You are here

9

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

ΠΕΡΙ ΣΠΟΝΔΥΛΩΝ

9    Ἀεὶ δὲ τὴν τῶν ὑποδειγμάτων οὐκ ἐπιτήδειον εἶναι διέλα-

βον ὑπογραφὴν ποιήσασθαι· ἃ δὲ ἐχομένως περὶ σπονδύλων

τῶν ἐν τῆι ῥάχει διασαφεῖ, διὰ τούτων ὑποτάξω (IV 182.13 L.)·

ὅσοις δὲ ἐκ καταπτώσεως ῥάχις κυφοῦται, ὀλίγα δὴ τούτων

  ἐκρατήθη ὥστε ἐξιθυνθῆναι · τοῦτο μὲν γὰρ αἱ ἐν τῆι κλίμακι

κατατάσεις  οὐδένα πω ἐξίθυναν , ὧν ἐγὼ οἶδα· χρέονται δὲ ἰη-

τροὶ αὐτῆι μάλιστα οὗτοι οἱ ἐπιθυμοῦντες  ἐκχαυνοῦν τὸν πο-

λὺν λαόν· ἐν τοῖσι γὰρ τ‹οι›ούτοισι ταῦτα  θαυμαστά ἐστιν, ἢν ἢ

κρεμάμενον ἴδωσιν ἢ ῥιπτόμενον. οὐ κατὰ πᾶν ἀδόκιμον οἴεται

εἶναι τὴν τοιαύτην τῆς χειρουργίας ἐπίνοιαν, ἀλλά που καὶ

δυνατὴν ἔσεσθαι δεόντως σκευασθεῖσαν πρὸς τὸν τῶν σπονδύ-

λων καταρτισμόν. ὅμως δὲ ἐξεπίτηδες ἐκκεκλικέναι τὰ τοιαῦτά

φησι λέγων οὕτως (IV 184.2 L.)· αὐτὸς μέντοι κατηισχύνθη‹ν›

πάντα ‹τὰ› τοιουτότροπα ἰητρεύειν οὕτω, διὰ τοῦτο, ὅτι πρὸς

ἀπατεών‹ων› μᾶλλον οἱ τρόποι οὗτοι . ὁπόσοις μὲν οὖν ἐγγὺς

τοῦ αὐχένος ἡ κύφωσις γίνεται, εἰκὸς ἧσσον ὠφελεῖν τὰς κα-

τατάσεις  ταύτας τὰς ἐπὶ κεφαλήν· μικρὸν γὰρ τὸ βάρος  καὶ τὰ

ἀκρώμια  καταρρέ‹π›οντα . ἀλλὰ τούς γε τοιούτους εἰκὸς ἐπὶ

πόδας κατασεισθέντας  μᾶλλον ἐξιθυνθῆναι· μέζω‹ν› γὰρ αὔ-

τως ἡ καταρροπίη . ὅσοις {γὰρ} δὲ κατωτέρω τὸ ὕβωμα, τού-

τοις ἔοικε μᾶλλον ἐπὶ κεφαλὴν κατασείεσθαι. ὑφέσταται δὲ τὴν

ἐπὶ κεφαλὴν κατάσεισιν οὕτως ἂν γίνεσθαι δεόντως ὑπὸ τῶν

αἱρουμένων αὐτῆι χρῆσθαι, καταχωρίζων τὸν τρόπον τοῦτον

(IV 184.11 L.)· εἰ οὖν τις θέλοι κατασείειν, ὀρθῶς ἂν ὧδε

σκευάζοι· τὴν μὲν γὰρ κλίμακα ἢ σκυτίνοις ὑποκεφαλαίοις ἢ

εἰρινοῖς καταστρῶσαι εὖ προσδεδεμένοις καὶ ὀλίγωι πλεῖον ἐπὶ

μῆκος καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἢ ὅσον τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου

κατάσχηι· ἔπειτεν ἄντα  τὸν ἄνθρωπον ὕπτιον κατακλῖναι ἐπὶ

τὴν κλίμακα χρή. καὶ ἔπειτα προ<σ>δῆσαι μὲν χρὴ τοὺς πό-

δας παρὰ τὰ σφυρὰ πρὸς |15 τὴν κλίμακα {καὶ} μὴ διαβεβῶτα ,

ἀλλὰ συμβεβηκότα, δεσμῶι δ' εὐόχωι μέν, μαλθακῶι δέ· προσ-

δῆσαι δὲ κατωτέρω τῶν γονάτων  καὶ ἀνωτέρω· προσδῆσαι δὲ

καὶ τὰ ἰσχία· κατὰ δὲ τοὺς κενεῶνας  καὶ εἰς τὸ στῆθος χαλα-

ραῖς ταινίαις προσπεριβάλλειν οὕτως, ὅπως μὴ κωλύσωσιν τὴν

πέρασιν. τὰς δὲ χεῖρας παρὰ τὰς πλευρὰς παρατείνοντα προσ-

καταλαβεῖν πρὸς τὸ αὐτοῦ σῶμα καὶ μὴ πρὸς τὴν κλίμακα.

ὅταν δὲ ταῦτα σκευάσηι οὕτως, ἀνέλκειν τὴν κλίμακα πρὸς

τύρσιν  τινὰ ὑψηλὴν ἢ πρὸς ἀέτωμα οἴκου. τὸ δὲ χωρίον ἵνα

κατασείσει , ἀντίτυπον ἔστω. τοὺς δὲ ἀντιτείνοντας εὐπαιδεύ-

τους χρὴ εἶναι, ὅπως ὁμαλῶς καὶ καλῶς καὶ ἰσορρόπως καὶ

ἐξαπιναίως ἀφήσουσι καὶ μήτε ἡ κλῖμαξ ἑτερορρεπὴ‹ς› ἐπὶ τὴν

γῆν μήτε αὐτοὶ προπετεῖς ἔσονται . ἀπὸ μέντοι τύρσιος ἀφιεὶς ἢ

ἀπὸ ἱστοῦ καταπεπηγότος καρχήσιον  ἔχοντος ἔτι κάλλιον ἄν

τις σκευάσοιτο, ὥς γε ἀπὸ τροχιλλέης τὰ χαλώμενα ὅπλα εἶναι

ἢ ἀπὸ ὄνου . ἀηδὲς μὲν καὶ μακρολογεῖν περὶ αὐτῶν τούτων,

ὅμως δὲ ἐκ τούτων τῶν παρασκευῶν κάλλιστα ἄν τις κατασει-

σθείη. ἡ διὰ τῆς ὑποδεδειγμένης διὰ τῆς κλίμακος ἐπὶ κεφαλὴν

κατάτασις ἐκ τούτου ἂν τοῦ τρόπου γίνοιτο.

ΠΕΡΙ ΣΠΟΝΔΥΛΩΝ

9    Ὅπως διευκρίνισα, δὲν εἶναι πάντοτε ἀνάγκη νὰ γίνεται ἀπεικό-

νιση· ὅσα ὅμως διασαφηνίζει στὴ συνέχεια σχετικὰ μὲ τοὺς σπονδύ-

λους τῆς ράχης (τῆς σπονδυλικῆς στήλης), θὰ ἀναφέρω μὲ τὰ ἑξῆς:

Σ' ὅσους ἡ ράχη κυρτώνει λόγω πτώσεως, σὲ λίγες μόνο περιπτώ-

σεις, ὡς γνωστόν, καρποφόρησαν οἱ προσπάθειες γιὰ διόρθωση

(ὥστε νὰ ἐπαναφερθεῖ σὲ εὐθεία). Καὶ αὐτὸ γιατὶ οἱ ἰσχυρὲς ἐκτά-

σεις στὴ σκάλα δὲν βοήθησαν κανέναν ἀκόμα νὰ ἀνορθωθεῖ, σὲ ὅσες

περιπτώσεις γνωρίζω ἐγώ. Χρησιμοποιοῦν δὲ αὐτὴν τὴ μέθοδο κυ-

ρίως οἱ γιατροὶ αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ ἀποχαυνώνουν τὸν πολὺ λαό·

γιατὶ σ' αὐτῆς τῆς κατηγορίας τοὺς ἀνθρώπους αὐτὰ προκαλοῦν

θαυμασμό, ἂν δηλαδὴ δοῦν (τὸν πάσχοντα) ἢ κρεμασμένο ἢ νὰ πε-

τιέται ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ. Δὲν θεωρεῖ ὅτι μία τέτοιου εἴδους ἐφεύ-

ρεση τῆς χειρουργικῆς εἶναι ἐντελῶς ἀπορριπτέα, ἀλλ' ὅτι καμιὰ

φορὰ μπορεῖ, ἂν προετοιμαστεῖ κατάλληλα, νὰ εἶναι χρήσιμη γιὰ

τὴν ἀνάταξη τῶν σπονδύλων. Λέγει ὅμως ὅτι ἐξεπίτηδες ἀπέφευγε

τὶς τέτοιου εἶδους μεθόδους μιλώντας μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἐγὼ ὅμως

θὰ ντρεπόμουνα νὰ θεραπεύω μὲ ὅλες τὶς τέτοιου εἴδους, μεθόδους,

γι' αὐτὸν τὸν λόγο, ἐπειδὴ δηλαδὴ αὐτὲς οἱ μέθοδοι ταιριάζουν πε-

ρισσότερο σὲ ἀπατεῶνες. Σὲ ὅσους λοιπὸν ἡ κύρτωση γίνεται κοντὰ

στὸν αὐχένα, εἶναι εὔλογο ὅτι οἱ ἐκτάσεις αὐτὲς μὲ τὴν κεφαλὴ πρὸς

τὰ κάτω ἐλάχιστα ὠφελοῦν· γιατὶ τὸ βάρος (τοῦ κεφαλιοῦ) καὶ τῶν

ἄκρων τοῦ ὤμου ποὺ γέρνουν πρὸς τὰ κάτω εἶναι μικρό. Ἀλλ' εἶναι

βέβαια εὔλογο ὅτι, ἐὰν οἱ τέτοιου εἶδους πάσχοντες κατασείονταν

(τραντάζονταν, ἀντινάσσονταν) δυνατὰ πρὸς τὰ πόδια, μᾶλλον θὰ

ἴσιωναν ἐντελῶς· γιατὶ μ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ πρὸς τὰ κάτω ροπὴ θὰ

ἦταν μεγαλύτερη. Σὲ ὅσους ὅμως ἡ κύρτωση (βρίσκεται) χαμηλότε-

ρα, σ' αὐτοὺς ταιριάζει περισσότερο νὰ κατασείονται πρὸς τὸ κεφά-

λι. Ἔχει εἰσηγηθεῖ ὅτι ἡ κατάσειση πρὸς τὸ κεφάλι ἔτσι θὰ γινόταν

σωστὰ ἀπ' αὐτοὺς ποὺ προτιμοῦν νὰ τὴ χρησιμοποιοῦν, καταχωρί-

ζοντας αὐτὴν τὴ μέθοδο. Ἐὰν λοιπὸν κάποιος θέλει νὰ ἐκτινάξει

δυνατά, πρέπει νὰ προετοιμαστεῖ σωστὰ ὡς ἑξῆς: νὰ καλύψει δηλα-

δὴ τὴ σκάλα ἢ μὲ δερμάτινα ἢ μὲ μάλλινα μαξιλάρια πολὺ καλὰ

δεμένα στὰ πλάγια καὶ λίγο μεγαλύτερα σὲ μῆκος καὶ πρὸς τὴ μία

καὶ πρὸς τὴν ἄλλη πλευρὰ ἀπ' ὅσο θὰ καταλάβει τὸ σῶμα τοῦ

πάσχοντος. Ἔπειτα πρέπει νὰ ξαπλώσει ἀπέναντι τὸν πάσχοντα

ὕπτιο πάνω στὴ σκάλα. Καὶ ἔπειτα πρέπει νὰ τὸν δέσει στὰ πόδια

του κοντὰ στοὺς ἀστραγάλους στὴ σκάλα, μὲ τὰ πόδια ὄχι ἀνοικτὰ

ἀλλὰ ἑνωμένα, μὲ ἀνθεκτικὸ μέν, μαλακὸ δὲ ἐπίδεσμο· νὰ τὰ δέσει

δὲ πιὸ κάτω ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ πιὸ πάνω· νὰ δέσει δὲ καὶ τὰ ἰσχία·

τοὺς λαγόνες δὲ καὶ τὸ στῆθος νὰ περιτυλίξει μὲ χαλαρὴ ταινία ἔτσι,

ὥστε νὰ μὴν ἐμποδίσουν τὴ διαδικασία. Τὰ χέρια του, ἀφοῦ τὰ

τεντώσει κοντὰ στὰ πλευρά, νὰ τὰ σταθεροποιήσει στὸ σῶμα (τοῦ

πάσχοντος) καὶ ὄχι στὴ σκάλα. Κι ὅταν προετοιμάσει τοῦτα μ' αὐτὸν

τὸν τρόπο, νὰ ἀνυψώσει τὴ σκάλα ἢ πρὸς κάποιον ψηλὸ πύργο ἢ

πρὸς ἀέτωμα σπιτιοῦ. Ὁ χῶρος ὅπου θὰ γίνει ἡ κατάσειση πρέπει

νὰ εἶναι ἀνθεκτικὸς στὸ βάρος. Καὶ αὐτοὶ ποὺ τεντώνουν πρὸς τὴν

ἀντίθετη κατεύθυνση πρέπει νὰ εἶναι καλὰ ἐκπαιδευμένοι, γιὰ νὰ

ἀφήσουν ὁμαλὰ καὶ καλὰ καὶ ἰσόρροπα καὶ ξαφνικά, καὶ μήτε νὰ

πέσει ἡ σκάλα στὴ γῆ γέρνοντας ἄλλοτε πρὸς τὴ μία καὶ ἄλλοτε

πρὸς τὴν ἄλλη μεριά, μήτε νὰ πέσουν οἱ ἴδιοι πρὸς τὰ ἐμπρός. Εἴτε

ὅμως ἀφήνει ἀπὸ πύργο εἴτε ἀπὸ ἱστὸ στερεωμένο γερὰ στὸ ἔδαφος

καὶ ἐφοδιασμένο μὲ ἄγγιστρο (καὶ καραβόσχοινο), θὰ μποροῦσε

κανεὶς νὰ κάνει καλύτερα τὴν προετοιμασία, ὥστε προσέτι ὁ μηχα-

νισμὸς κατάσεισης νὰ λειτουργεῖ μὲ τροχαλία ἢ μὲ ὀνίσκο. Εἶναι

βέβαια ἐνοχλητικὸ νὰ μακρηγορεῖ κανεὶς γι' αὐτὰ τὰ πράγματα,

ὅμως μὲ τέτοιου εἴδους τεχνικὲς κατασκευὲς θὰ μποροῦσε κανεὶς

νὰ κατασειστεῖ πολὺ ἀποτελεσματικά. Ἡ ἔκταση πρὸς τὸ κεφάλι μὲ

τὴν ὑποδεικνυόμενη μέθοδο μὲ τὴ σκάλα μπορεῖ νὰ γίνει μ' αὐτὸν

τὸν τρόπο.

Σχόλια: 

9 [ΠΕΡΙ ΣΠΟΝΔΥΛΩΝ]. 1. Ἀεὶ: ἔτσι στὸν L, καὶ στὴν ἔκδ. Sch.1· ὁ Di.2 γράφει Ἤδη (σημειώνοντας: «δεῖ Codd. F. mendi signo in mg. Conjeci ἤδη», καὶ οἱ KK.3 γράφουν <...>δει (μὲ τὴ σημείωση: «lacunam statuimus: ἤδη pro δει Dietz2: ἀεὶ Schoene1»). Ὀρθῶς, ὅμως, ὁ Sch.1 διαβάζει καὶ γράφει Ἀεὶ· τὸ κεφαλαῖο ἄλφα (ἐκτὸς περιθωρίου, ὡς τὸ ἀρχικὸ γράμμα κεφαλαίου: πβ. ἀνωτ. 1.6.1 Ἀξίως καὶ 1.8.1 Ἀσφαλέ­στερον, κ.τ.τ.) εἶναι ἐδῶ εὐκρινέστατο, καὶ ὡραιότατο. (Νὰ σημειωθεῖ ἡ τραχύτητα τοῦ κειμένου τῆς ὅλης πρότασης· ἂν ἐπρόκειτο γιὰ παράθεμα μὲ ἀποκλίσεις, θὰ ἔπρεπε νὰ προσαρ­μοστεῖ στὸ κείμενο τοῦ Ἱππ. μὲ τὸ ἐπιχείρημα αὐτό;)

5. ἐξιθυνθῆναι: τοῦ ρήμ. ἐξιθύνω, «εὐθειάζω, εὐθυγραμμίζω» καὶ «ἀνορθώνω, ἐπανορθώνω» (ΕΛεξΙ4 σ.λ. στὸν Ἱππ. καὶ στὸν Γαλ. [βλ. κατωτ.], βλ. καὶ LSJ95 / LSK6 σ.λ., μὲ περαιτέρω παραπομπές)· καὶ νῦν τὰ ὀλίγα κατὰ τὴν ῥάχιν παραρθρη­μάτων ἐπανορθοῦται, σχολιάζει γιὰ τὸ ἐδῶ χωρίο ὁ Γαλ. (Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 513.13, βλ. καὶ τὰ ἑπόμενα σχόλιά του στὰ περὶ σπονδύλων κεφάλαια τοῦ Ἱππ.). Στὸν L εξιθυνθηναι ἐκ διορθώσεως (εξιθυνθιναι πρὸ τῆς διορθώσεως)· ἐξιθυνθῆναι δίνουν καὶ τὰ χφφ. τοῦ Ἱππ. (καὶ ἐκδ. Li.7 Kw.8, ἐξιθυθῆναι στὴν ἔκδ. Wi.9 [ἐκ λάθους;]: ἐξιθυνθῆναι κατωτ. στ. 19), ἀλλὰ ἐξιθῦναι (καὶ -ύναι) στὰ παραθέματα τοῦ Γαλ. (513.7 καὶ 515.2).

5-6. αἱ ἐν τῆι κλίμακι κατατάσεις: αι εν τη | κλιμακι κατατασις ἐδῶ καὶ θεν|τι κλιμακι κατατασιες κατωτ. 3.10.43-44 στὸν L. Οἱ Di.2, Sch.1 καὶ KK.3 γράφουν αἱ ἐν τῇ (κατὰ τὸν M) κλίμακι κατατάσιες (κατὰ τὸν L) κατωτ., εὔλογα. Ἐδῶ οἱ Di.2 καὶ Sch.1 διορθώνουν τὸ κατατασις τοῦ L σὲ κατατάσιες καὶ οἱ KK.3 σὲ κατατάσεις. Ἀπόκλιση παρατηρεῖται καὶ στὴ συνέχεια τοῦ ἐδῶ κεφαλαίου, στ. 16-17, ὅπου ὁ L δίνει τὴ γραφὴ κατατάσεις, τὰ πλεῖστα χφφ. τοῦ Ἱππ. τὴ γραφὴ κατατάσιας (υἱοθετούμενη ἀπὸ τοὺς Kw.8 καὶ Wi.9, διαφ. γρ. καταστάσηας καὶ -ιας, κατασείσιας στὸν Li.7 μὲ τὴ σημ. «Ma correction est évidente de Soi»), καὶ ὁ Di.2 υἱοθετεῖ τὸ κατατάσιας τοῦ Ἱππ. (ὅπως καὶ ὁ Blomquist10 [20, 50.20], παρεμπιπτόντως) ἐνῶ οἱ Sch.1 καὶ KK.3 τὸ κατατάσεις τοῦ L. Ὅπως καὶ στὶς ἄλλες ἀνάλογες περιπτώσεις κρατήσαμε –μὲ δισταγμοὺς– τὴ γραφὴ τοῦ L στοὺς στ. 16-17 (κατατάσεις, ποὺ δὲν ἀποκλείεται νὰ ὀφείλεται στὸν ἴδιο τὸν Ἀπ.), καὶ –μὲ ἀκόμα περισσότερους δισταγμοὺς– γράψαμε καὶ στὸν στ. 6 κατατάσεις (ει → ι, ἴσως ὅμως κατα­τάσι<ε>ς: ἔκπτωση τοῦ ε). Βλ. καὶ κατωτ., μὲ ἀνάλογα παραδείγματα. (Ὁ ὅρος κατάτασις σημαίνει τὴν –κατὰ τὴν ἀνάταξη ἐξαρθρήματος– ἔκταση, τὴν –ἰσχυρὴ– ἕλξη, τὸ τέντωμα· ρῆμα: κατατείνω, καὶ κατατανύω. Βλ. ΕΛεξΙ4 σ.λλ., μὲ παραπομπές. Στὸν Ἀπ.: 1.3.9 κατάτασιν καὶ 14 κατατάσιας, 1.4.21 ἐκ κατατάσιος, 1.5.12 διὰ τὴν κατάτασιν καὶ 14 τοῦ κατατεινομένου, κ.ἄ. πολλά.)

6. οὐδένα πω ἐξίθυναν: ου|δεναποεξιθυναν L, ουχ ενα πω εξιθυναν (ουχ' εν απωεξιθυναν κατὰ τὸν Kw.8) κατωτ. 3.10.44 (γιὰ ἄλλες ἀποκλίσεις τῶν δύο παράλληλων χωρίων [2.9.5-9 καὶ 3.10.43-47] μεταξύ τους καὶ σὲ σχέση μὲ τὸν Ἱππ. βλ. στὸ ἐδῶ καὶ στὸ κατωτ. κριτ. ὑπόμν. μας). Οἱ Di.2 καὶ KK.3 διαβάζουν καὶ γράφουν οὐδὲν ἀποεξιθυναν (καὶ κατωτ. 3.10.44 ὁ Di.2 [ὅπως ἐδῶ], οἱ δὲ Sch.1 καὶ KK.3 –κατὰ τὴν ἐκεῖ γραφὴ τοῦ L– οὐχ ἕνα πω ἐξ.). Ὁ Sch.1 διαβάζει ἐπίσης ουδεν αποεξιθυναν καὶ γράφει –ἐδῶ– οὐδένα πω ἐξίθυναν (οὐδένα πω ἐξ. γράφουν οἱ Li.7, Kw.8 καὶ Wi.9, μολονότι τὰ πλεῖστα Ἱππ. χφφ. δίνουν τὴ γραφὴ οὐδὲν ἀποεξίθυναν, καὶ οὐδὲν ἀπεξήθυναν [sic] ὁ Γαλ. [ὅ.π. 514.6-7]). Οἱ Alpers11 (σελ. 31) καὶ Blomquist10 (19, 50.19) ὑποστηρίζουν τὴ γραφὴ οὐδένα πω ἐξίθυναν –ποὺ δίνει προφανῶς καλύτερο νόημα– καὶ γιὰ τὶς δύο περιπτώσεις (ἐδῶ καὶ κατωτ.)· ὅπως παρατηρεῖ ὁ Alp.11, τὸ Δ καὶ τὸ Χ μπερδεύονται (ΟΥΧ ΕΝΑ [κατωτ.]: ἀκατανόητο)· καὶ τὸ οὐδένα πω ἐξ., κατὰ τὸν Bl.10, ἐξηγεῖ εὔκολα τὸ γιατί δὲν ἔγινε ἔκθλιψη τοῦ ο στὸ ἀποεξίθυναν (ἕνα δὲ ἁπλούστερο λάθος μπορεῖ νὰ προκύψει περισσότερες ἀπὸ μία φορές, καὶ τὸ κατωτ. οὐχ ἕνα πω ἐξίθυναν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ ὅτι ἡ λάθος γραφὴ προέκυψε ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν Ἱπποκρατικὴ παράδοση).

6-7. ἰητροὶ (...) οὗτοι οἱ ἐπιθυμοῦντες: ιητροι (...) ουτοι οι | επιθυμουνται ἐδῶ καὶ οι ιητροι (...) | ουτως επιθυμουντες κατωτ. (3.10.45) στὸν L (βλ. καὶ κριτ. ὑπόμν.), υἱοθετούμενα ἀπὸ τοὺς Di.2 Sch.1 KK.3: ἰητροὶ (...) οὗτοι οἳ ἐπιθυμοῦνται (οὗτοι, οἳ ἐπ. KK.3) ἐδῶ, καὶ οἱ ἰη. (...) οὕτως ἐπιθυμοῦντες κατωτ., ὀρθῶς ἴσως. Ὁ Blomquist10 (19, 50.20 καὶ 19-20, 50.20) προτείνει καὶ γιὰ τὶς δύο περιπτώσεις τὴ γραφὴ <οἳ> ἰη. (...) οὗτοι οἱ ἐπιθυμοῦντες, κατὰ τὸν Ἱππ.: οἱ ἰητροὶ (...) οὗτοι οἱ (πλεῖστα χφφ., καὶ ἔκδ. Li.7 / διαφ. γρ. χωρὶς τὸ οὗτοι [J.12 Li.7] καὶ ἔκδ. Wi.9 / οὕτως [κατὰ τὸν Ἀπ. 3.10.45] ἔκδ. Kw.8) καὶ ἐπιθυμέοντες (χφφ. καὶ ἐκδ., διαφ. γρ. [B Kw.8] ἐπιθυμοῦντες), καὶ παραβάλλοντας –γιὰ τὸν τρόπο ἔκφρασης– πρὸς τὸ κατωτ. στ. 16-17 τὰς κατατ. ταύτας τὰς ἐπὶ κεφαλήν. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴ διόρθωση τοῦ επιθυμουνται τοῦ L σὲ ἐπιθυμοῦντες (κατὰ τὸν Ἱππ. καὶ τὸ παράλληλο χωρίο τοῦ Ἀπ.) ὁ Bl.10 φαίνεται νὰ ἔχει δίκαιο, καθὼς τὸ ἐπιθυμοῦμαι εἶναι κατὰ κανόνα παθητ. φωνῆς (βλ. LSJ95 σ.λ. ἐπιθυμέω, μὲ παραπ. στὸ τὰ ἐπιθυμούμενα τοῦ Πλάτ., Φίληβ. 35d 1, βλ. καὶ Γαλην. Π. ψυχ. παθ. V 28.7 <τὴν> τῶν ἐπιθυμουμένων ἀπόλαυσιν, κ.ἄ. πολλά), μολονότι τὸ ἐπιθυμοῦνται φαίνεται νὰ ἀπαντᾶ στὴ μέση φωνὴ ἀντὶ τοῦ ἐπιθυμοῦντες καὶ στὸν Στέφ. Ἀθην. (Εἰς Γαλην. Θεραπ. 1.249.13-14 πολλάκις πολλοὶ πυρέττοντες, ἐπιθυμοῦνται ἢ λυποῦνται ἢ φροντίζουσιν ἢ ἀγρυπνοῦσιν [μὲ ὑπαρκτὴ τὴν πιθανότητα νὰ ὀφείλεται τὸ ἐπιθυμοῦνται στὸ ἀμέσως ἑπόμενο λυποῦνται], πβ. καὶ Σχόλ. Εἰς Νικάνδρ. Θηρ. 126b σ.λ. λίπτῃσιν· ἐπιθυμεῖται ἀπελθεῖν [K2] ἐπιθυμεῖται [vf]), ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ ὅμως ἡ ἐπιλογὴ εἶναι ἀβέβαιη: τὸ ἄρθρο οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ ἔχει παραλειφθεῖ ἐδῶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ἀπ., ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις (βλ. ἀνωτ. 8.32 γιὰ τὸ γένυες)· κι οἱ ἀποκλίσεις δύο παράλληλων χωρίων μεταξύ τους καὶ πρὸς τὸν Ἱππ. δὲν εἶναι ἀσυνήθεις στὸν Ἀπ. (βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 8, καὶ τὰ σχετικὰ κριτ. ὑπομν. μας), οὔτε παρατηροῦνται στὸ ἕνα μόνο ἀπὸ τὰ δύο παράλληλα χωρία σὲ σχέση μὲ τὸν Ἱππ. (κι οὔτε λείπουν οἱ συγκλίσεις μέρους τῆς χειρόγρ. παράδοσης τοῦ Ἱππ. μὲ τὶς ἀποκλίσεις τοῦ Ἀπ. ἀπὸ τὶς γραφὲς τῶν πλείστων χφφ. τοῦ Ἱππ.). Μὲ τὸ σκεπτικὸ αὐτό, κρατήσαμε τὸ ιητροι τοῦ L ἐδῶ καὶ τὸ οὕτως ἐπιθυμοῦντες κατωτ. (ὅπως καὶ οἱ Di.2, Sch.1 καὶ KK.3), ποὺ δὲν νοσοῦν αὐτὰ καθεαυτά, καὶ υἱοθετήσαμε τὴ διόρθωση τοῦ ἐδῶ ἐπιθυμουνται σὲ ἐπιθυμοῦντες (ὄχι χωρὶς ἀμφιβολίες).

8. ἐν τοῖσι γὰρ τ<οι>ούτοισι ταῦτα: εν | τοισι γαρ τουτοισι ταυτα ἐδῶ καὶ τοισι γαρ τοιουτοις (σὲ μία σειρά) κατωτ. 3.10.46 στὸν L· στὸν Ἱππ.: τοῖσι γὰρ τοιούτοισι (καὶ -ιν) ταῦτα (καὶ στὴ συνέχεια: θαυμάσιά ἐστιν ἀντὶ θαυμαστά ἐστιν). Οἱ Di.2, Sch.1 καὶ KK.3 συγκλίνουν ὡς πρὸς τὰ ἐδῶ ἐν τοῖσι γὰρ καὶ ταῦτα καὶ τὸ κατωτ. τοῖσι γὰρ τοιούτοις (ἀκολουθώντας τὴ γραφὴ τοῦ L), ἀλλ' ἀποκλίνουν ὡς πρὸς τὸ ἐδῶ τουτοισι, ποὺ οἱ μὲν KK.3 υἱοθετοῦν (τούτοισι), οἱ δὲ Di.2 (τοιούτοισι) καὶ Sch.1 (τ<οι>ούτοισι) διορθώνουν κατὰ τὸν Ἱππ. (καὶ τὸ κατωτ. τοιούτοις). Τὸ τελευταῖο εἰσηγοῦνται καὶ οἱ Alpers11 (σελ. 32) καὶ Blomquist10 (20, 50.21), ὀρθῶς, καθὼς τὸ προηγούμενο τοῖσι ἀποκλείει τὸ τούτοισι· εἰσηγοῦνται ὅμως ἐπίσης ὀβελισμὸ τοῦ ἐν (κατὰ τὸν Ἱππ.), μὴ ἀναγκαῖο: ἡ φράση ἐν τοῖσι τοιούτοισι (συχνὴ στὸν Ἱππ., στὸν Γαλ., κ.ἀ.) δὲν εἶναι συντακτικῶς καὶ νοηματικῶς ἐσφαλμένη, καὶ ἡ θέση τοῦ γὰρ δὲν ἐπιβάλλει διόρθωση· μιὰ σύγκριση δὲ τῶν δύο παράλληλων χωρίων τοῦ Ἀπ. μὲ τὸ κείμενο τοῦ Ἱππ. δείχνει μερικὴ ἀπόκλιση τόσο τοῦ ἐδῶ (ὅσον ἀφορᾶ στὸ ἐν κυρίως) ὅσο καὶ τοῦ κατωτ. (παράλειψη τοῦ ταῦτα).

15. οἱ τρόποι οὗτοι: οι τρο|ποι ουτοι ἐδῶ καὶ οι τροποι | οι τοιουτοι κατωτ. 3.10.53 στὸν L. Οἱ Di.2, Sch.1 καὶ KK.3 υἱοθετοῦν καὶ στὶς δύο περιπτώσεις τὶς –ἀποκλίνουσες– γραφὲς τοῦ L. Ὁ Blomquist10 εἰσηγεῖται καὶ ἐδῶ διόρθωση τῆς γραφῆς τοῦ L οι τροποι ουτοι σὲ οἱ τρόποι <οἱ τοι>οῦτοι, κατὰ τὸ κατωτ. παράλληλο χωρίο καὶ τὸ κείμενο τοῦ Ἱππ. (οἱ τοιοῦτοι τρόποι). Δύσκολα, ὅμως, μπορεῖ νὰ ἀπορρίψει κανεὶς μιὰ γραφὴ ποὺ δὲν νοσεῖ συντακτικὰ καὶ νοηματικά (σύμφωνα καὶ μὲ ὅσα ἀνωτέρω ἔχουν σημειωθεῖ γιὰ παρόμοιες περιπτώσεις).

16-17. τὰς κατατάσεις: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 5-6 σ.λ. αἱ ἐν τῇ κλίμακι κατατάσεις. (Οὐδόλως ἀποκλείεται, τὸ ἐπαναλαμβάνουμε, ὁ νεώτερος τύπος κατατάσεις –ἀντὶ τῶν τύπων κατατάσιες καὶ κατατάσιας τοῦ Ἱππ.– νὰ μὴν ὀφείλεται στὸν Ἀπ. ἀλλὰ στὴ χειρόγραφη παράδοση· ἡ διόρθωση ὅμως –ὅπως καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες ἀνάλογες περιπτώσεις, ὅταν δὲν συντρέχουν ἄλλοι λόγοι– παραμένει ἀμφίβολη.)

17. τὸ βάρος: ἐνν. ἡ κεφαλὴ, ποὺ ὑπάρχει στὸ κείμενο τοῦ Ἱππ. καὶ προσθέτει ἐδῶ ὁ Di.2, καὶ ὁ Blomquist10 (20, 52.5), μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο γιατὶ ἀλλιῶς τὸ καὶ δὲν ἔχει νόημα (καὶ ὅτι ὁ ἀντιγραφέας μετέτρεψε τὸ κε τοῦ κεφαλὴ σὲ καὶ, καὶ –ἐννοεῖται, τότε– παρέλειψε στὴ συνέχεια τὸ -φαλὴν καὶ). Μὲ ἀμφιβολίες πολλὲς κρατήσαμε τὴ γραφὴ τοῦ L, θεωρώντας ὅτι οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ παρέλειψε ὁ ἴδιος ὁ Ἀπ. τὸ ἡ κεφαλὴ ὡς εὐκόλως ἐννοούμενο.

17-18. τὰ ἀκρώμια: ἐδῶ οἱ ὦμοι (γενικά, μὲ τὰ χέρια, ἀφοῦ ἡ κύφωση γίνεται στοὺς πιὸ ψηλοὺς θωρακικοὺς σπονδύλους κοντὰ στὸν αὐχένα)· ἀκρώμιον (βλ. καὶ ἀνωτ. 1.5.21) στὴν Ἀνατομ. εἶναι «το ακραίο τμήμα του ώμου· η άκρη τής ωμοπλάτης προς τον βραχίονα» (Μπαμπ.13 σ.λ.), ἄλλως ἀκρωμία (βλ. ΕΛεξΙ4 σ.λ., μὲ παραπομπὴ καὶ στὸν Πολυδ. Ὀνομ. 2.137 τὸ μὲν ὑπερέχον τοῦ βραχίονος ἀκρωμία καὶ ὤμου κεφαλὴ καὶ ἀκροκωλία καὶ ἐπωμίς, βλ. καὶ Ἀνων. ἰατρ. Ὀνομ. τ. κ. ἄνθρ. 49-50 ἀκρωμία δὲ οἱ σύνδεσμοι τῶν κλειδῶν καὶ τῶν ὠμοπλατῶνἐχομένως δὲ καὶ αἱ κατακλεῖδες καὶ πιὸ εἰδικὰ τὸ μικρὸ ὀστὸ ποὺ χρησιμεύει ὡς σύνδεσμος τῆς κλείδας μὲ τὴν ὠμοπλάτη (βλ. ΕΛεξΙ4 σ.λ., μὲ παραπομπές: Ρούφ. Ἐφεσ. Π. ὀνομ. ἀνθρ. μορ. 72-73 ἀκρώμιον δὲ ὁ σύνδεσμος τῆς κλειδὸς καὶ τῆς ὠμοπλάτης. Εὔδημος δὲ ὀστάριον εἶναί φησι μικρὸν τὸ ἀκρώμιον, Γαλην. Π. ὀστ. τοῖς εἰσαγ. ΙΙ 766.10 ἔνιοι δὲ τρίτον ἕτερον παρ' ἀμφότερα τὰ συζευγνύμενά φασιν ὀστοῦν ὑπάρχειν, ἐν ἀνθρώποις μόνοις εὑρισκόμενον, ὃ κατακλεῖδά τε καὶ ἀκρώμιον προσαγορεύουσιν καὶ Π. ἐκπτ. XVIII1 400.5 χονδρῶδες ὀστοῦν ἐστι τὸ ἀκρώμιον ἐπικείμενον τῇ συνζεύξει τῆς κλειδὸς καὶ τῆς ὠμοπλάτης, ὑμένας ἐκπεφυκότας ἔχον, οἷς συνδεῖται τὰ πέρατα τῶν ὀστῶν, κ.ἀ.).

18. καταρρέ<π>οντα: καταρρεοντα στὸν L, υἱοθετούμενο ἀπὸ τοὺς KK.3 Οἱ Di.2 καὶ Sch.1 διορθώνουν –κατὰ τὸν Ἱπποκράτη (χφφ. καὶ ἐκδ., τὰ καταρρέποντα στὸν Γαληνό)– σὲ καταρρέποντα (-ῤῥεπ- Di.2, -ρρε<π>- Sch.1), κι ἡ διόρθωση –μὲ ἀναφορὰ στὸν Sch.1– ἐπιδοκιμάζεται ἀπὸ τὸν Blomquist10 (20, 52.5), λαμβάνοντας ὑπ' ὄψιν τὸ καταρροπίη τοῦ στ. 20 (βλ. καὶ κατωτ. 10.4 γίνεται δὲ ἡ καταρροπὴ ἐπὶ ταῦτα). Μὲ αὐτὰ τὰ δεδομένα –κυρίως τὸ καταρροπίη τοῦ μεθεπόμενου στίχου– πολὺ δύσκολα μπορεῖ νὰ δεχθεῖ κανεὶς ὅτι ὁ Ἀπολλώνιος ὁ Κιτιεὺς ἔγραψε ἐδῶ καταρρέοντα, μολονότι τὸ καταρρέω ἔχει σὺν τοῖς ἄλλοις τὶς σημασίες «πίπτω, πέφτω πρὸς τὰ κάτω» καὶ «ἔχω ροπή, κλίση, τάση» (ΕΛεξΙ4 σ.λ. καταρρέω, πβ. ὅμως καταρροή) ποὺ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀταίριαστη ἐδῶ (μὲ σημασία: ποὺ πέφτουν πρὸς τὰ κάτω)· τὸ καταρρέποντα ὅμως (βλ. ΕΛεξΙ4 σ.λλ. καταρρέπω, καταρροπία, κατάρροπος) εἶναι ἀπὸ κάθε ἄποψη προτιμότερο ἐδῶ. (Σχολιάζει ὁ Γαληνός, Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 517.1-10: Ἐπειδὴ πάσχει ἡ ῥάχις, ἤτοι πλησίον τῆς ἄνωθεν ἀρχῆς ἢ τῇ κάτω τελευτῇ ἢ κατά τι τῶν μεταξὺ περὶ πρώτης λόγον ποιεῖται βλάβης τῆς ἐγγὺς τοῦ τραχήλου γιγνομένης. ἐπὶ ταύτης οὖν εἴ τις ἐπὶ κλίμακος τὸν πεπονθότα κρεμάσειεν ἐκ τῶν ποδῶν, ὡς εἰώθεισαν ἔνιοι τῶν κατ' αὐτὸν ἰατρῶν ποιεῖν, οὐκ ἂν εἰς τὸ κάτω γένοιτο τάσις ἀξιόλογος, ὡς ἂν μικροῦ βάρους ὄντος τοῦ κατὰ τὸν αὐχένα καὶ τὴν κεφαλήν. εἰ δὲ κάτω τὸ πάθος εἴη, πλησίον τοῦ ἱεροῦ ὀστοῦ, μάλιστα ἐλπίσειέ τις ἀνύσαι τὴν κατάτασιν.)

19. κατασεισθέντας: βλ. καὶ κατωτ. στ. 21 κατασείεσθαι, 24 κατασείειν, 39 κατασείσει, 46-47 κατασεισθείη, 10.3 κατασείειν (δίς), 11.4 κατασεισθῆναι, 3.10.54-55 κατασείειν / κατωτ. στ. 22 κατάσεισιν καὶ 10.1 κατασείσεως. Τὸ ρῆμα κατασείω (στὴν κυριολεξία: σείω πρὸς τὰ κάτω ἢ σείω δυνατά, τινάσσω [βλ. LSJ95 / LSK6 σ.λ.], στὴν Κυπρ. ἀντινάσσω) σημαίνει στὴν Ἰατρ. «θεραπεύω μὲ τὴ μέθοδο τῆς κατά­σεισης» (ΕΛεξΙ[bib5049bib] σ.λ.), σείω ἢ τινάσσω ἢ τραντάζω (δυνατὰ ἢ βίαια, συνήθως, πβ. ὅμως Γαλην. Θεραπ. μεθ. Χ 340.10 κατασείειν ἠρέμα καὶ Ἰω. Ἀκτ. Π. οὔρ. 7.15.20 μετρίως κατασείειν)· καὶ τὸ οὐσ. κατάσεισις σημαίνει «τὸ κατασείειν, βίαιον σείσιμον» (LSK6 σ.λ., πβ. Θεόφ. Πρωτοσπ. Εἰς Ἱππ. Ἀφορ. 468.11 [Dietz2, II] μετὰ βιαίας κατασείσεως), σείσιμο, τράνταγμα (πρὸς τὰ κάτω): «θεραπευτικὴ μέθοδος ἀνάταξης (ἀντιμετώπισης) τῶν κακώσεων τῆς σπονδ. στήλης, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἀσθενὴς δένεται σταθερά, ὕπτιος σὲ εἰδικὴ κλίμακα, ἡ ὁποία κατόπιν ἀναρτᾶται· στὴ συνέχεια, ἡ κλίμακα ἀφήνεται νὰ πέσει ἀπότομα, ὁπότε κατὰ τὴν κάθετη καὶ βίαιη πρόσκρουση μὲ τὸ ἔδαφος, ὁ δεμένος ἀσθενὴς δονεῖται ἔντονα λόγῳ ἀδράνειας· ἡ κατάσειση, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐντόπιση τῆς βλάβης, γίνεται εἴτε μὲ τὸ κεφάλι τοῦ ἄρρωστου πρὸς τὰ κάτω εἴτε μὲ τὰ πόδια πρὸς τὰ κάτω» (ΕΛεξΙ4 σ.λ., μὲ παραπομπές).

20. ἡ καταρροπίη: η κατα|ρροπη ει στὸν L (γιὰ τὰ ἐδῶ προηγούμενα βλ. ἀνωτ. στὸ κριτ. μας ὑπόμν.), ἡ καταρροπὴ (διαφ. γρ. χωρὶς μετὰ τὸ κ.) ἐπὶ ταῦτα στὸν Ἱππ. (ἡ κ. ἡ ἐ. τ. ἐκδ. / καταρροπίη ἐπὶ τὰ τοιαῦτα στὸ παράθεμα τοῦ Γαλ. Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 516.10)· πβ. κατωτ. 10.4, ὅπου ὁ L δίνει τὴ γραφὴ γινεται δε η καταρροπη επι ταυτα, υἱοθετούμενη πλήρως ἀπὸ τοὺς Sch.1 καὶ KK.3, ἐνῶ ὁ Di.2 διορθώνει σὲ καταρροπίη, κατὰ τὸν Ἱππ. (πλεῖστα χφφ. καὶ ἐκδ. Li.7 καὶ Wi.9 [καὶ Γαλ. ὅ.π. 521.6], μὲ διαφ. γρ. καταρροπὴ υἱοθετούμενη ἀπὸ τὸν Kw.8), ὅπου ὅμως καὶ πλείων γὰρ οὕτω (χφφ. καὶ ἔκδ.) πρὸ τοῦ γίνεται (χωρὶς τὸ δέ), καὶ ὁ Blomquist10 (22, 54.15-17) θεωρεῖ ὅτι οἱ λέξεις αὐτὲς πρέπει πιθανῶς νὰ συμπληρωθοῦν στὸ κείμενο τοῦ Ἀπ. Ὅσον ἀφορᾶ στὸ ἐδῶ χωρίο: ὁ Di.2 γράφει μέλων (μελω L, μέζων Ἱππ. [καὶ ἐκδ.], διαφ. γρ. [καὶ Γαλ. ὅ.π. 516.9-10] μείζων γὰρ οὕτως (αυτως L, οὕτως Ἱππ.) ἡ καταρροπίη· ὁ Sch.1 μέζων γὰρ ἂ<ν ο>ὕτως ἡ καταρροπὴ εἴη· οἱ KK.3 μέζω<ν> γὰρ αὔτως ἡ καταρροπὴ εἴ<η> (μὲ ἁπλῆ εὐκτ., μὴ ἀνεκτή)· ὁ Blomquist10 (20, 52.7), τέλος, προτείνει νὰ διορθώσουμε σὲ καταρροπίη καὶ νὰ κρατή­σουμε τὶς λοιπὲς γραφὲς τοῦ L, θεωρώντας ὅτι ὁ Ἀπ. ἔχει ἀπορρίψει ὡς περιττὲς τὶς λέξεις ἐπὶ ταῦτα τοῦ Ἱππ. (ὀρθῶς). Τὸ τελευταῖο, ὅμως, φαίνεται νὰ συμβαίνει καὶ γιὰ τὸ πλείων γὰρ οὕτω κατωτ. (10.3), καθὼς ἡ πρόταση γίνεται δὲ ἡ καταρροπὴ ἐπὶ ταῦτα τοῦ Ἀπ. (μὲ τὸ δὲ σκόπιμη προσθήκη, ἀντὶ τοῦ γὰρ τοῦ Ἱππ. κειμένου) δίνει –παρὰ τὶς σχετικὲς ἀντιρρήσεις τοῦ Blomquist10– ἀκέραιο νόημα: ἡ πρὸς τὰ κάτω ροπὴ γίνεται (ὄχι ἁπλῶς εἶναι μεγαλύτερη, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνεται) πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση, δηλ. πρὸς τὰ πόδια (μὲ τὰ πόδια πρὸς τὰ κάτω)· βλ. καὶ τὸν Πίν. XVI.

28. ἔπειτεν ἄντα: επιτεναντα στὸν L, ἔπειτα στὸν Ἱππ. (χφφ. καὶ ἐκδ.) καὶ στὸ παράθεμα τοῦ Γαλ. (ὅ.π. 517.11). Οἱ Di.2 καὶ Sch.1 γράφουν ἐπιτείναντα (ὁ δεύτερος σημειώνοντας: «f. ἔπειτα»), οἱ δὲ KK.3 ἔπειτεν ἀντ<ί>α. Ὁ Alpers11 (σελ. 32) χαρακτηρίζει τὴν ὑπόθεση τοῦ Di.2 κατὰ πολὺ καλύτερη αὐτῆς τῶν KK3.· ὁ δὲ Blomquist10 (20, 52.15), θεωρώντας ὅτι ἡ διόρθωση τοῦ Di.2 δίνει ἕνα ἀδύνατο ἀσύνδετο σχῆμα καὶ ὅτι τὸ ἀντία δὲν ἔχει κανένα νόημα στὰ συμφραζόμενα προτείνει ἔπειτεν {ἄντα}. Καὶ γιὰ μὲν τὸ ἔπειτεν = ἔπειτα (βλ. LSJ95 σ.λ. ἔπειτε, καὶ ἔπειτεν) οὐδεμία εὔλογη ἀντίρρηση μπορεῖ νὰ ὑπάρξει· ὅσο δὲ ἀφορᾶ στὸ ἄντα (ἀπέναντι, κατέναντι, πρόσωπο πρὸς πρόσωπο: βλ. LSJ95 / LSK6 μὲ πάμπολλες παραπομπές), μπορεῖ κάλλιστα νὰ σημαίνει: μὲ τὸ πρόσωπο στραμμένο πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ γιατροῦ (γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ τὸν παρακολουθεῖ), ἀπέναντί του (ὄχι πρὸς τὴν ἄλλη ὄψη τῆς κλίμακας). Οὐδόλως ἀποκλείεται, ἑπομένως, νὰ ἔγραψε ὁ Ἀπ. ἔπειτεν ἄντα.

30. {καὶ} μὴ διαβεβῶτα: και μη διακεεντα L, μὴ διαβεβῶτας (κ.τ.τ., μὴ διαβεβῶτα vulg. [βλ. κριτ. ὑπ. Li.7 καὶ Kw.8] καὶ Γαλ. ὅ.π. 517.13) στὸν Ἱππ. (καὶ στὶς τρεῖς ἐκδ.). Ὁ Sch.1 γράφει καὶ μὴ διακεεντα (χωρὶς τόνο τὸ τελευταῖο, ὡς παρεφθαρμένο), οἱ δὲ KK.3 καὶ μὴ διαβαίνοντας (στὸ κριτ. ὑπ.: «διαβεβῶτας Hipp.»), διορθώνοντας καὶ τὸ ἑπόμενο συμβεβηκοτα σὲ συμβεβηκότα<ς>. Ὀρθῶς ὁ Blomquist10 ὀβελίζει τὸ και (ὡς πιθανὴ διττογραφία τοῦ προηγούμενου -κα τῆς λ. κλίμακα [21, 52.18: α´ λῆμμα], ἴσως ὅμως καὶ λόγω τοῦ ἑπόμενου ἀλλὰ) καὶ ὀρθῶς προτείνει [ὅ.π., β´ λῆμμα] αἰτ. ἑνικοῦ συνδεδεμένη ὄχι μὲ τοὺς πόδας ἀλλὰ μὲ τὸν ἄνθρωπον (στ. 28)· τὸ διαβαίνοντα ὅμως ποὺ προτείνει μειονεκτεῖ σαφῶς παλαιογραφικὰ ἀπὸ τὸ διαβεβῶτα ποὺ εἶχε ἤδη εἰσαγάγει στὸ κείμενό του ὁ Di.2 (σημειώνοντας: «διαβεβῶτας F.M.»)· υἱοθετήσαμε τὴ διόρθωση σὲ διαβεβῶτα (κατὰ τὴ διαφ. γρ. τοῦ Ἱππ. καὶ τὸν Γαληνό). Βλ. καὶ ἀνωτ. στὸ κριτ. μας ὑπόμν. γιὰ ἀποκλίσεις τοῦ Ἀπ. ἀπὸ τὸν Ἱππ. ἢ / καὶ τῶν ἐκδοτῶν καὶ κριτικῶν μεταξύ τους (πέραν τῶν ἐδῶ σχολιαζομένων).

32. γονάτων: L καὶ ἐκδ., γουνάτων Ἱππ. (διαφ. γρ. γονάτων [Ε Li.7], γουν- ἐκδ.). Μὲ δισταγμοὺς πολλοὺς υἱοθετήσαμε τὴ γραφὴ τοῦ L (καὶ τῶν ἐκδ.): ἡ γραφὴ γουνάτων τοῦ Ἱππ. οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ εἶναι ἡ ἀρχικὴ γραφὴ τοῦ Ἀπ., ὅπως δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔγραψε γωνάτων ὁ Κύπριος γιατρός· πβ. κατωτ. 2.11.27 γουνάτων (τουγονατων L) καὶ 3.4.23 γούνατα (γωνατα L), καὶ βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1.2.29 σ.λ. τοῖς δὲ γούνασι (μὲ περαιτέρω παραπομπές).

33. κενεῶνας: καὶ κατωτ. 3.2.19 κατὰ τὸν κενεῶνα. Κατὰ τὸν Ἀέτ., Λόγ. ἰατρ. 6.27.42, τῶν κενεώνων ἤτοι λαγόνων· καὶ κατὰ τὸν Λέ. ἰατρ., Σύνοψ. εἰς φύσ. ἀνθρ. 72.9, μετὰ δὲ ταῦτα (δηλ. τὰ ἔντερα) ἐν ᾧ αἱ νόθοι πλευραὶ ἀποτελευτῶσι λαγὼν λέγεται καὶ κενεὼν καὶ λαπάρα ὁ τόπος. Περισσότερα: ΕΛεξΙ4 σ.λ. κενεών, μὲ παραπ. στὸν Λέ. ὅ.π., σὲ λεξικογράφους (Ἡσύχ., Σουίδα, κ.ἄ.), στὸν Ἐρωτιανό (86.19 [σελ. 52.11 Ν.14] σ.λ. κενεών [κ 33]· τὸ ἀπὸ τῶν πλευρῶν μέρος ἕως τῶν λαγόνων), στὸν Γαληνό: Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 589.7 κενεῶνα δὲ δηλονότι καὶ τὸ μεταξὺ τοῦτο τῆς λαγόνος ὀστοῦ καὶ τῆς νόθου πλευρᾶς καλεῖ (sc. ὁ Ἱπποκράτης) χωρίον, ὅπερ δὴ καὶ κενὸν ὀστῶν ἐστι καὶ Εἰς Ἱππ. Κατ' ἰητρ. XVIII2 764.14 ὀνομάζεται δὲ, ὡς ἔφην ἄρτι [: Εἰς Ἱππ. Προγν. XVIII2 112.7], κενεὼν ὁ μεταξὺ τοῦ θώρακός τε καὶ τοῦ ἰσχίου ὀστοῦ τόπος ἀπὸ τοῦ κενεὸς εἶναι, τοὐτέστι προσεσταλμένος, οὕτως κληθείς. (Βλ. καὶ LSJ95 / LSK6 σ.λ. κενεών: «τὸ μεταξὺ τῶν πλευρῶν καὶ τοῦ ἰσχίου κοίλωμα, τὸ μέρος τὸ κενὸν ὀστῶν, οἱ λαγόνες», καὶ Μπαμπ.13 σ.λ. λαγόνα: «ΙΑΤΡ. καθένα από τα πλάγια μέρη της λεκάνης».)

38. τύρσιν, 42. τύρσιος: Κατὰ τὸν Γαληνό [Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 518.8, σχόλιο στὸ ἐδῶ χωρίο τοῦ Ἱππ.], Τύρσιν μὲν τὸν πύργον ἀκούειν χρή, οἴκου δὲ ἀέτωμα τὸ ὑψηλότατον μέρος· οὕτω γὰρ ὀνομάζουσι τὰς εἰς ὕψος ἀνατάσεις τῆς ὀροφῆς τριγωνοειδεῖς (βλ. καὶ τὰ ἑπόμενα [519.11] = ἀπόσπ. 162 van der Eijk15: ὅτι δὲ καὶ τύρσις πύργον σημαίνει μάρτυς ἀξιόπιστος καὶ ὁ Διοκλῆς ὁ Καρύστιος, <ὅς> (add. Schoene1, Eijk15) ταύτην τὴν νῦν εἰρημένην λέξιν παραφράζων ἐν τῷ Περὶ [περὶ Kühn16, Eijk15] ἐπιδέσμων βιβλίῳ κατὰ τόνδε τὸν τρόπον ἔγραψεν· Ἀνέλκειν [-ελκεῖν Eijk15] δὲ τὴν κλίμακα πρὸς πύργον ὑψηλὸν ἢ οἰκίας δετόν), καὶ [Ἱππ. γλ. ἐξήγ. XIX 147.13] τύρσιν· πύργον καὶ μάλιστα τὸν ἐν τοῖς τείχεσι. Βλ. ΕΛεξΙ4 σ.λ. (καὶ LSJ95 / LSK6 σ.λ.)· γιὰ τὴν ἐτυμ.: Chantraine17 σ.λ. (δάνειο, πιθανῶς, ἀπὸ κάποια Ι.Ε. γλώσσα, παράλληλο πρὸς τὸ Λατ. turris, ἀπ' ὅπου τὸ Γαλλ. tour κ.ἄ.).

38-39. ἵνα κατασείσει: ινα κατασειση στὸν L· ἵνα κατασείεις (Li.7 Wi.9), ἵνα κατασείσεις (Kw.9), κ.τ.τ. (ἵνα ἢ/καὶ ὅπου [βλ. Li.7], κατασείης καὶ -σείσης [Li.7], κατασισις κ.ἄ. [Kw.8]: σὲ β´ ἑν. πρόσ. οἱ ρημ. τύποι). Οἱ KK.3 υἱοθετοῦν τὴ γραφὴ τοῦ L (ἵνα κατασείσῃ), οἱ Di.2 καὶ Sch.1 τὴν Ἱππ. γραφὴ. κατασείεις· ὁ Alpers11 (σελ. 32), ὀρθῶς σημειώνοντας ὅτι τὸ ἵνα ὡς τοπικὸ ἐπίρρημα συντάσσεται μόνο μὲ ὁριστ. ἢ ὑποτ. μετὰ τοῦ ἂν στὸν Ἱππ. (μὲ φαινομενικὴ ἐξαίρεση τὸ Π. ἀέρ. 8.42 [ΙΙ 36.11 Li.7, . πήξεται]: ἵνα πήξηται V, ut geletut geletur ἡ παλαιὰ Λατ. μετάφραση, ποὺ διορθώθηκε σὲ πήξεται ἀπὸ τὸν Ermerins18), καταλήγει ὅτι πρέπει νὰ γράψουμε κατασείσεις· ὁ δὲ Blomquist10 (21-22, 54.1), συμφωνώντας ὅτι χρειάζεται τύπος χρόνου μέλλ., ὑποστηρίζει ὀρθῶς ὅτι πρέπει νὰ γράψουμε κατασείσει (σὲ β´ πρόσ.), παραβάλλοντας πρὸς τὰ ἀνωτ. (στ. 24) εἰ οὖν τις θέλοι κατασείειν, ὀρθῶς ἂν ὧδε σκευάζοι καὶ (στ. 37) σκευάσηι (-σῃς στὰ χφφ. τοῦ Ἱππ.). Γιὰ τὸ ἵνα (ὡς τοπ. ἐπίρρ.) + ὁριστ. πβ. ἀνωτ. 1.10.10 ἐν τῶι χωρίωι ἵνα ἐξεκλίθη καὶ κατωτ. 3.20.19 ἐν τῶι χωρίωι στρέφεσθαι ἵνα ἐξέπεσεν (παραθέματα ἀπὸ τὸν Ἱππ.).

40-42. ὅπως (...) ἔσονται: τὸ κείμενο τοῦ L –πέρα ἀπὸ τὰ συνήθη λάθη καὶ τὶς ἄλλες ἀποκλίσεις ἀπὸ τὸν Ἱππ. (βλ. κριτ. ὑπόμν.)– δίνει τὴ γραφὴ αφησωσι, υἱοθετούμενη ἀπὸ τοὺς Di.2, Sch.1 καὶ KK.3 Τὰ χφφ. τοῦ Ἱππ. δίνουν τὶς γραφὲς ἀφήσουσι (υἱοθετούμενη ἀπὸ τοὺς Li.7, Kw.8 καὶ Wi.9) καὶ ἀφήσωσι (μιὰ σειρὰ χφφ. τοῦ Li.7, καὶ Γαλ. Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 520.3: παράθεμα), καὶ στὴ συνέχεια ἑτερόρροπος ἐπὶ τὴν γῆν (διαφ. γρ. ἐπὶ γῆν, καὶ εἰς γῆν vulg. [Li.7] ἀφίξεται (διαφ. γρ. ἀφίξηται: Β Kw.8 καὶ N Li.7 πρὶν ἀπὸ τὴ διόρθ., μὲ ε superscr.), ἐνῶ ὁ L δίνει τὴ γραφὴ ετερορρεπη επι την γην (χωρὶς τὸ ἀφίξ.), καὶ εσονται στὸ τέλος (Ἀπ. καὶ Ἱππ., χφφ. καὶ ἐκδ.). Τὸ τελευταῖο, καθὼς δὲν μποροῦσε εὔκολα νὰ μετατραπεῖ σὲ ὑποτ. (γένωνται), φαίνεται νὰ μαρτυρεῖ τὴν πρόθεση τοῦ Ἀπ. (ὅπως καὶ τοῦ Ἱππ.) νὰ συντάξει τὸ ὅπως μὲ ὁριστικές, μολονότι δὲν λείπουν οἱ περιπτώσεις σύνταξής του μὲ ὁριστ. μέλλ. καὶ ὑποτ. ἀορ. συνάμα (βλ. LSJ95 σ.λ. ὅπως, B.I.3b., μὲ παραπομπή: Αἰσχ. Χοηφ. 265-67 σιγᾶθ', ὅπως μὴ πεύσεταί τις, ὦ τέκνα, | γλώσσης χάριν δὲ πάντ' ἀπαγγελεῖ τάδε | πρὸς τοὺς κρατοῦντας). Μὲ ἐπιφυλάξεις, μπορεῖ νὰ υἱοθετήσει κανεὶς τὴ διόρθωση τοῦ αφησωσι σὲ ἀφήσουσι ποὺ ὁ Blomquist10 θεωρεῖ ἐπιβεβλημένη, σημειώνοντας ὅμως ὅτι τὸ ἀφήσωσι (ὡς τύπος ὑποτ. ἀορ. προφανῶς) δὲν ἀπαντᾶ μόνον ἐδῶ καὶ στὴ σειρὰ τῶν Ἱππ. χφφ. τοῦ Li.7 (βλ. ἀνωτ.), σὰν κοινὸ λάθος γραφῆς ποὺ μποροῦσε εὔκολα νὰ προκύψει· ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γαληνό (ὅ.π.), ἀπαντᾶ ἐπίσης στὶς Πράξ. Θωμᾶ 167.5 ἵνα ἀφήσωσιν αὐτὸν προσεύξασθαι, στὴν Ἐξήγ. Ἑβρ. ἐπιστ. 215.7 [6-8, Cramer Catenae19 τόμ. VII] ἄν τινων κρατήσωσι τὰς ἁμαρτίας, κεκράτηνται, ἄν τινων ἀφήσωσιν, ἀφίενται, στὰ Σχόλ. Εἰς Ἀριστοφ. Πλοῦτ. 34.14-15 ὅταν ... ἀφήσωσιν (τὰ κείμενα βέβαια εἶναι μεταγενέστερα, μὰ ἡ πιθανότητα νὰ πρωτοτυπεῖ καὶ ἐδῶ ὁ Ἀπ. δὲν εἶναι ἀνύπαρκτη). Υἱοθετώντας ὅμως τὸ ἀφήσουσι, δύσκολα μπορεῖ νὰ κρατήσει κανεὶς τὸ ἑτερορρεπῇ (ἐκδ., ετερορρεπη L), σὰν ὑποτ. μὴ μαρτυρούμενου ἀλλοῦ ρήματος *ἑτερορρεπέω (-)· ἡ διόρθωση σὲ ἑτερορρεπὴ<ς> (μὲ τὴ σημασία τοῦ ἑτερόρροπος: βλ. ΕΛεξΙ4 καὶ LSJ95 / LSK6 σ.λλ., μὲ παραπ. καὶ στὸν Ἡσύχ. σ.λ. ἑτερορρεπές· ἐπὶ τὸ ἕτερον ῥέπον καὶ βαροῦν) προβάλλει ὡς λίαν πιθανή, καθὼς ἔτσι ἐξηγεῖται ἄριστα τόσο ἡ ἀπόκλιση ἀπὸ τὸν Ἱππ. ὅσο καὶ ἡ γραφὴ τοῦ L: ἑτερόρροπος ἀφίξ. → ἑτερορρεπὴς (μὲ παράλειψη τοῦ ἀφίξ., ἐννοώντας, ἴσως, τὸ ἔσται ἀπὸ τὸ ἑπόμενο ἔσονται) → ετερορρεπη (η παράλειψη τοῦ τελ. -ς ἐκ λάθους, ἢ θέλοντας νὰ δώσει ρηματικὸ τύπο ἄλλον ἀπὸ τὸ ἔσονται ἢ τὸ –ἐνν.– ἔσται). Σὲ κάθε περίπτωση, πρέπει νὰ κρατήσει κανεὶς τὶς ἐπιφυλάξεις (πβ. κατωτ. 10.13-14 ὡς ... ῥέπηι / ῥέπει).

43. καρχήσιον: κατὰ τὸν Γαλ. Ἱππ. γλ. ἐξήγ. XIX 108.12 καρχήσιον· τῷ ἐπ' ἄκρῳ τῷ ἱστίῳ τῷ ἔχοντι τροχιλίαν (τροχηλίαν Kühn16, fort. τροχιλείανκαὶ καρχήσιοι ἐπ' αὐτοῦ κάλοι οἱ τεταμένοι, καὶ Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 522.3 τοὺς δὲ κατὰ τὴν ἄνω τελευτὴν τοῦ ἱστοῦ κάλους ὀνομάζουσι καρχησίους [βλ. καὶ Π. ἐκπτ. XVIII1 351.4 διπλοῦς καρχήσιος: χειρουργικὸς ἐπίδεσμος]· κατὰ τὸν Ἡσύχ. [κ 949] καρχήσιον· εἶδος ποτηρίου. καὶ τὸ ἐπικείμενον τῶν ἱστῶν ξύλον· καὶ ἐργαλεῖον τεκτονικὸν δελτοειδές καὶ [κ 950] καρχήσια· τὰ κέρατα τὰ ἐπάνω τῶν καταρτίων τῶν πλοίων. καὶ τὰ ἄκρα τῶν ἱστῶν, κατὰ τὸν Φώτ. Λεξ. [κ 134.11] καρχήσιον· τὸ ἄκρον τοῦ ἱστοῦ, καὶ κατὰ τὸν Πολυδ. Ὀνομ. 10.134.6 ὀρθίαξ δὲ τὸ κάτω τοῦ ἱστοῦ καλεῖται, ὡς τὸ ἄνω καρχήσιον. Βλ. ΕΛεξΙ4 σ.λ. καρχήσιον [«τὸ καραβόσχοινο (κάλος, κάλως) τῆς κορυφῆς τοῦ ἱστοῦ τοῦ πλοίου, γιὰ τὴν ἀνέλκυση καὶ καθέλκυση τῶν πανιῶν»] καὶ LSJ95 / LSK6 σ.λλ. καρχήσιον καὶ καρχήσιος (μὲ περαιτέρω παραπομπές).

45. ὄνου: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1.8.17 σ.λ. ὀνίσκον. Βλ. καὶ Γαλ. Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 522.5 (σχόλια στὸ ἐδῶ χωρίο τοῦ Ἱππ.): ἔστ' ἂν οὖν ἱστῷ μέλλῃ χρῆσθαι πρὸς τὸ κρεμάσαι τὴν κλίμακα διὰ τροχιλιῶν τε καὶ καρχη­σίων, ἐργάζου τοῦτο. χεῖρον δ' οὐδὲν εἶναί φησι καὶ ὀνίσκοις εἰς τὰ τοιαῦτα χρῆσθαι· καλεῖ δ' οὕτως δηλο­νότι τοὺς ἄξονας (πβ. Πίν. XV καὶ XVI). Βλ. ἐπίσης LSJ95 / LSK6 σ.λ. ὄνος (γιὰ τὶς λοιπὲς σημασίες τῆς λέ­ξεως [πβ. τὰ ὑποκορ. ὀνίσκος καὶ ὄνιον], κυρίως VII.: τί κατήντησε νὰ σημαίνει ἡ λέξη ὄνος [: γάιδαρος] ἐκ τῆς σημασίας τοῦ ἀχθοφόρου ζώου)· γιὰ τὴν ἐτυμ., Chantraine17 καὶ Μπαμπ.13 σ.λ. (καὶ LSK6): πιθανῶς ἡ λ. ὄνος καὶ ἡ συνώνυμη Λατ. λ. asinus ἀνάγονται στὸ Σουμ. anšu (= ὄνος, Μυκην. ono, Γαλλ. âne, ânesse), ὅπως καὶ τὸ Ἀρμεν. ēš, γεν. -oy («ἴσως *osonos > *ohonos > *hoonos > ὁ ὄνος» κατὰ τὸν Μπαμπ.13).

  1. Schöne, H. (1896), Apollonius von Kitium: Illustrierter Kommentar zu der hippokrateischen Schrift Περὶ ἄρθρων, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑ t↑ u↑ v↑ w↑
  2. Dietz, F. R. (1834), Apollonii Citiensis, Stephani, Palladii, Theophili, Meletii, Damascii, Ioannis, aliorum Scholia in Hippocratem et Galenum, Vols. I-II, Königsberg.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑ t↑ u↑ v↑ w↑ x↑
  3. Kollesch, J. & Kudlien F. (1965), Apollonii Citiensis in Hippocratis De articulis commentarius, Vol. XI.1.1, CMG Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑ t↑
  4. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑
  5. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑
  6. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑
  7. Littré, É. (1839-1861), Oeuvres complètes d'Hippocrate, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑
  8. Kühlewein, H. (1895), Hippocratis Opera (quae feruntur omnia), Vol. I, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑
  9. Withington, E. T. (1928), Hippocrates, Vol. 3, London – Cambridge, Mass..a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  10. Blomqvist, J. (1974), Der Hippokratestext des Apollonios von Kition, Scripta Minora, 1973-1974,1 Lund.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑
  11. Alpers, K. (1963), Apollonios von Kition, edd. Kollesch / Kudlien, Gnomon 39: 26-33.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  12. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.
  13. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑
  14. Nachmanson, E. (1918), Erotiani Vocum Hippocraticarum collectio (cum fragmentis), Collectio scriptorum veterum Upsaliensis Göteborg-Uppsala.
  15. van der Eijk, P. J. (2000-2001), Diocles of Carystus: A Collection of the Fragments with Translation and Commentary, Studies in Ancient Medicine,22 Leiden – Boston – Köln.a↑ b↑ c↑ d↑
  16. Kühn, C G. (1821-1833), Κλαυδίου Γαληνοῦ Ἅπαντα. Claudii Galeni Opera omnia, Vols. I-XX, Leipzig.a↑ b↑
  17. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑
  18. Ermerins, F. Z. (1859-1864), Hippocratis et aliorum medicorum veterum reliquiae, Trajecti ad Rhenum .
  19. Citekey not found