You are here

INTRODUCTION

Please add a search word

1. Τοῦ Καστορίωνος τοῦ Σολέως στίχους ἀπὸ τὸ εἰς τὸν Πᾶνα ποίημα παραθέτει ὁ Ἀθήναιος (10, 454f: κατωτ. 7 F1), συντεθειμένους σὲ ἰαμβικὸ τρίμετρο κατὰ τέ­τοιον τρόπο ὥστε ἡ κάθε ἑνδεκαγράμματη διποδία νὰ περιλαμβάνει λέξεις ποὺ δίνουν ἀκέραιο νόημα κι ἔτσι νὰ μποροῦν ὅλες οἱ διποδίες ὅμοια νὰ προηγοῦνται ἢ νὰ ἕπονται. Ὁ Ἀθήναιος μνημονεύει ὡς πηγή του τὸν Κλέαρχο, τὸν γνωστὸ Περιπατητικὸ φιλόσοφο μαθητὴ τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ συγγραφέα –ἀνάμεσα στ' ἄλλα– ἔργου Περὶ γρίφων, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πιθανῶς ἀντλεῖ τὶς ἐδῶ πληροφορίες του ὁ Ἀθήναιος, ὅπως φαίνεται νὰ ὑποδηλώνεται στὴ συνέχεια, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ τὶς ἄσιγμες ὠδὲς τοῦ Πινδάρου –ὡς ὁ αὐτός φησι Κλέαρχος, οἱονεὶ γρίφου τινὸς ἐν μελοποιίαι προβληθέντος– καὶ τοῦ Λάσου τοῦ Ἑρμιονέως. Οἱ παρατι­θέμενοι στίχοι ἀποτελοῦν ἕνα μετρικὸ παίγνιο σὲ ἕνα εἰς τὸν Πᾶνα ποίημα, κατὰ τὸν Κλέαρχο, χαρακτηριστικὸ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ποιητὲς τῆς Ἑλληνι­στικῆς ἐποχῆς ἀντιμετώπιζαν τὰ θρησκευτικὰ πράγματα1. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀναφορὰ στὴν πηγὴ ὁδηγεῖ στὶς ἀρχὲς τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς (τέλη 4ου - ἀρχὲς 3ου αἰ. π.Χ.), καθὼς ὁ Κλέαρχος ζεῖ καὶ γράφει ὣς τὰ μέσα περίπου τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. καὶ ὁ θάνατός του δίνει ἕνα σχετικὰ ἀσφαλὲς ὅριο καὶ γιὰ τὸν Καστορίωνα (terminus ante quem τὸ 250 περίπου π.Χ.)2.

   Πότε ἀκριβῶς συντέθηκε καὶ παρουσιάστηκε τὸ εἰς τὸν Πᾶνα ποίημα εἶναι δύσκολο νὰ προσδιοριστεῖ. Οἱ πιὸ πιθανὲς –ἀπ' ὅσα γνωρίζουμε– χρονολογίες εἶναι οἱ ἑξῆς: (α΄) Τὸ 307/6 π.Χ., ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι πανηγυρίζουν τὴν ἀπελευθέ­ρωσή τους ἀπὸ τὴν τυραννικὴ ἐξουσία τοῦ Δημήτριου τοῦ Φαληρέα καὶ ἀποθεώ­νουν τοὺς ἐλευθερωτὲς Ἀντίγονο καὶ Δημήτριο (τὸν Πολιορκητή). Στὶς γιορτὲς ἐντάσσεται καὶ διαγωνισμὸς παιάνων μὲ νικητὴ τὸν Ἑρμοκλῆ ἀπὸ τὴν Κύζικο3. Στοὺς πολλοὺς ἐφάμιλλους παιᾶνας ποὺ διαγωνίζονται κάλλιστα μπορεῖ νὰ συμπεριλαμβάνεται κι αὐτὸς τοῦ Καστορίωνος τοῦ Σολέως. (β΄) Ὁ Ἀθήναιος (6, 252f κἑ.) περιγράφει παραστατικὰ πῶς κολάκευαν τὸν Δημήτριο τὸν Πολιορκητὴ οἱ Ἀθηναῖοι, κατὰ τὸν Δημοχάρη, σημειώνοντας ἀνάμεσα στ' ἄλλα πὼς τραγου­δοῦσαν εἰς αὐτὸν παιᾶνας καὶ προσόδια καὶ πώς, ὅταν ἐπανῆλθε ἀπὸ τὴ Λευκάδα καὶ τὴν Κέρκυρα στὴν Ἀθήνα, ἔγινε δεκτὸς μὲ τιμὲς θεϊκές: καὶ προσωιδιακοὶ χοροὶ καὶ ἰθύφαλλοι μετ' ὀρχήσεως καὶ ὠιδῆς ἀπήντων αὐτῶι (...) καὶ ἐπάιδοντες ὡς εἴη μόνος θεὸς ἀληθινός. Καὶ παραθέτει ἰθύφαλλον, τὸν ὁποῖο διασώζει ὁ Δοῦρις ὁ Σάμιος4, ὅπου Δήμητρα καὶ Δημήτριος ἀναφέρονται μαζί, «ἀλλ' ἐκείνη ἔρχεται νὰ κάμει | τὰ σεμνὰ τῆς Κόρης μυστήρια, | ἐνῶ αὐτὸς ἱλαρός, ὅπως ταιριάζει σὲ θεό, καὶ καλὸς | καὶ γελαστὸς ἔρχεται | (...) ἥλιος ἐκεῖνος»· προσφωνεῖται γιὸς τοῦ Ποσειδώνα καὶ τῆς Ἀφροδίτης5· «κι ἄλλοι μὲν θεοὶ ἢ βρίσκονται πολὺ μακριὰ | ἢ δὲν ἔχουν αὐτιὰ ν' ἀκούσουν | ἢ δὲν ὑπάρχουν ἢ δὲν δίνουν καμμιὰ προσοχὴ σ' ἐμᾶς, | ἐνῶ ἐσένα σὲ βλέπουμε παρόντα, | ὄχι ξύλινο οὔτε λίθινο, ἀλλ' ἀληθινό». Ἡ περίσταση (291/90 π.Χ.) προφανῶς προσφερόταν ἐπίσης γιὰ τοὺς ἐδῶ στίχους τοῦ Καστορίωνα: Ἡ σύνδεση Δήμητρας, Δημητρίου καὶ Διονύσου ἀπὸ τὴ μιὰ κι ἀπὸ τὴν ἄλλη Ἀπόλλωνα – Δημητρίου (μὲ τὸν τίτλο θεωρὸς ποὺ τοῦ ἀπονεμήθηκε καὶ τὴν ἐπίκληση ἥλιος) ἄφηνε πρόσφορο ἔδαφος γιὰ τὸν Πάνα. (γ΄) Τὸ 277/6 π.Χ. ὁ Ἀντίγονος Γονατᾶς, γιὸς τοῦ Πολιορκητῆ Δημή­τριου, πετυχαίνει μεγάλη νίκη στὴ Λυσιμάχεια κι ἐπιστρέφοντας στὴ Μακεδονία θριαμβευτὴς ἀναγορεύεται βασιλιάς. Ἡ λατρεία τοῦ Πάνα φαίνεται νὰ γνωρίζει ἰδιαίτερη ἔξαρση6. Κι ὁ Ἄρατος ὁ Σολεύς, ποὺ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀναδεικνύεται στὴν αὐλὴ τοῦ Ἀντίγονου κατὰ τὸν Παυσανία (1.2.3), ἐξυμνεῖ τὸν νεοανα­κηρυγμένο βασιλέα μὲ ὕμνο στὸν Πάνα. Ἀνάμεσα στοὺς φιλοσόφους, ποιητές, ἱστορικοὺς κ.λπ. ποὺ μαζεύει στὴν αὐλή του ὁ Ἀντίγονος, φιλόσοφος ὁ ἴδιος καὶ μαθητὴς τοῦ Ζήνωνα τοῦ Κιτιέα, θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ Καστορίων ὁ Σολεύς7. Οὕτως ἢ ἄλλως ἡ χρονολόγηση τοῦ Καστορίωνα στὰ τέλη τοῦ 4ου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. προβάλλει πιὸ ἰσχυρή.

   2. Ἄλλου εἴδους προβληματισμὸ ἔχει ἐγείρει ἕνα σχόλιο στὰ Pharsalia τοῦ Λουκανοῦ (Commenta Bernensia στὸν στ. 3.402, κατωτ. 7 *F2), ὅπου καταβάλλεται προσπάθεια νὰ δοθοῦν συστηματικὰ οἱ διάφορες παραλλαγὲς τοῦ μύθου γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ Πάνα καὶ γίνεται ὀνομαστικὴ ἀναφορὰ στὸν Πίνδαρο, τὸν Εὐφορίωνα καὶ τὸν Ἀπολλόδωρο, σὲ «ἄλλους» καὶ «κάποιους», ἀλλὰ μετὰ τὸ ὄνομα τοῦ Πινδάρου προστίθεται ἡ προφανῶς παρεφθαρμένη φράσηetcateri: Pindaruset € cateridicunt Apollinis et Penelopaefilium (sc.Pana), alii Mercurii et eiusdem. (...) Euphorion Ulixis filium manifestat. nonnulli quidem sine origine hunc deum tradiderunt, sicut Apollodorus8. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ γραφὴ cateri τοῦ cod. Bernensis, παραδίδεται ἀπὸ τὴ vulg. ἡ γραφὴ ceteri, ποὺ υἱοθετεῖ καὶ ὁ van Groningen στὴν ἔκδοση τῶν πεζῶν ἀποσπασμάτων τοῦ Εὐφορίωνα. Ὁ Usener διορθώνει τὸ cateri σὲ Hecataeus, μὲ τὴν παρατήρηση ὅτι «ap. Isid. orig. I 38, 12 Hecataeum libri cum acatesium tum cantesium (sic exc. Guelferb.) nuncupant». Ὁ Jacoby (1 F 371) κατατάσσει τὸ χωρίο στὰ ἀβέβαια ἀποσπ. τοῦ Ἑκαταίου καὶ ἐκδίδει «Hecataeus (?)» μὲ τὴ σημ. «et Hecataeus Usener cf. Achatesius Isidor Orig. I 39, 12». Ὁ ἴδιος ἐκφράζει τὶς ἀμφιβολίες του γιὰ τὴ διόρθωση τοῦ Usener, σχολιά­ζοντας δύο χωρία τοῦ Ἡροδότου. Στὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτά (2.143.1 κἑ.) ὁ Ἡρόδοτος ἀναφέρεται ἐκτενῶς στὸν Ἑκαταῖο, ἐνῶ στὸ δεύτερο ποὺ ἀκολουθεῖ ἀμέσως μετὰ (2.145.1 κἑ.) κάνει ἰδιαίτερα κολακευτικὸ λόγο γιὰ τὸν Πάνα (παρ' ΑἰγυπτίοισιδὲΠὰνμὲνἀρχαιότατοςκαὶτῶνὀκτὼτῶνπρώτωνλεγομένωνθεῶν) καὶ σημειώνει:Πανὶδὲτῶι [ἐκ] Πηνελόπης (ἐκταύτηςγὰρκαὶἙρμέωλέγεταιγενέσθαιὑπὸἙλλήνωνὁΠάν) ἐλάσσωἔτεάἐστιτῶνΤρωϊκῶν. Διαφορετικὴ ἄποψη τοῦ Ἑκα­ταίου δὲν ἀναφέρεται οὔτε ἐδῶ οὔτε στὴ συνέχεια τοῦ λόγου γιὰ τὸν Πάνα στὸ κεφ. 146. Δίνεται ἀντίθετα ἡ ἐντύπωση ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες (προγενέστεροι καὶ σύγχρονοι) θεωροῦν πατέρα τοῦ Πάνα τὸν Ἑρμῆ, μολονότι γιὰ τὸν τουλάχιστο σύγχρονό του Πίνδαρο ἡ μαρτυρία τοῦ σχολιαστῆ τοῦ Λουκανοῦ δίνει ἄλλη ἐντύπωση. Σὲ κάθε περίπτωση φαίνεται πὼς ἡ μὴ ἀναφορὰ στὴν –ὑποτιθέμενη ἀπὸ τὸν Usener καὶ ἄλλους– διαφορετικὴ ἄποψη τοῦ σαφῶς προγενέστερου Ἑκαταίου ὑπὸ τὶς περιστάσεις ποὺ γίνεται δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοηθεῖ.

   Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἡροδότου φαίνεται νὰ κατατάσσει καὶ τὸν Ἑκαταῖο σ' αὐτοὺς ποὺ ὁ σχολιαστὴς τοῦ Λουκανοῦ περιγράφει μὲ τὴ φράση alii Mercurii et eiusdem (sc. Penelopae filium Pana dicunt), ἄποψη ποὺ ὑποστηρίζουν –μαζὶ μὲ τὶς ἐδῶ λοιπὲς ἐκδοχὲς– καὶ ἄλλες ἀρχαῖες πηγές, ὅπως ὁ ποιητὴς τοῦ Ὁμηρ. ὕμν. ΧΙΧ (Εἰς Πάνα, 1 Ἑρμείαο φίλον γόνον ἔννεπε Μοῦσα)· ὁ Ἀπολλόδωρος, Ἐπιτ. 7.38 (τινὲς δὲ Πηνελόπην ὑπὸ Ἀντινόου φθαρεῖσαν λέγουσιν ὑπὸ Ὀδυσσέως πρὸς τὸν πατέρα Ἱκάριον ἀποσταλῆναι, γενομένην δὲ τῆς Ἀρκαδίας κατὰ Μαντίνειαν ἐξ Ἑρμοῦ τεκεῖν Πᾶνα)· τὰ ἀρχαῖα Σχόλια στὸν Θεόκριτο 1.123 (τὸν δὲ Πᾶνα οἱ μὲν Πηνελόπης καὶ Ὀδυσσέως ἢ Ἑρμοῦ), στὸν Ῥῆσον τοῦ Εὐριπίδη στ. 36 (τὸν Πᾶνα οἱ μὲν Πηνελόπης φασὶ<ν υἱὸν καὶ πάντων τῶν μνηστήρων, ὅθεν καὶ Πᾶνα λέγεσθαι>, ἄλλοι δὲ Ἀπόλλωνος καὶ Πηνελόπης, <οἳ δὲ Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης>, ὡς καὶ Εὐφορίων, <ὁ [δεῖνα] δὲ Ἑρμοῦ καὶ Πηνελόπης> ὃν ἔθρεψαν νύμφαι· διὸ καὶ νυμφαγενῆ αὐτόν φασι, τραφέντα παρ' ἐκείναις κ.λπ.), στὰ Γεωργικὰ τοῦ Βεργιλίου 1.17 (Pana Pindarus ex Apolline et Penelopa in Lycaeo monte editum scribit, ... alii ex Mercurio et Penelopa natum). Τὴν ὅλη εἰκόνα τοῦ ἐδῶ σχολίου ὑποστηρίζουν καὶ ἄλλες ἀρχαῖες πηγές.

   Ἀπὸ τὰ παραπάνω χωρία καὶ ἄλλα παραπλήσια9 συνάγεται ὅτι καὶ ἄλλοι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Πίνδαρο υἱοθετοῦσαν τὴν ἐκδοχὴ γιὰ καταγωγὴ τοῦ Πάνα ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα καὶ τὴν Πηνελόπη, γεγονὸς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ στηρίξει τὴ γραφὴ τῆς vulg. ceteri. Ἔτσι ὅμως, ὅπως παρατηρεῖ ὁ B. Rypa, οὔτε τὸ νόημα ἱκανοποιεῖ (ἡ σύνταξη Pindarus et ceteri dicunt ..., alii ... εἶναι σόλοικη) οὔτε εὔλογη ἐξήγηση τῆς γραφῆς τοῦ κώδικα τῆς Βέρνης cateri παρέχεται: ἡ παραφθορὰ τοῦ παρεφθαρμένου cateri σὲ ceteri εἶναι φυσικὴ καὶ εὔκολη, ἐνῶ αὐτὴ τοῦ κοινοῦ ceteri στὸ χωρὶς νόημα cateri ἀφύσικη καὶ ἀδύνατη. Μόνο μιὰ δύσκολη γραφὴ μποροῦσε νὰ παραφθαρεῖ σὲ cateri. Καθὼς δὲ τὸ νόημα ἀπαιτεῖ ἕνα ἄλλο ὄνομα δίπλα σ' αὐτὸ τοῦ Πινδάρου, πιθανῶς ἐπίσης ποιητῆ, κατώτερου ἀπὸ τὸν Πίνδα­ρο κι ἴσως μεταγενέστερου (ἀνάμεσα σ' αὐτὸν καὶ τὸν Εὐφορίωνα), καὶ καθὼς τὸ ὄνομα τοῦ Ἑκαταίου δύσκολα πληροῖ ὅλες αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις (γιὰ ὅσα ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω καὶ γιατὶ δὲν φαίνεται πιθανὴ ἡ παραφθορὰ ἑνὸς τόσο γνωστοῦ ὀνόματος στὸ ἀκαταλαβίστικο cateri), ὁ νοῦς τοῦ ἐρευνητῆ στρέφεται σ' ἕνα ποιητὴ ποὺ ἀνταποκρίνεται σ' αὐτὲς τὶς προδιαγραφές: στὸν ΚΑΣΤΟΡΙΩΝΑ ΤΟΝ ΣΟΛΕΑ, ὁ ὁποῖος σύνθεσε στίχους στὸν ΠΑΝΑ καὶ τοῦ ὁποίου τὸ σπάνιο καὶ ἐλάχιστα γνωστὸ ὄνομα μποροῦσε διαδοχικὰ νὰ παραφθαρεῖ σὲ cateri στὰ Λατινικά: CASTORIO g (ἴσως καὶ CATORIO g) CATORI g CATERI. Σ' αὐτοῦ τὸ ὄνομα στράφηκε, μὲ τοὺς παραπάνω προβληματισμοὺς καὶ συλλογισμούς, τὸ 1930 ὁ B. Ryba10. Ὑπὸ τὸ ὄνομα CASTORIO SOLEUS παρατίθεται στὸ Suppl. Hell. τὸ σχόλιο μὲ ἀμφιβολίες (ἀρ. «311 ?») καὶ μὲ γραφὴ €cateri. Υἱοθετήσαμε τὴν ἴδια στάση, μολονότι βρισκόμαστε ἀνάμεσα στὴν ἀμφιβολία καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ cateri δὲν μπορεῖ νὰ κρύβεται ἄλλος ἀπὸ τὸν Καστορίωνα. Πρὸς τὴ βεβαιότητα τείνουμε ὅταν συλλογιζόμαστε τὶς ὁμοιότητες τῶν Κυπριακῶν μύθων γιὰ τὸν Κινύρα καὶ τὸν Ἄδωνη πρὸς τοὺς μύθους γιὰ τὸν Πάνα καὶ τὴ σχέση μὲ τὸν Ἀπόλλωνα ἀφ' ἑνὸς καὶ ἀφ' ἑτέρου τὴν πιθανὴ Κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ Καστορίωνα11.

   Ἡ ἀναφορὰ στὴν καταγωγὴ τοῦ Πάνα ἀπὸ τὸν Ἀπόλλωνα καὶ τὴν Πηνελόπη θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ συνδυαστεῖ μὲ τοὺς στίχους ἀπὸ τὸ Εἰς τὸν Πᾶνα ποίημα τοῦ Καστορίωνος τοῦ Σολέως καὶ μὲ τὴν ἐκδοχὴ γιὰ ἀνατροφὴ τοῦ Πάνα στὸ Λύκαιον ὄρος τῆς Ἀρκαδίας, ποὺ παραθέτει, ὅπως εἴδαμε παραπάνω, ὁ Servius στὰ σχόλια στὸν Βεργίλιο, ἴσως καὶ κατ' ἐπίδραση τῶν στίχων τοῦ μεγάλου Ὁμηρικοῦ ὕμνου στὴν Ἀφροδίτη γιὰ ἀνατροφὴ τοῦ Αἰνεία ἀπὸ τὶς νύμφες στὰ βουνὰ κατ' ἐντολὴ τῆς Ἀφροδίτης (κατωτ. 5 Υ1.256 κἑ.). Ἡ ἐξύμνηση τοῦ Πάνα μὲ παράλληλη ἀναφορὰ στὸν Ἀπόλλωνα καὶ τοῦ θεοποιημένου βασιλιᾶ μὲ τοὺς χαρακτηρισμοὺς ἥλιος καὶ ἡλιόμορφος ἁρμόζει καὶ στὶς τρεῖς περιστάσεις ποὺ ἐκθέσαμε παραπάνω ὡς πιθανὲς γιὰ τὴν παρουσίαση τῶν στίχων τοῦ Καστορίωνα. Ἡ τρίτη ἀπ' αὐτὲς φαίνεται νὰ εἶναι πιὸ πρόσφορη στὴν παραλλαγὴ μὲ τὸν Ἀπόλλωνα, ἂν λάβουμε ὑπ' ὄψιν ὅτι οἱ σχετικοὶ μύθοι ἀναφέρονται σὲ σχέση τοῦ Πάνα μὲ τὴ μουσικὴ καὶ τὴ μαντικὴ κι ὅτι ὁ Ἀντίγονος ὁ Γονατᾶς δὲν εἶναι μόνο φιλόμουσος ἀλλὰ καὶ φιλόσοφος12. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Πίνδαρος, στὸν ὁποῖο ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ ἡ παραλλαγὴ αὐτή, συνδέει καὶ ἀλλοῦ τὸν Πάνα μὲ τὸν Ἀπόλλωνα ἀλλὰ κι ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὴ σχέση τοῦ Κινύρα μὲ τὸν Ἀπόλλωνα, ἴσως δὲν εἶναι τυχαῖο. Δὲν ἀποκλείεται νὰ ὑποδηλώνεται σ' αὐτὰ ἡ κύρια πηγὴ τοῦ εἰς τὸν Πᾶνα ποιήματος τοῦ Καστορίωνος τοῦ Σολέως καὶ νὰ ἐνισχύεται ἡ πιθανότητα Κυπριακῆς καταγωγῆς του13. Οἱ συλλογισμοὶ ὅμως αὐτοὶ ἀποτελοῦν ἁπλῶς εὔλογες ὑποθέσεις, ποὺ ἐνισχύουν ἀλλὰ δὲν ἀποδεικνύουν τὴν εἰκόνα ποὺ σχηματίστηκε παραπάνω γιὰ τὸν Καστορίωνα καὶ τοὺς χρόνους τῆς ἀκμῆς του, στὰ τέλη πιθανῶς τοῦ 4ου αἰ. καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου αἰ. π.Χ.

   3. Ἀσφαλὴς χρονολογικὴ βάση παρέχεται στὸ ἀπόσπασμα ποὺ ἀντλεῖ ἀπὸ τὸν Δούρη τὸν Σάμιο ὁ Ἀθήναιος (12, 542b-e: κατωτ. 7F3a)14. Ἡ ρητὴ ἀναφορὰ στὴν πομπὴ τῶν Διονυσίων, ἣν ἔπεμψεν ἄρχων γενόμενος ὁ Δημήτριος ὁ Φαλη­ρεὺς ὁδηγεῖ στὸ 309/8 π.Χ. ὡς τὴ χρονολογία κατὰ τὴν ὁποία ἦιδεν ὁ χορὸς εἰς αὐτὸν ποιήματα Σείρωνος (ἢ ποιήματα Καστορίωνος ἢ ποίημα Καστορίωνος) τοῦ Σολέως, ἐν οἷς (ἢ ἐν ὧι) ἡλιόμορφος προσηγορεύετο. Ἡ χειρόγραφη παράδοση τοῦ κειμένου ὅμως, πέρα ἀπὸ τὰ ἐπιμέρους προβλήματά της, νοσεῖ ἢ φαίνεται νὰ νοσεῖ στὸ καίριο σημεῖο ὅπου δίνεται τὸ ὄνομα τοῦ δημιουργοῦ τῶν παρατιθέ­μενων στίχων, δίνοντας τὴ γραφὴ ποιήματα Σείρωνος τοῦ Σολέως (Α) ἢ ποιήματα τοῦ Σολέως (Ε). Τὴ γραφὴ τοῦ κώδικα Α τοῦ Ἀθήναιου υἱοθέτησαν μὲ ἢ χωρὶς ἐπιφυλάξεις καὶ οἱ Wehrli, Jacoby (FGrH), Kaibel. Πρῶτος ὁ Paulus Leopardus15 τὸ 1568 διόρθωσε σὲ ποιήματα Καστορίωνος τοῦ Σολέως. Ὁ Bergk υἱοθέτησε τὴν ἐπιλογή του μὲ τὴ σημ. «Recte Leopardus Καστορίωνος τοῦ Σολέως», ὁ Usener καὶ ὁ Ryba τὴν ἐπιδοκίμασαν ἀνεπιφύλακτα καὶ μὲ κάποιες ἴσως ἔμμεσες ἐπιφυλά­ξεις ὁ Kroll16, ἐνῶ οἱ πλεῖστοι ἐκδότες τὴν ἔχουν υἱοθετήσει εἴτε ἀνεπι­φύλακτα εἴτε μὲ ἀμφιβολίες ὡς τὴν πιὸ πιθανὴ λύση (ἀνάμεσά τους οἱ Diehl, Gulick, Page, Χατζηιωάννου)· οἱ Lloyd-Jones καὶ Parsons στὸSuppl. Hell. ἐκδίδουν ὑπὸ τὸ ὄνομα CASTORIO SOLEUS, μὲ ἐρωτηματικὸ ὅμως μετὰ τὸν ἀρ. (312) τοῦ ἀποσπάσματος. Ὁ Page διόρθωσε τὸ ποιήματα ... ἐν οἷς σὲ ποίημα τὸ ... ἐν ὧι, καὶ ἐμεῖς γράψαμε ποίημα ... ἐν ὧι17, πιστεύοντας πὼς ἔτσι ἐξηγεῖται πειστικὰ ἡ παραφθορὰ τοῦ κειμένου: ΠΟΙΗΜΑΚΑΣΤΟΡΙΩΝΟΣ g ΠΟΙΗΜΑΤΑΣΤΟΡΙΩΝΟΣ g (ἴσως καὶ ΠΟΙΗ­ΜΑΤΑΣΟΡΙΩΝΟΣ) g ΠΟΙΗΜΑΤΑΣΕΙΡΩΝΟΣ (μὲ τὴ γραφὴ ΠΟΙΗΜΑΤΑΣΟΡΙΩΝΟΣ­ΤΟΥΣΟΛΕΩΣ νὰ ἐξηγεῖ πιθανῶς τὴν παραφθορὰ σὲ ΠΟΙΗΜΑΤΑΤΟΥΣΟΛΕΩΣ στὸν κώδ. Ε). Μὲ ὅσες ἐπιφυλάξεις μπορεῖ νὰ διατηρεῖ κανείς, εὔλογα ὑποθέτει πὼς μόνο ἔτσι ἐξηγεῖται ἱκανοποιητικὰ καὶ ἡ ἀπουσία τοῦ ὀνόματος τοῦ ποιητῆ στὸν κώδ. Ε. Ἐπιβεβαιώνεται ἔτσι γιὰ τὸν Καστορίωνα τὸν Σολέα μιὰ σταθερὴ ἡμερομηνία, τὸ 309/8 π.Χ., καὶ μπαίνει μιὰ πιὸ σταθερὴ βάση γιὰ τὴν ἀκριβέστερη χρονολόγησή του.

   4. Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὴν καταγωγὴ τοῦ ποιητῆ. Ἡ εἰρωνεία τῆς τύχης (ὅταν μιλᾶμε γιὰ τέτοιου εἴδους προβλήματα) τό 'φερε δυὸ κοντινὲς πόλεις μὲ στενὲς συχνὰ σχέσεις καὶ παράλληλη ἐξέλιξη κατὰ καιροὺς στὴν ἀρχαιότητα στὸ νότιο ἄκρο τῆς Κιλικίας (ἀπ' ὅπου καὶ ὁ σολοικισμός) καὶ στὸ βορειοδυτικὸ τμῆμα τῆς Κύπρου νὰ ὀνομάζονται Σόλοι18. Ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως ὁδηγεῖ κατὰ μιὰν ἄποψη στὸ Sillu (Si-il-lu) τοῦ καταλόγου τοῦ Esarhaddon (681-668 π.Χ.) καὶ τοῦ Ashurbanipal (668-626 π.Χ.) ποὺ σημαίνει τὴν «πόλη τῶν βράχων». Ἡ κοινὴ στὰ βασικὰ σημεῖα παράδοση γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Σόλωνα στοὺς Σόλους τῆς Κιλικίας καὶ στὸν Κύπριο βασιλιὰ Φιλόκυπρον (ἢ Κυπράνορα) ἀνάγεται στὴν ἴδια περίπου ἐποχή, μὲ τοὺς σχετικοὺς στίχους τοῦ Σόλωνα (ἀπόσπ. 19 W.) νὰ ἀποτελοῦν terminum ante quem ἀσφαλῆ ὄχι ὅμως καὶ ἀκριβῆ (καθὼς εἶναι ἀβέβαιη τόσο ἡ χρονολογία ἐπίσκεψης ὅσο καὶ ἡ ἡμερομηνία σύνθεσης τῶν στίχων). Τὸ ἴδιο ἀπόσπασμα τοῦ Σόλωνος δίνει στὸν πρῶτο σωζόμενο στίχο τὸν τύπο Σολίοισι στὴ χειρόγραφη παράδοση τόσο τοῦ Πλουτάρχου (Σόλ. 26.2.-4) ὅσο καὶ τῆς Βιογραφίας τοῦ Ἀράτου (Vita I. [Γένος Ἀράτου καὶ βίος], σελ. 7.21 [14 κἑ.] Martin: σολΐησι Vat), ποὺ διασώζουν τὸν στίχο (ἀπ' ὅσα γνωρίζουμε, δὲν μαρτυρεῖται ἄλλη γραφή). Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ τύπος Σολεῦσι δὲν εἶναι μετρικῶς ἰσοδύναμος, ὄχι ὅμως καὶ ὁ τύπος Σολιεῦσι (ποὺ τυπικὰ τουλάχιστον δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀποτελοῦσε τὴν ἀρχικὴ γραφὴ ἐδῶ)· καὶ ὅτι στὸ σχετικὸ χωρίο τῆς βιογραφίας τοῦ Ἀράτου (ὅ.π. 7.15-16) σημειώνεται ὅτι ἀπὸ τῶν ἐν Κιλικίαι Σόλων οἱ πολῖται Σολεῖς, ἀπὸ δὲ τῶν ἐν Κύπρωι Σόλιοι (διάκριση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει τὸν ἀρχαῖο βιογράφο νὰ γράψει Σολίοισι, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ἔστω κι ἂν ὁ Σόλωνας ἔγραψε ἐνδεχομένως ἀρχικὰ Σολιεῦσι). Ἡ ἑπόμενη –μετὰ τὸν Σόλωνα– πηγή, ὁ Ἡρόδοτος, ἀναφερόμενος διεξοδικὰ στὴ συμμετοχὴ τῶν Κυπρίων στὴν Ἰωνικὴ ἐπανάσταση κατὰ τῶν Περσῶν στὸ πέμπτο βιβλίο (κεφ. 104-115) φαίνεται νὰ δίνει γιὰ τοὺς κατοίκους τῶν Σόλων τῆς Κύπρου μόνο τὸν τύπο Σολίων (κεφ. 110 καὶ 113.2)· ἡ χειρόγραφη ὅμως παράδοση δίνει καὶ στὶς δύο περιπτώσεις καὶ τὴ γραφὴ Σολιέων, ποὺ ἀναντίρρητα ἀποτελεῖ lectionem difficiliorem καὶ συγκεν­τρώνει πολλὲς πιθανότητες νὰ εἶναι ἡ ἀρχική, καθὼς μάλιστα εὔκολα ἐξηγεῖται ἡ παραφθορά της κατ' ἐπίδραση καὶ τῶν πολλῶν σὲ -ιος ἐθνικῶν ὀνομάτων στὴ διήγηση τοῦ Ἡροδότου19 καὶ τοῦ καθιερωμένου πιθανῶς ἀργότερα κανόνα γιὰ Σολίους τῆς Κύπρου καὶ Σολεῖς τῆς Κιλικίας.

   Οἱ σχετικὲς μαρτυρίες δὲν περιορίζονται στὴ βιογραφία τοῦ Ἀράτου20. Ὁ Διο­γένης ὁ Λαέρτιος (πιθ. β΄ ἥμισυ 3ου αἰ. μ.Χ.) καὶ ὁ Εὐστάθιος (12ος αἰ. μ.Χ.) ἐπιβε­βαιώνουν τὸν «κανόνα», ὅπως καὶ ὁ Στράβων (περίπου 64/3 π.Χ.-23 μ.Χ. τουλάχι­­στον). Οἱ ἐπιγραφικὲς μαρτυρίες φαίνονται νὰ συμφωνοῦν κατὰ «κανόνα», ὅπως καὶ οἱ φιλολογικὲς πηγὲς (ποὺ ἀναφερόμενες σὲ κατοίκους τῶν Σόλων τῆς Κύπρου τοὺς ἀποκαλοῦν Σολίους). Ὁ Διοσκουρίδης ὁ Πεδάνιος ὅμως (1ος αἰ. μ.Χ.) ὁμιλεῖ γιὰ Σολέων ὄρος στὴν Κύπρο καὶ ὁ Στέφανος ὁ Βυζάντιος (6ος αἰ. μ.Χ.) σ.λ. Σόλοι σημειώνει (581.11, βλ. καὶ ἀνωτ. σημ. 149): Σόλοι, Κιλικίας πόλις (...)· ὁ πολί­της Σολεὺς καὶ Σόλιος21. Καὶ οἱ σημερινοὶ Κύπριοι μιλοῦν γιὰ Σολέα καὶ Σολιά (Σολία καὶ Σολεία σὲ παλαιότερα κείμενα), γιὰ Σολεάτες καὶ Σολιάτες, ἐνῶ δὲν λείπουν καὶ οἱ ἄνδρες μὲ τὸ ἐπώνυμο Σολέας. Ὅλα τοῦτα μαρτυροῦν γιὰ ἕναν «κανόνα» μὲ ἐξαιρέσεις πολλές, κυρίως κατὰ τοὺς προχριστιανικοὺς χρόνους.

   Πιὸ χαρακτηριστικὴ περίπτωση ἀποτελεῖ ὁ Κλέαρχος ὁ Σολεύς, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀντλεῖ ὁ Ἀθήναιος τὴν ἀναφορά του στὸ εἰς τὸν Πᾶνα ποίημα τοῦ Καστορίωνος τοῦ Σολέως. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Χατζηιωάννου στὴν ἀρχὴ τοῦ εἰδικοῦ κεφαλαίου του γιὰ τὸν Κλέαρχο στὸν Στ΄ τόμο τῆς ΑΚΕΠ, σελ. 139, «ὁ Κλέαρχος ποὺ ἤθελε νὰ λέγεται Σολεὺς καὶ ὄχι Σόλιος», παρὰ τὸν σχετικὸ κανόνα, «στὰ γραφόμενά του ἀποδίδεται Κύπριος. Γιατὶ στὸ σύγγραμμά του ποὺ τιτλοφορεῖται Γεργίθιος γράφει γεγόνασι παρ' ἡμῖν (...) καὶ γυναῖκες ὑπὸ τὰς ἀνάσσας αἱ προσαγορευθεῖσαι κολακίδες. Αἱ κολακίδες ὅμως εἶναι τὸ θηλυκὸ γένος τῶν εὐγενῶν κολάκων, τοὺς ὁποίους χρησιμοποιοῦσαν οἱ κατὰ Κύπρον μόναρχοι. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἄνασσαι ἦταν τίτλος καθαρὰ κυπριακός, ποὺ ἔφεραν οἱ ἀδελφὲς κι' οἱ γυναῖκες τῶν βασιλιάδων τῆς Κύπρου. Ἑπομένως ὁ Κλέαρχος μὲ τὸ παρ' ἡμῖν ποὺ χρησιμοποίησε ἄφησε νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι ἦταν Κύπριος, ἀφοῦ λέει "σ' ἐμᾶς" συνέβαινε αὐτὸς ὁ θεσμὸς τῶν κολάκων καὶ τῶν κολακίδων». Ἡ «κατὰ γενικὴ ὁμολογία» Κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ Κλεάρχου τοῦ Σολέως22 δίνει ἔτσι μιὰ σχεδὸν βέβαιη ἐξαίρεση τοῦ κανόνα στὰ μέσα περίπου τοῦ 3ου αἰ. π.Χ., ἐνῶ πρὸς τὰ τέλη τοῦ ἴδιου αἰώνα πιθανὴ ἀναδύεται ἀπὸ τὴν ἐπιγραφικὴ μαρτυρία ἡ Κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ Νουμηνίου τοῦ Σολέως. Ἡ ἔρευνα φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ σὲ Κυπριακὴ καταγωγὴ καὶ ἄλλων Σολέων, ὅπως εἶναι ὁ ἱματιομίσθης Νίκων Μενεκλέους Σολεύς (3ος αἰ. π.Χ.) καὶ ὁ φιλόσοφος Κράντωρ ὁ Σολεύς23, ἴσως κι ὁ φιλόσοφος Θεόδωρος ὁ Σολεύς κ.ἄ., πιθανῶς καὶ ὁ Καστορίων ὁ Σολεύς. Γιὰ τὸν τελευταῖο δὲν λείπουν οἱ ἐνδείξεις, μικρὲς μὰ ἴσως ὄχι ἀσήμαντες, ὅπως εἴδαμε στὰ προηγούμενα. Ἴσως, ἀκόμα, δὲν εἶναι ἐντελῶς τυχαῖο ὅτι πηγὴ τοῦ Ἀθή­ναιου γιὰ τὸν Καστορίωνα εἶναι ὁ Κύπριος φιλόσοφος Κλέαρχος ὁ Σολεύς, οὔτε ὅτι ὁ Δοῦρις στὸ σχετικὸ χωρίο τοῦ Ἀθήναιου ἀναφέρεται καὶ στῶν Κυπρίων τὴν καθαρειότητα.

   Ἡ μορφὴ τοῦ Καστορίωνος τοῦ Σολέως φαίνεται νὰ προβάλλει ἔτσι ἐναρ­γέστερη. Γεννημένος πιθανῶς στοὺς Σόλους τῆς Κύπρου24 καὶ μεγαλωμένος στὸ κλίμα τῆς συμμετοχῆς τῆς Κύπρου στὶς ἐκστρατεῖες τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου (μὲ τὸν Πασικράτη τῶν Σόλων νὰ γίνεται χορηγὸς καὶ νικητὴς στοὺς τραγικοὺς ἀγῶνες ποὺ ὀργανώνει ὁ Μακεδόνας βασιλιὰς στὴν Τύρο τὸ 331 π.Χ.) καὶ τῶν στενῶν σχέσεων τῆς Κύπρου μὲ τὸν Ἑλληνικὸ κόσμο, ποὺ ἔρχονται σὰν φυσικὴ συνέπεια τῶν νέων ἐξελίξεων, ὁ Καστορίων προφανῶς ἀκολούθησε τὸ κύμα ποὺ ἔφερε πολλοὺς ἀνθρώπους τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Τεχνῶν στὴν Ἀθήνα (ὅπως τὸν Ζήνωνα τὸν Κιτιέα κι ἀργότερα τὸν Κλέαρχο), στὴν αὐλὴ τῶν Μακεδόνων βασιλέων κατὰ καιροὺς καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀργότερα (ὅπως τὸν Σώπατρο τὸν Πάφιο, ἴσως καὶ τὸν Κλέωνα καὶ τὸν Ἑρμεία τὸν Κουριέα). Στὴν Ἀθήνα τὸν βρίσκουμε μὲ βεβαιότητα τὸ 309/8 π.Χ., ἴσως καὶ τὸ 307/6 καὶ τὸ 291/90 π.Χ., στὴ Μακεδονία ἴσως τὸ 277/6 π.Χ., νὰ συνθέτει καὶ νὰ παρουσιάζει στίχους-παίγνια εἰς τὸν Πᾶνα (καὶ τὸν Δημήτριο τὸν Φαληρέα) καὶ πιθανῶς στὸν Διόνυσο (καὶ τὸν Δημήτριο τὸν Πολιορκητὴ ἢ / καὶ τὸν Ἀντίγονο). Ἡ λογοτεχνικὴ ἀξία τῶν ἐλάχιστων στίχων του ποὺ σώζονται δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτιμηθεῖ. Μποροῦμε ἴσως νὰ ποῦμε μὲ σχετικὴ βεβαιότητα ὅτι ἦταν ἄριστος χειριστὴς τοῦ μέτρου καὶ τῶν νέων τεχνικῶν τοῦ στίχου, ἴσως καὶ τοῦ μύθου, στὰ νέα πλαίσια τῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς· ὅτι γιὰ νὰ ἀπαθανατιστεῖ –ἕνας ἐπαρχιώτης αὐτός– ἦταν ἀρκετὰ ἀξιόλογος ποιητής.

  1. Βλ. κυρίως Ryba, B. (1930), Frammento Sconosciuto del poeta Ellenistico Castorione, Athenaeum 8: 174-181. 177 κἑ., καὶ Bing, P. (1985), Kastorion of Soloi's Hymn to Pan (Supplementum Hellenisticum 310), AJPh 106: 502-509., μὲ παραπομπὲς καὶ πλούσια βιβλιογραφία· πβ. W. Kroll, "Kastorion von Soloi", von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart . Suppl. IV (1924) 880· Susemihl, F. (1892), Geschichte der griechischen Literatur in der Alexandrinerzeit, Vols. I-II, Leipzig. II 518· von Christ, W., Schmidt M. & Stählin O. (1920), Geschichte der griechischen Literatur, 6th ed., München . II 151· von Wilamowitz-Moellendorff, U. (1921), Griechische Verskunst, Berlin.k. 126 (πβ. τοῦ ἴδιου Ryba, B. (1930), Frammento Sconosciuto del poeta Ellenistico Castorione, Athenaeum 8: 174-181. II, Berlin 1921, 126)· Couat, A. (1931), Alexandrian Poetry under the first three Ptolemies (324-222 B.C.), London. 199 κἑ. Τὸ ἀπόσπ. παρατίθεται προφανῶς σ' ὅλες τὶς ἐκδόσεις τοῦ Ἀθήναιου: I. Schweighäuser (soc. Bipont. 1807), A. Meineke (Lipsiae [Teubner] 1858), C. Tauchnitius (Lipsiae 1868), G. Kaibel (Lipsiae [Teubner] 1887 καὶ 1934), Peppink, S. P. (1937-1939), Athenaei, Dipnosophistarum Epitome, Vol. II: 1-2, Leiden., Desrousseaux, A. M. (1956), Athénée de Naucratis Les Deipnosophistes, Vol. livres I et II, Paris ., J. Gulick (London [Loeb Cl. L.] 1969)· στὶς ἐκδόσεις Ἰαμβογράφων: βλ. κυρίως Bergk, T. (1853), Poetae Lyrici Graeci, Vols. I-III, 2nd ed., Leipzig.(III 635-6 ἀρ. XLVII.2 [Lipsiae 1882], τὰ ἴδια στὴν ἔκδ. 1914, Pars III: Bergk – Rubenbauer) καὶ Diehl, E. (1925), Anthologia Lyrica Graeca, Vol. II, Bibliotheca scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana Leipzig. (Fasc. 3 [Lipsiae 1952], 67:Καστορίων ὁ Σολεύς, 1.Ἴαμβοι), καὶ στὸ Lloyd-Jones, H. & Parsons P. J. (1983), Supplementum Hellenisticum, Berlin – New York. (144 ἀπόσπ. 310)· στὶς ἐκδόσεις τοῦ Κλεάρχου: βλ. κυρίως Wehrli, F. (1948), Die Schule des Aristoteles: Texte und Commentar, Heft III: Klearchos – Heft IV: Demetrios von Phaleron, Basel – Stuttgart ., Heft III: Klearchos (Basel 19692) 32-33 fr. 88. Βλ. καὶ Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Γα΄ 6 καὶ 52ζ, καὶ Ταϊφάκος, Ι. (2008), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 6. Φιλοσοφία: Κλέαρχος, Περσαῖος, Δημῶναξ καὶ ἄλλοι Κύπριοι φιλόσοφοι, τóμ. 6, Λευκωσία. (Κλέαρχος ὁ Σολεύς).
  2. Βλ. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford. σ.λ. "Clearchus" (3: of Soli, in Cyprus), καὶ Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 955 (μὲ βασικὴ βιβλιογραφία). Βλ. ἐπίσης τὸ ἀξιόλογο κεφάλαιο τοῦ Κυρ. Χατζηιωάννου «Κλέαρχος ὁ Σολεὺς βάσει τῶν πηγῶν»,Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Στ΄ σσ. 139-56· πβ. τοῦ ἴδιου «Ὁ Κύπριος φιλόσοφος Κλέαρχος ὁ Σολεύς», (2002), Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και η Κύπρος, Κυπριακά,τόμ. Α΄-Δ΄ Αθήνα. Β΄ 81-95. Στὸν Γα΄ τόμο τῆς Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. σσ. 224-25 ἀρ. 49-49α τὰ testimonia γιὰ τὸν Κλέαρχο καὶ ἡ μετάφρασή τους, σσ. 224-93 ἀρ. 49.1-65.6 τὰ ἀποσπάσματα ἔργων τοῦ Κλέαρχου καὶ ἡ μετάφρασή τους. Τελευταία εἰδικὴ ἔκδοση ἀπὸ τὸν Wehrli, F. (1948), Die Schule des Aristoteles: Texte und Commentar, Heft III: Klearchos – Heft IV: Demetrios von Phaleron, Basel – Stuttgart ., ὅ.π. (σημ. 132)· κείμενο – μετάφραση καὶ σχόλια στὴν Ταϊφάκος, Ι. (2008), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 6. Φιλοσοφία: Κλέαρχος, Περσαῖος, Δημῶναξ καὶ ἄλλοι Κύπριοι φιλόσοφοι, τóμ. 6, Λευκωσία.(ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία). Βλ. ἀκόμα Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg . K 38. Ἀξίζει νὰ ὑπομνηστεῖ ὅτι ὁ Κλέαρχος εἶναι μαθητὴς τοῦ Ἀριστοτέλη τῶν ἐκ τοῦ Περιπάτου φιλοσόφων οὐδενὸς δεύτερος (Ἰωσ.Κατ' Ἀπ. 1.176), πβ. Ἀθήν. 15, 701c Κλέαρχος ὁ Σολεὺς οὐδενὸς ὢν δεύτερος τῶν τοῦ σοφοῦ Ἀριστοτέλους μαθητῶν.
  3. Ἀθήν. 15, 697a ἐπ' Ἀντιγόνωι δὲ καὶ Δημητρίωι φησὶν Φιλόχορος Ἀθηναίους ἄιδειν παιᾶνας τοὺς πεποιημένους ὑπὸ Ἑρμίππου (Ἑρμοκλέους Schweighäuser) τοῦ Κυζικηνοῦ, ἐφαμίλλων γενομένων τῶν παιᾶνας ποιησάντων <πολλῶν>,καὶ τοῦ Ἑρμοκλέους προκριθέντος. Γιὰ τὸν ποιητικὸ ἀγώνα στὴν Ἀθήνα βλ. Susemihl, F. (1892), Geschichte der griechischen Literatur in der Alexandrinerzeit, Vols. I-II, Leipzig.ὅ.π. (II 518)· γιὰ τὸν Ἑρμοκλῆ Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 1047. Γιὰ τὰ γεγονότα τοῦ 307-306 π.Χ. βλ. καὶ (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.Δ΄ 281 κἑ. (ἀποκατάσταση τῆς Δημοκρατίας στὴν Ἀθήνα, περιφανὴς νίκη τοῦ Δημήτριου τοῦ Πολιορκητῆ μὲ ἐνισχύσεις ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ τὴν Κιλικία σὲ βάρος τοῦ Πτολεμαίου στὴν Κύπρο καὶ αὐτοανακήρυξη τοῦ Ἀντίγονου σὲ «βασιλέα» στὴν Ἀντιγόνεια· ἡ Κύπρος ἀνακτᾶται ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖο τὸ 294 π.Χ.). Οἱ τιμὲς τῶν Ἀθηναίων πρὸς τὸν Ἀντίγονο καὶ τὸν Δημήτριο εἶναι πρωτοφανεῖς. Ἀνάμεσα στ' ἄλλα προσθέτουν στὶς δέκα φυλὲς ἄλλες δύο, τὴν Ἀντιγονίδα καὶ τὴ Δημητριάδα, ἱδρύουν βωμό τους καὶ ἀποφασίζουν ἐτήσιες θυσίες καὶ πομπὴ καὶ ἀγῶνες, δίνουν στὸν Δημήτριο «ὡς ἀδελφὸ τῆς Ἀθηνᾶς» τὸν Παρθενώνα γιὰ κατοικία (βλ. ὅ.π. σελ. 291), θεοποιοῦν μὲ ἄλλα λόγια τὸν Ἀντίγονο καὶ τὸν Δημήτριο ἀνακηρύσσοντάς τους «θεοὺς-σωτῆρες». Ὁ Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. 151, ἀναφέρεται διεξοδικὰ καὶ σ' ἄλλες τιμές, ὅπως εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ μήνα Μουνιχιῶνος (ἢ Μουνυχιῶνος) σὲ Δημητριῶνα καὶ τῆς γιορτῆς τῶν Διονυσίων σὲ Δημήτρια μετὰ τὴν πτώση τοῦ Λάχαρη τὸ 294 π.Χ., ὁπότε καὶ ἀνακηρύσσεται ὁ Δημήτριος βασιλεὺς τῶν Μακεδόνων. Τὸ κλίμα τῆς ἐποχῆς εἶναι πρόσφορο γιὰ συνδυασμὸ κολακείας καὶ ἐξύμνησης ἀνθρώπων ὡς θεῶν – ὕμνων σὲ θεούς.
  4. Ἀθήν. 6, 253d:Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden. 76 F 13. Ὁ Δοῦρις ὁ Σάμιος γράφει περίπου στὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου (μέχρι τὸ 280-270 περ. π.Χ.), ἀναφέρεται δὲ ὡς πηγὴ καὶ ἑνὸς ποιήματος ποὺ ἀποδίδεται στὸν Καστορίωνα καὶ διασώζει ἐπίσης μέσω αὐτοῦ ὁ Ἀθήναιος (12, 542b-e:Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden. 76 F 10 καὶ κατωτ. 7 F3), ὅπου ὁ μὲ τιμὲς θεϊκὲς δοξαζόμενος ἄρχοντας ἀποκαλεῖται ἡλιόμορφος. Βλ. καὶ ἑπόμενα.
  5. Γιὰ τὸν συμβολισμὸ βλ. Ehrenberg, V. (1931), Athenischer Hymnus auf Demetrius Polierketes, Die Antike 7: 279-297. 284 κἑ., ὅπου ὁ Δημήτριος ἀναφέρεται ὡς κύριος τῶν θαλασσῶν (Ποσειδῶν) καὶ νικητὴς στὸ πεδίο τοῦ ἔρωτα (Ἀφροδίτη).
  6. Βλ. π.χ. Usener, H. (1912-1914), Kleine Schriften, Vols. I-IV, Leipzig – Berlin. III 406-7, ποὺ μὲ ἀφορμὴ ἐπίγραμμα ἀπὸ τὴν Κνίδο ὅπου γίνεται ἀναφορὰ σὲ τέμενος Ἀντιγόνου φιλίου ἥρωος πρὸς τὸν μελιζόμενον Πᾶνα καὶ τὸν τεμενουρὸν Ἀρκαδίης Ἑρμῆν, μνημονεύει χάλκινα νομίσματα ἀπὸ τὴν Πέλλα μὲ τὴν κεφαλὴ νεαροῦ Πάνα καὶ τὴν ἐπιγραφὴ Μακεδόνων ὡς σφραγίδα καὶ ἄλλα ἀπὸ τὴν Ἀμφίπολη ἢ τὴ Θεσσαλονίκη μὲ κέρατα κριαριοῦ· πβ. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden. IID 773 κἑ.: σχόλια στὸν Ἀπολλόδωρο (Περὶ θεῶν) 244 F 127 κἑ. Καθὼς μάλιστα ἀπὸ προγενέστερους καὶ μὴ συγγραφεῖς (βλ. π.χ. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden. IIB 1080 κἑ.: 244 F 127 κἑ., πβ. Ἡρόδ. 6.105-6) γίνεται συχνὰ λόγος γιὰ Πανικοὺς φόβους καὶ Πανικὰ κινήματα καὶ Πανικὰς ταραχὰς αἰφνιδίους (γιὰ ξαφνικὴ ταραχὴ τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν ὁποία οἱ καταλαμβανόμενοι ὁδηγοῦνται σὲ πράξεις ὀλέθριες: βλ. χαρακτηριστικὰ Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. 31 F1, μὲ σχόλια), καὶ καθὼς ὁ Κλέαρχος ὁ Σολεὺς γράφει εἰδικὸ σύγγραμμα Περὶ τοῦ πανικοῦ (Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Γα΄ 59: ἀπόσπ. 36 Wehrli, F. (1948), Die Schule des Aristoteles: Texte und Commentar, Heft III: Klearchos – Heft IV: Demetrios von Phaleron, Basel – Stuttgart ., βλ. καὶ Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. σελ. 80, μὲ σημ. 11 καὶ Ταϊφάκος, Ι. (2008), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 6. Φιλοσοφία: Κλέαρχος, Περσαῖος, Δημῶναξ καὶ ἄλλοι Κύπριοι φιλόσοφοι, τóμ. 6, Λευκωσία.), εὔλογο ἦταν νὰ θεωρηθεῖ ὁ Πάνας ὡς συμπαραστάτης τοῦ Ἀντίγονου ποὺ ἐνέσπειρε τὸν πανικὸ στοὺς Γαλάτες στὴ μάχη τῆς Λυσιμάχειας καὶ νὰ συνυμνοῦνται οἱ δυό τους ἀπὸ τοὺς ποιητὲς μετὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ νίκη. Βλ. καὶ Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα . Β΄ 240 κἑ. (μὲ ἀνάλυση τοῦ ὅλου μύθου καὶ παραπομπές). Βλ. ἐπίσης τὰ ἑπόμενα γιὰ τὸ 7 *F2 καὶ κατωτ. σχόλια στὰ χωρία. Ἀξίζει νὰ σημειω­θοῦν οἱ ἰδιαίτερες ὁμοιότητες τῶν μύθων γιὰ τὸν Πάνα μὲ τοὺς Κυπριακοὺς μύθους γιὰ τὸν Κινύρα καὶ τὸν Ἄδωνη (βλ. ἀνωτ. 72 κἑ. καὶ κατωτ. 1 Τ3 κἑ. μὲ ἀντίστοιχα σχόλια), κυρίως ὅσον ἀφορᾶ στὴ σχέση τους μὲ τὸν Ἀπόλλωνα, τὴ μουσικὴ καὶ τὴ μαντική, ἀλλὰ καὶ οἱ πανάρχαιοι δεσμοὶ τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἀρκαδία (βλ. ἀνωτ. 59 κἑ.) ποὺ αἰτιολογοῦν καὶ τὴν ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στὸν Ἀρκάδα θεὸ ἀπὸ Κύπριο ποιητή. Περισσότερα γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Πάνα στὴν Κύπρο: Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1980), Προομηρικά, Ὁμηρικά, Ἡσιόδεια, Ἡ Βιβλιοθήκη τοῦ Φιλολόγου 13: Ἀθήνα . 192-4 (μὲ Εἰκ. 140, 142 καὶ 143 [: ἐδῶ Εἰκ. 29.1-3], βλ. καὶ σημ. 140-3 στὶς σσ. 312-3), 259 (μὲ Εἰκ. 210: κατωτ. Εἰκ. 129 καὶ 130), 296.
  7. Γιὰ τὸν Ἀντίγονο Γονατὰ καὶ τὴν αὐλή του, βλ. μεταξὺ ἄλλων Tarn, W. W. (1913), Antigonos Gonatas, Oxford.. Βλ. ἐπίσης Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη . 924, 928, 932, 1032, 1044, καὶ  (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι. Δ΄ 298 κἑ., κυρίως 368 κἑ. Ἡ παρουσία τοῦ Ἀράτου τοῦ Σολέως στὴν αὐλὴ τοῦ Ἀντίγονου καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ βασιλιὰς φιλόσοφος ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ Ζήνωνος τοῦ Κιτιέως, ἐνισχύει τὴν πιθανότητα ὁ ποιητὴς στίχων εἰς Πᾶνα Καστορίων ὁ Σολεὺς νὰ βρέθηκε ἐπίσης στὴν ἴδια αὐλὴ τὴν ἐποχὴ αὐτή, ὅποιοι Σόλοι κι ἂν θεωρηθοῦν ὡς πατρίδα τοῦ Καστορίωνα. Γιὰ τὸν Πάνα καὶ τὸ ὅλο ποίημα βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ 7 F1, καὶ τὰ ἀμέσως ἑπόμενα.
  8. Βλ. κατωτ. 7 *F2 μὲ τὰ σχόλια στὸ χωρίο (ἡ σκοπιμότητα τῶν ἐδῶ ὑπογραμμίσεων θὰ φανεῖ στὴ συνέχεια). Τὸ ἀπόσπ. παρατίθεται στὴν ἔκδοση τῶν σχολίων στὸν Λουκανὸ καὶ σὲ ἐκδόσεις τοῦ Πινδάρου, τοῦ Εὐφορίωνα καὶ τοῦ Ἀπολλόδωρου, τοῦ Ἑκαταίου καὶ τοῦ Καστορίωνα. Βλ. κυρίως: Citekey 951 not found 110-11, στὸ 3.402 σ.λ.Hunc non ruricolae Panes·Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden. 1. (Hecataios von Milet) F 371 (I. [Berlin 1923] 46-47) καὶ 244. (Apollodoros von Athen) F 136a (ausΠ. θεῶν) (IIB [Berlin 1929] 1080-82· ἀντίστοιχα σχόλια: IID [Berlin 1930] 773 κἑ.)· Powell, J. U. (1925), Collectanea Alexandrina: Reliquiae minores poetarum Graecorum aetatis Ptolemaicae 323-146 A. C. Epicorum, Elegiacorum, Lyricorum, Oxford. σελ. 49 [Euphorio] ἀπόσπ. 109 (μόνο τὸ σχετικὸ μὲ τὸν Εὐφορίωνα χωρίο, ἀλλὰ μὲ παραπομπές)· Bowra, C M. (1935), Pindari Carmina, Oxford. ἀπόσπ. 90c· van Groningen, B. A. (1977), Euphorion, Amsterdam. 182-83 ἀπόσπ. 113· Lloyd-Jones, H. & Parsons P. J. (1983), Supplementum Hellenisticum, Berlin – New York. 145 (Castorio Soleus) ἀπόσπ. «311 ?». Συζήτηση τῶν προβλημάτων καὶ βιβλιογραφία ἀπὸ τὸν Ryba, B. (1930), Frammento Sconosciuto del poeta Ellenistico Castorione, Athenaeum 8: 174-181. ὅ.π. (σημ. 132) 174 κἑ., μὲ τὴν ὣς τὸ 1930 ἱστορία τῆς κριτικῆς τοῦ ἐδῶ κειμένου.
  9. Βλ. π.Χ.Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden. IIB 1080 κἑ. (ὅπου καὶ λόγος περὶ τῶν Πανικῶν λεγομένων κινημάτων, γιὰ τὸ Πανικὰς λέγεσθαι ταραχὰς τὰς αἰφνιδίους κ.λπ.).
  10. Ὅ.π. (σημ. 132 καὶ 139), 174 κἑ.
  11. Βλ. ἀνωτ. σημ. 137 γιὰ τὸν Πάνα καὶ κατωτ. (μὲ σημ. 155).
  12. Ἡ πρώτη, π.χ., περίσταση μπορεῖ νὰ συνδυαστεῖ μὲ τὸν πανικὸν φόβον τῶν ἡττημένων ἀντιπάλων τοῦ Δημήτριου τοῦ Πολιορκητῆ στὴν Κύπρο τὸ 306 π.Χ., ἡ δεύτερη καὶ μὲ τὸν φόβο τῶν τότε ἀντιπάλων ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἰθύφαλλον ποὺ παραθέτει ὁ Ἀθήναιος (βλ. ἀνωτ., μὲ σημ. 134 καὶ 135). Δύσκολα προκρίνει κανεὶς μὲ σχετικὴ ἔστω βεβαιότητα τὴν τρίτη περίσταση. Συνολικὰ ὅμως ἐνισχύεται ἡ πιθανότητα νὰ ἔχει παρουσιαστεῖ τὸ εἰς τὸν Πᾶνα ποίημα τοῦ Καστορίωνα (μὲ ἀναφορὰ στὴ σχέση Πάνα – Ἀπόλλωνα) σ' αὐτὰ τὰ χρονικὰ πλαίσια.
  13. Βλ. κυρίως Πυθ. 3 καὶ ἀποσπ. 88 καὶ 89a-d Bowra (ὅπου ἀναφορὰ στὸν Ἀπόλλωνα καὶ στὸν Πάνα) καὶ Πυθ. 2.13-17 (ὅπου μνεία τῆς σχέσης Ἀπόλλωνα – Κινύρα: βλ. κατωτ. 1 Τ3 καὶ 1 Τ5, μὲ σχόλια, καὶ ἀνωτ. σημ. 137). Βλ. ἐπίσης ἀπόσπ. 85 Bowra ὦ Πάν, Ἀρκαδίας μεδέων (...). Γιὰ τὴ σχέση τοῦ Πάνα μὲ τὸ Λύκαιον ὄρος βλ. καὶ Θεόκρ. Εἰδύλλ. 1.123 ὦ Πάν, Πάν, εἴτ' ἐσσὶ κατ' ὤρεα μακρὰ Λυκαίω.
  14. Τὸ ἀπόσπ. 7 F3a παρατίθεται, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τοῦ Ἀθήναιου καὶ τὰ Ἀνθολόγια Λυρικῆς ποίησης (βλ. ἀνωτ. σημ. 132), στὶς εἰδικὲς ἐκδόσεις Μελικῶν ποιητῶν ἀφ' ἑνός: βλ. κυρίως Page, D L. (1962), Poetae Melici Graeci, Oxford. 447 ἀρ. 845 (Kastorion ἀπόσπ. 1), καὶ ἀφ' ἑτέρου τοῦ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως καὶ τοῦ Δούρη: βλ. κυρίως Wehrli, F. (1948), Die Schule des Aristoteles: Texte und Commentar, Heft III: Klearchos – Heft IV: Demetrios von Phaleron, Basel – Stuttgart ., 13 ἀπόσπ. 34 (Demetrios von Phaleron), καὶ Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden. 76. (Duris von Samos) F 10 (IIA [Berlin 1926] 140-41). Βλ. ἐπίσης Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Γα΄ ἀρ. 6.1 καὶ Lloyd-Jones, H. & Parsons P. J. (1983), Supplementum Hellenisticum, Berlin – New York. 145 ἀπόσπ. «312? Dithyrambus». Ἡ ἐπιλογὴ τοῦ τίτλου dithyrambus τῆς τελευταίας ἔκδοσης: κατὰ τὸν Diehl, E. (1925), Anthologia Lyrica Graeca, Vol. II, Bibliotheca scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana Leipzig. (ὅπου ἡ διάκριση ΙΑΜΒΟΙ – ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΙ γιὰ τοὺς εἰς Πᾶνα καὶ τοὺς ἐδῶ στίχους)· ὁ Bergk θέτει τίτλο ΕΙΣ ΔΙΟΝΥΣΟΝ· καὶ ὁ Page παραθέτει τὸ ἀπόσπ. χωρὶς τίτλο. Ἡ πληροφορία τοῦ Ἀθήναιου ὅτι ἐν τῆι πομπῆι τῶν Διονυσίων, ἣν ἔπεμψεν ἄρχων γενόμενος, ἦιδεν ὁ χορὸς εἰς αὐτὸν (sc.Δημήτριον τὸν Φαληρέα)ποίημα Καστορίωνος τοῦ Σολέως δὲν ὁδηγεῖ ἀναγκαστικὰ σὲ τίτλο Εἰς Διόνυσον. Ὅπως δείχνει καὶ ἡ φράση εἰς αὐτὸν τὸ ποίημα ἀπευθυνόταν στὸν ὀργανωτὴ τῆς πομπῆς Δημήτριο Φαληρέα καὶ προφανῶς περιεῖχε ὕμνους ἢ διθυράμβους στὸν Διόνυσο (κατὰ κύριο πιθανῶς λόγο) καὶ στὸν ἴδιο.
  15. Pauli Leopardi, Emendationum et Miscellaneorum libri VI, cap. XX, Antverbiae 1568=Jani Gruteri, Lam­pas sive fax artium liberalium (...), Tom. III, Francofurti 1604, σ. 121 (βλ. Ryba, B. (1930), Frammento Sconosciuto del poeta Ellenistico Castorione, Athenaeum 8: 174-181., ὅ.π. [σημ. 132] 180 σημ. 5).
  16. Βλ. Usener, H. (1912-1914), Kleine Schriften, Vols. I-IV, Leipzig – Berlin. III 409 σημ. 85· Ryba, B. (1930), Frammento Sconosciuto del poeta Ellenistico Castorione, Athenaeum 8: 174-181., ὅ.π. (σημ. 132) 180 κἑ.· W. Kroll, von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart . Suppl. IV (1924) 880. Πβ. von Wilamowitz-Moellendorff, U. (1935-1972), Kleine Schriften, Vols. I-VI, Berlin.IV (1962) 686 σημ. 1.
  17. Τὸ σχόλιο τοῦ Εὐσταθίου στὴν Ὀδ. (ζ 163, βλ. κατωτ. 7 F3b) δὲν ἀντικρούει τὰ ἐδῶ συμπεράσματα. Ὁ χορὸς δὲν τραγουδοῦσε ἕνα ποίημα ἀλλὰ πολλά, σὲ ἕνα ἢ περισσότερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ ἄρχων Δημήτριος ὁ Φαληρεὺς ἀποκαλοῦνταν ἡλιόμορφος (πβ. τὰ ἀνωτ., μὲ σημ. 135), ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα καὶ ἕνα ποίημα Καστορίωνος τοῦ Σολέως. Γιὰ τὴ γραφὴ ἡλιόμορφος βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ 7 F3.12 (στ. 1) σ.λ. (γενικὰ τὰ σχόλια στὸ ἀπόσπασμα). Γιὰ τὶς ἄλλες γραφὲς βλ. κατωτ. τὸ κριτικό μας ὑπόμνημα στὸ χωρίο. Ἂς σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἀβεβαιότητα γιὰ τὸ μέτρο τοῦ σωζόμενου καταλογάδην ἀποσπάσματος ἀποτελεῖ ἕνα πρόσθετο πρόβλημα (πβ. τὶς διάφορες ἐκδόσεις). Βλ. χαρακτηριστικὰ Couat, A. (1931), Alexandrian Poetry under the first three Ptolemies (324-222 B.C.), London., ὅ.π. (σημ. 132), 201: "At a celebration commanded by Demetrius of Phaleron, the chorus sang a lyrical composition by the poet Castorion of Soles, wherein Demetrius was likened to the sun. The two extant lines of this poem do not permit us to judge of its lyric quality, but from other sources we know that this same Castorion, like certain other poets of his day, had a marked taste of eccentricities and for the most extraordinary difficulties of metre. Some time after his hymn to Dionysus, he, like his compatriot Aratus, wrote a poem in honour of Pan (...)".
  18. Βλ. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart . Α.3.1 (1927) 935-41 σ.λ. "Soloi", 1): τῆς Κιλικίας (935-8, Ruge) καὶ 2) τῆς Κύπρου (938-41, Oberhummer), ὅπου καὶ ἐτυμολογία τῆς λέξεως καὶ ἀναφορὰ στὸν Σόλωνα· πβ. Kleine Pauly V (1975), 261-2 ["Soloi", 1) τῆς Κύπρου καὶ 2) τῆς Κιλικίας], ὅπου καὶ βιβλιογραφία. Ἡ ὑπόθεση γιὰ Ἐτεοκυπριακὴ ὀνομασία ἑνὸς παλαιότερου οἰκισμοῦ, ἴσως μὲ τὴ σημασία τῆς πόλης τοῦ ἥλιου (sol, solis / ἥλιος) στοὺς λαμπεροὺς βράχους τῆς περιοχῆς, ἢ μὲ τὴ σημασία τῆς πόλης τοῦ χαλκοῦ (σόλος, σολοιτύπος κ.λπ.: βλ. Ἀ. Β. «Αἴπεια – Ἀσίνη» [ὅ.π.: σελ. 62 σημ. 13], πασίγνωστης γιὰ τὰ μεταλλεῖα της [βλ. χαρακτηριστικὰ Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. σχόλ. στὸ 31 *Τ3, Πηγή: Γαληνός, σσ. 367 κἑ.], σὺν τοῖς ἄλλοις), δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλει­στεῖ. Γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Σόλωνα στὴν Κύπρο βλ. καὶ ἀνωτ. 61-2 μὲ σημ. 13 καὶ 125 μὲ σημ. 66· γιὰ τὴν ἐπίσκεψή του στοὺς Σόλους τῆς Κιλικίας βλ. καὶ van Groningen, B. A. (1977), Euphorion, Amsterdam. ὅ.π. (σημ. 139) 20 κἑ. (Ἀλέξανδρος: Στέφ. Βυζ. 581.11 σ.λ. Σόλοι· Κιλικίας πόλις, ἡ νῦν Πομπηιούπολις· Ἑκαταῖος Ἀσίαι. κέκληται δὲ ἀπὸ Σόλωνος, ὡς Εὐφορίων ἐν Ἀλεξάνδρωι), μὲ σχόλια καὶ γιὰ τοὺς Σόλους τῆς Κύπρου. Βλ. ἐπίσης Sykutris, J. (1928), Solon und Soloi, Philologus 83: 439-443. (περαιτέρω βιβλιογραφία: Παπαδημητρίου ΕλΙ 227 κἑ.). Γιὰ τοὺς ὅρους Σόλιοι καὶ Σολεῖς βλ. κυρίως τὰ ἀξιόλογα σημειώματα τοῦ Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Ε΄ 112 (μὲ ἀναφορὰ στὸν Κράντορα τὸν Σολέα) καὶ Στ΄ σελ. 139 (ὅπου ἡ συζήτηση γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ Κλεάρχου τοῦ Σολέως), πβ. Δβ΄ 129-129β (περὶ Νίκωνος Μενεκλέους Σολέως) καὶ Δβ΄ 137 (γιὰ τὸν Νουμήνιον Δημητρίου Σολέα | ἰατρόν: Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. *41 T1, μὲ σχόλ. σ.λ. Σολέα)· βλ. ἐπίσης Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris. σσ. 358-9 (ἀρ. 378) καὶ 404 (μὲ λίαν ἀξιοσημείωτη τὴν παρατήρηση [404] ὅτι ὁ Κλέαρχος ὁ Σολεὺς ἦταν ἀναντίρρητα Κύπριος καὶ ὄχι Κιλίκιος). Γιὰ τὸν σολοικισμὸν βλ. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford. σ.λλ. σολοικία, σολοικίζω, σολοικιστής, σολοικισμός, σόλοικος.
  19. Βλ. κυρίως κεφ. 110 Σαλαμινίων (...) Κυπρίων (...) Κυπρίους (...), Σαλαμινίων δὲ καὶ Σολίων (v.l. Σολιέων) ἀπολέξαντες τὸ ἄριστον (...) καὶ κεφ. 115, Ἀμαθούσιοι (...) Κυπρίων (...) Σαλαμινίους (...), τῶν δὲ ἐν Κύπρωι πολίων ἀντέσχε χρόνον ἐπὶ πλεῖστον πολιορκευμένη Σόλοι (Κύπριοι ἀμέσως μετὰ στὴν ἀνακεφαλαίωση, κεφ. 116). Ἐπίσης: Κύπριοι, Ἀμαθουσίων, Σαλαμινίων (δίς), Κυπρίων (104), (πβ. Μιλήσιον, -οι καὶ Σαρδίων 105 κἑ.), Σαλαμινίωι, Ἀμαθουσίους (108), Σαλαμινίων, Κυπρίων (δίς, 113), Ἀμαθούσιοι (δίς, 114). Ἡ παρουσία τῶν τύπων Κουρίου, Κουριέες, Κουριέων, Κουριεῦσι λίγους στίχους πρὶν ἀπὸ τὸ Σολίων (v.l. Σολιέων) στὸ κεφ. 113 –μολονότι μεσολαβεῖ ὁ τύπος Κυπρίων δυὸ φορὲς– θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ ἐξηγήσει τὴν παρουσία τῆς γραφῆς Σολιέων ἐδῶ ὡς ὑστερογενοῦς· δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ ἰσχύει τὸ ἴδιο στὴν περίπτωση τοῦ κεφ. 110, γεγονὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀντίθετη σχέση Σολιέων (lectio diff.) g Σολίων. Βλ. καὶ Βοσκοῦ, Ἀ. Ἰ. (1997), Ὀνήσιλος: Ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο στὴ Σύγχρονη Κυπριακὴ Λογοτεχνία, Κυπριακαί σπουδαί 61: Λευκωσία . 3-33. 3 κἑ. (κυρίως 6 σημ. 9). Πβ. Rosén, H. B. (1987-1993), Herodoti Historiae, Vols. I-II, Stuttgart and Leipzig. σημ. στὸ 5.110 (ΙΙ 71, κριτ. ὑπόμν., 1325): «Σολιέων Β2DSV e lectionibus Σολίων et Σολέων natum esse docet Weber (Anal. Hdt.ea 185) quae amboduae formae a Steph. Byz. s.v. Σόλοι ethnicorum munere fungi dicuntur, cf. 113,2».
  20. Βλ. κυρίως Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. ὅ.π. (σημ. 149). Ἂς σημειωθεῖ ὅτι στὴ βιογραφία τοῦ Ἀράτου ἐπαναλαμβάνεται ἡ διάκριση καὶ σὲ προηγούμενο χωρίο (σελ. 6.17-18 Martin): οἱ μὲν Κύπριοι Σόλιοι καλοῦνται, οἱ δὲ Κιλίκιοι Σολεῖς (sc. οἱ ἐκ Σόλων).
  21. Διογ. Λαέρτ. 1.51 (βλ. Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. σχόλ. στὸ 31 Τ1, Πηγή [σσ. 345 κἑ.]) εἰσὶν οἱ μὲν ἔνθεν (sc. ἀπὸ Σόλων τῆς Κιλικίας) Σολεῖς, οἱ δ' ἀπὸ Κύπρου Σόλιοι. Εὐστ. Διον. Περιηγ. 875 πόλις Κιλικίας καὶ οἱ Σόλοι· τούτων οἱ πολῖται οὐ Σόλιοι, ἀλλὰ Σολεῖς· εἰσὶ δὲ Σόλοι καὶ περὶ Κύπρον, ὧν οἱ πολῖται Σόλιοι καλοῦνται. Στράβ. 14.6.3 (: Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Β΄ 153) οἱ δ' ἐνοικοῦντες (sc. Σόλοις Κύπρου) Σόλιοι καλοῦνται. Διοσκ. Ὕλ. ἰατρ. 5.74.4 (βλ. Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. σχόλ. στὸ 34 F4, Πηγή [σσ. 610 κἑ.]) Σολέων ὄρους (sc. ἐν Κύπρωι). Γιὰ φιλολογικὲς μαρτυρίες βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Ε΄ σελ. 110, ὅπου καὶ ἐπιγραφικὲς μαρτυρίες, γιὰ τὶς ὁποῖες βλ. καὶ Robert, L. (1940-1965), Hellenica: Recueil d'épigraphie, de numismatique et d'antiquités grecques, Vols. I-XIII, Vol. 2, 72 (κεφ. VII, « Sur quelques ethniques », σσ. 65-93)· πβ. Mitford, T B. (1961), The Hellenistic Inscriptions of Old Paphos, ABSA 56: 1-41. 12 ἀρ. 26 (περ. 225 π.Χ.) γιὰ τὸν Νουμήνιον Δημητρίου Σολέα | ἰατρόν, ποὺ ἀπὸ τὸν Mitford χαρακτηρίζεται Κιλίκιος μὲ ἐπίκληση τοῦ «κανόνα», ὅπως καὶ ἀπὸ τὴ Nicolaou, I. (1971), Cypriot Inscribed Stones (Picture Book no 6), Cyprus . 21 pl. XXI.b, ποὺ τὸν ἀκολουθεῖ. Ἀλλὰ «ὁ κανόνας ὅτι ὁ κάτοικος τῶν Σόλων τῆς Κύπρου λέγεται Σόλιος κι' ἐκεῖνος τῶν Σόλων τῆς Κιλικίας Σολεὺς δὲν τηρεῖται πάντοτε», ὅπως ὀρθὰ σημειώνει ὁ Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. (Δβ΄ 129-129β) μὲ ἀφορμὴ τὴν περίπτωση τοῦ ἱματιομίσθου Νίκωνος Μενεκλέους Σολέως (παραπέμποντας καὶ στὴ σημείωσή του πάνω ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ ὑπ' ἀρ. 50 ἀποσπ. τοῦ Κλεάρχου τοῦ Σολέως στὸν τόμο Γα΄). Καὶ συμπληρώνει ὁ ἴδιος ἀπαντώντας στὸν Mitford (Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δβ΄ 137): «ἡ διάκριση αὐτὴ (...) ἄρχισε γύρω στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ. Πρωτύτερα δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ διάκριση, πβ. τὸν Κλέαρχον τὸν Σολέα, ποὺ εἶναι ἀποδεδειγμένα ἀπὸ τοὺς Σόλους τῆς Κύπρου». Ἂς σημειωθεῖ ὅτι τὸ ὄνομα Νουμήνιος ἀπαντᾶ (σὲ περισσότερες ἀπὸ μιὰ γενιές, στὴν Κύπρο) καὶ σὲ ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὸν Λάρνακα τῆς Λαπήθου: Νουμήνιος Νουμηνίου. | Ἐπειδὴ Νουμήνιος Νουμηνίου (...) ἔδοξεν (...) δοῦναι | Νουμηνίωι καὶ ἐγγόνοις ὧν ἂν θύωσιν | ἀτέλε[ι]αν τῶν γερῶν εἰς τὸν ἅπαντα χρόνον (βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Δα΄ 39 [LBW VArch 2779, κ.ἀ.]: Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία. 12 Ε3 μὲ σχόλ. σ.στ. 1 [σσ. 294-5] καὶ Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία. σχόλ. σ.στ. *41 Τ1.1 σ.λ. Νουμήνιον Δημητρίου [σσ. 717-8], μὲ περαιτέρω παραπομπές).
  22. Ὁ Χατζηιωάννου παραπέμπει στὴν ΑΚΕΠ Ε΄ 112, Γα΄ 50 καὶ Α΄ 66.43α. Τὰ μνημονευόμενα κείμενα ἀνήκουν στὸν Ἀθήναιο (6, 255f) καὶ στὸν Ἁρποκρατίωνα σ.λ. ἄνακτες καὶ ἄνασσαι· Ἰσοκράτης Εὐαγόραι (203d, 72). ἔοικε δ' ὁ ῥήτωρ ἔθους τινὸς ἐν Κύπρωι μνημονεύειν. Ἀριστοτέλης γοῦν ἐν τῆι Κυπρίων πολιτείαι φησί· Καλοῦνται δὲ υἱοὶ μὲν καὶ ἀδελφοὶ τοῦ βασιλέως ἄνακτες, αἱ δὲ ἀδελφαὶ καὶ γυναῖκες ἄνασσαι. Γιὰ τὸν Κλέαρχο βλ. καὶ ἀνωτ. 154-5 μὲ σημ. 133, καὶ 164 κἑ. σημ. 149 καὶ 152.
  23. Βλ. ἀνωτ. σημ. 152 καὶ Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Ε΄ 112. Μιὰ πληρέστερη μελέτη γιὰ τὸ θέμα θὰ δημοσιευθεῖ, ἐλπίζουμε σύντομα, μόλις ὁλοκληρωθεῖ ἡ σχετικὴ ἔρευνα. Ὣς τότε, τουλάχιστο, πρέπει νὰ εἴμαστε πολὺ ἐπιφυλακτικοὶ στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ «κανόνα». Ὅσον ἀφορᾶ στὸν παρόντα τόμο, ἐφαρμόζουμε τὴν ἀρχὴ ποὺ καθορίσαμε στὸν πρόλογο: περιλαμβάνουμε ἐδῶ μὲ ἐπιφυλάξεις, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Καστορίωνα, αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχουμε ἔστω καὶ ἁπλὲς ἐνδείξεις γιὰ Κυπριακὴ καταγωγή τους (ὄχι καὶ ἀντενδείξεις, οὔτε ἐνδείξεις γιὰ Κιλικικὴ καταγωγή τους).
  24. Ἡ Κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ Καστορίωνος μπορεῖ, νομίζουμε, νὰ βρεῖ ἕνα πρόσθετο στήριγμα στὸ κείμενο τοῦ ἀποσπ. ἀπὸ τὸ εἰς τὸν Πᾶνα ποίημα: Ἡ χειρόγραφη παράδοση (βλ. καὶ κατωτ. 7 F1.9 [στ. 5] σχόλ. σ.λ.) δίνει τὴ γραφὴ μουσοπόλε, ποὺ δίνει ὀπτικὰ 12 γράμματα ἀλλὰ ἐκ πρώτης ὄψεως –τουλάχιστον– δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι ἡ ἀρχικὴ νοουμένου ὅτι τὸ ου πρέπει νὰ εἶχε ἤδη ἀκουστικὰ μονοσυμφωνικὴ ἀξία στὴν Ἑλληνιστικὴ Κοινή. Ὅμως στὸ ἑνδεκαγράμματο τῶν διποδιῶν, ποὺ χαρακτηρίζει τὸ ἀπόσπασμα, ὑπολογίζονται ὄχι μόνο τὰ δύο γράμματα τῶν διφθόγγων (αι, οι, ει) ἀλλὰ καὶ τὸ παραγεγραμμένο ι (γραφῆι, τῆιδ', σοφῆι, σοφῶι). Ἐπιπρόσθετα, ἐπιγραφικὲς μαρτυρίες ἀπὸ τὴν Κύπρο δίνουν τύπους μὲ ω ἀντὶ ου, ὅπως Κωρίω (ἀντὶ Κουρίου), κωροὺς (ἀντὶ κουρεύς), Φιλώνιος (ἀντὶ Φιλούνιος): Βλ. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία. Γβ΄ § 18.3 (σελ. 24), Δα΄ 73 (ὅπου ἡ ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὸ Κούριο μὲ τὴ φράση ὁ Κωρίω βασιλε[ὺς]: βλ. καὶ Mitford, T B. (1971), The Inscriptions of Kourion, Memoirs of the American Philosophical Society 83: Philadelphia. σελ. 377 ἀρ. 218.2), Δβ΄ 73 (ὅπου ἡ παρατήρηση ὅτι «Τὸ Κούριον στὴν Κυπριακὴ διάλεκτο ἦταν Κώριον κι' ὁ τύπος αὐτὸς σώζεται στὸν Συνέκδημον τοῦ Ἱεροκλέους, 6 αἰ. μ.Χ.») καὶ Ε΄ 199 (ὅπου ἡ σημείωση ὅτι καὶ σήμερα τὸ Κούριον λέγεται Κώριν ἀπὸ τὸν ἀρχαῖο διαλεκτικὸ τύπο Κώριον). Ὁ Χατζηιωάννου κρατᾶ τὴ γραφὴ τῆς χειρόγραφης παράδοσης μουσοπόλε (προφανῶς μὲ τὴν ὀρθὴ σκέψη ὅτι τὸ ου ἀποδιδόταν καὶ γραπτῶς ὡς ω στὴν Κύπρο, καὶ ἑπομένως ἦταν δυνατὸ ὁ Καστορίων νὰ γράψει μουσοπόλε θεωρώντας τὸ ου ὡς μονογράμματο στὴν ἀρίθμηση)· μουσοπόλε γράφουν ἀνάμεσα σ' ἄλλους καὶ οἱ Kaibel, Gulick, Diehl, E. (1925), Anthologia Lyrica Graeca, Vol. II, Bibliotheca scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana Leipzig. (γι' ἄλλον ὅμως πιθανῶς λόγο, ὅτι ἡ γραφὴ μωσοπόλε δίνει τύπο Δωρικὸ δύσκολα ἀποδεκτὸ στὸ κείμενο, ἢ ἁπλῶς γιατὶ ἀκολουθοῦν τὴ χειρόγραφη παράδοση), ἐνῶ ὁ Bergk ἀρχικὰ προτείνει μουσοποέ, ποὺ μὲ τὸ ἑπόμενο θὴρ δίνει διποδία ἑνδεκαγράμματη, ἐνῶ ἀργότερα υἱοθετεῖ μὲ δισταγμὸ (Bergk3 καὶ Bergk, T. (1853), Poetae Lyrici Graeci, Vols. I-III, 2nd ed., Leipzig., Bergk – Rubenbauer) τὴ διόρθωση τοῦ Cobet σὲ μωσοπόλε στὸ κείμενο σημειώνοντας ὅμως: «μωσοπόλε Cobet, legebatur μουσοπόλε, tamen dorica forma non videtur huic poematio convenire; sed μουσοποέ, quod olim proposui, non uno nomine reticiendum». Μωσοπόλε γράφουν στὶς σχετικὲς ἐργασίες τους οἱ Ryba καὶ Bing, καὶ στὸ Lloyd-Jones, H. & Parsons P. J. (1983), Supplementum Hellenisticum, Berlin – New York., μὲ δισταγμὸ κι ἐμεῖς. Σὲ κάθε περίπτωση, εἴτε ὁ Καστορίων ἔγραψε μωσοπόλε ποὺ μετέπεσε στὸ κοινὸ μουσοπόλε (ἀπὸ γραφεῖς ποὺ δὲν συνειδητοποιοῦσαν τὸ ἑνδεκαγράμματο τῶν διποδιῶν) εἴτε εἶχε στὸ κείμενό του τὸ μουσοπόλε θὴρ ὡς ἑνδεκαγράμματο, ἡ Κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ ποιητῆ –στὴν πρώτη κυρίως περίπτωση– φαίνεται νὰ βρίσκει ἕνα πρόσθετο ἔρεισμα. (Γιὰ τὸν Πασικράτη τῶν Σόλων βλ. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία. 11 Ε16, κυρίως σχόλ. σ.στ. 2 [σσ. 266-8].)