You are here

18

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

18

18    Περὶ δὲ τῆς εἰς τὸ ὄπισθεν μέρος {τῆς} ἐξαρθρήσεως οὕτως ὑποδέδειχεν

(IV 244.11 et 246.11 L.)· οἷς δὲ ἂν {ἢ} εἰς τὸ ὄπι-

σθεν ἡ κεφαλὴ τοῦ μηροῦ ἐκπέσηι (ὀλίγοις δὲ ἐκπίπτει), |30 οὗ-

τοι ἐκτανύειν οὐ δύνανται τὸ σκέλος οὔτε κατὰ τὸ ἄρθρον τὸ

  ἐκπεσὸν οὔτε κατὰ τὴν ἰγνύην· ἀλλ' ἥκ{αλ}ιστα  τῶν ἐκπαλέων 

οὗτοι ἐκτανύουσιν καὶ τὸ{ν} κατὰ τὸν βουβῶνα ‹καὶ τὸ κατὰ

τὴν ἰγνύην› ἄρθρον. (246.11) περὶ οὗ ὁ λόγος, οὔτε ἐκτανύειν

δύνανται, ὥσπερ ἤδη εἴρηται, βραχύτερόν τε τὸ σκέλος φαίνε-

ται. καὶ μετά τινας ἀριθμοὺς ταῦτ' ἐπιλέγει (IV 246.16 L.)·

κάμπτειν μέντοι δύνανται, ὅσον μὴ ὀδύνη κωλύει, καὶ ἡ κνήμη

τε καὶ ὁ ποὺς ἐπιεικῶς ὀρθὰ φαίνεται, οὔτε τῆι οὔτε τῆι ἐκκε-

κλιμένα. κατὰ τὸν βουβῶνα  δοκεῖ τι ἡ σὰρξ λαπαρωτέρη εἶναί

ποτε  καὶ ψαυομένη, ἅτε τοῦ ἄρθρου ἐπὶ τὰ ἕτερα ὠλισθηκότος·

κατὰ δὲ αὐτὸ{υ} τὸ πυγαῖον διαψαυομένη ἡ κεφαλὴ τοῦ μη-

ροῦ δοκεῖ τι ἐξογκεῖν μᾶλλον. τὰ μὲν σημεῖα ταῦτα, ὧι ἂν εἰς τὸ

ὄπισθεν ἐκπεπτώκηι. πάλιν δὲ καὶ ἐπὶ ταύτης τῆς ἐξαρθρήσεως

περὶ τῶν μὴ κρατηθέντων διὰ πλειόνων μέμνηται· ἃ δὴ παρέν-

τες αὐτὸ μόνον οὕτως προτάξομεν (IV 248.4 L.)· ὅτεωι μὲν οὖν

τετελειωμένωι ἤδη ἐκπεσὸν μὴ ἐμπέσηι, ὁδοιπορ‹έ›ειν μὲν δύ-

να{ν}ται, ὅταν χρόνος ἐγγένηται καὶ ἡ ὀδύνη παύσηται καὶ

ἐθισθῆι τὸ ἄρθρον ἐν τῆι σαρκὶ ἐνστροφᾶσθαι . ἀναγκάζεται

μέντοι ἰσχυρῶς ἐγκάμπτων  κατὰ τοὺς βουβῶνας ὁδοιπορέειν 

διὰ δισσὰς προφάσιας. περὶ μὲν οὖν τῆς σημειώσεως καὶ τῶν

ἀποβαινόντων ταῦτα ἐξηρίθμηται· περὶ δὲ τῆς ἐμβολῆς διὰ

τούτων σεσήμαγκεν (IV 304.17 L.)· {τ}οἷσιν δὲ εἰς τὸ ὄπισθεν

ὁ μηρὸς ἐκπεπτώκηι, τὰς μὲν κατατάσιας καὶ ἀντιτάσιας οὕ-

τως δεῖ ποιεῖσθαι, ὥσπερ ἤδη εἴρηται· ὑποστρώσαντα δὲ ἐπὶ τὸ

ξύλον ἱμάτιον  πολύπτυχον μαλθακώτατον, πρηνέα κατακλῖναι

τὸν ἄνθρωπον· οὕτως κατατείνειν · ἅμα δὲ τῆι κατατάσει χρὴ

τῆι σανίδι καταναγκάζειν τὸν αὐτὸν τρόπον ὥσπερ τὰ ὑβώμα-

τα κατ' ἴξιν τοῦ πυγαίου ποιησάμενον τὴν σανίδα μᾶλλον ἐς τὸ

κάτω μέρος ἢ ἐς τὸ ἄνω τῶν ἰσχίων. καὶ ἡ ἐντομὴ ἐν τῶι τοίχωι

τῆι σανίδι μὴ εὐθεῖα ἔστω, ἀλλ' ὀλίγον καταφερὴς πρὸς τὸ τῶν

ποδῶν μέρος. αὕτη ἡ ἐμβολὴ κατὰ φύσιν μάλιστα τῶι τρόπωι

τούτωι τοῦ ὀλισθήματός ἐστιν καὶ ἅμα ἰσχυροτάτη. δεῖ δὲ τὴν

τοῦ προκειμένου ἄρθρου ἀποκατάστασιν τὸν τρόπον τοῦτον

ποιεῖσθαι.

18

18    Σχετικά, πάλι, μὲ τὸ πρὸς τὰ πίσω ἐξάρθρημα ἔχει ὑποδείξει τὰ

ἑξῆς: Σ' ὅποιους ὅμως ἐξαρθρωθεῖ ἡ κεφαλὴ τοῦ μηριαίου πρὸς τὰ

πίσω (σὲ λίγους δὲ ἐξαρθρώνεται), αὐτοὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐκτείνουν

τὸ σκέλος οὔτε στὴν ἐξαρθρωμένη ἄρθρωση οὔτε στὴν ἰγνύα· ἐλά

χιστα ὅμως αὐτοὶ ἀπ' ὅσους ἔχουν ὑποστεῖ ἐξάρθρημα ἐκτείνουν καὶ

τὴν ἄρθρωση στὴ βουβωνικὴ περιοχὴ καὶ αὐτὴ τῆς ἰγνύας. Ἐπὶ τοῦ

προκειμένου, οὔτε μποροῦν νὰ ἐκτείνουν (οἱ ἀσθενεῖς τὸ πάσχον

σκέλος τους), ὅπως ἤδη ἔχει λεχθεῖ, καὶ τὸ σκέλος φαίνεται κοντύτε-

ρο. Καὶ μετὰ ἀπὸ μερικὲς προτάσεις προσθέτει αὐτά: Μποροῦν ὅμως

νὰ λυγίζουν τὸ σκέλος, ὅσο δὲν τοὺς ἐμποδίζει ὁ πόνος, καὶ ἡ κνήμη

καὶ τὸ πόδι φαίνονται περίπου ἴσια, χωρὶς μεγάλη κλίση οὔτε πρὸς τὴ

μία οὔτε πρὸς τὴν ἄλλη πλευρά. Στὴ βουβωνικὴ περιοχὴ ἡ σάρκα

φαίνεται νὰ εἶναι κάπως πιὸ χαλαρὴ κάποτε καὶ κυρίως κατὰ τὴν

ψηλάφιση, γιατὶ ἡ ἄρθρωση ἔχει διολισθήσει πρὸς τὴ μία πλευρά· ἡ

δὲ κεφαλὴ τοῦ μηριαίου ψηλαφιζόμενη στὴν περιοχὴ τοῦ πυγαίου

φαίνεται ἀφύσικα ἐξογκωμένη. Αὐτὰ εἶναι τὰ συμπτώματα γιὰ ἐκεῖ-

νον ποὺ ἔχει ὑποστεῖ ὀπίσθιο ἐξάρθρημα. Πάλι, ὅμως, καὶ σ' αὐτὴ τὴ

μορφὴ ἐξάρθρωσης γιὰ τὶς περιπτώσεις ποὺ δὲν θεραπεύθηκαν ἔχει

ἀναφερθεῖ διεξοδικά· παραλείποντας αὐτά, τώρα, θὰ προτάξουμε

αὐτὸ μόνον ὡς ἑξῆς: Ἐὰν λοιπὸν σὲ κάποιον ἤδη ἐνήλικο συμβεῖ

ἐξάρθρημα καὶ δὲν ἀναταχθεῖ, αὐτὸς μπορεῖ νὰ βαδίζει ὅταν μὲ τὸν

καιρὸ σταματήσει ὁ πόνος καὶ συνηθίσει ἡ ἄρθρωση νὰ στρέφεται

μέσα στὰ μαλακὰ μέρη. Ἀναγκάζεται ὅμως νὰ περπατᾶ καμπτόμε-

νος ἔντονα στοὺς βουβῶνες γιὰ δύο λόγους. Σχετικὰ λοιπὸν μὲ τὰ

συμπτώματα καὶ τὶς συνέπειες αὐτὰ ἔχει ἀπαριθμήσει· γιὰ δὲ τὴν

ἀνάταξη ἔχει σημειώσει τὰ ἑξῆς: Σ' ὅσους πάλι ὁ μηρὸς ἔχει ἐξαρ-

θρωθεῖ πρὸς τὰ πίσω, οἱ ἐκτάσεις καὶ οἱ ἀντεκτάσεις πρέπει νὰ γί-

νονται, ὅπως ἀκριβῶς ἔχει ἤδη λεχθεῖ, ὡς ἑξῆς: Ἀφοῦ στρώσει κα-

νεὶς πάνω στὸν ξύλινο πάγκο ἕνα πολύπτυχο πανὶ πάρα πολὺ μα-

λακό, νὰ βάλει τὸν πάσχοντα νὰ ξαπλώσει μπρούμυτα· σ' αὐτὴ τὴ

θέση νὰ ἐκτείνει δυνατά· συγχρόνως δὲ μὲ τὴν ἔκταση πρέπει μὲ τὴ

σανίδα νὰ ἀναγκάσει τὴν ἄρθρωση νὰ ἀναταχθεῖ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο

ὅπως ἀκριβῶς στὰ κυρτώματα, τοποθετώντας τὴ σανίδα στὸ ὕψος

τοῦ πυγαίου πρὸς τὸ κάτω μάλλον μέρος τῶν ἰσχίων παρὰ πρὸς τὸ

πάνω. Καὶ ἡ ἐγκοπὴ στὸν τοῖχο δὲν πρέπει νὰ εἶναι σ' εὐθεία γραμμὴ

μὲ τὴ σανίδα, ἀλλὰ λίγο λοξὰ πρὸς τὸ μέρος τῶν ποδιῶν. Ἡ ἀνά-

ταξη αὐτὴ εἶναι γι' αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἐξάρθρωσης πάρα πολὺ φυ-

σιολογικὴ καὶ συγχρόνως ἡ πιὸ ἰσχυρή. Πρέπει δὲ ἡ ἀνάταξη τῆς

συγκεκριμένης ἄρθρωσης νὰ γίνεται μ' αὐτὸν τὸν τρόπο.

Σχόλια: 

18.5. ἀλλ' ἥκ{αλ}ιστα: αλλ η μαλιστα L, υἱοθετούμενο ἀπὸ τὸν Di.1 (μὲ τὴ σημ.: «ἥκιστα F. M. Hipp.») καὶ τοὺς KK.2 (ἀλλ' ἢ μάλιστα)· ὀρθῶς ὁ Sch.3 διορθώνει –κατὰ τὸν Ἱππ.– σὲ ἀλλ' ἥκιστα, καὶ ὁ Blomquist4 (35, 98.13 κἑ.) ὑποστηρίζει τὴ διόρθωση κατὰ τὸ κείμενο τοῦ Ἱππ. ὡς νοηματικὰ ἀπαραίτητη (: ἡ γραφὴ τοῦ L καὶ τῶν KK.2 εἶναι ἀσύμβατη μὲ τὸ περικείμενο) καὶ παλαιογραφικὰ εὐεξήγητη (: τὸ κ διαβάστηκε σὰν μ στὴ μικρογράμματη καὶ ἡ λέξη «βελτιώθηκε»).

   τῶν ἐκπαλέων: ὁ L δίνει τὴ γραφὴ εκπαλαιων: πιθανῶς ἐκ παλαιῶν (ἴσως –ὅπως διαβάζει ὁ Sch.3– ἔκπαλαι ὧν), ὅπως καὶ στὰ χφφ. τοῦ Ἱππ. πλὴν τοῦ H, ποὺ μετὰ ἀπὸ διόρθωση δίνει τὸν τύπο ἐκπαλέων, υἱοθετούμενο ἀπὸ τοὺς Li.5 καὶ Kw.6 (ἐκπαλησίων –κατὰ τὸν Γαλ. καὶ τὸν Petz.– γράφει ὁ Wi.7)· ὁ Di.1 γράφει ἐκ παλαιῶν, οἱ Sch.3 καὶ KK.2 ἐκπαλέων (ὀρθῶς). Ὁ σπάνιος τύπος ἐκπαλής (γιὰ τὴν ἐτυμ. βλ. Chantraine8 σ.λ. παλέω [μὲ παραπομπὴ στὸν Frisk9]: ἐκ-πάλλομαι > ἐκπαλής > ἐκπαλέω > παλέω) σημαίνει κατὰ τὸν Ἡσύχ. τὸν ἔξαρθρον (σ.λ. ἐκπαλές· ἔξαρθρον, καὶ ἐκπάλη· ἐχωρίσθη. ἀπέστη. ἐξέπεσεν καὶ ἐκπαλήσαντες· ἐκπεσόντες, κ.τ.τ.): βλ. LSJ910 σ.λ. ἐκπαλής ("out of joint", μὲ παραπομπὴ στὸν Ἱππ. [Π. ἄρθρ. 53] καὶ στὸν Ἡσύχ.), σ.λλ. ἐκπαλεία καὶ ἐκπάλησις ("dislocation" / «ἐξάρθρωσις» LSK11 σ.λ. ἐκπάλησις) καὶ ἐκπαλέω ("of a joint, start out of the socket" / «ἐπὶ ἄρθρου ἢ μέλους σώματος, ἐκτινάσσομαι ἐκ τοῦ ἁρμοῦ, ἐξαρθροῦμαι» LSK11).

12. κατὰ τὸν βουβῶνα: οἱ Di.1 Sch.3 καὶ Blomquist4 (11, 20.25) ὑποστηρίζουν προσθήκη δὲ μετὰ τὸ κατὰ (ἴσως ὀρθῶς)· βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1.7.2 σ.λ. αὗται αἱ ἐμβολαὶ καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 28-29 σ.λ. κατακλῖναι τὸν ἄνθρωπον· οὕτως κατατείνειν.

13. ποτε: L καὶ ἐκδ., ποτὶ Ἱππ. (εἶναι ποτὶ καὶ ψαυομένη, χφφ. καὶ ἐκδ.). Ὁ Blomquist4 (35, 98.25) ὑποστη­ρίζει τὴ διόρθωση τοῦ ἐδῶ ποτε σὲ ποτὶ κατὰ τὸ Ἱππ. κείμενο, ὡς νοηματικὰ καλύτερη (παραπέμποντας στὸν Alpers12 [σ. 31] γιὰ τὴν ἐναλλαγὴ τοῦ ι καὶ τοῦ ε), καὶ δὲν ἀποκλείεται νὰ ἔχει δίκαιο, καθὼς τὸ ποτὶ καὶ ἀπαντᾶ κ.ἀ. στὸν Ἱππ. (5άκις στὸ Π. ἄρθρ.), ἀλλὰ καὶ στὸν Γαλ. (καὶ στὸ παράθεμα τοῦ ἐδῶ χωρίου, Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 641.10, μὲ τὸ σχόλιο [645.5]: κατὰ βουβῶνα δοκεῖ τι ἡ σὰρξ λαπαρωτέρα θεωμένοις καὶ πολὺ μᾶλλον, εἰ ψαύσειέ τις τοῦ χωρίου) καὶ στὸν Ἀρεταῖο (βλ. καὶ LSJ910 σ.λ. ποτί, καὶ σ.λ. ποτιψαύω: Δωρ. ἀντὶ προσψαύω). Μὲ ἀμφιβολίες, κρατήσαμε καὶ ἐδῶ –ὡς μὴ ἄστοχο νοηματικά– τὸ ποτε τοῦ L, ποὺ οὐδόλως ἀποκλείεται νὰ ἀνήκει στὸν Κύπριο συγγραφέα.

21. ἐνστροφᾶσθαι: L καὶ ἐκδ., ἐνστροφᾶσθαι (πλεῖστα χφφ. καὶ Li.5) καὶ ἐνστρωφᾶσθαι (N [Kw.6], Erm.13 καὶ Petr.14, Kw.6 καὶ Wi.7) Ἱππ., ἐνστροφᾶσθαι στὸ παράθεμα τοῦ Γαλ. (Εἰς Ἱππ. Π. ἄρθρ. XVIII1 641.17)· κρατήσαμε καὶ ἐδῶ μὲ ἀμφιβολίες τὴ γραφὴ τοῦ L, μολονότι τὸ ἐνστρωφᾶσθαι (θαμιστικό) εἶναι γραμματικὰ πιὸ εὔλογο (βλ. LSJ910 σ.λ. ἐνστρωφάομαι, καὶ σ.λ. στρωφάω).

22. ἐγκάμπτων: ενκαμπτων L, ἐγκάμπτων Sch.3 καὶ KK.2, ἐγκάμπτειν Di.1 Τὰ χφφ. τοῦ Ἱππ. δίνουν γραφὲς ξυγκάμπτειν (Li.5 [καὶ γραφὴ -άπτειν], συγκάμπτειν Wi.7) καὶ συγκάμπτον (-ων Kw.6)· κι ὁ Blomquist4 (35, 106.6) ὑποστηρίζει ὅτι πρέπει νὰ διορθώσουμε ἐδῶ τὸ ενκαμπτων τοῦ L σὲ συγκάμπτων, παρα­πέμποντας καὶ στὸ ἀνωτ. 1.12.15 (32.27): ἔνδεσμος Ἀπ. (L καὶ ἐκδ.) ἀλλὰ σύνδεσμος Ἱππ. (χφφ. καὶ ἐκδ.). Ὅπως καὶ ἀνωτ. (βλ. ὅ.π. σ.λ. ἔνδεσμος), κρατήσαμε –μὲ ἀμφιβολίες– τὴ γραφὴ τοῦ L, ὡς ἀπόκλιση τοῦ Ἀπ. μὴ ἐσφαλμένη.

23. ὁδοιπορέειν: L καὶ KK.2, -εῖν Sch.3, ἀλλὰ ὁδοιπορέων Di.1 (ἐγκάμπτειν ἀνωτ.) κατὰ τὰ χφφ. τοῦ Ἱππ. (-έων Li.5 καὶ Wi.7, ἀλλὰ -εῖν Kw.6, ὁ ὁποῖος γράφει συγκάμπτων ἀνωτ.). Κατὰ τὸ ἐδῶ ὁδοιπορέειν γράψαμε ἀνωτ. στ. 19 ὁδοιπορ<έ>ειν (βλ. τὸ ἐκεῖ κριτ. ὑπόμν. μας).

27-28. ὑποστρώσαντα δὲ ἐπὶ τὸ ξύλον ἱμάτιον: βλ. κριτ. ὑπόμν. μας στὸ χωρίο καὶ ἀναλυτικὸ σχόλιο στὸ ἀνωτ. 2.11.15 ἐπὶ μὲν τὸν στύλον ὑποστρῶσαι χλαίνας.

28-29. κατακλῖναι τὸν ἄνθρωπον· οὕτως κατατείνειν: L καὶ KK.2, ἐνῶ οἱ Di.1 καὶ Sch.3 γράφουν –κατὰ τὸν Ἱππ. (ὅπου καὶ οὕτω ἀντὶ οὕτως)– κατακλίναντα τὸν ἄνθρωπον οὕτως κατατείνειν· ἐπιδοκιμάζει –μὲ ἀναφορὰ στὸν Sch.3– ὁ Blomquist4 (36, 100.13), θεωρώντας ἀδύνατο τὸ ἐδῶ ἀσύνδετο σχῆμα. Μὲ δισταγμοὺς πολλοὺς κρατήσαμε καὶ ἐδῶ τὴ γραφὴ τοῦ L, κρίνοντας ὅτι δύσκολα θὰ ἔγραφε κανεὶς ἐκ λάθους (καὶ ὄχι ἀπὸ πρόθεση) κατακλῖναι μετὰ τὸ ἀνωτ. ὑποστρώσαντα (τὸ ἀντίθετο μᾶλλον θὰ περίμενε κανείς), ἂν μάλιστα τοῦ ἦταν μὴ ἀνεκτὸ τὸ ἐδῶ ἀσύνδετο σχῆμα· ἂς σημειωθεῖ ὅτι τὸ κατακλῖναι ἀπαντᾶ στὸν Ἀπ. καὶ ἀνωτ. 2.9.28 (τὸν ἄνθρωπον ὕπτιον κατακλῖναι ἐπὶ τὴν κλίμακα χρή, πβ. 2.11.17-20 καὶ ἔπειτα κατατεῖναι [κατακλῖναι Ἱππ., καὶ KK.2] πρηνέα, κατατείνας δὲ τὰς χεῖρας κατὰ φύσιν προσδῆσαι πρὸς τὸ σῶμα· ἱμάντι <δὲ> πλατεῖ καὶ ἰσχυρῶι, μαλθακῶι {δὲ} καὶ μακρῶι κ.λπ., ὅπου δὲν ἀποκλείεται ἐπίσης ἡ ἐμφάνιση ἀσύνδετου σχήματος), ὄχι ὅμως καὶ τὸ κατακλίναντα (κατακλίνοντα ἀνωτ. 2.8.27, ἀντὶ τοῦ κατακλίναντα τοῦ Ἱππ.)· πιὸ εὔλογη, ἐξάλλου, θὰ ἦταν ἐδῶ –ἂν τὸ ἀσύνδετο σχῆμα θεωρηθεῖ μὴ ἀνεκτό– ἡ ὑπόθεση παράλειψης ἑνὸς ἀρχικοῦ δὲ (οὕτως <δὲ> κατατείνειν): βλ. σχετικὰ ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1.7.2 σ.λ. αὗται αἱ ἐμβολαὶ (μὲ περαιτέρω παραπομπές: κυρίως ἀνωτ. στ. 12), πβ. κατωτ. στ. 34 αὕτη ἡ ἐμβολὴ (χωρὶς δὲ L καὶ ἐκδ. / χφφ. καὶ ἐκδ. Ἱππ.).

  1. Dietz, F. R. (1834), Apollonii Citiensis, Stephani, Palladii, Theophili, Meletii, Damascii, Ioannis, aliorum Scholia in Hippocratem et Galenum, Vols. I-II, Königsberg.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  2. Kollesch, J. & Kudlien F. (1965), Apollonii Citiensis in Hippocratis De articulis commentarius, Vol. XI.1.1, CMG Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  3. Schöne, H. (1896), Apollonius von Kitium: Illustrierter Kommentar zu der hippokrateischen Schrift Περὶ ἄρθρων, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  4. Blomqvist, J. (1974), Der Hippokratestext des Apollonios von Kition, Scripta Minora, 1973-1974,1 Lund.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  5. Littré, É. (1839-1861), Oeuvres complètes d'Hippocrate, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  6. Kühlewein, H. (1895), Hippocratis Opera (quae feruntur omnia), Vol. I, Leipzig.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  7. Withington, E. T. (1928), Hippocrates, Vol. 3, London – Cambridge, Mass..a↑ b↑ c↑ d↑
  8. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  9. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.
  10. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑
  11. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  12. Alpers, K. (1963), Apollonios von Kition, edd. Kollesch / Kudlien, Gnomon 39: 26-33.
  13. Ermerins, F. Z. (1859-1864), Hippocratis et aliorum medicorum veterum reliquiae, Trajecti ad Rhenum .
  14. Petrequin, J. E. (1878), Chirurgie d' Hippocrate, tom. I-II, Paris.