You are here

CYPRIOT AINOS AND CYPRIOT MYTH. DEMONASSA

Please add a search word

Ὁ ΚΥΠΡΙΟΣ ΑΙΝΟΣ καὶ ὁ ΚΥΠΡΙΟΣ ΜΥΘΟΣ εἶναι ἕνα ἰδιαίτερα ἑλκυστικὸ κεφάλαιο τῆς πνευματικῆς δημιουργίας τῆς ἀρχαίας Κύπρου. Δὲν λείπουν οἱ βασικὲς δυσκολίες. Ἡ διάκριση αἴνουμύθου ἐξακολουθεῖ νὰ προβληματίζει σὲ περιπτώσεις διάφορες· καὶ ὁ καταρτισμὸς ἑνὸς ὄχι πενιχροῦ σώματος Κυπρίων αἴνων καὶ Κυπρίων μύθων, ἀντιπροσωπευτικοῦ τοῦ συνόλου, εἶναι ἀνέφικτος. Ἡ ἀπώλεια τοῦ ἔργου τῶν ἀρχαίων Κυπρίων μυθογράφων, ποὺ εὔλογα μπορεῖ νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι συναποτελοῦσαν πηγὴ πλούσια, ἄφησε κενὸ τεράστιο, ἐν μέρει μόνο ἀναπληρούμενο ἀπὸ ἄλλες πηγές, ἔμμεσες πληροφορίες καὶ ἐπιβιώσεις, ἀνὰ τοὺς αἰῶνες συχνὰ ἐκπληκτικές.

Οἱ ὅροι αἶνος καὶ μῦθος[1] (ἀβέβαιης ἐτυμολογίας, κατὰ τὸν Chantraine σ.λλ.), ὡς ἔννοιες ἐν μέρει ἐπαλλάσσουσες ἢ ἐπικοινωνοῦσες[2], σὲ ὄχι σπάνιες περιπτώσεις χρησιμοποιοῦνται ἀδιακρίτως (στὶς πρώιμες κυρίως πηγὲς καὶ τὶς πολὺ μεταγενέστερες)· χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ χωρίο τῆς Ὀδυσσείας ξ 494-509, ὅπου χρησιμοποιοῦνται διαδοχικὰ οἱ ὅροι μῦθος, αἶνος καὶ ἔπος γιὰ τὴν ἴδια περίπτωση[3]. Ὀρθὰ ἐν μέρει σημειώνει ὁ Chantraine γιὰ τὴ λέξη μῦθος πὼς ἡ ἔννοια ἐξελίσσεται μετὰ τὸν Ὅμηρο καὶ ἐξειδικεύεται σ' αὐτὴν τῆς «ἱστορίας, μύθου, πλαστῆς διήγησης» (« histoire, mythe, fable », κ.λπ.) καὶ γιὰ τὴ λέξη αἶνος πὼς ἡ βασικὴ ἔννοια εἶναι αὐτὴ τῶν λόγων μὲ εἰδικὸ βάρος καὶ σημασία (« paroles chargées d'importance ou de sens »)· ἡ διαπίστωση αὐτὴ στηρίζεται σὲ πάμπολλα χωρία δόκιμων συγγραφέων. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὶς εἰδικὲς ἔννοιες τοῦ αἴνου ὡς ἐπαίνου καὶ ἀποφάσεως (κατ' αἶνον, ἀντιθ. κατὰ ψήφισμα) καὶ τοῦ μύθου ὡς ὁμιλίας ἢ ἀγορεύσεως ἢ διαλόγου, συμβουλῆς ἢ διαταγῆς, σχεδίου ἢ σκοποῦ (μὴ λεγόμενου), ἀγγελίας ἢ μηνύματος καὶ φήμης, ψευδοῦς –μὴ ἱστορικοῦ– λόγου, ἀλλὰ καὶ ὑποθέσεως ἔργου καὶ στάσεως, ὅπου ἡ διάκριση εἶναι ἐφικτή, καὶ πέρα ἀπὸ τὴν κοινὴ χρήση τους μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ρητοῦ ἢ ἀποφθέγματος ἢ παροιμίας[4], ἡ ἐδῶ ἐνδιαφέρουσα χρήση τους γιὰ διηγήσεις πλαστές, μύθους ἢ παραμύθια, δὲν εἶναι πάντα διακριτή. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῶν διηγήσεων τοῦ Αἰσώπου, ποὺ καλοῦνται καὶ αἶνοι καὶ μῦθοι· πιὸ συχνὰ μάλιστα τὸ δεύτερο, ἐνῶ φέρουν ἔντονο τὸ εἰδικὸ βάρος τῆς διδακτικῆς πρόθεσης, εἶναι δὲ κατὰ κανόνα λόγος κατ' ἀναπόλησιν μυθικὴν ἀπὸ ἀλόγων ζῴων φυτῶν πρὸς ἀνθρώπους εἰρημένος (κατὰ τὸν εὔστοχο ὁρισμὸ τοῦ Λουκίου Ταρραίου ποὺ παραδίδει ὁ Ψευδοαμμώνιος[5], πβ. Σοῦδ. σ.λ. αἶνος· (...) αἶνος διαφέρει μύθου τῷ τὸν αἶνον μὴ πρὸς παῖδας ἀλλὰ πρὸς ἄνδρας πεποιῆσθαι καὶ μὴ πρὸς ψυχαγωγίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ παραίνεσιν ἔχειν τινά· βούλεται γὰρ ἐπικρυπτόμενος παραινεῖν τι καὶ διδάσκειν). Αἶνος καὶ μῦθος, ἑπομένως, ὅσον ἀφορᾶ στὶς περιπτώσεις αὐτὲς εἶναι ἔννοιες ὑπάλληλες: οἱ αἶνοι αὐτοὶ εἶναι μῦθοι (μὲ εἰδικὸ βάρος)· ὅλοι οἱ μῦθοι ὅμως δὲν εἶναι αἶνοι (καὶ οἱ μνεῖες συγκεκριμένων μύθων δὲν ὁδηγοῦν πάντα σὲἀσφαλῆ συμπεράσματα γιὰ τὴ φύση τους).

Κύπριοι αἶνοι καὶ Κύπριοι μῦθοι, ὡς ἰδιαίτερη κατηγορία, ἀναφέρονται σὲ διάφορες ἀρχαῖες πηγές. Ὁ Ἑρμογένης ὁ Ταρσεὺς καὶ ὁ Ἀφθόνιος ὁ σοφιστὴς θεωροῦν ὅτι οἱ Κύπριοι μῦθοι ὀνομάζονται ἔτσι ἀπὸ τῶν εὑρόντων[6]· ὁ δὲ Αἴλιος Θέων ὁ Ἀλεξανδρεὺς καὶ ἕνας Ἀνώνυμος συγγραφεὺς ἐξειδικεύουν, θεω­ρώντας ὅτι οἱ εὑρόντες τοὺς Κυπρίους μύθους ἦταν Κυπρία γυνή (ὁ πρῶτος) ἢ Κύπριοι ἐμπορευόμενοι (ὁ δεύτερος)[7]. Ὁ Διογενιανός, ὅμως, γράφοντας περὶ παροιμιῶν καὶ μιλώντας περὶ αἴνου σ' ἕνα ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον χωρίο του σημειώνει: ὁ δὲ Κύπριος προσηγόρευται διὰ τὸ παρὰ Κυπρίοις λέγεσθαι ὡς ἐπι­χώριος· δίνει δὲ στὰ ἀμέσως ἑπόμενα ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα Κυπρίου αἴνου: Κέχρηται δὲ καὶ τούτῳ Τιμοκρέων ἐμφαίνων ὡς οἱ ἄδικα πράσσοντες καὶ ἐς ὕστερον τῶν προσηκόντων τυγχάνουσι. Καὶ γὰρ τῷ Ἀδώνιδι ἐν Κύπρῳ τιμηθέντι ὑπὸ τῆς Ἀφροδίτης μετὰ τὴν τελευτὴν οἱ Κύπριοι ζώσας ἐνίεσαν περιστεράς, αἱ δ' ἀποπτᾶσαι καὶ διαφυγοῦσαι αὖθις ἀδοκήτως εἰς ἄλλην ἐμπεσοῦσαι πυρὰν διεφθά­ρησαν[8]. Σ' ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἡ ἀναφορὰ γίνεται προφανῶς σὲ αἴνους (ἔστω κι ἂν ὁ λόγος εἶναι γιὰ μύθους). Σὲ μιὰν ἄλλη περίπτωση, στὰ Σχόλ. τοῦ Εὐσταθίου στὸ Χ 499 (1283.26 κἑ.: ΑΚΕΠ Β΄ 79.2α), ἡ ἀναφορὰ στὸν μῦθον Κύπριον, ὃς λέγει Ἄδωνιν καταφυγόντα εἰς θρίδακα ὑπὸ κάπρου ἀναιρεθῆναι, δύσκολα μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει σὲ ὑπόθεση αἴνου (πρόκειται μᾶλλον γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς πολλοὺς Κυπριακοὺς μύθους). Πολλὰ ὅμως Ἑλληνικὰ παραμύθια ἀπὸ τὴν Κύπρο –κυρίως ὅσα ἔχουν καταγραφῆ μόνον ἐκεῖ, καὶ μοιάζουν μὲ μύθους Αἰσώπειους– δὲν ἀποκλείεται νὰ μαρτυροῦν ἐπιβιώσεις πανάρχαιων Κυπριακῶν αἴνων· πολλῶν δὲ Κυπριακῶν παροιμιῶν –καὶ δὴ ὅσων ἀναφέρονται σὲ παλαιὲς πηγὲς– ἡ φύση φαίνεται νὰ ὑποδηλώνει εὐρύτερες σχετικὲς διηγήσεις, αἴνους[9].

Πολὺ πιὸ πλούσιες εἶναι οἱ ἀναφορὲς ἀρχαίων συγγραφέων σὲ Κυπριακοὺς μύθους (ὄχι αἴνους), καθαρὰ Κυπριακοὺς –ἱστορικούς (δημιουργίας καὶ οἰκιστι­κούς) καὶ θρησκευτικούς (κυρίως γιὰ τὴν Ἀφροδίτη καὶ τὸν Ἄδωνη, τὸν Πυγμαλί­ωνα καὶ τὸν Κινύρα)– ἢ παραλλαγὲς Πανελληνίων μύθων[10]. Θρησκευτικοὺς μύ­θους –παλαιοὺς ἢ ἐπινοημένους ἀπὸ τοὺς ποιητές τους– θά 'βρισκε κανεὶς πολ­λούς, ὅπως μαρτυροῦν ἀναλογικὰ τὰ σωζόμενα ἀποσπάσματα, στὴν Ἀρχαϊκὴ ποίηση τῆς Κύπρου· ἡ λατρεία τῆς Ἀφροδίτης στὴ Μεγαλόνησο ἦταν γιὰ αἰῶνες πηγὴ ἀέναη· τὰ σχετικὰ μὲ τὴ γέννηση τῆς θεᾶς ἀπὸ τοὺς ἀφροῦς τῆς θάλασσας καὶ τὸ χρυσοστόλισμά της στὸν ὀνομαστὸ ναό της στὴν Πάφο ἀπὸ τὶς Χάριτες ἢ / καὶ τὶς Ὧρες (3 F4-5, 5 Υ.1.58 κἑ., πβ. θ 362-66), τὸν ἔρωτά της γιὰ τὸν Ἄδωνη (καὶ τὸν Ἀγχίση: βλ. ΑΚυΓ1 σσ. 85 [ΑΚυΓ1β´ 118] κἑ.), τὴν Ἀριάδνη Ἀφροδίτη, εἶναι –μερικὰ μόνο– χαρακτηριστικὰ παραδείγματα. Γιὰ τὸν Κινύρα, κατὰ τὸν Πίνδαρο (1 Τ5), ἀντηχοῦσαν οἱ ὕμνοι τῶν Κυπρίων (καὶ γι' ἄλλους μυθικοὺς βασιλιάδες, προφανῶς). Οἱ μυθικοὶ οἰκιστὲς τῆς Κύπρου (11 Ε54-55, κ.ἀ.) θὰ κατεῖχαν περίοπτη θέση στὰ ἔργα Κυπρίων ποιητῶν καὶ πεζογράφων (βλ. κατωτ.). Καὶ ἱστορικὰ πρόσωπα, ὅπως ὁ Ὀνήσιλος, ἀπέβαιναν ἐνίοτε μυθικά, ἢ ἐμπλέκονταν σὲ μύθους (ὅπως αὐτὸς τῆς Παρακυπτούσης, ποὺ μαρμάρωσε ἡ Ἀφροδίτη)[11]. Οἱ ἀρχαῖοι μυθογράφοι θά 'χαν ἀσφαλῶς πολλὰ νὰ ποῦν σὲ τέτοιες περιπτώσεις.

Ἡ ΔΗΜΩΝΑΣΣΑ (19 F1) εἶναι μιὰ ἰδιάζουσα περίπτωση. Μνημονεύεται μαζὶ μὲ τέσσερεις ἐνδόξους γυναῖκας τὶς ὁποῖες ἤνεγκεν ὁ παλαιὸς βίος, τὶς Ῥοδογούνην πολεμικήν, Σεμίραμιν βασιλικήν, Σαπφὼ μουσικήν, Τιμάνδραν καλήν (μὲ τὴ Σαπφὼ ἀναντίρρητα ἱστορικὸ πρόσωπο), ἀπὸ τὸν συγγραφέα τοῦ Περὶ τύχης β΄ λόγου, ποὺ προσθέτει: οὕτω καὶ ἐν Κύπρωι Δημώνασσα ἐγένετο, πολιτική τε ὁμοῦ γυνὴ καὶ νομοθετική, μὲ ἀναφορὰ σὲ Κύπριον λόγον γι' αὐτήν. Τὰ δεδομένα δὲν ἀποκλείουν τὴν ὕπαρξη ἱστορικοῦ πυρήνα παλαιότατου· καὶ μὲ τὴ φράση Κύπριον λόγον ὁ συγγραφέας φαίνεται νὰ ὑποδη­λώνει διήγηση ποὺ τὰ στοιχεῖα της δὲν εἶναι ὅλα ἀληθινὰ ἢ παράδοση διαδεδομένη κυρίως προφορικά, κατεξοχὴν Κυπριακή[12]. Παραβάλλοντας πρὸς τὴ φράση Συβαριτικὸς λόγος τοῦ Διογενιανοῦ (μῦθοι, ὅμως, Αἰσώπειοι ... ἢ ... Συβαριτικοί ... καὶ Κύπριοι στὸν Θέωνα)[13] καὶ τὴν παρόμοια πρὸς τὴν ἐδῶ ἱστορίατοῦ Τενέδιου βασιλιᾶ ποὺ μνημόνευε ὁ Ἀριστοτέλης[14], προβάλλει εὔλογη ἡ ὑπόθεση πὼς ὁ προκείμενος Κύπριος λόγος (ἤ: ὁ μῦθος τῆς Δημώνασσας) εἶχε –σὲ κάποιες τοὐλάχιστο διηγήσεις– τὴ μορφὴ αἴνου. Ἂν ἡ Δημώνασσα (: ἡ βασίλισσα ἢ ἀρχόντισσα τοῦ δήμου) ὑπῆρξε ὄντως πολιτική τε ὁμοῦ γυνὴ καὶ νομοθετική ποὺ πλήρωσε μὲ τὴ ζωὴ τῶν παιδιῶν της καὶ τὴ δική της τοὺς νόμους της (ὅπερ ἐλάχιστα πιθανό) ἢ συνδέθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων τὸ ὄνομά της μὲ σχετικὸν μῦθον, ἂν τὸ ὄνομα Δημώνασσα εἶναι ἢ ὄχι τὸ πραγματικό της (ὄντας οὕτως ἢ ἄλλως ὁμιλοῦν), ἢ ἂν ἁπλῶς ἕνα παλιὸ παραμύθι γιὰ μιὰ βασίλισσα ποὺ νομοθετεῖ καὶ ὑφίσταται –ἄμεσα ἢ / καὶ ἔμμεσα– τὴν προβλεπόμενη τιμωρία συνδέεται μὲ τὸ συγκεκριμένο ὄνομα ἱστορικοῦ ἢ μὴ προσώπου καὶ ἀποβαίνει ἱστορία (ὅπως στὴν περίπτωση τῆς ἱστορίας τοῦ Μελεάγρου), παραμένει πρόβλημα. Πιὸ προβληματικὸς ἀκόμα εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Δημώνασσας ἢ «Δημώνασσας» ὡς συγγραφέως, ἔστω κι ἂν προβάλλει ἑλκυστικὴ ἡ ὑπόθεση νά 'ναι αὐτὴ ἡ Κυπρία γυνή ποὺ μνημονεύει ὁ Θέων μαζὶ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Αἰσώπου.


[1] Βλ. G.-J. van Dijk, ΑΙΝΟΙ ΛΟΓΟΙ ΜΥΘΟΙ: Fables in Archaic, Classical and Hellenistic Greek Literature (Leiden 1997), καὶ Κυρ. Χατζηιωάννου, Κυπριακοὶ μῦθοι (Λευκωσία 20012), μὲ βιβλιογραφία.

[2] Βλ. LSJ [μὲ Suppl.] σ.λλ. αἶνος καὶ μῦθος: οἱ ἔννοιες αἶνος Ι. καὶ μῦθος ΙΙ. (“tale, story”, κατὰ βάση) δύσκολα ξεχωρίζουν· οἱ χρήσεις αἶνος ΙΙ. καὶ ΙΙΙ. καὶ μῦθος Ι. (πλὴν τοῦ 6.) καὶ ΙΙΙ. (καὶ ΙΙ.5), σπάνια –καὶ σὲ εἰδικὲς μόνο περιπτώσεις– συγχέονται. Κοινὴ εἶναι ἡ χρήση μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ρητοῦ, ἀπο­φθέγματος, παροιμίας (αἶνος Ι. [καὶ “saying, proverb”] καὶ μῦθος Ι.6).

[3] Βλ. στ. 494 καὶ ἐπ' ἀγκῶνος κεφαλὴν σχέθεν εἰπέ τε μῦθον· (495-506 κλῦτε, φίλοι· θεῖός μοι ἐνύπνιον ἦλθεν ὄνειρος. | ... [506] νῦν δέ μ' ἀτιμάζουσι κακὰ χροί εἴματ' ἔχοντα.) καὶ 507-9 Τὸν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα· | γέρον, αἶνος μέν τοι ἀμύμων, ὃν κατέλεξας, | οὐδέ τί πω παρὰ μοῖραν ἔπος νηκερδὲς ἔειπες (...). Στὰ σχόλια A. Hoekstra στὸν στ. 508 (COd II. 229) σ.λ. αἶνος σημειώνεται πὼς ἀρχικὰ ἡ λέξη εἶχε ἁπλῶς τὴν ἔννοια τῆς διήγησης (“tale”) μὰ ἐδῶ σημαίνει ἤδη «διήγηση μὲ ἀπώτερο σκοπό» (“tale containing an ulterior purpose”), μὲ παραπομπὴ στὸν Verdenius, Mnemosyne 15 (1962) 389, καὶ μὲ τὴν πρόσθετη παρατήρηση ὅτι ὁ ὅρος χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἱστορία (“story”) τοῦ Νέστορα στὸ Ψ 652 καὶ ὁ Ἡσίοδος δίνει τὸ ἴδιο ὄνομα στὴν παραβολή του (: “to his parable”) τοῦ ἱέρακος καὶ τῆς ἀηδόνος (Ἔργ. 262, βλ. καὶ τὴ σημ. τοῦ West σ.λ. αἶνον: “of a fable or other story with an implied message for the hearer, Od. 14.508, Archil. 174.1, 185.1, Call. fr. 194.6 [κ.λπ.]” καὶ τὸ ὅλο σχόλιο τοῦ ἴδιου στοὺς στ. 202-12). Ὁ ἀκροατὴς ὅμως τοῦ Ὁμήρου δύσκολα, νομίζουμε, θὰ ἔκανε τὴ διάκριση τῶν ὅρων μῦθος καὶ αἶνος στὴν περίπτωση αὐτή. (Περισσότερα γιὰ τοὺς ὅρους: E. Hofmann, Qua ratione ἔπος, μῦθος, αἶνος, λόγος in antiquo Graecorum sermone adhibita sint, Göttingen 1922 [Diss.]. Βλ. ἐπίσης Μ. Βαρβούνη, «Αἶνος», ΚυΣπ 51 (1987) 103 κἑ., μὲ βιβλιογραφία.)

[4] Ὀνομαστὸς ἀρχαῖος Κύπριος παροιμιογράφος εἶναι ὁ Κλέαρχος Σολεύς (ΑΚΕΠ Στ΄ 139-56, κυρίως 149 κἑ., καὶ ΑΚυΓ6), καὶ ἀργότερα ὁ Γεώργιος Κύπριος. Βλ. Σακελλαρίου Κυπρ. Β΄ 277 (κἑ.).

[5] Ἀρχιλ. ἀπόσπ. 174 [καὶ 185] W. (: 89 [καὶ 81] Παπαδημητρίου) αἶνος καὶ παροιμία διαφέρει. μὲν γὰρ αἶνός ἐστι λόγος κατ' ἀναπόλησιν μυθικὴν ἀπὸ ἀλόγων ζῴων φυτῶν πρὸς ἀνθρώπους εἰρημένος, ὥς φησι Λούκιος Ταρραῖος ἐν τῷ πρώτῳ περὶ παροιμιῶν· οἷον ἀπὸ μὲν ἀλόγων ζῴων ὡς παρ' Ἀρχιλόχῳ (...)· πβ. Διογενιαν. (βλ. κατωτ. σημ. 21) καὶ Ἀποστολ. Προοίμ. (CPG II. 235.7)· πβ. ἐπίσης Εὐστ. στὸ ξ 508 (1768.60), κ.ἄ.

[6] Ἑρμογ. Προγυμν. (κεφ. Περὶ μύθου) 1.3 Rabe [ΑΚΕΠ Γα΄ 99.2] Τὸν μῦθον πρῶτον ἀξιοῦσι προσάγειν τοῖς νέοις, διότι τὰς ψυχὰς αὐτῶν πρὸς τὸ βέλτιον ῥυθμίζειν δύναται (...). Φαίνονται δὲ τούτῳ χρησάμενοι καὶ οἱ ἀρχαῖοι, Ἡσίοδος μὲν τὸν τῆς ἀηδόνος εἰπών, Ἀρχίλοχος δὲ τὸν τῆς ἀλώπεκος. Ὀνομάζονται δὲ ἀπὸ τῶν εὑρόντων, οἱ μὲν Κύπριοι, οἱ δὲ Λιβυκοί, οἱ δὲ Συβαριτικοί· πάντες δὲ κοινῶς Αἰσώπειοι λέγονται, διότι τοῖς μύθοις Αἴσωπος ἐχρήσατο πρὸς τὰς συνουσίας· Ἀφθον. Προγυμν. (κεφ. <Περὶ μύθου>) 1.7 Rabe [ΑΚΕΠ Γα΄ 99.3] Ἔστι δὲ μῦθος λόγος ψευδὴς εἰκονίζων ἀλήθειαν. Καλεῖται δὲ Συβαριτικὸς καὶ Κίλιξ καὶ Κύπριος, πρὸς τοὺς εὑρόντας αὐτὸν μεταθεὶς τὰ ὀνόματα· νικᾷ δὲ μᾶλλον Αἰσώπειος λέγεσθαι τῷ τὸν Αἴσωπον ἄριστα πάντων συγγράψαι τοὺς μύθους.

[7] Θέωνος Προγυμν. (κεφ. Περὶ μύθου) II. 72.27 Spengel [ΑΚΕΠ Γα΄ 99.4]) Μῦθός ἐστι λόγος ψευδὴς εἰκονίζων ἀλήθειαν (...). καλοῦνται δὲ Αἰσώπειοι καὶ Λιβυστικοὶ Συβαριτικοί τε καὶ Φρύγιοι καὶ Κιλίκιοι καὶ Καρικοί, Αἰγύπτιοι καὶ Κύπριοι· τούτων δὲ πάντων μία ἐστὶ πρὸς ἀλλήλους διαφορά, τὸ προσ­κείμενον αὐτῶν ἑκάστου ἴδιον γένος, οἷον Αἴσωπος εἶπεν, Λίβυς ἀνήρ, Συβαρίτης, Κυπρία γυνή, καὶ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπὶ τῶν ἄλλων· ἐὰν δὲ μηδεμία ὑπάρχῃ προσθήκη σημαίνουσα τὸ γένος, κοινοτέρως τὸν τοιοῦτον Αἰσώπειον καλοῦμεν· Ἀνων. Προλεγ. (κεφ. Ἐξήγησις τοῦ μύθου) II. 12 Walz [ΑΚΕΠ Γα΄ 99.3α] Οἱ δὲ Κίλικες καὶ Κύπριοι ἐμπορευόμενοι καὶ τόπους ἀγνώστους διερχόμενοι ἐνεπλάσαντο τοὺς ἐξ ἀλόγων ζῴων μύθους, ὡς ἑωρακότες ἐν τόποις τισὶ ξένην μορφὴν ἔχοντα ζῷα.

[8] Διογενιαν. (κεφ. Περὶ παροιμιῶν) CPG Ι. 180 [ΑΚΕΠ Γα΄ 99.1], βλ. καὶ Ι. 178 [ΑΚΕΠ Γα΄ 99 καὶ Β΄ 49.1] Ἔστι δὲ παροιμία τρόπος καὶ τῆς καλουμένης ἀλληγορίας· παράκειται δὲ αὐτῇ λόγος, αἶνος Αἰσώπειος, Καρικὸς αἶνος, Συβαριτικὸς λόγος, Κύπριος, Λιβυκὸς αἶνος, Μαισωνικὴ παροιμία· μάρσιπος. Αἶνος μὲν οὖν ἐστὶ κατ' ἀνάπλασιν μυθικὴν ἀναφερόμενος ἀπὸ ἀλόγων ζῴων φυτῶν ἐπὶ ἀνθρώπων παραίνεσιν. Καὶ ἀπὸ ζῴων μέν, ὡς παρ' Ἀρχιλόχῳ (...). Πβ. PSI (: Papiri Graeci et Latini, Publicazioni della Società Italiana [κ.λπ.], Firenze) 11 (1935) 1221. 13 [ΑΚΕΠ Γα΄ 99.1α] δὲ Κύπριος λεγόμενος αἶνος ὄνομα τοιοῦτον ἤνεγκεν (...) διὰ τὸ παρὰ Κυπρίοις ἐπιχώριος λέγεσθαι. κέχρηται δὲ τούτῳ Τιμοκρέων ἐν ᾄσματι κατὰ Θεμιστοκλέους ἐκπεσόντος ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἐφηδόμενος αὐτοῦ τῇ φυγῇ. (Βλ. καὶ Σακελλαρίου Κυπρ. Β΄ 277.) Σὲ μιὰν τρίτη ὑπόθεση γιὰ τοὺς Κυπρίους αἴνους προβαίνει ὁ Μ. Βαρβούνης (ὅ.π. [σημ. 16] σελ. 110),στηριγμένος στὴν ἀνάλογη ἑρμηνεία τοῦ Διογενιαν. (179.14-20) γιὰ τὸν Καρικὸν αἶνον, ὅτι ὁ Κύπριος αἶνος «ἦταν πιθανότατα αὐτὸς ποὺ ἀναφερόταν σὲ Κυπρίους» (ἴσως: καὶ αὐτός ...).

[9] Βλ. Γ. Α. Μέγα, Ἑλληνικὰ παραμύθια, τόμ. 1-2, Ἀθῆναι (Ἑστία) 1927 / 200113 - 1962 / 200111, μὲ τὶς Σημειώσεις στὸ τέλος τῶν τόμων (ὅπου ἡ Κύπρος μνημονεύεται συχνά). Βλ. ἐπίσης Σακελλαρίου Κυπρ. Β΄ 277 κἑ. καὶ 299 κἑ. (πβ. χαρακτηριστικὰ ἀρ. 16 [σσ. 357-58] πρὸς Μέγα τόμ. 1 σσ. 7-15 [ἀρ. 1 στὴ σελ. 231], κ.ἄ.).

[10] Βλ. Βαρβούνη ΜΛΜ (κεφ. «Ἀρχαῖοι Κυπριακοὶ μῦθοι») 28-38: ὁρισμὸς καὶ κατάταξή τους (28-29), καὶ ἀναφορὰ στοὺς πιὸ σημαντικοὺς Κυπριακοὺς μύθους (σσ. 29-38), μὲ βιβλιογραφία. Συνοπτικά: ΑΚυΓ1β´ σσ. 57-65, ὅπου καὶ παράθεση τῆς Κυπριακῆς παραλλαγῆς τοῦ παραμυθιοῦ ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν «ἱστορία τοῦ Μελεάγρου»), μὲ βιβλιογραφία. Ἀναλυτικὰ γιὰ τοὺς οἰκιστικοὺς μύθους τῆς Κύπρου: Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ. Γιὰ τοὺς θρησκευτικοὺς μύθους: ΑΚυΓ1 47 κἑ. [ΑΚυΓ1β´  70 κἑ.] καὶ σχόλια στὰ σχετικὰ χωρία (βλ. καὶ Πίν. 1)· βλ. καὶ ΑΚυΓ2 Πίν. 1, καὶ κατωτ. (μὲ Πίν. λέξεων).

[11] Βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Ὀνήσ. / κατωτ. σχόλ. στὸ 25 F53 (σσ. 574-75).

[12] Βλ. ἀναλυτικὰ κατωτ. σχόλ. στὸ 19 F1 (σσ. 434-42), καὶ Βαρβούνη ΜΛΜ 12-13 καὶ 26-27.

[13] Βλ. ἀνωτ. σημ. 20 καὶ 21· βλ. καὶ σημ. 19: (Ἑρμογ.) ὀνομάζονται δὲ (sc. οἱ μῦθοι) ἀπὸ τῶν εὑρόντων, οἱ μὲν Κύπριοι, οἱ δὲ Λιβυκοί, οἱ δὲ Συβαριτικοί· (Ἀφθόν.) καλεῖται δὲ (sc. μῦθος) Συβαριτικὸς καὶ Κίλιξ καὶ Κύπριος.

[14] Κατωτ. σελ. 439: (...) ἐκύρωσε καὶ περὶ τοῦ ἰδίου παιδὸς τηρηθῆναι τὸν νόμον καὶ ἀναιρεθέντος εἰς παροιμίαν παρῆλθε τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τῶν ὠμῶς πραττομένων (...). Βλ. καὶ Μ. Γ. Βαρβούνη, «Παρατηρήσεις μὲ ἀφορμὴ Λευκαδικὴ παράδοση (Πολίτης, ἀρ. 58) καὶ τὸν ἀρχαῖο Κυπριακὸ μῦθο τῆς Δημώνασσας», Στασῖνος 10 (1989-1993) 305-10 (κυρίως 308-9).