You are here

HISTORIANS, MYTHOGRAPHERS AND PARADOXOGRAPHERS

Please add a search word

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ, ΜΥΘΟΓΡΑΦΟΙ ἢ / καὶ ΠΑΡΑΔΟΞΟΓΡΑΦΟΙ ὑπῆρξαν πολλοὶ στὴν ἀρχαία Κύπρο. Ἀπὸ τοὺς μνημονευόμενους σὲ διάφορες πηγὲς συγγραφεῖς οἱ πλεῖστοι χαρακτηρίζονται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα –ἢ μποροῦν νὰ χαρακτηριστοῦν– ἱστορικοί, συχνὰ μὲ τὴν εὐρύτατη ἔννοια αὐτοῦ ποὺ γράφει ἔργα ὅπου συν­υπάρχουν διηγήσεις ἱστορικές, πλαστὲς καὶ φανταστικές, γεγονότα, μῦθοι καὶ παράδοξα (παραδοξολογούμεναἄπιστα), γεωγραφικὲς –καὶ ἐπιστημονικὲς καὶ φιλοσοφικὲς– παρατηρήσεις, ἀναφορὲς σὲ συγγραφεῖς καὶ ἔργα καὶ ποικίλο γλωσσικὸ ὑλικό, σπάνια δὲ μὲ τὴν ἔννοια ἐκείνου ποὺ μελετᾶ τὴν ἱστορία καὶ γράφει μὲ σεβασμὸ πρὸς τὴν ἀλήθεια, ἢ τοῦ μυθιστοριογράφου. Ὁ ἀρχαῖος ἱστο­ρικὸς μπορεῖ νά 'ναι καὶ μυθογράφος (μυθολόγος) ἢ/καὶ παραδοξογράφος, ἐν μέρει καὶ χωρογράφος ἢ γεωγράφος (περιηγητής), γραμματικὸςτεχνογράφος· καὶ τὸ ἱστορέω (ἱστορεῖ – ἱστοροῦσι) ἀπαντᾶ ὄχι σπάνια ἀντὶ τοῦ μυθολογέω (μυθολογεῖ – μυθολογοῦσι, καὶ μυθεύεται – μυθεύονται), ὅταν δὲν χρησιμοποι­οῦνται πιὸ γενικοὶ ἀκόμα ὅροι: συγγραφεὺς καὶ γράφω – ἀναγράφω – συγγράφω (γράφει, ἔγραψε, ἀναγράψαντες, συνέγραψε, κ.τ.τ.), λέγω (λέγει – λέγουσι, λέγεται) καὶ φημί (φησί, φασί)[1]. Ἀνέφικτη, ἔτσι, εἶναι συχνὰ ἡ εἰδολογικὴ κατάταξη τῶν μνημονευόμενων ἔργων, πολλῷ δὲ μᾶλλον τῶν συγγραφέων τους, ποὺ δὲν περιορίζονταν πάντα σὲ ἕνα μόνο εἶδος τοῦ λόγου (κατὰ τὰ πρότυπα ἐν μέρει τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τοῦ Καλλίμαχου, τοῦ Πλούταρχου καὶ ἄλλων ἀργότερα)[2].

Ὁ ΝΙΚΑΓΟΡΑΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ φαίνεται νὰ εἶναι ὁ ἀρχαιότερος ἀπὸ τοὺς ἀπαθανατισθέντες Κυπρίους πεζογράφους. Κατὰ τὴν ἀξιόπιστη μαρτυρία τοῦ συγγραφέα τοῦ ἔργου Ἱστοριῶν παραδόξων συναγωγή, ὁ Καλλίμαχος (περ. 305 – περ. 240 π.Χ.) –τοῦ ὁποίου τὸ ἔργο Θαυμάτων τῶν εἰς ἅπασαν τὴν γῆν κατὰ τόπους ὄντων συναγωγή ἀποτέλεσε κύρια πηγή του[3]– μνημόνευε τὸν Νικαγόραν γιὰ τὴν ἁλυκὴ τοῦ Κιτίου (27 F1)· κι ὅπως σημειώνει ὁ Fr. Gisinger[4], δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ μὴν θεωρήσουμε αὐτὸν τὸν Νικαγόρα, ποὺ ἀναφέρεται σ' ἕνα παρά­δοξο ἀπὸ τὴν Κύπρο, ὡς ταυτόσημον μὲ τὸν Νικαγόρα τὸν Κύπριο ποὺ ἔκανε λόγο γιὰ τὴν πλημμύρα τοῦ Νείλου (F2a-b)[5]. Τὰ νήματα ὁδηγοῦν –μέσω τοῦ Καλλίμαχου– στὸν Ἄρατο καὶ ἀπ' αὐτὸν στὸν Εὔδοξον τὸν Κνίδιον, μέσω δὲ αὐτοῦ στὸν Ἀριστοτέλη[6], στὴν Ἀθήνα (368-43 καὶ 334-322)· στὸν κύκλο τοῦ Ἀριστοτέλη φαίνεται νὰ ἀνήκει –μαζὶ μὲ τὸν Εὔδοξο, καὶ τὸν Εὔδημον τὸν Κύπριον– καὶ ὁ Νικαγόρας ὁ Κύπριος, ποὺ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἀκολούθησε τὸν Περιπατητικὸ φιλόσοφο καὶ στὴν αὐλὴ τοῦ Φιλίππου τῆς Μακεδονίας (347/2-340), ὅπως δὲν ἀποκλείεται νὰ συμπεριλαμβάνεται στοὺς συνεργάτες τοῦ Ἀριστοτέλη στὸ ἐγχείρημά του νὰ συγκεντρώσει τὶς ὑποθέσεις καὶ τὰ ἐπιτεύγματα τῶν προγόνων του στὰ διάφορα πεδία τῆς γνώσης[7]· μιὰ χρονολόγησή του, ἔτσι, στὸν 4ον αἰ. π.Χ. μοιάζει πολὺ πιθανή. Τὰ δὲ δεδομενα αὐτὰ καὶ ἄλλα παρόμοια[8] καθιστοῦν δυνατὴ τὴ σύνδεσή του μὲ ἐκείνους ποὺ ἀσκοῦσαν κριτικὴ στὶς ἀπόψεις τῶν ἀνθρώπων γιὰ τοὺς θεούς (*F3a) καὶ εὔλογη τὴν ταύτισή του μὲ τὸν Νικάνορα τὸν Κύπριον (*F3b)[9]· εὔλογη –μὰ λιγότερο πιθανή– εἶναι καὶ ἡ ταύτισή του μὲ τὸν Nicagorus ποὺ κατὰ τὸν Φουλγέντιο μιλοῦσε γιὰ τὸν Προμηθέα στὸ πρῶτο του ἔργο, τὸ Διὸς θεμιστεία πιθανῶς (*F4). Εὐκρινῆ εἰκόνα, οὕτως ἢ ἄλλως, γιὰ τὸ ἔργο του εἶναι ἀδύνατο νὰ σχηματίσει κανείς· μὰ ἡ ἐπίδρασή του στοὺς μετα­γενέστερους παραδοξογράφους, τοὐλάχιστο, δὲν φαίνεται ἀμελητέα.

Ὁ ΔΗΜΟΧΑΡΗΣ Ο ΣΟΛΙΟΣ, κατὰ τὸν Πλούταρχο (18 F1), ἐκάλει –σὲ χρόνο παρατατικό, γεγονὸς ποὺ ὁδηγεῖ πιθανῶς σὲ συγγραφέα σύγχρονο τῶν γεγονότων– Μῦθον τὸν Δημήτριο τὸν Πολιορκητή, διακωμωδώντας τὴ σχέση του μὲ τὴν ἑταίρα Λάμιαν, τὴν ὁποία τῶν κωμικῶν τις ... Ἑλέπολιν προσεῖπε (σὲ χρόνο ἀόριστο). Ὁδηγούμαστε ἔτσι μὲ ἐπιφυλάξεις στὴν τελευταία δεκαετία τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. (μὲ πιθανὴ τὴ χρονολόγηση τοῦ Δημοχάρη στὸν 4/3 αἰ.)[10]. Καθὼς ὅμως οὐδεμία δίδεται πληροφορία γιὰ τὸν τίτλο καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ σχετικοῦ ἔργου ἢ ἐπίθετο χαρακτηριστικὸ τοῦ Δημοχάρη ὡς συγγραφέως, παραμένει ἀμφίβολο ἂν πρόκειται γιὰ –σύγχρονον τοῦ Δημητρίου– ἱστορικόν, κωμικόν (ἢ λυρικὸν ποιητή, ὅπως τὸν σύγχρονό του Καστορίωνα τὸν Σολέα), ἢ ἔστω γραμματικόν[11]. Ἀλλ' ἡ ἀπουσία ἄλλων μαρτυριῶν γιὰ τὸν Δημοχάρη δὲν δικαιολογεῖ τὴ διόρθωση τοῦ ἐδῶ Σόλιος σὲ Λευκονοεύς καὶ τὴν ἀπόδοση ἑπομένως τοῦ χωρίου στὸν πιὸ γνωστὸ Δημοχάρη τῆς ἐποχῆς, τὸν –πολιτικό, ρήτορα καὶ ἱστοριογράφο– γιὸ τῆς ἀδελφῆς τοῦ Δημοσθένη καὶ τοῦ Λάχητος τοῦ Λευκονοέως (περ. 360-270 π.Χ.)· πιὸ εὔλογη εἶναι προφανῶς ἡ ἀπόδοση χωρίων ἄσημου συγγραφέως σὲ ἄλλον γνωστότερο[12]

Ἱστορικὸς μὲ τὴν εὐρύτερη σημασία τῆς λέξεως ὁ συγγραφεὺς (14 Τ1) ΑΡΙΣΤΟΣ Ο ΣΑΛΑΜΙΝΙΟΣ, τῶν τὰ Ἀλεξάνδρου ἀναγραψάντων (F2, καὶ F1) ἀλλὰ πολὺ νεώτερος τοῦ Ἀριστοβούλου (ποὺ ἄρχισε νὰ γράφει γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο στὰ 84 του χρόνια, πρὸ τοῦ 285/2 π.Χ.) καὶ τοῦ Ὀνησικρίτου (ποὺ ἔγραφε τὴ δεκαετία 320-310 π.Χ.), ἔγραφε ἐπίσης γιὰ τὸν Ἀλκέταν τὸν Μακεδόνα (F3) καὶ τὸν Ἀλέξαρχον τὸν γραμματικόν (F4) καὶ τὴ Χαλκίδα τὴν ἡρωίδα (F5). Τὰ δεδομένα αὐτὰ φαίνεται νὰ ὁδηγοῦν σὲ χρονολόγηση τοῦ Ἄριστου στὸν 3ον μᾶλλον παρὰ στὸν 2ον αἰ. π.Χ. (μὲ ἀκμὴ πιθ. περὶ τὸ 230 π.Χ., ἢ λίγο μετά)[13]. Ἡ λίαν πιθανὴ ταύτιση τοῦ Ἀρίστου τοῦ Κυπρίου, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Θεμίσωνα κατὰ τὸν Ἀθήναιο (T3a) καὶ τὸν Αἰλιανὸ (T3b) διοικοῦσαν οὐσιαστικὰ τὸ βασίλειο τοῦ μέθυσου Ἀντιόχου Β΄ τοῦ Θεοῦ (261-246 π.Χ. στὸν θρόνο), μὲ τὸν Ἄριστον τὸν Σαλαμίνιον, ἐνισχύει τὴν ἀνωτέρω εἰκόνα (καὶ ἐνισχύεται ἀπ' αὐτήν). Ἀντίθετα, παραμένει εὔλογη μὰ ἀβέβαιη ἡ ὑπόθεση ὅτι ὁ Ἀρίστων ὁ γεγραφὼς Ἀθηναίων ἀποικίαν (*Τ2a), ποὺ ἔπεσε πάνω σὲ κάποιαν ἐπιστολὴ τοῦ Ἀλέξαρχου (πβ. F4) γιὰ τὸν Διόνυσο κατὰ τὸν Πλούταρχο, ταυτίζεται ἐπίσης μαζί του (μολονότι τὰ χρονολογικὰ δεδομένα συνηγοροῦν, καὶ ἡ πιθανότητα νὰ ἔγραφε τὰ περὶ Χαλκίδος στὸ Ἀθηναίων ἀποικία ὁ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητη)· πιὸ ἀβέβαιη ἀκόμα, εἶναι ἡ ταύτισή του μὲ τὸν μαθητὴ τοῦ Ἐρατοσθένη (περ. 275-174 π.Χ.) Ἄριστιν[14].

Στοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ἀντιόχου Β΄ τοποθετεῖται μὲ ἀσφάλεια –κατὰ τὴ μαρτυρία τόσο τοῦ Ἀθήναιου (23 Τ1a [=14 T3a] ὅσο καὶ Τ2) καὶ τοῦ Αἰλιανοῦ (23 Τ1b [=14 T3b])– μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Ἄριστον ὁ ΘΕΜΙΣΩΝ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ. Εὔλογη μὰ ἀβέβαιη παραμένει ἡ ὑπόθεση ταύτισής του μὲ τὸν Θεμίσωνα ποὺ –κατὰ τὸν Ἀθήναιο πάλι– ἐν Παλληνίδι γράφει γιὰ τὴν ὑποχρέωση τοῦ κάθε βασιλιᾶ νὰ φροντίζει γιὰ τοὺς παρασίτους καὶ τοὺς γέροντας καὶ τὰς γυναῖκας τὰς πρωτοπόσεις· τίτλος βέβαια Παλληνὶς γιὰ συγγραφέα τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. οὐδόλως ἀποκλείεται, ἀλλὰ τὸ κείμενο δὲν προσφέρει ἄλλον term. ante quem πλὴν τοῦ Ἀθήναιου καὶ τὰ χρονικὰ περιθώρια γιὰ τοποθέτηση τοῦ συγγραφέα Θεμίσωνα μένουν εὐρύτατα[15].

Ὁ ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΗΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Πορφύριου καὶ τοῦ Ἱερώνυμου (16 F1a-b), στὸ Περὶ Κύπρου καὶ Φοινίκης ἔργο του μιλοῦσε γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς σαρκοφαγίας στὴν Κύπρο ἐπὶ Πυγμαλίωνος (καὶ γιὰ ἄλλα σχετικὰ προφανῶς). Ἂν ἡ εὔλογη ὑπόθεση ὅτι ὁ Νεάνθης ὁ Κυζικηνός (3ος αἰ. π.Χ.) ἀποτελεῖ πηγὴ τοῦ Πορφύριου γιὰ τὸν Ἀσκληπιάδη ἰσχύει ὄντως, ὁδηγούμαστε στοὺς χρόνους τοῦ Ἀρίστου τοῦ Σαλαμινίου. Σὲ κάθε περίπτωση τὸ τοῦ Ἀρριανοῦ Ἄριστος δὲ καὶ Ἀσκληπιάδης τῶν τὰ Ἀλεξάνδρου ἀναγραψάντων καὶ Ῥωμαίους λέγουσι ὅτι ἐπρέσβευσαν (F2=14 F2.12-14) –μαζὶ μὲ ἄλλα συναφῆ δεδομένα, ὅπως εἶναι ἡ σχεδὸν βέβαιη ταύτιση τοῦ ἐδῶ Ἀρίστου μὲ τὸν Ἄριστον τὸν Σαλαμίνιον ποὺ γράφει γιὰ τὸν Κύρου τάφον κατὰ τὸν Στράβωνα (14 F1)– ὁδηγεῖ στὴν πιθανὴ ταύτιση τοῦ ἐδῶ Ἀσκληπιάδη (F2) μὲ τὸν Ἀσκληπιάδην τὸν Κύπριον· νά 'ναι ἐν μέρει μόνο σύγχρονος –καὶ σχετικὰ νεώτερος– τοῦ Ἄριστου εἶναι μιὰ εὔλογη ὑπόθεση[16].

Ὁ ΞΕΝΟΦΩΝ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ εἶναι ἱστορικός, κατὰ τὸν Σουίδα· τὸ ἔργο του Κυπριακά εἶναι ἐρωτικῶν ὑποθέσεων ἱστορία περί τε Κινύραν καὶ Μύρραν καὶ Ἄδωνιν, κατὰ τὸν ἴδιο λεξικογράφο (28 F1). Ὁ συνδυασμὸς ποικίλων δεδομένων φαίνεται νὰ ὁδηγεῖ στὴν εἰκόνα μυθογράφου· κι εὔλογη προβάλλει ἡ ὑπόθεση ὅτι αὐτὸν ὑπονοεῖ ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος μὲ τὸ πέμπτος (δηλ. Ξενοφῶν) ὁ μυθώδη τερατείαν πεπραγματευμένος (κι ὅτι εἶναι ἴσως κάπως νεώτερος τοῦ τετάρτου Ξενοφώντα ποὺ συνέγραψε ἱστορία τοῦ Ἀννίβα, τὸν 3ον αἰ. [3/2?] π.Χ.). Ἡ εἰκόνα ἑνὸς ἔργου ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ συνέβαλαν στὴ διαμόρφωση τοῦ Ἑλληνιστικοῦ μυθιστορήματος μὲ τὰ ἔντονα ἐρωτικὰ καὶ δραματικὰ στοιχεῖα ἁρμόζει ἄριστα στὰ Κυπριακά του[17].

Στὸν κύκλο τῶν Κυπριακῶν μύθων κινεῖται καὶ ὁ ΠΑΙΩΝ Ο ΑΜΑΘΟΥΣΙΟΣ, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν Πλούταρχο (30 F1), διηγοῦνταν μιὰν ἰδιάζουσα ἱστορία γιὰ τὴν ἀκούσια ἐγκατάλειψη ἀπὸ τὸν Θησέα τῆς ἐγκύου Ἀριάδνης στὴν Ἀμαθοῦντα, τὸν ἐκεῖ θάνατο καὶ τὸν τάφον της καὶ τὸ ἄλσος Ἀριάδνης Ἀφροδίτης· ὁ τὰ περὶ Ἀμαθοῦντα γεγραφὼς Παίων, κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λ. Ἀφρόδιτος (F2), λέγει πὼς στὴν Κύπρο ἡ θεὰ πῆρε τὴ μορφὴ ἄντρα, ἐνῶ ὁ Θεόφραστος (περ. 372/70-288/6 π.Χ.) ταύτιζε τὸν Ἀφρόδιτο μὲ τὸν Ἑρμαφρόδιτο. Τὸ ἔργο στὸ ὁποῖο ὁ συγγραφέας διηγοῦνταν τὰ περὶ Ἀμαθοῦντα δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔφερε τὸν τίτλο Κυπριακά· ὁ Κρέων ποὺ ἐν τῶι πρώτωι τῶν Κυπριακῶν μιλοῦσε γιὰ τὴν κορδύλην (πβ. τὸν ἐντυπωσιακὸ Πίν. 67), κατὰ τὸν Σχολιαστὴ τοῦ Ἀριστοφάνη (*F3), εὔλογα ταυτίζεται μαζί του ἀπὸ τὸν Müller καὶ ἄλλους (τὸ ὄνομα Παίων, ποὺ δὲν ἀπαντᾶ σὲ Κυπριακὲς ἐπιγραφὲς κατ' ἀντίθεση μὲ τὸ Κρέων, μοιάζει μὲ παρωνύμιο). Μὲ τὸν Πλούταρχο term. ante quem, ἡ τοποθέτησή του πιὸ κοντὰ στὸν Ἀλέξανδρο παρὰ σ' αὐτὸν εἶναι ἡ πιὸ πιθανὴ μὲ τὰ ὑπάρχοντα στοιχεῖα[18].

Ὁ ΗΓΗΣΑΝΔΡΟΣ Ο ΣΑΛΑΜΙΝΙΟΣ, κατὰ τὶς ἀρχαῖες πηγές, ἱστορεῖ γιὰ τὸ πῶς πῆρε τὸ ὄνομά της ἡ Ἀργὼ (ὅτι ἐν Ἄργει ἐναυπηγήθη κ.τ.τ., 22 F1a καὶ bi.-ii.), καὶ ὁ ΚΑΣΣΑΝΔΡΟΣ Ο ΣΑΛΑΜΙΝΙΟΣ συμπεριλαμβάνεται σὲ κατάλογο ἱστορικῶν (26 T1 = 22 *T1)· ὁ δὲ ΝΑΣΣΑΝΔΡΟΣ, κατὰ τὴ χειρόγραφη παράδοση τοῦ Ἡσύχιου, ἱστορεῖ γιὰ ἀοῖα· δένδρα κοπτόμενα καὶ ἀνατιθέμενα τῆι Ἀφροδίτηι πρὸς ταῖς εἰσόδοις (22 F2=26 F1). Πρόκειται πιθανῶς γιὰ ἕναν ἱστορικὸν μὲ τὸ ὄνομα Ἡγήσανδρος κύριο καὶ παρωνύμιο τὸ Κάσσανδρος (ἴσως καὶ τὸ Νάσσανδρος), ὅπως δείχνουν ἀνάλογες περιπτώσεις. Εὔλογη εἶναι καὶ ἡ ὑπόθεση ὅτι ὁ Ἡγήσανδρος ποὺ κατὰ τὸν Ἡσύχιο ἑρμήνευε τὸ ἀπόφαρσις ὡς ἑταίρα (14 *F2) εἶναι ὁ ὁμώνυμος Σαλαμίνιος ἱστορικός. Οἱ ἀμφιβολίες ὅμως παραμένουν. Καὶ τὰ ὅρια γιὰ χρονολογικὴ τοποθέτηση μένουν εὐρύτατα (ἀπὸ τὸν 2ον αἰ. π.Χ. ὣς τὸν 5ον αἰ. μ.Χ., μὲ πιὸ εὔλογη τὴν τοποθέτησή του στὴν Ὕστερη Ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ ἢ τοὺς πρώιμους Αὐτοκρατορικοὺς χρόνους)[19].

Ὁ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΣΑΛΑΜΙΝΙΟΣ, κατὰ τὴ μοναδικὴ γι' αὐτὸν πληροφορία τοῦ Στέφανου Βυζάντιου (17 F1a) καὶ τοῦ Ἡρωδιανοῦ (δίς, F1b), ἀποκαλοῦσε τὴν Καρπασίαν (τὴ νῆσο μᾶλλον παρὰ τὴν πόλη) Καρβασίαν. Ἡ ἀναφορὰ στὸν Πυγμαλίωνα ποὺ ἔκτισε τὴν πόλη, ὡς Ἑλλάνικος ἐν τοῖς Κυπριακοῖς, καθιστᾶ εὔλογη τὴν ὑπόθεση νά 'ναι καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Σαλαμίνιου συγγραφέα ὁ τίτλος Κυπριακά (κατὰ τὸν Jacoby). Πιὸ ἑλκυστικὴ ἀκόμα προβάλλει ἡ ὑποθετικὴ εἰκόνα μιᾶς παλαιότατης Κυπριακῆς πηγῆς γιὰ τὸν Πυγμαλίωνα (καὶ τὸν Κινύρα, τὸν Ἄδωνη καὶ τὴν Ἀφροδίτη) ἀπὸ τὴν ὁποία ἄντλησαν ὑλικὸ πολύτιμο γιὰ τὰ Κυπριακά τους ὁ Ἑλλάνικος κι ἄλλοι μεταγενέστεροι. Μὰ τὰ ἐλάχιστα δεδομένα (: term. ante quem ὁ Στέφανος Βυζάντιος, ἴσως καὶ ὁ Ἡρωδιανός) καθιστοῦν ἀδύνατη κάθε προσπάθεια χρονολόγησης[20].

Σ' ἕναν εὐρύτερο μυθολογικὸ –κατὰ βάση– κύκλο μὲ ἀφετηρία τὸν Ὅμηρο κινεῖται ὁ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΠΑΦΙΟΣ. Κατὰ τὸν Εὐστάθιο μυθολογεῖ γιὰ τὸν Γίγαντα Πικόλοον, τὴν κατάληψη τοῦ νησιοῦ τῆς Κίρκης ἀπ' αὐτὸν καὶ τὸν θάνατό του ἀπὸ τὸν Ἥλιον, ἐτυμολογώντας τὸ βοτάνι μῶλυ –ποὺ φύτρωσε ἀπὸ τὸ αἷμα του καὶ ἔχει τὸ ἄνθος λευκὸ σὰν τὸν Ἥλιο– ἀπὸ τὸν μῶλον, δηλαδὴ τὸν πόλεμο στὸν ὁποῖο αὐτὸς σκοτώθηκε (13 F1a, πβ. F1b [Πτολ. Χένν.])· ἱστορεῖ δὲ πὼς ὁ Ὅμηρος ἦταν γιὸς τῶν Αἰγυπτίων Δμασαγόρου καὶ Αἴθρας κι εἶχε τροφό του μιὰν προφήτισσα θυγατέρα Ὤρου ἱερέως Ἴσιδος, ἀπὸ τοὺς μαστοὺς τῆς ὁποίας ἔτρεξε κάποτε μέλι στὸ στόμα τοῦ βρέφους, ποὺ ἔβγαλε μιὰν νύχτα φωνὰς ἐννέα ζώων καὶ βρέθηκε νὰ παίζει μετὰ περιστερῶν ἐννέα (κ.λπ.). Τὰ συμφραζόμενα φαίνονταν νὰ ὁδηγοῦν πρὸς τὸ τέλος τῆς Ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς ἢ στὶς ἀρχὲς τῆς Ρωμαϊκῆς (στοὺς κύκλους ἴσως τῆς Ἀλεξάνδρειας)[21].

Στὶς πηγὲς τοῦ Πτολεμαίου Χέννου, μαζὶ πιθανῶς μὲ τὸν Ἀλέξανδρο τὸν Πάφιο (13 F1b), κατονομάζεται ὁ ΑΡΧΕΛΑΟΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ (15 F1) ὡς εἰσηγητὴς μιᾶς ἐντυπωσιακῆς ὀρθολογιστικῆς ἑρμηνείας τῆς παράδοσης γιὰ τὸν Στησίχορο καὶ τὴν Ἑλένη: ἡ ἐρωμένη τοῦ ποιητῆ Ἑλένη Ἱμεραία τοῦ Μικύθου κόρη τὸν ἐγκατέλειψε καὶ πῆγε μὲ τὸν Βούπαλο· κι ἐκεῖνος ἀμυνόμενος ἔγραψε ὡς Ἑλένη ἑκοῦσα ἀπῆιρε· ὁ λόγος γιὰ τὴν τύφλωση τοῦ ποιητῆ εἶναι ψευδής. Τὸ ὄνομά του δὲν συνοδεύεται ἀπὸ ἐπίθετο χαρακτηριστικὸ τοῦ ἔργου του· κι ἂν ἀκόμα αὐτὸν ἐννοεῖ ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος μὲ τὴ φράση ἄλλος (δηλ. Ἀρχέλαος) τεχνογράφος ῥήτωρ (*Τ1), κάλλιστα μπορεῖ νὰ χαρακτηριστῆ καὶ ἱστορικός, ποὺ γράφει γιὰ τὸ παρελθὸν πολλὰ –καὶ σὲ διάφορα ἴσως ἔργα– γιὰ θέματα ποικίλα. Μὲ τὸν Πτολεμαῖο Χέννο (1/2 αἰ. μ.Χ.) term. ante quem γι' αὐτὸν καὶ τὸν Παρθένιον (1ος αἰ. π.Χ.) ἀβέβαιη πηγή του, φαίνεται νὰ ὁδηγούμαστε πάλι πρὸς τὸ τέλος τῆς Ἑλληνιστικῆς ἢ τὶς ἀρχὲς τῆς Ρωμαϊκῆς ἐποχῆς[22].

Ὁ ΕΡΜΗΣΙΑΝΑΞ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ κινεῖται ἀνάμεσα στὴ μυθογραφία καὶ τὴν παραδοξογραφία· ἱστορίας μέμνηται γιὰ τὴ μεταμόρφωση τῶν ἀδελφῶν Ἑλικῶνος καὶ Κιθαιρῶνος στὰ ὁμώνυμα ὄρη (20 F1) καὶ γιὰ τὸν ἔρωτα τοῦ Διόνυσου γιὰ τὴν Ἀλφεσίβοια, τὴ μεταμόρφωσή του σὲ τίγρη καὶ τὴν ἐπακόλουθη μετονομασία τοῦ ποταμοῦ Σόλλακος σὲ Τίγρη (F1), ἱστορεῖ δ' ἐπίσης ἐν β΄ Φρυγιακῶν γιὰ τὸ Βαλληναῖον ὄρος (ἀπὸ Βαλληναίου τοῦ Γανυμήδους καὶ Μηδησιγίστης παιδός), τὴν Βαλληναῖον ἑορτήν, καὶ τὸν λίθο ἀστήρ ποὺ λάμπει μέσ' στὴ νύχτα καὶ στὴ γλώσσα τῶν ἐγχωρίων καλεῖται βαλλήν, δηλαδὴ βασιλεύς (F2). Μοναδικὴ πηγὴ γι' αὐτὸν παραμένει ὁ Ψευδοπλούταρχος· καὶ τὰ συμφραζόμενα δὲν βοηθοῦν στὴ χρονολόγησή του (εἶναι ἴσως σύγχρονος μὲ τὸν Ἀρχέλαο, ἢ κάπως νεώτερος). Σὲ κάθε περίπτωση, ὁ χαρακτηρισμός του ὡς «ψευδοσυγγραφέως» (ἀπὸ τὸν Jacoby) δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῆ εὔστοχος[23].

Ὁ ΙΣΙΓΟΝΟΣ Ο ΚΙΤΙΕΥΣ, κατὰ τὴ μοναδικὴ βέβαιη μαρτυρία τοῦ Κυρίλλου τοῦ Ἀλεξανδρέως γι' αὐτόν (24 F1), ἐν Ῥόδωι τῆι νήσωι τὸν τοῦ Διὸς ταῦρόν φησιν οὐκ ἀμοιρῆσαι λόγου τοῦ καθ' ἡμᾶς, καὶ ἡ πληροφορία αὐτὴ τὸν κατατάσσει σ' ἐκείνους ποὺ γράφουν γιὰ ἄπισταπαραδοξολογούμενα. Τὸ ὄνομα Ἰσίγονος χωρὶς ἐπίθετο δηλωτικὸ καταγωγῆς συνδέεται σὲ διάφορες πηγὲς μὲ ἀνάλογα φαινόμενα, ὅπως γιὰ πρόβατα ποὺ τὴν προβιὰ χρυσῆ τὴν ἔχουν (*F2a), γιὰ τὸν ποταμὸ Κράθη τῆς Σικελίας ποὺ τῶν λουομένων κοκκινίζει τὶς κόμες (*F3, ὅπου ὁ Ἰσίγονος ἀποκαλεῖται ἱστορικός), γιὰ κρήνη στὶς Πότνιες κοντὰ στὴ Θήβα ἀπ' τὴν ὁποία πίνοντας οἱ ἵπποι μαίνονται (*F4, ὡς ἱστορεῖ Ἰσίγονος ἐν δευτέρωι Ἀπίστων κατὰ τὸν Σωτίωνα στὸ ἔργο Τῶν σποράδην περὶ ποταμῶν καὶ λιμνῶν καὶ κρηνῶν παραδοξολογουμένων[24], ὅπου καὶ σ' ἄλλα χωρία ἀναφέρεται ὡς πηγὴ ὁ Ἰσίγονος)· ποιός Ἰσίγονος ἐννοεῖται ἑκάστοτε παραμένει πρόβλημα, μολονότι εὔλογα –ἀλλ' ὄχι κατ' ἀνάγκη πάντοτε ὀρθά– συνδέεται κατὰ κανόνα μὲ τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ ὁ πιὸ γνωστὸς ὁμώνυμος παραδοξογράφος Ἰσίγονος ὁ Νικαιεύς (*F5). Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὑποθέσεις μόνο μπορεῖ νὰ κάνει κανεὶς γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔζησε ὁ Ἰσίγονος ὁ Κιτιεύς (term. ante quem ὁ Κύριλλος, 4/5 αἰ. μ.Χ.: πιθ. 380-44)· πιὸ πιθανὴ φαίνεται ἡ χρονολόγησή του στὴν Ὕστερη –μᾶλλον, παρὰ στὴ Μέση– Ἑλληνιστικὴ ἐποχή[25].


[1] Βλ. κατωτ. 16 F1a σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. ἱστοροῦσι, 24 *F4 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. ὡς ἱστορεῖ Ἰσίγονος ἐν δευτέρωι Ἀπίστων (πβ. 20 F3 σχόλ. σ.στ. 11-12), 28 *Τ1 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λλ. Ξενοφῶν, Κύπριος, ἱστορικός καὶ Κυπριακά καὶ F1 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λλ. ἐρωτικῶν ὑποθέσεων ἱστορία καὶ περί τε Κινύραν καῖ Μύρραν καὶ Ἄδωνιν, 29 Τ1 σχόλ. σ.στ. 1-2 σ.λ. ἱστορικὸς καὶ σοφιστής (πβ. 25 Τ2 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Πολέμων ὁ περιηγητής, κατὰ τὴ Σοῦδ. [σ.λ.] ὁ κληθεὶς περιηγητής, ἱστορικός) κ.ἄ. / 15 *Τ1 σχόλ. σ.στ. 2 καὶ 3-4 σ.λλ. χωρογράφος, τεχνογράφος καὶ τεχνογράφος ῥήτωρ, καὶ 21 Τ1 σχόλ. σ.στ. 1-2 σ.λ. Ζήνων, Κιτιεύς. εἰ δὲ ῥήτωρ τις ἦν ἢ φιλόσοφος, ἄδηλον). Βλ. καὶ Πίν. στὰ ἀνωτ. μνημονευόμενα λλ. (σσ. 621-53), καὶ τὰ ἑπόμενα.

[2] Βλ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Ἱστοριογραφία τῶν Ἑλληνιστικῶν χρόνων καὶ τοὺς Ἱστοριογράφους καὶ Περιηγητὲς τῆς Αὐτοκρατορικῆς ἐποχῆς στὸν Lesky, ΙΑΕΛ5 1049 κἑ. καὶ 1155 κἑ. (καὶ East. – Knox ΙΑΕΛ4 605 [613] κἑ. καὶ 839 κἑ.).

[3] Τοῦ Ἀντίγονου τοῦ Καρύστιου (ποὺ ἀκμάζει περὶ τὸ 240 π.Χ.), κατὰ τὴν κρατοῦσαν ἄποψη (βλ. Lesky ΙΑΕΛ5 974· πβ. ὅμως Dorandi AntCF XII-XVII, μὲ βιβλιογραφία).

[4] RE Suppl. 8 (1956) 361-63, σ.λ. Nicagoras 7a.

[5] Βλ. κατωτ. σημ. στὸ 27 F2 (σ. 265) καὶ σχόλ. στὰ F1 καὶ F2 (σσ. 593-95). Ὁ Καλλίμαχος δὲν ἀποκλείεται νὰ δέχθηκε ἐπίσης τὴν ἐπίδραση τοῦ Νικαγόρα γράφοντας γιὰ τὸν Νεῖλο στὸ ἔργο του Περὶ τῶν ἐν τῇ οἰκουμένῃ ποταμῶν.

[6] Βλ. Lesky ΙΑΕΛ5 758, 774, 797, 1031 κἑ., 1086, καὶ East. – Knox ΙΑΕΛ4 786 κἑ. (καὶ 695 κἑ.).

[7] Κατὰ τὸν Lesky (ὅ.π., 797) «βοηθούς». Νὰ ἀνῆκε στοὺς «προδρόμους», εἶναι μιὰ ὑπόθεση ἐπίσης εὔλογη (βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ 27 F1 [σσ. 593-94], μὲ παραπομπὴ στὸν Gisinger), μὰ ἀβέβαιη.

[8] Βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ 27 F2 [σσ. 595-97], μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

[9] Τὸ μὴ Κυπριακὸ ὄνομα Νικάνωρ οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ τοῦ δόθηκε στὴ Μακεδονικὴ αὐλή, ἀντὶ τοῦ Νικαγόρας (βλ. κατωτ. 27 F2 σχόλ. σ.στ. a.8 καὶ b.1, σ. 595).

[10] Term. ante quem γι' αὐτὸν ἀσφαλὴς παραμένει ὁ Πλούταρχος (1ος αἰ. μ.Χ.).

[11] Κατὰ τὸν Vossius (68), «Plutarcho teste, poëta fuit» (ὅπερ πιθανόν) «ac fabulam, nomine Demetrium, fecit»· κατὰ δὲ τὸν Ziegler (RE Suppl. 3 [1918] 333-4, σ.λ. Demochares 8.), τὰ συμφραζόμενα μᾶς ἀφήνουν νὰ σκεφτοῦμε “an einem Literaten, am ehesten einen obscuren Komiker”. Ὅμως ἡ ἐνασχόληση τοῦ ἱστορικοῦ μὲ τὰ σύγχρονα γεγονότα εἶναι σύνηθες φαινόμενο στοὺς χρόνους αὐτοὺς καὶ στοὺς ἑπόμενους (βλ. καὶ κατωτ.).

[12] Βλ. ἀναλυτικὰ κατωτ. σχόλ. στὸ 18 F1 (σσ. 426-33, κυρίως 427 κἑ.).

[13] Βλ. ἀναλυτικὰ κατωτ. σχόλ. στὰ 14 Τ1-F5 (κυρίως στὰ ἐδῶ πλαγιαζόμενα λλ.), σσ. 351-85. Τὸ πολὺ νεώτερος τούτων μπορεῖ νὰ ὑποδηλώνει ὅτι αὐτός –ὄντας πολὺ μικρότερος στὴν ἡλικία (ἐν μέρει μόνο σύγχρονος, ὄχι κατ' ἀνάγκη πολὺ μεταγενέστερος)– δὲν συνόδευσε τὸν Ἀλέξανδρο στὴν ἐκστρατεία του καὶ ἔγραψε τὸ ἔργο του μετὰ ἀπ' αὐτοὺς κι ὄχι ὡς αὐτόπτης μάρτυρας, εἶναι δὲ γι' αὐτὸ δευτερεύουσα πηγή. Σὲ κάθε περίπτωση term. ante quem ἀσφαλὴς εἶναι ἡ παλαιοτέρα τῶν πηγῶν γι' αὐτόν, ὁ Στράβων.

[14] Βλ. κυρίως κατωτ. σχόλ. στὰ *T2a-b καὶ T3a-b), σσ. 359-61, μὲ πλούσια βιβλιογραφία.

[15] Ἀντίθετα, τὰ χρονολογικὰ δεδομένα δὲν ἀποκλείουν νά 'ναι ὁ Θεμίσων ὁ Κύπριος ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἄριστου ἐκεῖνος (ὁ Θεμίσων Πασιφίλου) ὁ ὁποῖος –Ἀγαθῆι Τύχηι– περὶ τὸ 250 π.Χ. στὸ Κίτιο εἰς τὸν θίασον τῶν | πρεσβυτέρων ἀνέθη|κεν τοῦ Διονύσου (πβ. ἀνωτ. 14 *T2a) π̣[ρό]|σωπον εὐνοίας [ἕνεκεν] | τῆς εἰς αὐτούς. Βλ. κατωτ. σχόλ. στὰ 23 Τ1-*F1, κυρίως σ.στ. Τ1a.6 / b.3 καὶ *F1.2-3 (σσ. 511-17, κυρίως 511-12 καὶ 515-16).

[16] Βλ. κατωτ. σχόλ. στὰ 16 F1-F2, κυρίως σ.στ. F1.4-5 γιὰ τὴ σχέση του μὲ τὸν Νεάνθη, F1.5 γιὰ τὴν παρουσία του στὸν Πορφύριο, F2.1γιὰ τὴν ταύτιση μὲ τὸν Ἀσκληπιάδην τοῦ Ἀρριανοῦ (σσ. 400-413, κυρίως 402, 404-5, 411-13).

[17] Βλ. κατωτ. σχόλ. στὰ 28 *Τ1-F1 (σσ. 598-601).

[18] Βλ. κατωτ. σχόλ. στὰ 30 F1-*F3, κυρίως σ.στ. F1.3/15 σ.λλ. Παίων Ἀμαθούσιος / τοῦ Γορπιαίου μηνός, F2.2, 615-16 σ.στ. 2, *F3: στ. 1 κἑ. καὶ 5-6 (σσ. 608-18, κυρίως 612-13, 615-, 616 κἑ.)· βλ. ἐπίσης σχόλ. στὸ 25 F7 (σελ. 542, καὶ κατωτ. σημ. 53) γιὰ πιθανὴ σχέση μὲ τὸν Ἴστρο καὶ τὸν Πλούταρχο.

[19] Βλ. κατωτ. σχόλ. στὰ 22 F -*F3 καὶ 26 T1-*F1, κυρίως σ.στ. 22 F1.3-4 καὶ 26 T1.3-4 / *F1.1-2 (σσ. 499-592).

[20] Βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ 17 F1, κυρίως σ.στ. a.6-7 / b.4/8 (σσ. 414-25, κυρίως 419 κἑ.).

[21] Βλ. κατωτ. σχόλ. στὰ 13 F1-F2 (σσ. 315-50, κυρίως 325-29).

[22] Βλ. κατωτ. σχόλ. στὰ 15 *Τ1-F1 (σσ. 386-99, κυρίως 389-90, 395 γιὰ τὸν Παρθένιον, 399) καὶ 13 F1b.1 κἑ. (σσ. 25-27), μὲ πλούσια βιβλιογραφία, καὶ κατωτ. σελ. 84 μὲ σημ. 54.

[23] Βλ. κατωτ. σχόλ. στὰ 20 F1-F3 (σσ. 443-58, κυρίως 443-44, 453, 454 κἑ., 458).

[24] Πηγὴ τοῦ Σωτίωνος οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ ὑπῆρξε –ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, μέσω τοῦ Ἰσιγόνου τοῦ Κιτιέως ἢ / καὶ τοῦ Καλλίμαχου– γιὰ τὴ λίμνη τοῦ Κιτίου (βλ. 27 F1 μὲ σχόλια, καὶ ἀνωτ. σελ. 77 μὲ σημ. 32) ὁ Νικαγόρας ὁ Κύπριος.

[25] Βλ. κατωτ. κριτ. ὑπόμν. στὸ 24 *F4 καὶ σημ. σ' αὐτό (σσ. 166-67) καὶ σχόλ. στὰ 20 F1-*F5 (σσ. 518-529. κυρίως 520-21 καὶ 525-29)· βλ. ἐπίσης Βαρβούνη ΜΛΜ 25, μὲ βιβλιογραφία.