You are here

INTRODUCTION

Please add a search word

   Ἡ Κύπρος, ὡς γνωστόν, ἀναδύθηκε πρὶν ἀπὸ ἑκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέσα ἀπὸ τὸν βυθὸ τῆς θάλασσας στὴ βορειοανατολικὴ ἐσχατιὰ τῆς Μεσογείου· καὶ ἡ θεά της ἡ Ἀφροδίτη, ἡ Κύπρις, ἀναδύθηκε κι αὐτὴ μέσα ἀπὸ τοὺς ἀφροὺς τῆς θάλασσας, στὴ νοτιοδυτικὴ ἀκτὴ τῆς Κύπρου, ἔξω ἀπὸ τὴν Πάφο. Σταυροδρόμι πολύτιμο ἀνάμεσα σ' Ἀνατολὴ καὶ Δύση κι ἀνάμεσα σὲ Βορρᾶ καὶ Νότο, μὲ τεράστια ἐμπορικὴ καὶ στρατιωτικὴ σημασία λόγω τῆς γεωγραφικῆς της θέσης, καὶ προικισμένη γενναιόδωρα ἀπὸ τὴ φύση, δὲν τῆς ἔλειψαν ποτὲ οἱ ἐπίδοξοι μνηστῆρες κι οἱ κατακτητές. Ὁ χαλκός της, ποὺ πῆρε ἀπ' αὐτὴν τὸ Λατινικὸ ὄνομά τoυ (aes Cyprium καὶ cuprum), καὶ τὰ ἄλλα μέταλλά της, μαζὶ μὲ τὰ φυτὰ καὶ τὰ ἄνθη της τὰ ποικίλα (πρῶτες ὕλες γιὰ ὀνομαστὰ μεταλλικὰ καὶ ἄλλα φάρμακα, μὰ καὶ γι' ἀρώματα), ὅπως καὶ τὰ πλούσια στὴν ἀρχαιότητα δάση της μὲ τὴν πολύτιμη γιὰ τὴν κατασκευὴ πλοίων ξυλεία τους, καθιστοῦσαν τὸ νησὶ ἀκόμα πιὸ περιζήτητο στοὺς ξένους ἀφ' ἑνός, καὶ ἀφ' ἑτέρου πρόσφεραν στοὺς κατοίκους μακρὲς περιόδους εὐημερίας. Πηγὴ αἴγλης –καὶ πλούτου– γιὰ τὴν Κύπρο σημαντικὴ στὴν ἀρχαιότητα ἦταν ἡ λατρεία τῆς Κύπριδας, μὲ τὸ εὐρύτατα ὀνομαστὸ –ἤδη στὸν Ὅμηρο– ἱερό της στὴν Πάφο, μὰ κι οἱ ἐνθουσιώδεις ἀναφορὲς διακεκριμένων ἀνδρῶν ποὺ βρέθηκαν κατὰ καιροὺς στὸ νησὶ τῆς Ἀφροδίτης, μὲ πιὸ χαρακτηριστικὸ στὴν προκείμενη περίπτωση τὸ παράδειγμα τοῦ Γαληνοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ πηγὴ πολύτιμη γιὰ τὰ μέταλλα τῆς Κύπρου καὶ τὴν ἰατρικὴ ἐν γένει στὸ νησὶ κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους.
   Ἡ Ἱστορία τῆς Ἰατρικῆς στὴν Ἀρχαία Κύπρο δὲν παραλλάσσει σὲ γενικὲς γραμμὲς ἀπὸ τὴν ἀντίστοιχη Ἱστορία ἄλλων περιοχῶν. Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ εὐρύτατο κεφάλαιο τῆς στενότατης σχέσεως μὲ τὴ λατρεία (ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ μαγεία, τὴ μαντική, τὸν μυστικισμὸ καὶ τὴ θαυματοποιία, τὸν ἀθλητισμό, κ.τ.τ.), κυρίως ὅσα ἀναφέρονται στὸν Ἀσκληπιὸ καὶ τὴν Ὑγεία καὶ τὶς λοιπὲς θεότητες μὲ δύναμη θεραπευτική. Γιὰ τὴ λατρεία στὴν Κύπρο τῆς Ἀφροδίτης καὶ –κατὰ δεύτερο λόγο– τοῦ Ἀπόλλωνα ἔχουν γραφεῖ πάμπολλα· λίαν ἀξιοσημείωτα εἶναι τὰ ποικίλα ἀναθήματα στὶς θεότητες αὐτές, μὲ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὲς περιπτώσεις: (α´) τὴν ἀναθηματικὴ ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὸ Κίτιο τοῦ τέλους τοῦ 1ου αἰ. π.Χ. (ποὺ βρέθηκε κοντὰ στὴ Δρομολαξιὰ τὸ 1954) σὲ βάση ἀγάλματος τῆς συζύγου τοῦ δεύτερου ἱδρυτῆ τοῦ ἱεροῦ καὶ ἀρχιερέα τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τῆς Ὑγείας, καὶ τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ τέλους τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν Παλαίπαφο κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἀμμώνιος ἀφιερώνει στὴν Παφία Ἀφροδίτη ἄγαλμα τοῦ Νικία τοῦ γιοῦ τοῦ Νικία, ἱερέα τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τῆς Ὑγείας στὸ νησί· (β´) τὴν ἀφιέρωση ἀγάλματος τοῦ Ὕπνου, ποὺ ἀλλοῦ ἐμφανίζεται ὡς θεότητα συνδεόμενη μὲ τὸν Ἀσκληπιὸ καὶ τὴν Ὑγεία (IG II2 4467) καὶ ὡς Παφίης Θαλαμηπόλος (Νόννου Διον. 48.472), στὴν Ἀφροδίτη (Ἀφροδίτη Ὀρεία ἐδῶ, ἀλλοῦ καὶ Ἰατρίνη)· (γ´) τὸ ἀφιέρωμα τοῦ Κλαυδιανοῦ Θυλλικοῦ στὸν Ἀπόλλωνα Ὑλάτη, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ὁποίου ξεπέρασε τὸ πρόβλημα ὑγείας ποὺ ἀντιμετώπιζε (IKour 125, τοῦ τέλους τοῦ 2ου ἢ τῶν ἀρχῶν τοῦ 3ου αἰ. μ.Χ.: Ἀπόλλωνι Ὑλάτηι | Κλαυδιανὸς Θυλλικοῦ, | νοσήσας καὶ τῆ τοῦ | θεοῦ προνοία τε καὶ ἀρε|τῆ διασωθείς, εὐξάμενος | ἀνέθηκεν)· ὁ πατέρας τοῦ Ἀσκληπιοῦ Ἀπόλλων ἐμφανίζεται ἔτσι προφανῶς καὶ ὡς θεραπευτής, ὅπως παλιά· καὶ τὸ μοναδικὸ Θυλλικοῦ φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ στὸ τοῦ Ἡσυχίου [θ 854] θύλλα· κλάδους, ἢ φύλλα. ἢ ἑορτὴ Ἀφροδίτης, ἴσως δὲ καὶ στὸ θεϊκὸ ἐπίθετο Θυλλοφόρος, στὴν Κῶ τοῦ 1ου ἢ τοῦ 2ου αἰ. π.Χ. (κατὰ τὸν Mitford)· κι ἂν μποροῦσε νὰ ἀποδειχθεῖ πὼς τὸ Θυλλοφόρος (τοῦ Διόνυσου) συνδέθηκε στὸ Κούριο καὶ μὲ τὸν Ἀπόλλωνα Ὑλάτη, θὰ πρόβαλλε ἔντονη ἡ εἰκόνα ἑνὸς προσωνυμίου Θυλλικὸς ποὺ δόθηκε στὸν φέροντα –ἀντὶ τοῦ πατρωνύμου– μετὰ ἀπὸ ἀσθένεια καὶ διάσωσή του μὲ τὴ βοήθεια τοῦ θεοῦ. Οὕτως ἢ ἄλλως, ὅμως, προβάλλει εὔλογη ἡ σύνδεση τῆς λατρείας τῆς Ἀφροδίτης καὶ τοῦ Ἀπόλλωνα (καὶ δὴ τοῦ Ὑλάτη) μεταξύ τους καὶ μὲ τὸν Ἀσκληπιὸ καὶ τὴν Ὑγεία, καὶ μὲ τὴν ἰατρικὴ ἐν γένει.
   Σημαντικὴ εἶναι ἡ συμβολὴ τῶν Κυπρίων φιλοσόφων στὰ πρῶτα στάδια τοῦ προβληματισμοῦ γιὰ τὸ θεωρητικὸ μέρος τῆς Ἰατρικῆς, κυρίως δὲ τοῦ Ζήνωνος τοῦ Κιτιέως (μὲ ἔργα ὅπως τὰ Περὶ ὁρμῆς ἢ περὶ ἀνθρώπου φύσεως, Περὶ οὐσίας, Περὶ παθῶν, Περὶ ὄψεως, καὶ μὲ χαρακτηριστικοὺς ὁρισμοὺς ὅπως αὐτὸς γιὰ τὸ ἀνθρώπινο σπέρμα) καὶ τοῦ Κλεάρχου τοῦ Σολέως (ἰδιαίτερα στὰ ἔργα του Περὶ τῶν σκελετῶν, Περὶ τοῦ πανικοῦ, Περὶ θινῶν, Περὶ τῶν ἐνύδρων, Περὶ νάρκης) .
   Δὲν εἶναι λίγοι, σὲ σύγκριση μὲ πολλὲς ἄλλες Ἑλληνικὲς γωνιές, οἱ ἀρχαῖοι Κύπριοι ἰατροὶ ποὺ κατάφεραν νὰ σπάσουν τὸ φράγμα τῆς ἀνωνυμίας. Δὲν λείπουν καὶ οἱ μνεῖες ἀνώνυμων ἰατρῶν, ὅπως αὐτὸς ποὺ συνάντησε ὁ Γαληνὸς στὸ νησὶ νὰ ἐπιπάσσει λάδανον –πρόσφατον ἔτι καὶ μαλακὸν ὑπάρχον– σὲ δυσεπούλωτα ἕλκη (εἰ δὲ καὶ βραχὺ σκληρυνθείη, κατὰ μυρσίνου τὴν μάλαξιν ἐποιεῖτο, μὴ παρόντος δὲ μυρσίνου, μετὰ κυπρίνου ἢ ῥοδίνου ἐλαίου)· ὅπως ὁ Κύπριος ποὺ κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Παυσανία ἤξερε νὰ διαλέγει φυτὰ κατάλληλα γιὰ τὴ θεραπεία ἀνθρώπων, κι ἔλεγε ὅτι τὸ φυτὸ ἔβενος δὲν βγάζει φύλλα οὔτε παράγει κανένα καρπὸ οὔτε τὸ βλέπει καθόλου ὁ ἥλιος, ἀλλ' ἀποτελεῖται μόνο ἀπὸ ρίζες ὑπόγειες (τὶς ὁποῖες βγάζουν οἱ Αἰθίοπες, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ὑπάρχουν ἄντρες ποὺ ξέρουν νὰ τὶς βρίσκουν)· κι ὅπως ὁ ἰατρὸς καὶ ὁ ἀρχιατρὸς ποὺ μνημονεύονται σὲ ἐπιτύμβιες στῆλες ποὺ φύλαξε στοργικὰ ἡ γῆ τῆς Ἀμαθοῦντος.

   Ὁ πιὸ διάσημος ἀρχαῖος Κύπριος ἰατρὸς εἶναι ὁ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ Ο ΚΙΤΙΕΥΣ, μαθητὴς τοῦ ἐμπειρικοῦ ἰατροῦ Ζωπύρου καὶ συμμαθητὴς τοῦ Ποσειδωνίου, συγγραφέας σὺν τοῖς ἄλλοις ἑνὸς ἀξιόλογου ὑπομνήματος στὸ Περὶ ἄρθρων ἔργο τοῦ Ἱπποκράτη, τῆς Περὶ ἄρθρων πραγματείας, ἡ ὁποία ἔχει σωθεῖ ὁλόκληρη σ' ἕνα χειρόγραφο τοῦ 10ου πιθανῶς αἰ. μ.Χ., κατ' ἀντίθεση μὲ τὴν τύχη ὅλων τῶν ἰατρικοῦ περιεχομένου ἔργων τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου ἀλλὰ καὶ τῶν πλείστων ἔργων τῆς ὅλης Ἀρχαίας Κυπριακῆς Γραμματείας ποὺ ἔχουν χαθεῖ (ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ ἔργα τοῦ ἴδιου τοῦ Κιτιέα ἰατροῦ) ἢ σώζονται ἀποσπασματικά (συμπεριλαμβανομένου δυστυχῶς τοῦ ἔργου τοῦ Ζήνωνα τοῦ Κιτιέα τοῦ ἱδρυτῆ τῆς Στωικῆς φιλοσοφίας). Τὸ ὑπόμνημα γράφτηκε κατ' ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Κύπρου Πτολεμαίου (80-58 π.Χ.), ἀδελφοῦ τοῦ Πτολεμαίου ΙΒ´ τοῦ Αὐλητῆ, καὶ ἀπευθύνεται σ' αὐτόν, γεγονὸς ποὺ δίνει μιὰν ἀσφαλῆ –ἂν καὶ ὄχι ἀκριβῆ– χρονολογικὴ βάση γιὰ τὸν Ἀπολλώνιο (τὸ α´ ἥμισυ τοῦ 1ου αἰ. π.Χ., ὡς τὴν περίοδο ἀκμῆς του). Γιὰ νὰ καταστοῦν πάνυ εὐπαρακολούθητα τὰ λόγια τοῦ Ἱππο­κράτη, τὰ σχόλια τοῦ Ἀπολλώνιου στὰ παρατιθέμενα ἀποσπάσματα ἐνισχύονται μὲ τριάντα ἐντυπω­σιακὲς ἀπεικονίσεις διάφορων τρόπων ἀνάταξης ἐξαρθρωμένων μελῶν τοῦ ἀνθρώπινου σώματος (διὰ ζωγραφίας ἢ ζωγραφικῆς σκιαγραφίας ἢ δι' ὑποδειγμάτων)· μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἀναφερόμενους τρόπους ἀρθρεμβόλησης ἐφάρμοσε ὁ ἴδιος, ὅπως γράφει στὴν ἀρχὴ τῆς πραγματείας του, καὶ μερικοὺς παρακολούθησε κατὰ τὴν παραμονή του στὴν Ἀλεξάνδρεια κοντὰ στὸν Ζώπυρο, ὁ ὁποῖος τόσο στὰ κατάγματα ὅσο καὶ στὴν πρακτικὴ τῶν ἐξαρθρώσεων θεράπευε κατὰ τὸ πλεῖστον ἀκολουθώντας κατὰ γράμμα τὸν Ἱπποκράτη (κι αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ ἐπιβεβαιώσει ὁ Ποσειδώνιος, ποὺ μαθήτευσε κοντὰ στον ἴδιο γιατρό).
   Ἡ Περὶ ἄρθρων πραγματεία, μολονότι ἀξιόλογη, δὲν φαίνεται νὰ ἦταν τὸ σπουδαιότερο ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ περιφανοῦς Κιτιέα ἰατροῦ. Οἱ ἀποσπασματικὲς πληροφορίες γι' αὐτὸν καὶ ἡ βεβαιωμένη ὕπαρξη ὁμώνυμων ἰατρῶν σύγχρονων ἢ τῆς ἴδιας περίπου ἐποχῆς, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς συχνὲς ἀναφορὲς χωρὶς δήλωση τοῦ τόπου καταγωγῆς καὶ χωρὶς ἐπαρκῆ στοιχεῖα γιὰ ἀσφαλῆ διάκριση, δὲν ἐπιτρέπουν τὸν σχηματισμὸ ὁλοκληρωμένης εἰκόνας γιὰ τὸ σύνολο τοῦ ἔργου του. Ὁ Γαληνὸς στὸ Περὶ διαγνώσεως σφυγμῶν ἔργο του μὲ τὸ Ἀπολλώνιος ἀναφέρεται κατὰ πᾶσαν πιθανότητα στὸν Ἡρο­φίλειο ἰατρὸ Ἀπολλώνιον τὸν Μῦν, τοῦ ὁποίου ἡ ταύτιση μὲ τὸν ὁμώνυμο Κιτιέα φαίνεται νὰ ἀποκλεί­εται· πολὺ δύσκολα μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ὁ Κέλσος στὸ De medicina (Περὶ ἰατρικῆς), μιλώντας γιὰ ὅσους καταπιάστηκαν μὲ τὴ χειρουργική, συμπεριλαμβάνει τὸν Κύπριο ἰατρό (στὸ Apollonii duo)· μιλώντας γιὰ εὐπόριστον φάρμακο γιὰ τὴν ἐπιληψία ὁ Ἀλέξανδρος ὁ Τραλλιανὸς στὰ Θεραπευτικά του πιὸ πιθανὸ εἶναι νὰ ὑπονοεῖ τὸν Ἀπολλώνιο τὸν Ἡροφίλειο, συγγραφέα ἔργου Εὐπόριστα, ἀλλ' ὁ Ἀπολλώνιος ὁ Κιτιεύς, γράφοντας περὶ ἐπιληπτικῶν, οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ εἰσηγήθηκε καὶ σχετικὸ φάρμακο. Πολλὰ ἄλλα χωρία εἶναι ἀκόμα περισσότερο προβληματικά. Ὁ Ἐρωτιανὸς ὅμως ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια τὸν 1ον αἰ. μ.Χ. καὶ ὁ Καίλιος Αὐρηλιανὸς ἀπὸ τὴ Sicca τῆς βόρειας Ἀφρικῆς τὸν 5ον αἰ. μ.Χ. (σὲ διαφορετικὲς ἐποχὲς καὶ τόπους), μνημονεύουν ρητὰ δύο προφανῶς λίαν ἀξιόλογα καὶ ὀνομαστὰ συγγράμματά του (Ἀπολλωνίου τοῦ Κιτιέως): Ὁ πρῶτος, ποὺ στὸ λῆμμα ἄμβη τοῦ ἔργου του Τῶν παρ' Ἱπποκράτει λέξεων συναγωγή δίνει καὶ τὴ σχετικὴ ἑρμηνεία τοῦ Κιτιέα ἰατροῦ –μὲ ἀναφορὰ στὴν Περὶ ἄρθρων πραγματεία του– ὡς σιγμοειδῆ ἐκκοπήν (δηλαδὴ τομὴ σὲ σχῆμα ἀρχαίου σίγμα, ἡμικυκλική), στὴν εἰσαγωγή του, ἀναφερόμενος στοὺς λογίους ἰατροὺς καὶ γραμματικοὺς ποὺ κατα­πιάστηκαν μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν λέξεων τοῦ –Ὁμηρικοῦ στὴν ἔκφραση καὶ συχνὰ δυσνόητου– πατέρα τῆς Ἰατρικῆς, μνημονεύει καὶ τὸν Ἀπολλώνιο, ποὺ σὲ δεκαοκτὼ βιβλία ἄσκησε ἀναλυτικὴ κριτικὴ στὰ τρία βιβλία τοῦ Ἡρακλείδη τοῦ Ταραντίνου Πρὸς Βακχεῖον (Ἀπολλωνίου τε τοῦ Κιτιέως ὀκτωκαίδεκα πρὸς τὰ τοῦ Ταραντίνου τρία πρὸς Βακχεῖον διαγράψαντος, ἀσκώντας ἔτσι κριτικὴ καὶ στοὺς δύο αὐτοὺς σχολιαστὲς τῆς Ἱπποκρατικῆς φρασεολογίας)· ἀπὸ τὸ ἔργο αὐτὸ ἀντλεῖ προφανῶς ὁ Ἐρωτιανὸς τὸν ὁρισμὸ τοῦ Ἀπολλώνιου γιὰ τὴν κλαγγώδη φωνή: τὴν μετ' ἐγκοπῆς καὶ ἀνωμαλίας, ἔτι δὲ ἀσαφείας, ὁποία μάλιστα συμβαίνει τοῖς μεθύουσι. Ὁ δεύτερος, ὁ Καίλιος Αὐρηλιανός, στὰ ἔργα του Tardae passiones καὶ Celeres passiones (Χρόνιαι δηλαδὴ καὶ Ὀξεῖαι παθήσεις), ἀναφέρεται τετράκις στὸ ἔργο τοῦ Ἀπολλώνιου τοῦ Κιτιέα Curationes (Θεραπεῖαι), κυρίως στὰ Περὶ ἐπιληπτικῶν (De epilepticis).
   Ὁ ΣΥΕΝΝΕΣΙΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ μνημονεύεται ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη (384-322 π.Χ.) γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ φύση τοῦ αἵματος καὶ τῶν αἱμοφόρων ἀγγείων –προφανῶς ὡς ὁ πρῶτος ποὺ ἀσχολήθηκε σοβαρὰ μὲ τὸ θέμα– στὸ Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι ἔργο του, μὲ πιθανὴ πηγὴ τὸ Περὶ ὀστέων φύσιος ἢ / καὶ τὸ Περὶ φύσιος ἀνθρώπου τῆς Ἱπποκρατικῆς συλλογῆς· ἀναφέρεται ἐπίσης στὸ Yppocratis genus, vita, dogma ὡς μαθητὴς τοῦ μεγάλου Κώου ἰατροῦ (460 [;]-365 π.Χ. περίπου), πιθανῶς στὴν Κῶ (πρὶν ἀπὸ τὸ 420 π.Χ.). Μὲ τὰ δεδομένα αὐτά, καὶ τὸ ὅτι –σύμφωνα καὶ μὲ ὅσα γράφει ὁ Ἀριστοτέλης– εἶναι πιθανῶς λίγο μεγα­λύτερος ἀπὸ τὸν Διογένη τὸν Ἀπολλωνιάτη (ποὺ φαίνεται νὰ εἶναι λίγο νεώτερος ἀπὸ τὸν Ἀναξαγόρα [περίπου 500-428 π.Χ.] καὶ νὰ ἀκμάζει περὶ τὸ 435 π.Χ.), προβάλλει εὔλογη ἡ τοποθέτηση τοῦ Κύπριου ἰατροῦ στὸν 5ον αἰ. π.Χ., ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπόθεση ὅτι σ' αὐτὸν ὀφείλει ὁ Ἱπποκράτης τὶς γνώσεις του γιὰ Κυπριακὲς φαρμακευτικὲς ὕλες.
   Ὁ ΠΑΙΩΝ Ο ΑΜΑΘΟΥΣΙΟΣ εἶναι μιὰ ἀξιόλογη ἀλλὰ προβληματικὴ περίπτωση. Ἡ ἰδιότητά του δὲν μαρτυρεῖται ἀπὸ τὶς πηγές. Κατὰ τὸν Πλούταρχο ὁ Παίων ὁ Ἀμαθούσιος διηγοῦνταν μιὰν ἰδιάζουσα ἱστορία γιὰ τὸν Θησέα καὶ τὴν Ἀριάδνη, τὸ ἔθιμο τῆς ἀρρενολοχείας καὶ τὸ ἄλσος Ἀριάδνης Ἀφροδίτης στὴν Ἀμαθοῦντα, κατὰ δὲ τὸν Ἡσύχιο (σ.λ. Ἀφρόδιτος) ὁ τὰ περὶ Ἀμαθοῦντα γεγραφὼς Παίων εἰς ἄνδρα τὴν θεὸν ἐσχηματίσθαι ἐν Κύπρωι λέγει. Κατ' ἄλλες ἀρχαῖες πηγὲς ὁ Κρέων στὸ πρῶτο βιβλίο τῶν Κυπριακῶν του (ἢ τῶν Ῥητορικῶν του) ἔγραφε πὼς κορδύλη (λέξη ποὺ φέρνει στὸν νοῦ τὸ «κουρτούλλιν» τῆς νεώτερης Κυπριακῆς διαλέκτου) ἀποκαλοῦνταν ἀπὸ τοὺς Κυπρίους τὸ περιτύλιγμα τῆς κεφαλῆς (σὰν κι αὐτὸ στὴν παράσταση τοῦ 11ου αἰ. π.Χ. ποὺ βρίσκεται στὸ Κυπριακὸ Μουσεῖο). Νὰ πρόκειται γιὰ τὸν ἴδιο Ἀμαθούσιο συγγραφέα, τοῦ ὁποίου τὸ Κρέων ἦταν τὸ πραγματικὸ ὄνομα καὶ τὸ Παίων παρωνύμιο ὀφειλόμενο εἴτε στὴν ἰατρική του ἰδιότητα εἴτε ἁπλῶς στὴν περιβόητη διήγησή του γιὰ τὴν ἔγκυο Ἀριάδνη καὶ τὸ ἔθιμο τῆς ἀρρενολοχείας, εἶναι μιὰ εὔλογη καὶ ἑλκυστικὴ ὑπόθεση (μὴ ἀποκλειόμενη οὔτε ἀπὸ τὰ χρονολογικὰ οὔτε ἀπὸ τὰ λοιπὰ δεδομένα)· σὲ κάθε περίπτωση, ὅμως, ἐπιβάλλονται ἔντονες ἐπιφυλάξεις.
   Ὁ ΔΙΑΓΟΡΑΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ, κατὰ τὸν Ἐρωτιανό, ἔγραφε ὅτι ὁ Ἱπποκράτης ἀπο­καλοῦσε περόνας τὰ προαιρετικὰ νεῦρα· κατὰ τὸν Πλίνιο, ποὺ τὸν μνημονεύει συχνά, ἔγραφε σὺν τοῖς ἄλλοις γιὰ τὴ μαύρη παπαρούνα καὶ τὸ ὄπιο, τοῦ ὁποίου –μαζὶ μὲ τὸν Ἐρασίστρατον– καταδίκαζε ὁλοσχερῶς τὴ χρήση (θεωρώντας το θανατηφόρο) καὶ ἀπαγόρευε τὴν ἐνστάλαξη ἐπειδὴ βλάπτει τὴν ὅραση, κατὰ δὲ τὸν Διοσκουρίδη ἔλεγε ὅτι ὁ Ἐρασίστρατος ἀποδοκίμαζε τὴ χρήση του γιὰ τὴ θεραπεία ὠταλγίας καὶ ὀφθαλμαλγιῶν ἐπειδὴ προκαλεῖ ἐξασθένιση τῆς ὅρασης καὶ νάρκωση. Τὰ δεδομένα ὁδηγοῦν σὲ χρονολόγησή του στὸν 3ον αἰ. π.Χ., μὲ πιθανὸ term. a. quem τὸ 214 π.Χ. (ὅταν πεθαίνει ὁ πιθανῶς νεώτερός του Ἀνδρέας). Περίφημο ἦταν τὸ κολλύριον διάρροδον τὸ Διαγόρου τὸ μέγα καλούμενον. Ἕνας δὲ ἐντυπωσιακὸς δακτυλιόλιθος ἀπὸ τὸ Κίτιο μὲ παράσταση Μέδουσας καὶ τὴν ἐπιγραφὴ Διαγόρου δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀνῆκε σ' αὐτόν.
Ὁ ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ Ο ΚΙΤΙΕΥΣ ἔχει ἐπίσης ἀπαθανατιστεῖ ἀπὸ τὸν Πλίνιο, ποὺ τὸν μνημονεύει μὲ τὸ Citiensis στὶς πηγὲς τῶν βιβλίων 20-27 καὶ στὸ βιβλίο 20 (κεφ. 25-26, μὲ τὴν πληροφορία ὅτι ὡς ἀντίδοτο στὴ δηλητηρίαση ἀπὸ κόλλα τοῦ ἰξοῦ συνιστοῦσε σπόρο ραπανιοῦ τριμμένο σὲ νερό), ἴσως καὶ στὶς πηγὲς τῶν βιβλίων 11-13 καὶ 33-35 (καὶ τὰ σχετικὰ κεφάλαια), ὅπου ὁ λόγος γιὰ Ἀπολλόδωρο (χωρὶς τὸ Citiensis) ποὺ ἔγραψε Περὶ θηρίων ἰοβόλων, Περὶ μύρων, καὶ γιὰ μεταλλικὰ φάρμακα. Ἀντίδοτα Ἀπολ­λοδώρου (τὸ πρῶτο γιὰ κάθε θηρίου πληγὴ καὶ τοὺς πιὸ σφοδροὺς πόνους καὶ τὰ πνιξίματα τῆς μήτρας) μνημονεύει καὶ ὁ Γαληνός, ἐνῶ στὸν Ἀθήναιο ἀναφέρεται Ἀπολλόδωρος ποὺ ἔγραψε Περὶ θηρίων καὶ Ἀπολλόδωρος ποὺ ἔγραψε Περὶ μύρων καὶ στεφάνων (ἐπιτείνοντας τὸν σχετικὸ προβλημα­τισμὸ γιὰ τὸ ποιός ἀπὸ τοὺς ὁμώνυμους ἰατροὺς-συγγραφεῖς ὑπονοεῖται σὲ κάθε περίπτωση). Ἡ κατηγορηματικὴ θέση τοῦ M. Wellmann ὅτι ὅλες οἱ κοινὲς στοὺς Διοσκουρίδη, Νίκανδρο καὶ Πλίνιο ἰολογικὲς παρατηρήσεις ἀνάγονται στὸν Ἀπολλόδωρο τὸν Ἰολόγο (τοῦ 3ου αἰ. π.Χ.) δὲν φαίνεται βέβαιη. Ἡ ὅλη εἰκόνα δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐξαγωγὴ χρονολογικοῦ συμπεράσματος πέραν τοῦ ὅτι ὁ Πλίνιος ἀποτελεῖ τὸν μόνο ἀσφαλῆ term. a. quem γιὰ τὸν Κιτιέα Ἀπολλόδωρο καὶ τὸν ὁμώνυμο –καὶ πιθανῶς σύγχρονό του– Ταραντῖνον ἰατρό· ἡ δὲ δυνατότητα προσδιορισμοῦ term. p. quem –κατὰ προσέγγιση ἔστω– εἶναι μηδαμινή.
   Ὁ ΑΠΟΛΛΩΝΙΔΗΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ, ὡς μαθητὴς –κατὰ τὸν Γαληνὸ– τοῦ Ὀλυμπικοῦ (ποὺ ἀκμάζει περὶ τὸ 100 μ.Χ.) καὶ διδάσκαλος τοῦ Μεθοδικοῦ ἰατροῦ Ἰουλιανοῦ (ποὺ ὄντας λίγο μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν Γαληνό ἀκμάζει ἤδη τὴ δεκαετία τοῦ 250-60 μ.Χ., ὅταν ὁ τελευταῖος σπουδάζει στὴν Ἀλεξάνδρεια), φαίνεται νὰ ἀκμάζει περὶ τὰ τέλη τῆς α´ εἰκοσιπενταετίας τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ., γεγονὸς ποὺ καθιστᾶ εὔλογη –ἂν καὶ ἀβέβαιη– τὴν ὑπόθεση ταύτισης τοῦ Κύπριου ἰατροῦ μὲ τὸν ὁμώνυμο χειρουργὸ τοῦ Ἀρτεμίδωρου τοῦ Ὀνειροκριτικοῦ καὶ δὲν ἀποκλείει –μολονότι ἐλάχιστα πιθανή, γιὰ ἄλλους λόγους– τὴν ταύτιση μὲ τὸν Ἀπολλωνίδη ποὺ ἀναφέρει ὁ Fronto. Ὁ Γαληνὸς στὸ Περὶ σφυγμῶν αἰτίων ἔργο του μνημονεύει τὴν ἄποψη τοῦ Ἀπολλωνίδη ὅτι οἱ σφυγμοὶ κατὰ τὸν ὕπνο φαίνονται κενώτατοι.
   Λίαν ὀνομαστὸς κατέστη –ὅσο ζοῦσε καὶ μετὰ θάνατον– ὁ ΖΗΝΩΝ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ. Ἡ λακωνικὴ βιογραφία, μὲ τὴν ὁποία ὁ Εὐνάπιος –στὸ Βίοι φιλοσόφων καὶ σοφιστῶν– ἀνοίγει τὴ σύντομη παρέκβασή του γιὰ ἰατροὺς μὲ ἰδιαίτερη ἐξάσκηση στὸ λέγειν ποὺ ἄκμασαν τὸν 4ον αἰ. μ.Χ., ἀποτελεῖ ἕναν ἀληθινὸ ὕμνο γιὰ τὸν Ζήνωνα τὸν Κύπριον, ποὺ ἐξασκημένος λέγειν τε καὶ ποιεῖν ἰατρικήν (στ. 5-6) διδασκαλίαν τε πολυύμνητον συστησάμενος (στ. 2-3) ἔτυχε ὀνομαστῶν ὁμιλητῶν (στ. 6), ὅπως ὁ Μάγνος, ὁ πολὺς Ὀρειβάσιος καὶ ὁ Ἰωνικός (ποὺ Ζήνωνος ἀκροατὴς γενόμενος εἰς ἄκρον τε ἐπιτυχίας ἐξίκετο καὶ Ὀριβάσιός γε αὐτοῦ θαυμαστὴς ἐτύγχανεν)· τὸ ἐγκώμιο τοῦ Ζήνωνος πλέκει ἐπίσης ὁ Ἰουλιανὸς ὁ αὐτοκράτωρ, μὲ λόγια (γράφοντας σ' αὐτόν: Ζήνωνι ἀρχιητρῶι) καὶ μὲ ἔργα (ἀποκαθιστώντας τον στὴν Ἀλεξάνδρεια), ὁ δὲ Λιβάνιος (γράφοντάς του κι αὐτός) φαίνεται νὰ τὸν ἐκτιμᾶ ἐπίσης ἰδιαίτερα. Πότε ἀκριβῶς γεννήθηκε καὶ πότε πέθανε ὁ Ζήνων ὁ Κύπριος δὲν γνωρίζουμε. Term. a. quem γιὰ τὸν θάνατό του φαίνεται νὰ εἶναι τὸ ἔτος 366 μ.Χ. καὶ term. p. quem τὸ 361/362 μ.Χ. Ἡ ἀκμή του φαίνεται νὰ μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ κατὰ προσέγγιση στοὺς χρόνους περὶ τὸ 340-350 (πιθανῶς μέχρι τὸ 360, ὅταν ἐξορίζεται ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια), ἀφοῦ ἀπὸ τὴ μιὰ ἐπέβαλε τοῖς χρόνοις Ἰουλιανῶι τῶι σοφιστῆι (ἔζησε δηλαδὴ ἕνα μέρος τῆς ζωῆς του στὰ χρόνια τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ σοφιστῆ, ὄντας ἐν μέρει σύγχρονος τοῦ Ἰουλιανοῦ ἀλλὰ νεώτερός του), κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ διάδοχοί του ἀκμάζουν κατὰ τοὺς Προαιρεσίου χρόνους (ὁ Μάγνος, λ.χ., ἐμφανίζεται νὰ διδάσκει ἰατρικὴ στὴν Αἴγυπτο τὸ 364 καὶ νὰ ζεῖ τουλάχιστο μέχρι τὸ 388), ὁ δὲ Ὀρειβάσιος, γεννημένος τὸ 325, προϊὼν εἰς ἡλικίαν ἀκροατής τε ἐγένετο τοῦ μεγάλου Ζήνωνος καὶ Μάγνου συμφοιτητής. Ἡ γέννησή του, ἂν δὲν πέθανε ὑπερήλικας (ὅπως ὁ Προαιρέσιος) ἢ πολὺ μικρότερος (μετὰ τὴν ταλαιπωρία τῆς δυσβάστακτης ἐξορίας), μπορεῖ νὰ τοποθετηθεῖ περὶ τὸ 290-300 μ.Χ..
   Ὁ ἀρχαιότερος ἀπὸ τοὺς ἐπωνύμους Κυπρίους ἰατρούς, ἐξ ὅσων ὣς τώρα γνωρίζουμε, εἶναι ὁ ΟΝΑΣΙΛΟΣ ΟΝΑΣΙΚΥΠΡΟΥ, ποὺ ἔχει ἀπαθανατιστεῖ στὴ γνωστὴ συλλαβικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ Ἰδαλίου (τοῦ 478-470 πιθανῶς π.Χ.), γιατί, ὅταν οἱ Πέρσες καὶ οἱ Κιτιεῖς Φοίνικες πολιορκοῦσαν τὸ Ἰδάλιο, ὁ βασιλιὰς Στασίκυπρος καὶ ἡ πόλη τὸν πρότρεψαν νὰ ἀναλάβει μαζὶ μὲ τοὺς ἀδελφούς του τὴ θεραπεία τῶν τραυματισμένων στὴ μάχη χωρὶς πληρωμὴ ἀπ' αὐτούς, καὶ συμφώνησαν νὰ τοὺς δώσει μισθὸ καὶ φιλοδώρημα ἡ πόλη («καὶ τὶς γαῖες καὶ τὰ περβόλια ποὺ παραχωροῦνται στοῦ Ὀνασίκυπρου τὰ παιδιὰ νὰ τὰ ἔχουν τὰ παιδιὰ καὶ τῶν παιδιῶν τους τὰ παιδιὰ ἐσαεί, ὅσα στὴν περιοχὴ τοῦ Ἰδαλίου θά 'ναι»).
   Ὁ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΗΣ ΠΝΥΤΑΓΟΡΟΥ μνημονεύεται σὲ ἕνα ἐπιτύμβιο ἐλεγειακὸ δίστιχο χαραγμένο σὲ μαρμάρινη στήλη ἀετώματος, χρονολογούμενη στὸν 4ον αἰ. π.Χ., ἡ ὁποία βρίσκεται στὸ Ἐπιγραφικὸ Μουσεῖο τῶν Ἀθηνῶν καὶ προέρχεται πιθανῶς ἀπὸ τὴν Ἀττική: «Γιατρὸς γιὰ κάθε ἀρρώστεια μέσα στοὺς θνητοὺς ὁ πιὸ γερὸς ἀπ' ὅλους | ἐδωδὰ τοῦ Πνυταγόρα κεῖται ὁ γιὸς ὁ Ἀριστοκράτης»). Ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ δεδομένα φαίνεται νὰ εἰσηγοῦνται ἕνα μέλος τῆς γνωστῆς βασιλικῆς οἰκογένειας τῶν Τευκριδῶν τῆς Κυπριακῆς Σαλαμίνας. Ἄκρως ἀβέβαιη ὅμως παραμένει ἡ ταύτιση τοῦ Ἀριστοκράτους Πνυταγόρου μὲ τὸν Ἀριστοκράτη ἢ / καὶ τὸν Ἀριστοκράτη τὸν γραμματικὸν ποὺ μνημονεύει ὁ Γαληνὸς στὸ Περὶ συνθέσεως φαρμάκων κατὰ τόπους γιὰ δύο διαδοχικὲς συνταγές (μυλική [:δηλαδὴ γιὰ ὀδονταλγίες] / Πρὸς ἀλγήματα ὀδόντων καὶ οὔλων καὶ πολλά), χωρὶς κανένα προσδιορισμὸ καταγωγῆς. Ἄλλος Ἀριστοκράτης ἰατρός, μολονότι τὸ ὄνομα ἐμφανίζεται συχνότατα τόσο στὴν Κύπρο ὅσο καὶ ἀλλοῦ, δὲν μνημονεύεται (τὸ Ἀριστοκράτει στὸν Ἱπποκράτη [Ἐπιδημιῶν 7.1.44] δὲν ἀναφέρεται σὲ ἰατρὸ ἀλλὰ σὲ ἀσθενῆ).
   Ὁ ΦΑΙΤΑΣ ΔΑΜΑΣΣΑΓΟΡΑ εἶναι μιὰ ἄλλη ἐνδιαφέρουσα περίπτωση. Τὸ ἐπίγραμμα γι' αὐτόν, τὸν πιὸ σοφὸ ἀπὸ τοὺς γιατρούς, βρέθηκε στὴν Παλαίπαφο χαραγμένο πάνω σὲ ξαναχρησιμοποιημένο γαλαζωπὸ μάρμαρο ποὺ φαίνεται νὰ ἀνῆκε στὴ βάση ἀγάλματος καὶ εἶναι φθαρμένο στὰ δύο πιὸ κρίσιμα σημεῖα του: ἐλαφρῶς στὸν στ. 2 μὲ τὸ ὄνομα τοῦ τιμώμενου ἰατροῦ καὶ περισσότερο στὸν στ. 3 μὲ τὸν τόπο καταγωγῆς του, γεγονὸς ποὺ ἔχει προκαλέσει πολλὰ προβλήματα στοὺς μελετητές. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ὅμως, πρόκειται γιὰ τὸν Τενέδιο ἰατρὸ Φαΐταν, ποὺ φαίνεται νὰ ἄσκησε τὸ λειτούργημά του καὶ στὴν Πάφο. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ἡ –ἑλκυστικὴ ἀλλ' ἀβέβαιη– κατακλεῖδα τοῦ Wilamowitz, ὅτι «Σὲ κάθε περίπτωση, ἕνας Ἀτρείδης πέθανε ὡς προσωπικὸς γιατρὸς ἑνὸς ἀπὸ τοὺς προκατόχους τοῦ Νικοκλῆ», τροποποιημένη ἴσως ὥστε νὰ συνδεθεῖ μὲ τὸν ἴδιο τὸν Νικοκλῆ, τὸν τελευταῖο τῶν Κινυραδῶν βασιλέων τῆς Πάφου· ἀλλὰ πιὸ πιθανὴ φαίνεται ἡ χρονολόγηση τῆς ἐπιγραφῆς στὰ τέλη τοῦ 4ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου αἰ. π.Χ., στὴν ταραγμένη περίοδο τῆς σύγκρουσης Δημήτριου καὶ Πτολεμαίου στὴν Κύπρο ἢ ἔστω στὴν ἀρχὴ τῆς Πτολεμαϊκῆς περιόδου, καὶ πιὸ εὔλογη ἡ σύγκριση μὲ τὶς πολλὲς ἀνάλογες περιπτώσεις μὴ Κυπρίων ποὺ ὑπηρετώντας στὴν Κύπρο πεθαίνουν καὶ θάπτονται στὸ νησί. Προβληματικὴ παραμένει ἡ ὑπόθεση ταύτισής του μὲ τὸν Φαείτα τοῦ Anonymi Londinensis, ποὺ ἀποδίδει τὶς ἀσθένειες εἴτε στὴν ἀποφορὰ τῶν μέσα μας ὑγρῶν εἴτε στὴν ἀφόδευση, καὶ τὸν Φαίτα τοῦ Ἀθήναιου, ποὺ μνημονεύεται γιὰ τὰ πλακουντοποιικὰ συγγράμματά του. Τοῦ Φαίτου αὐτοῦ ἡ περίπτωση μοιάζει νὰ ὁδηγεῖ –δειλὰ καὶ ἀβέβαια– σὲ ταύτισή του μὲ τὸν Τενέδιο ἰατρὸ Φαείταν τοῦ Anonymi Londinensis καὶ νὰ ἐνισχύει τὴν ὑπόθεση ταύτισης καὶ τῶν δύο μὲ τὸν Τενέδιο ἰατρὸ Φαΐταν τῆς Κυπριακῆς ἐπιγραφῆς.
   Ὁ ΝΟΥΜΗΝΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΟΛΕΥΣ ἔχει ἀπαθανατιστεῖ σὲ ἀναθηματικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ β´ πιθανῶς ἡμίσεος τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. ἡ ὁποία βρέθηκε στὴν Παλαίπαφο ἀκρωτηριασμένη στὸ δεξιὸ ἄκρο. Ὁ Ἀρίστων Μνήμονος τιμᾶ τὸν Νουμήνιον Δημητρίου Σολέα ἰατρόν, στήνοντας ἄγαλμά του στὸ ὀνομαστὸ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης. Ὁ Mitford, ἡ Νικολάου καὶ ἡ Samama ὑποστηρίζουν ἀνεπιφύλακτα ὅτι ὁ ἐδῶ Νουμήνιος Δημητρίου κατάγεται ἀπὸ τοὺς Σόλους τῆς Κιλικίας, ἐφαρμόζοντας τὸν γνωστὸ «κανόνα» κατὰ τὸν ὁποῖο τὸ Σόλιος ἀναφέρεται στοὺς Σόλους τῆς Κύπρου καὶ τὸ Σολεὺς στὴν ὁμώνυμη πόλη τῆς Κιλικίας· ἡ διάκριση αὐτὴ ὅμως δὲν εἶναι τόσο παλαιά, οὔτε χωρὶς ἐξαιρέσεις. Σὲ κάθε περίπτωση ἡ πιθανότητα Κυπριακῆς καταγωγῆς τοῦ Νουμηνίου Δημητρίου δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ (ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλειστεῖ καὶ ἡ –μικρὴ ἔστω– πιθανότητα νὰ ἀνήκει στὴν ἴδια περιφανῆ οἰκογένεια μὲ τὸν ὀνομαστὸ Νουμήνιον Νουμηνίου).
   Ὁ ἰατρὸς ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΚΥΘΙΝΟΥ, ἐτῶν 78, μνημονεύεται σὲ ἐπιτύμβια στήλη ἀπὸ τοὺς Χύτρους ποὺ ἀνακαλύφθηκε τὸ 1908 ἀπὸ χωρικοὺς, σὲ τάφο τριῶν οἰκογενειῶν τῆς Ἑλληνιστικῆς περιόδου μεγάλων διαστάσεων λαξευμένο σὲ βράχο (μὲ δώδεκα νεκρικὲς θῆκες, ἕξι ἀπὸ κάθε πλευρά). Ἡ τύχη τῆς ἐπιτύμβιας στήλης τοῦ ἰατροῦ Λεωνίδα Σκυθίνου ἀγνοεῖται σήμερα· σώζονται ὅμως στὸ Κυπριακὸ Μουσεῖο –μαζὶ μὲ ἄλλες ἀπὸ τὸν ἴδιο τάφο– οἱ ἐπιτύμβιες στῆλες τοῦ πατέρα του Σκυθίνου Ἀριστοκράτου καὶ τῆς μητέρας του [Ξ]ενάγιον, τῆς ἀδελφῆς του Ἀπολλωνίας Σκυθίνου, ἑνὸς ἀδελφοῦ καὶ μιᾶς ἀδελφῆς τοῦ πατέρα του: Πύθων Ἀριστοκράτου ἀδελφὸς Σκυθίνου φιλόσοφος Ἐπικούρειος L οη´ καὶ Ἀπολ­λωνία Ἀριστοκράτου ἀδελφὴ Πύθωνος καὶ Σκυθίνου L ο´. Πότε ἀκριβῶς ἔζησε ὁ Λεωνίδας Σκυθίνου εἶναι ἀβέβαιο· τὰ πενιχρὰ δεδομένα φαίνεται νὰ εἰσηγοῦνται γέννησή του περὶ τὶς ἀρχὲς τῆς γ´ εἰκοσιπενταετίας τοῦ 3ου αἰ. π.Χ..
   Ὁ ΑΡΤΕΜΙΔΩΡΟΣ μνημονεύεται σὲ ἀγνοούμενη ἐπίσης ἀπὸ καιρὸ τιμητικὴ ἐπιγραφὴ τῆς πόλεως τῶν Κιτιέων χαραγμένη σὲ βάση ἀγάλματος ἡ ὁποία βρέθηκε ἀκρωτηριασμένη στὸν περίβολο τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Λαζάρου: Ἡ πόλις [ἡ Κιτιέων] | Ἀρτεμίδω[ρον Ἀρίστωνος ?] | τοῦ Ἀρτεμ[ιδώρου τὸν] | ἰατρὸν τει[μῆς χάριν. Τὰ λοιπὰ δεδομένα φαίνεται νὰ ὁδηγοῦν στὴν ἴδια περιφανῆ οἰκο­γένεια τοῦ Κιτίου μὲ τὴν [Ἡρ]ωΐδα (?) Ἀρτεμιδώρου τοῦ Ἀρίστω-|[νος] γυμνασιαρ­χήσαντος, τὴν ὁποία τιμᾶ ἡ μητέρα της Στρα|[τηγ]ὶς Ναυάρχου τοῦ γυμνασιάρχου | καὶ ἱερομνήμονος διὰ βίου· ἔντονες ὅμως παραμένουν οἱ ἐπιφυλάξεις μας γιὰ τὸ πραγματικὸ πατρώνυμο τοῦ ἰατροῦ Ἀρτεμιδώρου.
   Ἀκόμα πιὸ προβληματικὴ μορφὴ εἶναι ὁ ΠΝΥΤΟΚΡΑΤΗΣ ὁ ὁποῖος μνημονεύ­εται σὲ ἐπιγραφὴ τοῦ β´ ἡμίσεος τοῦ 1ου αἰ. μ.Χ. ἀπὸ τὴ Σαλαμῖνα ποὺ ἀνακαλύ­φθηκε ἀπὸ ἕναν Ἐγκωμίτη χωρικὸ τὸ 1890 καὶ βρίσκεται στὸ Βρεττανικὸ Μουσεῖο. Ἕνα μικρότερο κομμάτι ἐπιγραφῆς ἀνακαλύφθηκε τὸ 1883 ἀπὸ τὸν O. Richter. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἀποσπάσματα ἐκδόθηκαν μαζὶ σὰν μέρη τῆς ἴδιας ἐπιγραφῆς (PRM TSal2 30 / Samama MMG 374), προφανῶς μὲ ἀφετηρία τὸ γεγονὸς ὅτι δια­σώζουν τμήματα τοῦ ὀνόματος τοῦ πολὺ γνωστοῦ Σερουίου Σουλπικίου Παγ­κλέους Οὐηρανιανοῦ· ἡ ἀντιστοίχιση ὅμως αὐτὴ εἶναι στὴν πράξη ἀδύνατη. Μιὰ ἄλλη σημαντικὴ δυσκολία ὀφείλεται στὸ ὅτι δὲν ἔχουμε καμμιὰν ἀσφαλῆ βάση ἐκκίνησης, καθὼς ἡ ἐπιγραφὴ εἶναι λίαν ἀκρωτηριασμένη ὁλόγυρα. Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ὅλη εἰκόνα τῆς ἐπιγραφῆς, ποὺ διασώζει μέρος καταλόγου τῶν θησαυρῶν ἑνὸς ναοῦ, παραμένει θολή, μὲ ἀκρω­τηριασμένα καὶ τὰ ὀνόματα τῶν λοιπῶν προσώπων, γιὰ τὰ ὁποῖα μόνο ἀβέβαιες ὑποθέσεις μπορεῖ νὰ τολμήσει κανείς. Τὸ Πνυτοκράτους ἰατροῦ διαβάζεται μὲ βεβαιότητα· ἂν πρόκειται ὅμως γιὰ τὸ ὄνομα ἢ τὸ πατρώνυμο τοῦ ἰατροῦ παραμένει ἀβέβαιο.
   Σὲ ἀναθηματικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 1ου-2ου αἰ. μ.Χ. ἀπὸ τὸν ναὸ τῆς Ἀφροδίτης στὴν Παλαίπαφο χαραγμένη σὲ λευκὴ μαρμάρινη πλάκα ἀκρωτηριασμένη ποὺ ἀνακαλύφθηκε τὸ 1888 καὶ ἔκτοτε ἀγνοεῖται ἐπίσης ἡ τύχη της μνημονεύεται ὁ ΟΚΤΑΟΥΙΟΣ ΙΑΤΡΟΣ. Τὸ ὄνομα, ἅπαξ λεγόμενο στὶς σωζόμενες Κυπριακὲς πηγές, ἀπαντᾶ συχνὰ ἀλλοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ μνημονεύεται Ὀκταούιος ἰατρὸς ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὸν ἐδῶ.
   Ὁ ἰατρὸς ΚΛΑΥΔΙΑΝΟΣ φαίνεται νὰ μνημονεύεται σὲ δύο συνεχόμενα θραύσματα ἐπιγραφῆς ἀπὸ τὸ Κούριο τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ. χαραγμένης σὲ γκριζόλευκη μαρμάρινη πλάκα λίαν ἀκρωτηριασμένη σ' ὅλες της τὶς πλευρές. Τὰ σωζόμενα ἐλάχιστα γράμματα τῆς ἐπιγραφῆς ἐπιβάλλουν ἄκρα ἐπιφύλαξη, καὶ γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ὄνομα τοῦ –πιθανῶς ἰατροῦ– ἀναθέτη. Ἡ γραφὴ [Κλαυδια]νὸς φαίνεται νὰ βρίσκει σὺν τοῖς ἄλλοις στήριγμα στὴ λίγο μεταγενέστερη ἐπιγραφὴ IKour 125: Ἀπόλλωνι Ὑλάτηι | Κλαυδιανὸς Θυλλικοῦ, | νοσήσας καὶ τῆ τοῦ | θεοῦ προνοία τε καὶ ἀρε|τῆ διασωθείς, εὐξάμενος | ἀνέθηκεν.
   Πιὸ τυχερὸς στάθηκε ὁ ἰατρὸς ΑΥΡΗΛΙΟΣ ΑΡΙΣΤΩΝ. Ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ 3ου (πιθανῶς) αἰ. μ.Χ. ἀπὸ τὸ Κίτιο, χαραγμένη σὲ ἐντυπωσιακὴ πυραμοειδῆ λευκὴ μαρμάρινη πλάκα ποὺ βρέθηκε μαζὶ μὲ ἄλλες στὴν περιοχὴ τῆς Ἁλυκῆς τῆς Λάρνακας (ὅπου προφανῶς ὑπῆρχε ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος Παραλίας), σώζεται ἀκέραιη. Ποῦ ὀφείλει ἡ κόρη τοῦ Αὐρηλίου Ἀρίστωνος τὰ παράλληλα ὀνόματά της δὲν μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε· τὸ Ὀνησιμιανὴ παράγεται προφανῶς ἀπὸ τὸ ὀνίνημι, ὅπως τὸ Ὀνάσιλος καὶ πολλὰ ἄλλα ὀνόματα στὴν Κύπρο· τὸ Ὀλυμπιανή, προφανῶς ἀπὸ τὸ Ὄλυμπος (καὶ τὸν Ὀλύμπιον Δία), ἀνήκει –μαζὶ μὲ τὸ Ὀλυμ­πιανός, τὸ Ὀλυμπᾶς καὶ κυρίως τὸ Ὀλύμπιος– σὲ μιὰ κατηγορία ὀνομάτων ποὺ συγκριτικὰ ἀπαντοῦν συχνότερα στὴν Κύπρο παρὰ ἀλλοῦ. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὸ ἐν Κύπρῳ ὄρος μαστοειδὲς μεταξὺ Κιτίου καὶ Ἀμαθοῦντος Ὄλυμπος, τὸ ὁποῖο μνημονεύει ὁ Στράβων, μὲ τὴν ὁμώνυμη σημερινὴ κωμόπολη Λύμπια (προφανῶς ΟΛΥΜΠΙΑ) στὰ βόρειά του καὶ τὴ σημερινὴ Ἱερὰ Μονὴ Σταυρο­βουνίου τὴν ἄδυτον γυναιξί (στὴ θέση πιθανῶς ἀρχαίου ναοῦ τῆς Ἀφροδίτης), δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ Κίτιον.

   Τὰ προβλήματα ποὺ ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ ἐρευνητὴς εἶναι πάμπολλα καὶ συχνὰ δυσεπίλυτα ἢ ἄλυτα μὲ τὰ ὣς τώρα δεδομένα. Τύχη ἀγαθὴ μπορεῖ νὰ φέρει στὸ φῶς πρόσθετες πληροφορίες ἀξιόλογες (σὰν τὴν ὑπὸ δημοσίευση ἐπιγραφὴ ποὺ ἀνακάλυψε πρόσφατα σὲ ἰδιωτικὴ συλλογὴ ὁ Δημήτρης Μιχαη­λίδης, καὶ εὐγενικὰ ἔθεσε ὑπ' ὄψιν μας τὸ κείμενό της: [CΕΜ]ΝΗ ΚΑΙ ΑΛΥΠ[Η] | ΧΑΙΡΕ | [ΟΝ]ΑCΙΟΝ ΟΝΗCΑ | ΙΑΤΡΟΥ | [ΓΥ]ΝΗ ΔΕ ΤΙΜΩΝΟC | ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΩΝΟC | [ΖΗC]ΑΣΑ ΕΤΗ ΙΘ′). Μὰ κι ἔτσι ἡ εἰκόνα τῆς προσφορᾶς τῆς ἀρχαίας Κύπρου στὴν ΙΑΤΡΙΚΗ προβάλλει ἀναντίρρητα λαμπρή.