˉέτος ἒ τὸς παῖδας τ˜ο(ν) παίδˉον τ˜ον Ὀνασικύπρˉον ἐξ τ˜οι χˉο-

ρˉοι τ˜οιδε |12 ἐξ ὀρύξˉε, ἰδέ παι ὂ ἐξ ὀρύξˉε, πείσει Ὀνασίλˉοι κὰς

τοῖς κασιγνˉέτοι|ς ἒ τοῖς παισὶ τὸν ἄργυρον τό(ν)δε, ἀργύρˉο

τα(λάντˉον) α´ τά(λαντον). |14 κὰς Ὀνασίλˉοι οἴϜˉοι ἄνευ τ˜ον

κασιγνˉέτˉον τ˜ον αἴλˉον ἐϜρˉετάσατυ βασιλεὺ|ς κὰς ἀ πτόλις δο-

Ϝέναι ἀ(ν)τὶ τᾶ ὑχˉέρˉον τ˜ο μισθ˜ον ἀργύρˉο πε(λέκεϜˉον) δ´ πε-

(λέκεϜας) |16 [δι(μναίˉον)] β´ δι(μναῖα)  Ἐ(δάλια)· ˉε῍ δˉο´κοι νυ βα-

σιλεὺς κὰς ἀ πτόλις Ὀνασί‖λˉοι ἀ(ν)τὶ τ˜ο ἀργύρˉο τ˜οδε ἀπὺ τᾶι

ζᾶι τᾶι βασιλ˜εϜος τᾶ ἰ(ν) Μαλανίyα|ι τᾶι πεδίyαι τὸ(ν) χ˜ορον

τὸ(ν) χραυζόμενον Ἀμενίyα ἄλϜˉο κὰς τὰ τέρ|χνιyα τὰ ἐπιό(ν)-

τα πά(ν)τα, τὸ(ν) ποἑχόμενον πὸς τὸ(ν) ῥόϜο(ν) τὸ(ν) Δρύμιον

κὰς πὸ|ς20 τὰν ἰερˉέϜιyαν τᾶς Ἀθάνας κὰς τὸ(ν) κᾶπον τὸν ἰ(ν)

Σίμιδος ἀρούρα|ι τὸ(ν) ΔιϜείθεμις ὀ Ἀρμανεὺς ˉε῏χε ἄλϜο(ν),

τὸν ποἑχόμενον πὸς Πασαγόρα|ν τὸν Ὀνασαγόραυ κὰς τὰ

τέρχνιyα τὰ ἐπιό(ν)τα πά(ν)τα ἔχεν πανˉονίος  ὐ|Ϝαὶς ζᾶν ἀτε-

λίyα ἰό(ν)τα· ˉε῎ κέ σις Ὀνάσιλον ˉε῍ τὸς παῖδας τὸς Ὀ|νασίλˉον ἐξ

τᾶι ζᾶι τᾶιδε ἲ ἐξ τ˜οι κάπˉοι τ˜οιδε ἐξ ὀρύξˉε, ἰ|25δὲ ὂ ἐξὀρύξˉε

πείσει Ὀνασίλˉοι ˉε῍ τοῖς παισὶ τὸν ἄργυρον τό(ν)δε, ἀργύρˉο|ν

πε(λέκεϜˉον) δ´ πε(λέκεϜας) [δι(μναίˉον)] β´ δι(μναῖα) Ἐ(δάλια).

ἰδὲ τὰ(ν) δάλτον τά(ν)δε, τὰ Ϝέπιyα τάδε ἰναλαλισμένα  , |27

βασιλεὺς κὰς ἀ πτόλις κατέθιyαν ἰ(ν) τὰ(ν) θιὸν τὰν Ἀθάναν

τὰν περ' Ἐ|δάλιον  σὺν ὄρκοις μ`ˉε λῦσαι τὰς Ϝρˉέτας τάσδε ὐϜαὶς

ζᾶν. |29 ὄπι σίς κε τὰς Ϝρˉέτας τάσδε λύσˉε, ἀνοσίyα Ϝοι γένοιτυ .

τάς γε |30 ζᾶς τάσδε κὰς τὸς κάπος τόσδε οἰ Ὀνασικύπρˉον

παῖδες κὰς τ˜ο(ν) παίδˉον οἰ πα|ῖδες ἔξο(ν)σι αἰϜεί , ο(ἲ) ἰ(ν) τˉὀι-

ρ˜oνι  τ˜οι Ἐδαλι˜εϜι ἴˉο(ν)σι.

E1

Ὅταν τὴν πόλη Ἰδάλιο πολιορκοῦσαν οἱ Πέρσες καὶ οἱ Κιτιεῖς, τὸ

ἔτος τοῦ Φιλοκύπρου τοῦ γιοῦ τοῦ Ὀνασιγόρα, ὁ βασιλιὰς Στασί-

κυπρος καὶ ἡ πόλη οἱ Ἰδαλιῶτες πρότρεπαν τὸν Ὀνάσιλο τὸν γιὸ

τοῦ Ὀνασίκυπρου τὸν γιατρὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς του νὰ θερα-

πεύουν τοὺς ἀνθρώπους τοὺς τραυματι­σμένους στὴ μάχη χωρὶς

πληρωμὴ ἀπ' αὐτούς· κι ἔτσι συμφώνησαν ὁ βασιλιὰς καὶ ἡ πόλη

στὸν Ὀνάσιλο καὶ στοὺς ἀδελφούς του ὡς μισθὸ καὶ ὡς φιλοδώρη-

μα νὰ δώσουν ἀπὸ τὸν Οἶκο τοῦ βασιλιᾶ καὶ ἀπὸ τὴν πόλη ἀπ' τὰ

τάλαντα ἀσημιοῦ 1 τάλαντο· ἢ νὰ δώσει βέβαια, ἀντὶ τοῦ ταλάντου

αὐτοῦ ἀπὸ ἀσήμι, ὁ βασιλιὰς καὶ ἡ πόλη στὸν Ὀνάσιλο καὶ στοὺς

ἀδελφούς του ἀπὸ τὴ γῆ τοῦ βασιλιᾶ ποὺ βρίσκεται στὴν περιοχὴ

τοῦ Ἀλαμπριάτα τὸν χῶρο πού 'ναι στὸ λιβάδι τὸ ὁποῖο συνορεύει

μὲ τὸ περβόλι τοῦ Ὄγκαντα καὶ τὰ νεαρὰ φυτὰ τὰ ὑπάρχοντα ὅλα

νὰ τὸν καρποῦνται μὲ ὅλα τὰ πωλήσιμα ὅσο ζοῦν χωρὶς τέλη· ἂν

κάποιος βγάλει τὸν Ὀνάσιλο ἢ τοὺς ἀδελφούς του ἢ τὰ παιδιὰ τῶν

παιδιῶν τοῦ Ὀνασίκυπρου ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦτον, ὅποιος λοιπὸν

τοὺς βγάλει θὰ πληρώσει στὸν Ὀνάσιλο καὶ τοὺς ἀδελφούς του ἢ

στὰ παιδιά τους αὐτὸ τὸ ἀσήμι, ἀπ' τὰ τάλαντα ἀσημιοῦ 1 τάλαντο.

Καὶ στὸν Ὀνάσιλο μόνο, χώρια ἀπ' τοὺς ἀδελφοὺς τοὺς ἄλλους,

συμφώνησαν ὁ βασιλιὰς κι ἡ πόλη νὰ δώσει, ἀντὶ φιλοδωρήματος

πέρα ἀπ' τὴν πληρωμή, ἀπ' τὰ πελέκια ἀσημιοῦ 4 πελέκια καὶ 2

διμναῖα Ἰδαλιώτικα· ἢ νὰ δώσει βέβαια ὁ βασιλιὰς κι ἡ πόλη στὸν

Ὀνάσιλο ἀντὶ τοῦ ἀσημιοῦ αὐτοῦ ἀπ' τὴ γῆ τοῦ βασιλιᾶ πού 'ναι

στὴν πεδιάδα Μελανία τὸν χῶρο ποὺ συνορεύει μὲ τὸ περβόλι τοῦ

Ἀμενία καὶ τὰ νεαρὰ φυτὰ τὰ ὑπάρχοντα ὅλα, τὸν χῶρο ποὺ ἐκτεί-

νεται πρὸς τὸν ποταμὸ Δρύμιο καὶ πρὸς τὴν ἱέρεια τῆς Ἀθηνᾶς καὶ

πρὸς τὸν κῆπο πού 'ναι στὰ χωράφια τοῦ Σίμιδος καὶ τὸν εἶχε περ-

βόλι ὁ Διείθεμις ὁ Ἀρμανεύς, τὸν χῶρο ποὺ ἐκτείνεται πρὸς τὸν

Πασαγόρα τὸν γιὸ τοῦ Ὀνασαγόρα καὶ τὰ νεαρὰ φυτὰ τὰ ὑπάρ-

χοντα ὅλα νὰ καρποῦται μὲ ὅλα τὰ πρὸς πώληση προϊόντα ὅσο ζεῖ

ἀφορολόγητα· ἂν κάποιος τὸν Ὀνάσιλο ἢ τὰ παιδιὰ τοῦ Ὀνάσιλου

ἀπὸ τὴ γῆ αὐτὴ ἢ ἀπὸ τὸν κῆπο αὐτὸ βγάλει, αὐτὸς λοιπὸν ποὺ θὰ

τοὺς βγάλει θὰ πληρώσει στὸν Ὀνάσιλο ἢ στὰ παιδιά του τὸ ἀσήμι

αὐτό, ἀπ' τὰ πελέκια ἀσημιοῦ 4 πελέκια καὶ 2 διμναῖα Ἰδαλιώτικα.

Κι αὐτὴ τὴν πινακίδα, αὐτὰ τὰ λόγια χαραγμένα ὁ βασιλιὰς κι ἡ

πόλη κατέθεσαν στὴ θεὰ τὴν Ἀθηνᾶ, αὐτὴν τοῦ Ἰδαλίου, μὲ ὅρκους

νὰ μὴ παραβοῦν τὶς ρῆτρες αὐτὲς ὅσο ζοῦν. Σὲ περίπτωση ποὺ κά-

ποιος παραβῆ τὶς ρῆτρες αὐτές, νὰ πέσει πάνω του τὸ ἀνοσιούργη-

μα. Τὶς γαῖες βέβαια αὐτὲς καὶ τὰ περβόλια αὐτὰ τοῦ Ὀνασίκυπρου

τὰ παιδιὰ καὶ τῶν παιδιῶν τους τὰ παιδιὰ θὰ τὰ ἔχουν ἐσαεί, ὅσα

στὴν περιοχὴ τοῦ Ἰδαλίου θά 'ναι.

Σχόλια: 

Ἐπιγραφὴ πολλαπλῶς ἐνδιαφέρουσα καὶ πολυσυζητημένη, ἀπὸ τὸ Ἰδάλιο, χαραγμένη στὶς δυὸ ὄψεις ὀρειχάλκινης πινακίδας, ποὺ βρέθηκε τὸ 1850 στὸ ἱερὸ τῆς Ἀθηνᾶς στὴ βορειοδυτικὴ ἀκρόπολη τῆς ἀρχαίας πόλεως ἀπὸ χωρικούς, ἀγοράστηκε ἀπὸ τὸν Duc de Luynes, καὶ κατέληξε στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη τῶν Παρισίων (Cabinet des Médailles, inv. bronzes 2297)· ἡ ἀκριβὴς χρονολόγησή της παραμένει ἀβέβαιη (α΄ ἥμισυ 5ου αἰ. π.Χ., πιθανῶς μεταξὺ 475-70 π.Χ.). (Βλ. Masson ICS1 σσ. 233-44, μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία [καὶ τὶς ἐκεῖ συντο­μογραφίες], καὶ ΑΚΕΠ2 Δα΄ / Δβ΄ 8 [καὶ 2]. Βλ. ἐπίσης: Σακελλαρίου Κυπρ.3 Α΄ 221 [218]-23· Περισπάνη Γεν. ἱστ.4 561-602· Παυλίδη ΙΝΚ15 93-94, 114-15, 271-73 κ.ἀ. [βλ. Εὑρετ. σ. 500]· Α. Δημητρίου, «Ιδάλιον, η Αρχαία Πολιτεία»6, στὸ Ιδάλιον [Επιμ. Έκδοσης: Μαίρη Πύργου, Λευκωσία 1993], 7-41 [κυρίως 23-29]. Γιὰ τὸν Ὀνάσιλον ὡς γιατρὸν καὶ τὴν ἰατρικὴ στὴν Κύπρο: ΑΚυΓ47: Εἰσαγωγή, καὶ 12 Ε1 μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια). Πέρα ἀπὸ τὴ μεγάλη ἱστορικὴ καὶ γλωσσολογικὴ σημασία, ἡ ἐπιγραφὴ ἐμφανίζει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν καλλιέργεια τοῦ πεζοῦ λόγου στὴν Κύπρο σὲ χρόνους πρώιμους, ὄντας μοναδικὴ σὲ ἔκταση, ἀπαράμιλλη σὲ ὕφος, καὶ παλαιότατη. (Βλ. καὶ V. Karageorghis, "Excavations in the Necropolis of Idalion, 1963", RDAC8 1964, 28-84.)

1. πτόλιν: ὅπως καὶ τὸ πτόλεμος, γλῶσσα Κυπρίων (βλ. ἀνωτ. ΑΚυΓ29 11 Ε62.3 σχόλ. σ.λ. πτόλις ἅδε καλύπτει, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία).

   Ἐδάλιον:Ἠδάλιον (ἡ γνωστὴ στὶς κλασσικὲς καὶ μεταγενέστερες πηγὲς μὲ τὸν τύπο Ἰδάλιον πόλη τῆς Κύπρου), βλ. καὶ ICS1 218 τᾷ Ἀθάνᾳ τᾷ ἰν Ἐδαλίωι καὶ ἐδῶ στ. 3 Ἐδαλιε̃ Ϝες · πβ. κατωτ. Κετιε̃ Ϝες (ἀντὶ τοῦ συνήθους Κιτιεῖς: βλ. Masson1 σ. 233 σημ. 1, πβ. Ἀ. Βοσκοῦ10 Μορφώ 43 σημ. 7 καὶ 45 σημ. 24 [μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία] γιὰ τὰ ὀνόματα τῆς σημερινῆς Λαπήθου: Λάπαθος, Λάπηθος / Λάπιθος, πιθανῶς παλαιότατο Λάπεθος), καὶ ICS1 220 (ἡ γνωστὴ δίγλωσση ἐπι­γραφὴ τοῦ 388 π.Χ.) ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνος στὸ Ἰδάλιο ποὺ ἔδωσε τὸ κλειδὶ γιὰ τὴν ἀποκρυπτογράφηση τῆς Κυπριακῆς συλλαβικῆς γραφῆς): [(ν) τῷ τετάρ­τωι Ϝέτε]ι βασιλῆϜος Μιλκιyάθωνος, Κετίων κὰ(ς) Ἐδαλίων βασιλεύ|[Ϝο(ν)τος, τᾶν ἐπαγο]μενᾶν τῶ πε(μ)παμέρων νεϜοστάτας, τὸν ἀ(ν)δριyά(ν)ταν τό(ν)δε κατέστασε ὁ Ϝάναξ | [Βααλρωμος] ὁ Ἀβδιμίλκων τῷ Ἀπόλ(λ)ωνι τῷ Ἀμύκλωι, ἀφ' ὧι Ϝοι τᾶς εὐχωλᾶς []πέτυχε· (ν) τύχαι ἀjα(?)θᾶι. Τὰ πορίσματα τῶν ἀρχαιολόγων ὡς πρὸς τὴ σημασία τῆς ἀναφορᾶς στὸν ἌμυκλονἈμυκλαῖον Ἀπόλλωνα ποικίλλουν (βλ. Καραγιώργη ΕΘΗρΑΚ11 191 [ποὺ ἀρνεῖται τὴ σύνδεση μὲ τὴν πόλη τῆς Πελο­ποννήσου Ἀμύκλαι] μὲ παραπομπές, βλ. Δημητρίου6 ὅ.π. 11 κἑ.), ἀλλ' ἡ εἰκόνα τῆς ἐγκατάστασης Ἀχαιῶν ἀποίκων κατὰ τὸν 11ον αἰ. π.Χ. τοὐλάχιστον (βλ. Δημητρίου ὅ.π. 7 κἑ., γενικὰ γιὰ τὸ θέμα Ἀ. Βοσκοῦ10 Μορφώ 21 κἑ. μὲ βιβλιο­γραφία) φαίνεται καθαρή. Ποικίλλουν ἐπίσης οἱ ἀπόψεις γιὰ τὴν ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος, μὲ πιὸ πιθανὴ τὴν ὑπόθεση γιὰ Ἐτεοκυπριακὴ ὀνομασία (βλ. καὶ ΑΚΕΠ2 Ε΄ 138 μὲ παραπομπές, πβ. Ἀ. Βοσκοῦ10 Μορφώ 43 σημ. 7 καὶ 45 σημ. 24 γιὰ τὴ Λάπηθο [βλ. ἀνωτ.] καὶ [ὅ.π. καὶ 21 κἑ. μὲ σημειώσεις] γιὰ τὰ Σαλαμινία / Σελαμινίyα, βλ. καὶ κατωτ. δάλτον = δέλτον)· ὁ οἰκιστικὸς μύθος γιὰ τὸν Χαλκάνορα (Χαλκήνωρ στὴν Κοινή) καὶ τὸν σχετικὸ χρησμό (Στέφ. Βυζ. σ.λ. Ἰδάλιον· πόλις Κύπρου. χρησμὸς γὰρ ἐδόθη [...] ὅπου ἴδοι τὸν ἥλιον ἀνίσχοντα πόλιν κτίσαι. ὁ οὖν Χαλκήνωρ περιιών ... τις τῶν σὺν αὐτῷ ἔφη «εἶδον, βασιλεῦ, τὸν ἅλιον», ἀφ' οὗ ὠνομάσθαι τὴν πόλιν), μὲ τὴν παρετυμολογία τοῦ ὀνόματος τῆς πόλης, φαίνεται νὰ ἔχει βαθιὲς ρίζες (τὸ Χαλκάνωρ καὶ τὸ Ὀνάσιλος [μὲ α, ὄχι μὲ η] ἐπιζοῦν εὐρέως καὶ σήμερα στὴν περιοχή: Σωματεῖο «Χαλκάνωρ», Φαρμακεῖο «Ὀνάσιλος» κ.τ.τ.), καὶ στηρίζεται στὰ πλούσια κοιτάσματα χαλκοῦ στὴν περι­οχὴ καὶ στὴν ἐνασχόληση τῶν κατοίκων μὲ τὴ μεταλλουργία. Ἀξίζει νὰ σημει­ωθῆ παράλληλα ὁ ἐπίσης ζωντανὸς ὣς σήμερα (καὶ Σωματεῖο «Ἄδωνις») μύθος γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀδώνιδος στὴν περιοχή, συνδεδεμένος μὲ τὴν ἐδῶ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης (ΑΚΕΠ2 Δα΄ / Δβ΄ 268-272, Καραγιώργης ΕΘΗρΑΚ11 106 κἑ. κ.ἀ. [βλ. Εὑρετ. σ. 330 σ.λ. Ἰδάλιον], Δημητρίου6 ὅ.π. 43 κἑ., καὶ ΑΚυΓ29 11 Ε15.1 σχόλ. σ.λ. Κυπρίαι κ.ἀ.).

   κατέϜοργον: ἀορ. ρήμ. *κατα-Ϝέργω (βλ. Masson1 σ.στ. 1, μὲ βιβλιογρ.)· πβ. Ἡσύχ. σ. λλ. καθειργμένος/κατειργμένος· ἐγκεκλεισμένος, καὶ ἐγκαθειργνύντες· ἀποκλείοντες (ἄερκτος· οὐ περιειργόμενος, κ.ἄ.).

2 [1-2]. ἰ(ν) τõι Φιλοκύπρˉōν Ϝέτει τ õ Ὀνασαγό|ραυ: βλ. καὶ –πλὴν Masson1 ad loc. (ἐφεξῆς αὐτονόητο)– ΑΚυΓ29 σχόλ. σ.στ. 11 Ε5.1 σ.λ. (ν)θάδ', Ε4.1 σ.λ. τὸ Κυπρίω τῶ Σαλαμι>ν< (-ˉο / -õ ), μὲ παραπομπὲς καὶ στὰ ἐδῶ, καὶ ΕΚυΕ12 35 (γεν. -ω / καὶ -ων: [βιβλιογρ. στὸν Masson1] ὀνομάτων β΄ κλίσ. σὲ -ος)· γιὰ τὴ γεν. ἀρσ. α΄ κλίσ. σὲ -αυ (χαρακτηριστικὸ τῆς Ἀρκαδο-κυπριακῆς) βλ. Ἀ. Βοσκοῦ10 Μορφώ 44 σημ. 14 (καὶ Πίν. 17.2) μὲ ἀναφορὰ στὴν παλαιότατη ἐπὶ ὀβελοῦ χάλκινου τοῦ 11ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν Πάφο ἐπιγραφή: Ὀφέλταυ (βλ. καὶ ἀνωτ. σελ. 69 σημ. 3). Τὸ ὄνομα Φιλόκυπρος εἶναι πολὺ γνωστὸ στὴν Κύπρο (βλ. ΑΚυΓ113 σ. 90 [ΑΚυΓ1β´13 125] γιὰ τὸν ὁμώνυμο βασιλιὰ τῶν Σόλων, βλ. ἐπίσης Καραγιώργη ΕΘΗρΑΚ 108-9 γιὰ τὴν κοινὴ λατρεία τῆς Ἀθηνᾶς στοὺς Σόλους καὶ τὸ Ἰδάλιον καὶ τὰς Ἀθήνας)· βλ. καὶ κατωτ. Στασίκυπρος καὶ Ὀνασίκυπρος (στ. 3 Ὀνασικύπ|ρõν), πβ. Κυπρόθεμις, ΚυπροκλέϜης κ.ἄ. (ICS1 σελ. 431 Ind., καὶ Κυπρομέδουσα) / Στασάνωρ (ΑΚυΓ29 σχόλ σ.στ. 11 Ε16.2), Στασῖνος (ΑΚυΓ113 σσ. 60 κἑ.: ΑΚυΓ1β´13 88 κἑ.) / Ὀνασαγόρας, Ὄνασος Ὀνάσαντος, κ.ἄ. (ΑΚυΓ29 σχόλ. σ.στ. 11 Ε8.2), καὶ Ὀνάσιλος (βλ. κατωτ.). Ὅτι στὴ φράση αὐτὴ εἷναι ἔκδηλα τὰ σπέρματα δημοκρατίας σὲ περίοδο βασιλείας, κατ' ἐπίδραση Ἀθηναϊκή (νὰ γίνεται ἡ χρονολόγηση μὲ τὸ ὄνομα τοῦ ἐπωνύμου ἄρχοντος), ἔχει ἐπανειλημμένα τονιστῆ (βλ. καὶ Ἀντωνιάδη Μελέτες14 74 κἑ. [μὲ παραπομπὲς] καὶ 178 κἑ., Δημητρίου6 ὅ.π. 27)· προσμαρτυρεῖ ἡ φράση βασιλεὺς κὰς ἀ πτόλις (στ. 2-3, 5-6 κ.ἀ.)· καὶ τὸ ἀ πτόλις Ἐδαλιε˜Ϝες τοῦ στ. 3 (ὁ Masson1 παραπέμπει στὸν Schwyzer15 γιὰ τὸ παράλληλο ἁ πόλις οἱ Γορτύνιοι) θυμίζει τὸ τοῦ Θουκ. 7.77.7 ἄνδρες γὰρ πόλις, καὶ οὐ τείχη οὐδὲ νῆες ἀνδρῶν κεναί. Δὲν μπορεῖ βέβαια νὰ μιλᾶ κανεὶς γιὰ πολίτευμα δημοκρατικό· τὸ ἄνˉōγον τοῦ στ. 3 εἷναι πληθ. ἀριθμοῦ, τὸ εὐϜρˉετάσατυ (= -ατο) καὶ τὸ ἐϜρˉετάσατυ τῶν στ. 6 καὶ 19 πιθανῶς πληθ. ἀριθμοῦ (βλ. Σταματάκου16 ΙΓΑΕ 308), τὸ δυϜάνοι ὅμως καὶ τὸ δˉˉο´κοι τῶν στ. 9 καὶ 21 ἑνικοῦ ἀριθμοῦ: βρισκόμαστε σαφῶς σὲ περίοδο μεταβατική, μὲ ἔντονη ἐπίδραση Ἀθηναϊκή.

3-4 [2-3]. Ὀνάσιλον τὸν Ὀνασικύπ|ρõν: βλ. και προηγ. σημ., καὶ Ἀ. Βοσκοῦ17 Ὀνήσ. 5 σημ. 5. Ἀπὸ τὸ ὀ-νί-νη-μι (= ὠφελῶ, εὐεργετῶ, προσφέρω ὑπηρεσίες) τὸ Ὀνάσιλος (γιὸς τοῦ Ὀνασι-κύπρου) κράτησε μέχρι σήμερα τὸ -- τοῦ ὀνόματός του (χαρακτηριστικὸ καὶ τῆς Κυπρ. διαλέκτου), κατ' ἀντίθεση μὲ τὸν ὁμώνυμο ἥρωα ποὺ ἀπαθανατίστηκε ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο κι ἔμεινε γνωστὸς –μέσῳ αὐτοῦ– μὲ τὸ Ὀνήσιλος.

5 [4]. κάς παι / 7 [5]. κὰ ἁ(ν)τὶ τᾶ ὑχˉε´ρˉōν: γιὰ τὸ κάς / κά καὶ τὸ παι τῆς Κυπρ. διαλέκτου βλ. ΑΚυΓ29 11 Ε7.1-2 σχόλ. σ.λλ. κά καὶ παι, καὶ ΕΚυΕ12 43-46 καὶ 47. Ὀρθά, νομίζουμε, ὁ Χατζηιωάννου2 (Δβ΄ 8, σ.στ. 5), γράφει κὰ - καὶ τᾶ -, ἀντὶ κὰ(ς) (ν)τὶ καὶ τᾶ(ς) ὐχˉε´ρˉον, μεταθέτοντας τὴ δασύτητα τοῦ -ς στὴν ἑπόμενη συλλ.: πβ. ἀνωτ. 11 Ε6.3 ἐπίσταἱς καὶ 4 φρονέωἱ (μὲ σχόλ.) καὶ κατωτ. (δίς) ποἑχόμενον. Ἡ λέξη ὔχˉερος (ἀ ὔχηρος), γεν. τᾶς ὐχˉε´ρˉο καὶ -ˉον (τᾶς ὐχήρω καὶ -ων) ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ Ἀττ. ἐπίχειρον (βλ. Ἡσύχ. σ.λ. ἐπίχειρα· τὰ ὑπὲρ τὸν μισθὸν διδόμενα τοῖς χειροτέχναις). Ὀρθὰ σημειώνει ὁ Masson1 ὅτι ἡ πρόθεση ἀ(ν)τὶ ἐδῶ καὶ στὸν στ. 19 σημαίνει « en tant que, comme » (ὡς) καὶ πιὸ κάτω (στ. 9 καὶ 22) « à la place de » (ἀντὶ τούτου, στὴ θέση αὐτοῦ).

8-9 [6]. ἀργύρˉō τα(λάντˉōν) α´ τά(λαντον): βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν. (ἑρμηνεύουμε: ἀπὸ τὰ τάλαντα ἀργύρου ποὺ βρίσκονται στὸ Θησαυροφυλάκιο τοῦ βασιλιᾶ καὶ τῆς πόλης νὰ δώσουν ἕνα τάλαντο, κ.τ.τ. στὴ συνέχεια)· πβ. Ἡρόδ. 3.131.2 καί μιν (sc. Δημοκήδεα, ὁ ὁποῖος πρώτῳ ἔτεϊ ὑπερεβάλετο τοὺς ἄλλους ἰητρούς) δευτέρῳ ἔτεϊ ταλάντου Αἰγινῆται δημοσίῃ μισθοῦνται, τρίτῳ δὲ ἔτεϊ Ἀθηναῖοι ἑκατὸν μνέων, τετάρτῳ δὲ ἔτεϊ Πολυκράτης δυῶν ταλάντων (Masson1 μὲ παραπομπὴ στὸν Ahrens18), πβ. ἐπίσης 7.28.2 βουλόμενός τοι δοῦναι ἐς τὸν πόλεμον χρήματα ἐξέμαθον, καὶ εὗρον λογιζόμενος ἀργυρίου μὲν δύο χιλιάδας ἐούσας μοι ταλάντων, χρυσίου δὲ τετρακοσίας μυριάδας στατήρων Δαρεικῶν, ἐπιδεούσας ἑπτὰ χιλιάδων. καὶ τούτοισί σε ἐγὼ δωρέομαι.

11 [8]. ἀπὺ τᾶι ζᾶι: ἀπὸ (ἀπὺ + δοτ. [πβ. ἀνωτ. 7 ἐξ + δοτ.], μὲ τὸ υ ἀντὶ τοῦ ο χαρακτηριστικὸ καὶ τῆς Κυπρ., πβ. ὄνομα ἀλλὰ ἀντωνυμία κ.τ.τ.) τῆς γῆς· γιὰ τὸ προβληματικὸ ζα βλ. καὶ ἀνωτ. 11 Ε5 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. ἄζαμος [a-za-mo-se] = ἄγαμος.

11-12 [8]. ἰ(ν) τˉο᾿ιρõνι τõι Ἀλα(μ)πριyάται:(ν) τ() οἱρῶνι γράφει ὁ Masson1, κατὰ τὸν Schulze19, ποὺ πρῶτος ἑρμήνευσε σωστὰ τὴ λέξη ὡς «περιφέρεια, περιοχή»· τὸ τοῦ Ἡσυχ. οἱρών· ἡ ἐκ τῆς καταμετρήσεως τῆς γῆς εὐθυωρία δίνει ὄντως ἑρμηνεία καὶ τοῦ ἐδῶ, ὅπως καὶ τὸ τοῦ Ἐρατοσθένη: οἱορὼν, οἱορῶνος· οὕτω δὲ ἡ χάραξις τῶν ἀρότρων παρὰ τῷ Ἐρατοσθένει λέγεται: βλ. Masson1 / ΑΚΕΠ2 Γβ΄ 284, μὲ τὴ σημ. ὅτι «Ὁ "ἀνάολος" τῆς νέας Κυπριακῆς δυνατὸ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο τοῦτο οἱορών, σύνθετο μὲ τὴν πρόθεση ἀνά, καὶ τὴν ἑξῆς ἐξέλιξη: ἀνα-οιορών > ἀνάορος > ἀνάολος» (πβ. ὅμως τοῦ ἴδιου ΕΛεΚ20 σ.λ. ἀνάολος: ἀπὸ τὸ ἀναβολή = ἀνάχωμα· τὸ αὐτὸ Γιαγκουλλῆς21 ΕΕΘηΚ σ.λ.). Γιὰ τὸ Ἀλα(μ)πριyάτας (ἀπὸ τοπων. * Ἀλαμπρία, σημερ. Ἀλάμπρα: χωριὸ τῆς περιοχῆς) πβ. τὸ Ὑλάτας (βλ. Ἀ. Βοσκοῦ10 Μορφώ 27, κ.ἀ.), γιὰ τὸν Ἀπόλλωνα.

12-13 [9]. Ὄ(γ)κα(ν)τος ἄλϜō: πβ. Αἰσχ. Ἑπτ. 486-90 τέταρτος ἄλλος γείτονας πύλας ἔχω | Ὄγκας Ἀθάνας ξὺν βοῆι παρίσταται, | Ἱππομέδοντος σχῆμα καὶ μέγας τύπος. | ἅλω δὲ πολλήν, ἀσπίδος κύκλου λέγω, | ἔφριξα δινήσαντος, οὐκ ἄλλως ἐρῶ (164-65 σύ τε μάκαιρ' ἄνασσ' Ὄγκα, πρὸ πόλεως | ἑπτάπυλον ἕδος ἐπιρρύου [159 κἑ. ὦ φίλ' Ἄπολλον... παῖ Διός], 501-3 Ὄγκα Παλλάς, ἥτ' ἀγχίπτολις πύλαισι γείτων, ἀνδρὸς ἐχθαίρουσ' ὕβριν, εἴρξει νεοσσῶν ὡς δράκοντα δύσχιμον), καὶ Νόνν. Διον. 5.67-73 οὐρανίοις δὲ | ἑπτὰ πύλας ἀνέθηκεν ἰσηρίθμοισιν ἀλήταις | ἰσοτύπους· πρῶτον μὲν ἐς ἑσπέραν κλίμα πήξας | Ὀγκαίων ἐπένειμε πύλην γλαυκώπιδι Μήνῃ | ἐκ βοὸς ὀγκηθμοῖο φερώνυμον, ὅτι καὶ αὐτὴ | ταυροφυὴς κερόεσσα βοῶν ἐλάτειρα Σελήνη | τριπλόον εἶδος ἔχουσα πέλει Τριτωνὶς Ἀθήνη (στὴ συνέχεια Φαέθων / Ἠέλιος καὶ Ἀφροδίτη, πβ. καὶ 44.39, 45.70 Ὀγκαίης δ' ἀνάειρε σαόφρονα χαλκὸν Ἀθήνης, καὶ 5.111-15)· βλ. καὶ Σχόλ. Αἰσχ. Ἑπτ. 163a Ὄγκα ἡ Ἀθηνᾶ παρὰ Θηβαίοις. ἐπεύχεται δὲ τὴν ἐπιχώριον Ἀθηνᾶν κ.λπ., 163d Ὀγκαία τοίνυν τιμᾶται παρὰ Θηβαίοις. Ὄγκα δὲ παρὰ Φοίνιξι ἡ Ἀθηνᾶ (...). Φοῖνιξ δὲ τὸ γένος ἐτύγχανεν ὁ τῶν Θηβαίων οἰκιστής (sc. Κάδμος), διὸ καὶ ὡς ἐκ Φοινίκων κατηγμένος Ὄγκαν Ἀθηνᾶν παρὰ Θηβαίοις τιμᾶσθαι ἐποίησεν (164a ἡ ἄνασσα ἐν ταῖς μάχαις· πολεμικὴ γὰρ ἡ θεός), 164e Ὄγκα· Ἀθηνᾶ Φοινίκων γλώττῃ, 486c [βλ. καὶ a-b] Ὄγκα ἡ Ἀθηνᾶ ἐκλήθη τοῦτον τὸν τρόπον. Ἀγήνωρ ὁ Τύριος παῖδας ἔσχε τρεῖς, Εὐρώπην, Κάδμον καὶ Κίλικα. τῆς δὲ Εὐρώπης ἀπὸ Διὸς ἁρπασθείσης ὁ Φοῖνιξ ἀπέστειλεν ἐπὶ ζήτησιν ταύτης τοὺς παῖδας, καὶ εἰ μὴ εὕροιεν, προσέταξε μὴ ἐπανήκειν. ὁ οὖν Κάδμος ἐλθὼν εἰς Ἑλλάδα καὶ μὴ εὑρὼν εἰς Δελφοὺς παραγίνεται ἐρωτήσων ποῦ κατασταίη. ὁ δὲ θεὸς (sc. Ἀπόλλων) εἶπεν αὐτῷ μετὰ τὸ τοῦ ἱεροῦ ἐξελθεῖν τῷ εὑρεθέντι ἀκολουθεῖν. εὑρέθη βοῦς. ἠκολούθει αὐτῇ. ἦλθεν εἰς Θήβας, ὤλισθεν ἡ βοῦς, καὶ ὁ μὲν Κάδμος ἐκεῖ ᾤκησε κατὰ τὸν χρησμόν, τὴν δὲ βοῦν ἔθυσε τῇ Ἀθηνᾷ καὶ τῇ τῶν Αἰγυπτίων φωνῇ ταύτην ἐτίμησε ἐκεῖ Ὄγκαν προσαγορεύσας. ὅθεν καὶ αἱ πύλαι Ὀγκαῖαι ἐκλήθησαν, ὥσπερ καὶ ἀπὸ τοῦ Κίλικος ἡ Κιλικία (πβ. τοὺς περὶ Κινύρου μύθους), 487a Ὄγκαν προσαγορεύσας τῇ τῶν Φοινίκων διαλέκτῳ. ἐπεγέγραπτο δὲ τῷ ἱερῷ τούτῳ· Ὄγκας νηὸς ὅδ' ἐστὶν Ἀθήνης, ὅν ποτε Κάδμος εἵσατο βοῦν θ' ἱέρευσεν, ὅτ' ἔκτισεν ἄστυ τὸ Θήβης (πβ. d ἐκτὸς μιᾶς τῶν πυλῶν τῆς πόλεως ἱερὸν Ἀθηνᾶς Ὄγκας ὀνομαζομένης, κ.λπ.). Βλ. καὶ Farnell22 CGrS Ι.300 μὲ σημ. 60 καὶ IV.106-7, καὶ Παυσ. 9 [Βοιωτικά]. 12.1-2 μὲ σημ. 1 Παπαχατζῆ23: «Ἡ "μάκαιρα ἄνασσα Ὄγκα" θεωρεῖται συνήθως ἀνατολίτι­κη θεότητα, ἀλλὰ στὴ Θήβα παρουσιάζεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ταυτισμένη μὲ τὴν Ἀθηνᾶ· ἡ ἴδια θεότητα ἔμεινε ὡς ἐπίκληση στὸν ὀγκαῖο Ἀπόλλωνα (8, 25, 9) καὶ τὸ Ὄγκειο τῆς ἀρκαδικῆς Θελπουσίας (8, 25, 4) καὶ ὑπόκειται ἴσως στὴ βοιωτικὴ τοπωνυμία Ὀγχηστός (9, 26, 5)» (βλ. καὶ τὶς σχετικὲς σημ. τοῦ Παπαχατζῆ23 στὰ ἀνωτ. χωρία [κυρίως στὸ 8.25.4: σελ. 278 σημ. 1], καὶ στὸ 8.24.6 περὶ τῆς Ἀφροδίτης τῆς ἐπονομαζομένης Ἐρυκίνης [κυρίως σελ. 273 σημ. 5: «οἱ καρχηδόνιοι ποὺ ἐπίσης τιμοῦσαν τὴν ἐρυκίνη Ἀφροδίτη τὴν ταύτιζαν μὲ τὴ φοινικικὴ Ἀστάρτη»] κ.ἄ.). Οἱ συμπτώσεις εἷναι πολλὲς καὶ ἐκπληκτικές, ἂν τὶς δεῖ κανεὶς μέσα ἀπὸ τὴ γενικὴ εἰκόνα τοῦ Ἰδαλίου, ὅπου συναντιῶνται οἱ μύθοι τοῦ Κινύρα καὶ τοῦ Ἀδώνιδος μὲ τὴ λατρεία τῆς Ἀθηνᾶς (ὡς Ὄγκας;), τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ τῆς Ἀφροδίτης (ὡς Ἐρυκίνης;), τὸ Ἐτεοκυπριακὸ μὲ τὸ Ἀχαϊκὸ καὶ τὸ Φοινικικὸ στοιχεῖο, ταυρόσχημα ἀγγεῖα (βλ. Cesnola24 Cyprus 99 Pl. VIII, καὶ Καραγιώργη11 ΕΘΗρΑΚ 43 κἑ. μὲ τὴν καταπληκτικὴ παράσταση [ἀρχὲς 8ου αἰ., Πίν. 15] τῆς Ἀστάρτης), καὶ ἡ ἐδῶ πινακίδα μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ὄγκαντος. Τὸ ὄνομα ὌγκαςὈγκᾶς, βέβαια, μπορεῖ ὄντως νὰ εἶναι ὁμιλοῦν ὄνομα (παρατσούκλι, « sobriquet ») συγγενὲς ἐτυμ. μὲ τὸ ὄγκος (Masson1 σ.στ. [καὶ στὸ 133]: « grosseur », πβ. Ἡσύχ. σ.λ. ὄγκος· φύσημα. ὑπερηφανία. ἔπαρσις. μέγεθος)· κάλλιστα ὅμως μπορεῖ νὰ σημαίνει τὸν ὀγκώμενον, τὸν ὀγκηθμὸν ἐκβάλλοντα: LSJ925 ὀγκάομαι (καὶ Suppl. ὀγκαρίζω) = γκαρίζω ἀλλὰ καὶ μυκῶμαι (ὀγκηθμός ΙΙ. "lowing, of the ox, Nonn. D. 5.71" [βλ. ἀνωτ.], καὶ ὄγκημα: "= foreg. II, Gloss. "), καὶ Chantraine26 σ.λ. (« dit aussi de bœufs », καὶ ἐτυμ. « Formation expressive en -άω qui fait penser à βοάω, βρυχάομαι, γοάω, μυκάομαι, etc. », Λατ. uncare κ.λπ.).

14 [10]. ὐϜαὶς ζᾶν ἀτελε̃ ν: καὶ 29 [23] καὶ 36-37 [29]. Παρὰ τὶς ἐπανειλημμένες προσπάθειες, ἡ ἀπόδοση καὶ ἡ σημασία τοῦ u-wa-i-se za(?)-ne μένει ἀμφίβολη (βλ. καὶ LSJ925 Suppl. σ.λ. ὐϜαις: ''dub. in Cypr. u-wa-i-se za-ne, app. in perpetuity, for ever, ICS1 217.10, 23, 28'')· συζήτηση καὶ βιβλιογραφία στὸν Masson1 ad loc. καὶ στὴν ΑΚΕΠ2 ad loc. καὶ Γβ΄ § 26.5. Τὸ ὐϜαίς (ἐπί + ἀεί, πιθ.) μπορεῖ, νομίζουμε, νὰ συνταχθῆ μὲ ἀπαρέμφατο, ὅπως καὶ τὸ ἕως (βλ. LSJ925 σ.λ., Ι.5). Τὸ a-te-le-ne, ὡς τριτόκλιτο, σχηματίζει αἰτ. ἀτελῆ καὶ μὲ πρόσθετο -ν (πβ. ἀνωτ. ἰyατῆραν κ.τ.τ.) ἀτελῆν, περισπώμενο.

20-21 [15-16]. πε(λέκεϜōν) δ΄ πε(λέκεϜας) | [δι(μναίōν) β΄ δι(μναῖα): καὶ 33 [26]· πβ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 8-9 [6]. Τὸ πε(λέκεϜας) εἰσηγήθηκε ὁ Hoffmann27, τὸ δι(μναῖα) ὁ Meister28· δί(δραχμα) οἱ Deecke29 καὶ Hoffmann27 (βλ. Masson1 σ.στ. 15 καὶ 15). Ὁ Χατζηιωάννου2 γράφει (δὶς) πε(λέκεϜα), οὐδ., κατὰ τὸ ἡμιπέλεκκον (Ἡσύχ. σ.λ., ἴσως ἡμιπέλεκον, πβ. Sud. σ.λ. ἡμιπέλεκα· αἱ μονόστομοι ἀξίναι ἀλλὰ Ψ 883 ἡμιπέλεκκατριμναῖοντετραμναῖονπεντάμνουν. τὸ γὰρ δεκάμνουν πέλεκυς καλεῖται παρὰ Παφίοις (βλ. καὶ ΑΚΕΠ2 Γβ΄ 124)· δύσκολα ὅμως τὸ πέλεκυ (πληθ. τὰ πελέκεα).

29 [23]. πανōνίος: = πανωνίους (βλ. Masson1 ad loc., γιὰ τὴ σύνταξη)· ὁ Χατζηιωάννου2 (σ.στ. 10) προτείνει –πρὸς ἄρση τῆς ἀνώμαλης σύνταξης– ἐπίρρ. πανωνίως (: πανˉονίος), ἴσως ὀρθῶς, μολονότι καὶ ἔτσι μένει μιὰ τραχύτητα στὴ σύνταξη. (Βλ. καὶ Ἀντωνιάδη Μελέτες14 182 γιὰ τὴν ἐξαίρεση ἀπὸ τὴν πληρωμὴ φόρου [μὲ σημ. 11], βλ. καὶ κατωτ. Ε3.)

34 [26]. τὰ(ν) δάλτον τά(ν)δε, τὰ Ϝέπιyα τάδε ἰναλαλισμένα: ὁ Masson1 (βλ. βιβλιογραφία, μὲ τὶς διάφορες ἀπόψεις) προτιμᾶ τὴ σύνδεση τοῦ i-na-la-li-si-me-na μὲ τὸ δάλτον (δέλτον, βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἐδάλιον), ὡς αἰτ. ἑνικοῦ θηλ. γένους ἰναλαλισμένα(ν), παραβάλλοντας πρὸς τὸ τοῦ Σοφ. Τραχ. 157-58 παλαιὰν δέλτον ἐγγεγραμμένην ξυνθήμαθ', καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα (βλ. ὅμως LSJ925 σ.λ. ἐναλίνω, καὶ Suppl. [: ἰναλαλισμένα], βλ. ἐπίσης ΑΚΕΠ2 Γβ΄ 88 σ.λ. διφθεραλοιφός, μὲ ἀναφορὰ στὸ τοῦ Ἡσύχ. ἀλίνειν· ἀλείφειν [Λατ. lino] καὶ στὸ ἀλειπτήριον, καὶ Chantraine26 σ.λ. ἀλίνειν).

35-36 [27-28]. ἰ(ν) τὰ(ν) θιὸν τὰν Ἀθάναν τὰν περ' Ἐδάλιον: βλ. συνοπτικά, ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ἄλλα, Καραγιώργη11 ΕΘΗρΑΚ 105 κἑ. [κ.ἀ.], καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 11 [9]. Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ ἀναφορὰ τῆς Ἀθηνᾶς στὸν μεγάλο Ὁμηρ. ὕμν. Εἰς Ἀφρ. (βλ. ΑΚυΓ1/1β´1 5 Υ1.8-15 μὲ σχόλ., μὲ περαιτέρω βιβλιογραφία). Βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ Ε5.

37 [30]. ἀνοσίyα Ϝοι γένοιτυ: πβ. κατωτ. Ε8 καὶ Ε9 (κυρίως Ε8.10 κἑ. καὶ γένοιτο αὐτῶι τὰ νοητὰ ἀνόητα κ.λπ.

39 [31]. ἔξο(ν)σι αἰϜεί (...): Δὲν γνωρίζουμε ἂν ὁ Ὀνάσιλος καὶ τὰ ἀδέλφια του πῆραν χρηματικὴ ἢ κτηματικὴ ἀποζημίωση, καὶ ποιά ἦταν ἡ τύχη τους τότε. Τὸ Ἰδάλιον ἔπεσε σὲ χέρια κατακτητῶν σ' ἑπόμενη πολιορκία· ὁ βασιλιὰς Στασίκυπρος ἦταν, φαίνεται, ὁ τελευταῖος Ἕλληνας βασιλιὰς τῆς πόλης (βλ. Ἀντωνιάδη Μελέτες14 85). Ὁ Ὀνάσιλος ὅμως ἔχει ἐσαεὶ τὴ μνήμη ἀθάνατη (βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἐδάλιον).

  1. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑ t↑
  2. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑
  3. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.
  4. Περιστιάνης, Ι. Κ. (1910), Γενικὴ Ἱστορία τῆς νήσου Κύπρου: ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς Ἀγγλικῆς κατοχῆς, Ἀρχαιολογικαὶ καὶ Ἱστορικαὶ Μελέται Λευκωσία .
  5. Παυλίδης, Α. (1991-1993), Ιστορία της Νήσου Κύπρου, τóμ. 1-4, Λευκωσία.
  6. Δημητρίου, Α. Πύργου, Μ. (ed.) (1993), Ιδἀλιον, η Αρχαία Πολιτεία, Ιδάλιον Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  7. Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία.
  8. (1969), Report of the Department of Antiquities, Cyprus, Nicosia, Cyprus.
  9. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  10. Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  11. Καραγιώργης, Β. (1998), Ἕλληνες Θεοί καί Ἥρωες στήν Ἀρχαία Κύπρο, Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑
  12. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .a↑ b↑
  13. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  14. Ἀντωνιάδης, Λ. (1980), Μελέτες γιὰ τὴν Κύπρο καὶ τὶς σχέσεις της μὲ τὸν Ἑλληνικὸ κόσμο τὴν περίοδο τῶν Ἀρχαίων Βασιλείων (Γενικὴ Ἱστορία – Θεσμοί– Οἰκονομία καὶ Κοινωνία), Λευκωσία.a↑ b↑ c↑
  15. Schwyzer, E (ed.) (1923), Dialectorum Graecarum exempla epigraphica potiora: «Delectus Inscriptionum Graecarum propter dialectum memorabilium», quem primum atque iterum ed. Paulus Cauer, Leipzig.
  16. Σταματάκος, Ἰ. (1973), Ἱστορικὴ Γραμματικὴ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, 3η εκδ. , Ἀθῆναι.
  17. Βοσκοῦ, Ἀ. Ἰ. (1997), Ὀνήσιλος: Ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο στὴ Σύγχρονη Κυπριακὴ Λογοτεχνία, Κυπριακαί σπουδαί 61: Λευκωσία . 3-33.
  18. Ahrens, H. L. (1839-1843), De Graecae Linguae Dialectis, Vol. 2, Göttingen.
  19. Schulze, W. (1933), Kleine Schriften, Göttingen.
  20. Χατζηϊωάννου, Κ. (1996), Ἐτυμολογικὸ Λεξικὸ τῆς ὁμιλουμένης Κυπριακῆς Διαλέκτου: Ἱστορία, Ἑρμηνεία καὶ Φωνητικὴ τῶν λέξεων, μὲ Τοπωνυμικὸ παράρτημα, Λευκωσία.
  21. Γιαγκουλλής, Κ. Γ. (1997), Μικρός ερμηνευτικός και ετυμολογικός θησαυρός της κυπριακής διαλέκτου: Από τον δέκατο τρίτο αιώνα μέχρι σήμερα, Βιβλιοθήκη Κυπρίων λαϊκών ποιητών ,58 Λευκωσία.
  22. Farnell, L. R. (1896-1909), The Cults of the Greek States, Vols. I-V, Oxford.
  23. Παπαχατζής, Ν. Δ. (1974-1981), Παυσανίου Ἑλλάδος περιήγησις: (1.) Ἀττικά, (2.) Κορινθιακὰ καὶ Λακωνικά, (3.) Μεσσηνιακὰ καὶ Ἠλειακά, (4.) Ἀχαϊκὰ καὶ Ἀρκαδικά, (5.) Φωκικὰ καὶ Βοιωτικά, Vols. 1-5, Ἀθήνα .a↑ b↑
  24. di Cesnola, L. P. (1877), Cyprus: Its Ancient Cities, Tombs, and Temples: A Narrative of Researches and Excavations during ten years' residence as American Consul in that Island, New York .
  25. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  26. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  27. Hoffmann, O. (1891-1898), Die griechischen Dialekte in ihrem historischen Zusammenhange (mit den wichigsten ihrer Quellen), Vols. I-III, Göttingen .a↑ b↑
  28. Meister, R. (1882-1889), Die griechischen Dialekte: auf Grundlage von Ahrens' Werk: «De Graecae linguae dialectis», Vols. I-II, Göttingen .
  29. Deecke, W. (1884), Die griechisch-kyprischen Inschriften in epichorischen Schrift, Text und Umschreibung, Vol. I, ,Sammlung der Griechischen Dialekt-Inschriften Göttingen.