You are here

Ε53

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      1Ἀντιόχου παῖς ἐσθλὸς Ὀλύμπιο[ς  ἔκτισε λουτρὸν]
          καὶ τόδε σὺν πολλοῖς κτίσμασι θε̣̣̣̣̣[σπεσίοις]2 ·
      τοίχους ἐξεσάωσε  καὶ ἐξήγειρε θέμ[εθλα]3 ,
          ὕλας τὰς χρονίας  πάνπαν ἀκ̣̣̣̣̣[ειόμενος]4 ·
5    ἄλλο δὲ μῖζον  ἔτευξεν  ἀγακλ̣̣̣̣̣[ειτὸς5  τόδε κτίστωρ] ,
          κήπων ἐν λουτρῶ6 τέρψι̣̣̣̣̣[ν7 ἐπεισαγαγών] .

  1. 1-6 suppl. MN, it. Rob., et nos (vv. 1 [num λουτρὸν ἔτευξε?], 5 et 6 dubit.); vv. 1 Ὀλύμπιο[ς et 6 τέρψι[ν, dubit. vv. 3 θέμ[εθλα] et 5 ἀγακλ[ειτὸς prob. PRM
  2. 2 θε̣̣̣̣̣[ scripsimus: θε[ cett. (sed vid. MN adnot.: "seemingly an epsilon")
  3. 3 θέμ̣̣̣̣̣[ nos: θέμ[ MN PRM; θέ[ Rob.
  4. 4 ἀκ̣̣̣̣̣[ MN Rob. (et nos dubit.): [ PRM
  5. 5 ἀγακλ̣̣̣̣̣[ nos dubit.: ἀγακλ[ cett.
  6. 6 λουτρῶ MN: λουτρῷ Rob. (λούτρῳ), PRM ‖
  7. τέρψι̣̣̣̣̣[ nos dubit.: τέρψι[ cett.

Τοῦ Ἀντίοχου ὁ λαμπρὸς ὁ γιὸς Ὀλύμπιος (ἔκτισε καὶ τὸ λουτρὸ)
     ἐτοῦτο μὲ κτίσματα πολλὰ μαζὶ θεσπέσια·
τοὺς τοίχους διάσωσε κι ἀνύψωσε θεμέλια,
    τὰ παλιωμένα ἀπ' τὸν χρόνο ξύλα ἀπ' ἄκρη σ' ἄκρη ἐπισκευάζων.
Μὰ κι ἄλλο πιὸ μεγάλο ἔφτειαξε ὁ πανένδοξος (ἐτοῦτο κτίστης),
    τῶν κήπων πρόσθετα μέσ' στὰ λουτρὰ τὴν τέρψη φέρνοντας.

Σχόλια: 

Ἀναθηματικὸ ἐπίγραμμα τριῶν ἐλεγειακῶν διστίχων σὲ ὕφος Ὁμηρικό, ὅπως καὶ τὸ προηγούμενο, χαραγμένο σὲ λευκὴ μαρμάρινη πλάκα ἀκρωτηριασμένη στὴ δεξιὰ πλευρά, ποὺ βρέθηκε τὸν Αὔγουστο τοῦ 1955 στὸ πλακόστρωτο τῆς Ἀνατολικῆς Στοᾶς τοῦ Γυμνασίου τῆς Σαλαμίνας (περισσό­τερα στοὺς Mitford – Nicolaou ISal1 47 [MN στὴ συνέχεια] καὶ PRM TSal22 204, πβ. A. H. S. Megaw, JHS3 [Arch. Suppl.] 76 [1956] 44). Χρονολογεῖται στὸν 5ον αἰ. μ.Χ. (PRM2, στὰ τέλη τοῦ αἰ. ἀπὸ τοὺς ΜΝ1 [πβ. 45 καὶ 46, ἀπὸ τὴν Ἀνατ. Στοὰ τοῦ Γυμνασίου ἐπίσης, γιὰ τὸν Φλ. Ἀντίοχο Ἀμμιανὸ Οὐαλέριο: "VP"], ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰ. ἀπὸ τὸν Megaw3) καὶ ἀναφέρεται στὴν ἀνοικοδόμηση τῶν λουτρῶν καὶ τὴν κατασκευὴ κήπων, ἀπὸ τὸν Ὀλύμπιο τὸν γιὸ τοῦ Ἀντιόχου. Τὸ πλῆρες ὄνομα τοῦ τελευταίου δίνεται πιθανῶς στὴν πεζὴ ἀναθηματικὴ ἐπιγρ. ISal1 45: [Ὑπὸ τοῦ κτίσ]τ̣̣ου? μου (μοῦ ΜΝ1) Φλ. Ἀντιόχου Ἀμμιαν(οῦ) (Ἀμμιάν- ΜΝ1) Οὐαλερίου | [ἐμαρμ]αρώθη ὁ πάτος τῆς βασιλικῆς (πιθανῶς τῆς Ἀνατ. Στοᾶς: βλ. Megaw3 ὅ.π. καὶ ΜΝ1 σσ. 73 καὶ 74), καὶ ἐν μέρει στὴν ἔμμετρη ἐπιγρ. ISal1 46 (:ἀνωτ. σ. 129), ποὺ σὲ δύο ἐλεγειακὰ δίστιχα μνημονεύει τὴν ἀνακατασκευὴ τοῦ δαπέδου τῆς Ἀνατ. Στοᾶς: Ἡ ψηφὶς μετὰ γῆρας ἀμιψαμένη νεότητα | Οὐαλέριον δῖξε κτίστορατὸν καθαρόν, | ὃς θεσμοῖς ὁσίοισι καὶ ἀχράντοισιν ἀνωγαῖς | Κύπρον ἐς ἀρχαίην ἤγαγεν ἀγλαΐην (ἀξιοσημείωτη σὺν τοῖς ἄλλοις γιὰ τὴ χρήση τοῦ ἐπιθ. καθαρός γιὰ ἄρχοντα: βλ. ἀνωτ. Ε51 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. κοίρανον ἁγνείας). Ἀξίζει νὰ προσεχθῆ ὁ παραμε­ρισμὸς τῆς Λατινικῆς καὶ ἡ ἐπικράτηση τῆς Ἑλληνικῆς στὰ ἐπίσημα κείμενα, κυρίως μετὰ τὸ σχετικὸ διάταγμα τοῦ Θεοδοσίου τὸ 439 μ.Χ. (βλ. ΜΝ1 σσ. 72-73 μὲ σημ. 3), ἀλλὰ καὶ τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς ἀνοικοδόμησης τῶν λουτρῶν καὶ ἄλλων κέντρων εἰδωλολατρείας μετὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴ Σαλαμίνα· ὅπως παρατηρεῖ ὁ Καραγιώργης4 (Ἀρχ. Κύπρος 147), «Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι πραγμα­τικὰ περίεργο εἶναι ἡ ἀνοχὴ γιὰ τὰ ἀγάλματα τῶν ἀρχαίων θεῶν (...). Ἡ νέα θρησκεία, χωρὶς ἀμφιβολία, θὰ εἶχε κιόλας στερεὲς ρίζες καὶ δὲν τὴ φόβιζε ἡ παρουσία τῶν παγανιστικῶν θεῶν. Ἐξίσου περίεργο εἶναι τὸ γεγονὸς πὼς σὲ μιὰ χριστιανικὴ πόλη ἀνοικοδομήθηκαν σὲ μεγαλοπρεπὴ κλίμακα τὰ λουτρά. Φαίνε­ται πὼς ἡ ἀσκητικὴ ἰδέα ποὺ συνήθως ἀποδίδουμε στοὺς πρώτους χριστιανοὺς δὲν εἶναι ἐντελῶς ὀρθή». Πβ. καὶ ὅσα λέγονται ἀνωτ. σχόλ. στὸ Ε52 (γιὰ τὰ λουτρὰ τοῦ Κουρίου, τὴ γλώσσα τοῦ ἐπιγράμματος, κ.λπ.). Γιὰ τὸ Γυμνάσιο καὶ τὰ Λουτρὰ τῆς Σαλαμίνας βλ. καὶ Καραγιώργη SalCy5 167 κἑ.

1. Ἀντιόχου παῖς ἐσθλὸς Ὀλύμπιο[ς: βλ. ἀνωτ., καὶ ΜΝ1 σελ. 73 μὲ σημ. 5 (ὅπου καὶ βιβλιογραφία: RE6 σ.λ. Antiochos ἀρ. 54, κ.ἄ.) καὶ σελ. 75: "That indeed is to be expected if the assumption that Olympius was the son of Antiochus of No. 45, consul of A. D. 431, is indeed correct. Olympius accordingly is assigned with diffidence to the later decades of the fifth century. The name occurs freely in the Imperial service of that and the preceding century; but we find no reason to identify any known individual, such, for example, as the dux Mesopotamiae of A.D. 503, with this son Antiochus" (βλ. καὶ σημ. 1, μὲ παραπομπὴ στὴν RE7 σ.λ. Olympios 24, ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία)· πβ. PRM2 204: « Valerius, qui apparaît aussi dans les no 202 et 203 » [= MN1 45 καὶ 46]. Ἡ ἀποσπασματικὴ παρουσίαση τοῦ ὀνόματος στὶς ἔμμετρες ἐπιγρ. εἶναι κανονική (Ἀντιόχου [ἐδῶ] στὴν ἀρχὴ ἑξαμέτρου, Οὐαλέριον [ISal1 46.2] στὴν ἀρχὴ πενταμέτρου). Τὸ ὄνομα Ἀντίοχος (κοινότατο, βλ. LGPN8) ἀπαντᾶ ἐπίσης σὲ ἐπιγρ. τῆς Ἀμαθούντας (SEG9 30 [1980] ἀρ. 157, 1ου αἰ. μ.Χ. πιθανῶς: α) Κλεο[– –] | Ἀντιό[χου] | χρηστή̣̣, χαῖρε καὶ β) Θεοφίλα [Ἀντι-]|όχου χρη[στή], | χαῖρε), τῆς Καρπασίας (PPC10 Α 48 [107/6 π.Χ.] καὶ SEG9 20 [1964] ἀρ. 319.8/9 [117-138 μ.Χ.]: βλ. LGPN18, ὅπου καὶ ἀναφορὰ τῶν ἐδῶ συζητούμενων τριῶν ἐπιγραφῶν ["Φλ. Ἀ. Ἀμμιανὸς Οὐαλέριος: f. Ὀλύμπιος"]), καὶ τοῦ Κουρίου (IKour11 60 [περ. 250 π.Χ.] Ἀντίοχος Νικάνορ[ος] | Ἠπειρώτης | Ἀπόλλωνι Ὑλάτη[ι]). Τὸ ὄνομα Ὀλύμπιος (ὄχι τόσο συχνὸ ἀλλοῦ, βλ. LGPN8) ἀπαντᾶ συγκριτικὰ συχνότερα στὴν Κύπρο, σὲ ἐπιγραφὲς τοῦ 3ου αἰ. π.Χ. ἀπὸ τὴν Κερύνεια καὶ σὲ μεταγενέστερες ἐπιγρ. ἀπὸ τὴν Ἀμαθούντα, τὸ Κίτιο καὶ τὴν Πάφο, καὶ στὴν ἐδῶ ("s. [=υἱὸς τοῦ, πατέρας του ὁ] Φλ. Ἀντίοχος Ἀμμιανὸς Οὐαλέριος" LGPN18, βλ. καὶ Ὀλυμπιανός / Ὀλυμπιανή [καὶ Ὀλυμπᾶς]· πβ. ὅμως Ὀλυμπιάς καὶ Ὀλυμπιόδωρος: συχνότερα ἀλλοῦ παρὰ στὴν Κύπρο· βλ. ἐπίσης τὰ μὴ ἀπαντώμενα στὴν Κύπρο Ὀλυμπία, Ὀλυμπιάδης, Ὀλυμπιάρατος, Ὀλυμπικός, Ὀλυμπίνης, Ὀλυμπιοδώρα, Ὄλυμπις, Ὀλυμπίχη καὶ Ὀλύμπιχος: οἱ πλεῖστες περιπτώσεις σὲ ἐπιγρ. τῶν τελευταίων αἰώνων π.Χ.)· ὡς προσωνυμία τοῦ Δία (καὶ τῶν θεῶν γενικὰ στὸν πληθ.) συχνὰ ἤδη στὸν Ὅμηρο, ὅπως καὶ τὸ ἐπίθ. ἐσθλός καὶ τὸ οὐσ. παῖς (Κρόνου παῖς ἢ πάϊς συχνὰ γιὰ τὸν Ὀλύμπιον Δία / ἐσθλὸς ἀνήρ, ἐσθλὸν ἑταῖρον, υἱέας ἐσθλούς, πατὴρ ἐσθλός / ἀνδρῶν ἐσθλῶν παῖδες [δ236] κ.ἄ., βλ. καὶ Ind. Kaibel12 καὶ Hansen13). Ὁ ἐδῶ συνδυασμὸς τοῦ ὀνόματος Ὀλύμπιος μὲ τὸ Ἀντιόχου παῖς ἐσθλὸς εἶναι εὔστοχος (ἐσθλός καὶ ἐσλός, ποιητ. ἐπίθ. τοῦ ἀγαθός, = ἔξοχος, γενναῖος, ἰσχυρός, πλούσιος, λαμπρός [βλ. LSK14, καὶ γιὰ τὴν –ἀβέβ.– ἐτυμ. Chantraine15]): ἐσθλοῦ πατρός (τοὐλάχιστο στ' ἀξίωμα) ἐσθλὸς παῖς (τοὐλάχιστο καὶ κυρίως γιὰ τὰ λαμπρά του ἔργα) εἶναι ὁ Ὀλύμπιος, μὲ ὄνομα μὴ χριστιανικὸ σὲ πόλη ἤδη χριστιανική (βλ. καὶ προηγ. σημ., πβ. σημ. στὸ Ε52 γιὰ τὸν Εὐστόλιον καὶ τὰ δικά του λαμπρὰ ἔργα στὸ Κούριο).

1 κἑ. Μολονότι τὰ συμπλ. τῶν ΜΝ1 εἶναι τυπικὰ ἀβέβαια (πβ. PRM2, καὶ βλ. ἀνωτ. κριτ. ὑπόμν.), τὸ νόημα εἶναι σαφές: ὁ Ὀλύμπιος ἀνοικοδόμησε τὰ λουτρὰ (τοῦ Γυμνασίου τῆς Σαλαμίνας), μαζὶ μὲ πολλὰ λαμπρὰ κτίσματα (στ. 1-2), ὄχι ἐκ βάθρων (στ. 3-4), καὶ πρόσθεσε κήπους στὰ λουτρὰ πρὸς τέρψιν (στ. 5-6) τῶν κατοίκων. Βλ. ΜΝ1 σελ. 76 (μὲ παραπομπές), ὅπου ἡ ὀρθὴ παρατήρηση ὅτι ἡ λ. λουτρὸν εἶναι τὸ οὐσ. ποὺ λείπει στὸ τέλος τοῦ στ. 1 (ὅπως φαίνεται τόσο ἀπὸ τὸ καὶ τόδε στὴν ἀρχὴ τοῦ στ. 2 καὶ τὸ ἐν λουτρῶ τοῦ στ. 6, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴ φράση σὺν πολλοῖς κτίσμασι στὸν στ. 2). Ἀντὶ τοῦ ἔκτισε ὅμως (ποὺ μᾶλλον ἐπιφέρει ἄστοχη ἐπανάληψη ἔκτισε / κτίσμασι στ.2 / κτίστωρ στ. 5), ἴσως πρέπει νὰ ἐπιλέξει κανεὶς ἐδῶ τὸ Ὁμηρ. ἔτευξε ποὺ ἀπαντᾶ καὶ στὸν στ. 5 (ἐδῶ: λουτρὸν ἔτευξε, σύμφωνο καὶ μὲ τὸ ὅλο ὕφος τοῦ ἐδῶ ἐπιγράμματος καὶ εὔστοχο νοηματικά [γιὰ τὴν ἐδῶ χρήση τοῦ τεύχω βλ. LSJ916 σ.λ., Ι.1 / ἀνωτ. Ε35.1 τεύξας, μὲ σχόλ.], ἐνῶ ἡ μετρικὴ δυσκολία ποὺ ἐπιφέρει ἡ μετακίνηση τοῦ λουτρὸν μετὰ τὸ Ὀλύμπιος μπορεῖ νὰ παραμεριστῆ μὲ συνίζηση τοῦ -ιος: τομὴ κατὰ τρίτον τροχαῖον πρὸ τοῦ Ὀλύμπιος ἢ / καὶ βουκολικὴ διαίρεσις μετὰ ἀπ' αὐτό). Δὲν μπορεῖ, τέλος, νὰ ἀποκλειστῆ τὸ ἐπίσης Ὁμηρικὸ κτίσσε (Υ216, βλ. κατωτ. σχόλ. σ.στ. 5): λουτρὸν κτίσσεκτίσσε(ν) λουτρόν.

2. θε̣[σπεσίοις]: πβ. καὶ ἀνωτ. Ε13.4 Κινύρου θε̣̣[ιοτάτου γενεᾶς], διάφ. γρ. Κινύρου θε̣̣[σπεσίου πρόγονον], καὶ κατωτ. Ε57.2 θεσπεσίην... χάριν. Τὸ ἐπίθ. θεσπέσιος (κατὰ τὸν Chantraine15: *θέσ-σπ-ετος <θεσ- [θεός, θέσ-κελος, θέσ-φατος] + *σπετός [πβ. -σπετος καὶ βλ. ἐννέπω « faire connaître »), μὲ διάφορες ἔννοιες ἤδη στὸν Ὅμηρο ["« par la volonté divine » (Il. 2,367); d'ou d'une manière générale « divin » (... Il. 1, 591), puis « extraordinaires »" κ.λπ., πβ. LSK14: ἐξαίσιος, ἄφατος, θαυμάσιος κ.τ.τ., «ἐν τοῖς πλείστοις τῶν Ὁμηρικῶν χωρίων (...) θεῖος» (ὅ.π. ΙΙ.1, πβ. σ.λ. θεῖος Ι.3: «ὡς τὸ θεσπέσιος, ἱερός, Λατ. divinus, πᾶν τὸ ὑπεράνθρωπον, ἔκτακτος, θαυμαστός, ... ἔξοχος» κ.λπ.)], ἀποτελεῖ ἄριστο συμπλήρωμα ἐδῶ, καθὼς μάλιστα χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ πράγματα ἤδη στὸν Ὅμηρο (Β 457) χαλκοῦ θεσπεσίοιο [στὸ τέλος στ.] καὶ 670 θεσπέσιον πλοῦτον, ν 363 καὶ ω 6 ἄντρου θεσπεσίοιο [στὸ τέλος στ.] κ.τ.τ.). Τὸ τελευταῖο ὅμως ἰσχύει, ἔστω καὶ σὲ μικρότερη κλίμακα, καὶ γιὰ τὸ θεῖος, ὑπερθ. θειότατος (δ 43 θεῖον δόμον [πβ. π 335 δόμον θείου βασιλῆος], β 341 κ.ἀ. θεῖον ποτόν, Ἡρόδ. 2.66.3 θεῖα πρήγματα καὶ 7.137.1 ἐν τοῖσι θειότατον [«ἓν ἐκ τῶν θαυμαστοτάτων πραγμάτων» LSK14 ὅ.π.], κ.τ.τ.), ὥστε τὸ θε̣̣[ιοτάτοις] δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκλειστῆ μὲ βεβαιότητα ἐδῶ.

3. ἐξεσάωσε: ὁ ἴδιος τύπος στὸν Ὅμηρο δίς, Δ 12 καὶ νῦν ἐξεσάωσεν (sc. Ἀφροδίτη Ἀλέξανδρον) ὀϊόμενον θανέεσθαι, καὶ δ 501 ἐξεσάωσε θαλάσσης (sc. Aἴαντα Ποσειδάων)· πβ. Ἀρχίλ. ἀπόσπ. 5.3 W.17 (6.3 D.) αὐτὸν δ' ἐξεσάωσα (βλ. Παπαδημη­τρίου ΕλΙ18 καὶ Α. Δ. Σκιαδᾶ Ἀρχαϊκὸς Λυρισμός19 1 [Ἀθήνα 1979]: σημ. στὸ χωρίο).

θέμ[εθλα]: ποιητ. τύπος (Ὅμ., Ἡσ., Πίνδ.), ὅπως καὶ ὁ τύπος θεμείλια (στὸν Ὅμηρο καὶ ἀλλοῦ, ὅπως στὴν Ἀνθ. Παλ. 9.808.2 θεμείλια καρτερὰ πήξας [στ. 3 ἀγλαΐη, πβ. ISal 46.4: ἀνωτ. εἰσαγ. σημ.], ἀντὶ τοῦ θεμέλια (βλ. Chantraine15 σ.λ. θεμός, μὲ ἐτυμ. παρατηρήσεις καὶ ἐτυμ. συγγενῆ: Θέμ-ανδρος, Θεμό-θεος / θεμέλιος [sc. λίθος], θεμελιόω [-ώνω], θεμελίωσις [ἀπὸ ρίζα τοῦ τίθημι, πβ. θέμις]).

4. ὕλας τὰς χρονίας: νέος σχηματισμός, κι οἱ δυὸ λέξεις ὅμως Ὁμηρικές: τὸ ὕλη συχνότατα, τὸ χρόνιος ἅπαξ (ρ 112 ἐλθόντα χρόνιον)· πβ. EGr12 878 χρονίους πρήξιας ἐξέμαθεν (στ. 2 ἄνδρας ἀγακλειτοὺς καὶ 11 παῖδες ἀγακλειτὸν γενετῆρα, στ. 7 κλεινὸς ἀνήρ). Γιὰ τὶς διάφορες σημασίες βλ. LSJ916 / LSK14 σ.λλ.

πάνπαν ἀκ̣[ειόμενος]: πάμπαν (συχνὸ στὸν Ὅμηρο κ.ἀ., ἀντὶ τῶν συνηθι­σμένων στὸν πεζὸ λόγο πάνυ καὶ παντελῶς) ἀκεόμενος (τοῦ ἀκέομαι)· Π 29 ἕλκε' ἀκειόμενοι (μὲ τὴ σημασία τοῦ θεραπεύω, LSK14 Ι.1), στὸ ξ 383 νῆας ἀκειόμενον, τάς οἱ ξυνέαξαν ἄελλαι (μὲ τὴ σημασία τοῦ ἐπισκευάζω [ὅπως ἐδῶ], LSK14 I.3)· [λιμὸν ἀκειόμενος] συμπλ. ὁ Kaibel στὸ 1033.21, ὀδύνας ἀκ[έοι]το στὸ 562.7 (κ.τ.τ. σὲ ἐπιγράμματα).

5. μῖζον: ἀντὶ μεῖζον· βλ. ἀνωτ. Ε47 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. λιφθείς (μὲ περαιτέρω παρα­πομπές).

ἔτευξεν: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.

ἀγακλ̣[ειτὸς: εὔστοχη –καὶ βέβαιη– συμπλήρωση ΜΝ1. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐπίθ. εἶναι Ὁμηρικό: Β 564 Καπανῆος ἀγακλειτοῦ, Μ 101 ἀγακλειτῶν ἐπικούρων, Π 463 ἀγακλειτὸν Θρασύμηλον, Σ 45 ἀγακλειτὴ Γαλάτεια, κ.ἄ. (Ζ 436 ἀγακλυτὸν Ἰδομενῆα) / γ 59 ἀγακλειτῆς ἑκατόμβης (πβ. η 202), ρ 370 κ.ἀ. μνηστῆρες ἀγακλει­τῆς βασιλείης (γ 428 κ.ἀ. δώματ' ἀγακλυτά κ.τ.τ., θ 502 ἀγακλυτὸν (...) Ὀδυσῆα, κ.τ.τ.). Σὲ ἐπιγράμματα: EGr14 878.11-12 τοὔνεκα δὴ καὶ παῖδες ἀγακλειτὸν γενετῆρα | μορφήεντα λίθον θῆκαν ἀμειβόμενοι, κ.τ.τ. βλ. καὶ ἀνωτ. Ε18 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἑλλὰς ἐκλέϊζεν (μὲ περαιτέρω παραπομπές).

κτίστωρ]: καὶ κτίστης, ἀλλὰ καὶ κτιστήρ. Στὴν ἐπιγρ. ISal1 46.2 Οὐαλέριον δῖξε κτίστορα, ἀλλὰ στὴν ISal1 45.1 [Ὑπὸ τοῦ κτίσ]τ̣̣ου μου πιθανῶς· βλ. ΜΝ1 ad locos (βλ. ἐπίσης LSJ916 / LSK14 (σ.λλ.): Στοὺς Αὐτοκρατορικοὺς χρόνους, ὅταν οἱ λέξεις δὲν σημαίνουν τὸν ἱδρυτὴ ἢ ἀνακαινιστὴ τῆς πόλης, δηλώνουν (ὅπως στὶς ὑπὸ συζήτηση ἐπιγρ. μας) τὸν κατασκευαστὴ ἢ ἀνακαινιστὴ οἰκοδομήματος. Πβ. καὶ τὴ χριστιανικὴ ἐπιγραφὴ τῶν Σόλων [Κτίσ]της τῆς Σολίων π(όλεως) μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια τῶν J. καὶ L. Robert20, BullÉ 64 (1951) 208 [ἀρ. 17] (στοὺς ὁποίους παραπέμπουν οἱ ΜΝ1, σελ. 72 σημ. 1): Ἡ λ. κτίστης ποτὲ δὲν σημαίνει ἁπλῶς τὸν εὐεργέτην κ.λπ. Τὸ κτίστωρ ἀπαντᾶ στὸν Πίνδ. (ἀπόσπ. 94 Bowra21 [Ἱέρωνι Συρακουσίωι] στ. 3 πάτερ, κτίστορ Αἴτνας), στὸν Εὐρ. (Ἴων 74 Ἴωνα δ' αὐτόν, κτίστορ' Ἀσιάδος χθονός), στὸν Ἀθήν. (9. 370c Ζήνων ὁ Κιτιεὺς ὁ τῆς στοᾶς κτίστωρ)· τὸ κτιστήρ σὲ Κορινθ. ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. (AJA22 23 [1919] 364)· τὸ κτίστης στὸν Ἀριστοτ., στὸν Καλλίμ., στὸν Ἀθήν. (9. 345c Ζήνων δ' ὁ Κιτιεὺς ὁ τῆς στοᾶς κτίστης, ἐπίσης), σὲ Αἰγυπτ. ἐπιγρ. 2ου αἰ. π.Χ. (OGIS23 111.9-10 [κτί]στου τῶν ἐν τῆ[ι] | Τριακοντασχοίνωι πόλεων) (βλ. LSJ916 σ.λλ.). Τὸ κτίζω ἀπαντᾶ ἤδη στὸν Ὅμηρο: Υ 216 κτίσσε (215 κἑ.: Δάρδανον αὖ πρῶτον τέκετο νεφεληγερέτα Ζεύς, | κτίσσε δὲ Δαρδανίην, ἐπεὶ οὔ πω Ἴλιος ἱρὴ | ἐν πεδίῳ πεπόλιστο, πόλις μερόπων ἀνθρώπων, | ἀλλ' ἔθ' ὑπωρείας ᾤκεον πολυπίδακος Ἴδης), τὸ κτίσις μεταγενέστερα (ἀξίζει νὰ σημειώσει κανεὶς τὸ περίφημο μωσαϊκὸ τοῦ Κουρίου μὲ τὴν ἐπιγρ. KTICIC, στὴν «Οἰκία τοῦ Εὐστόλιου»: Christou Kourion24 σελ. 23, Καραγιώργη Ἀρχ. Κύπρος4 σελ. 146 φωτ. 248, κ.ἀ.). Βλ. καὶ Chantraine15 σ.λ. κτίζω. (Βλ. ἐπίσης ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.)

6. κήπων ἐν λουτρῶ τέρψι̣[ν: ἡ φράση μόνον ἐδῶ. Στὸν Ὅμηρο Θ306 ἐνὶ κήπῳ (σὲ παρομοίωση) καὶ Φ 258 ἂμ φυτὰ καὶ κήπους (σὲ παρομ. ἐπίσης, ἔξοχη), δ 737 κῆπον (...) πολυδένδρεον, η 129 ἀνὰ κῆπον (112 - 32 ἡ περίφημη περιγραφὴ τῶν κήπων τῶν ἀνακτόρων τοῦ Ἀλκίνοου [βλ. ἀνωτ. Ε1.1 κἑ., μὲ σχόλ.], πβ. καὶ EGr12 810 [στ. 9 πηγαὶ δ' αὖ περὶ πέζαν ἀναβλύζουσι λοετρῶν] κ.τ.τ.) / Ξ 6 κ.ἀ. θερμὰ λοετρά, κ.τ.τ. (τὸ λούω / -ομαι συχνότατα, βλ. καὶ τὴν περίφημη σκηνὴ τοῦ στολισμοῦ τῆς Ἥρας στὸ Ξ 166 κἑ. καὶ κυρίως τῆς Ἀφροδίτης: ΑΚυΓ1/1β´ 5 Υ1.58 κἑ., μὲ σχόλ. σ.στ.), συνηρημένο τὸ οὐσ. στὸν Ἡσ. (Ἔργ. 753-4 μηδὲ γυναικείῳ λουτρῷ χρόα φαιδρύνεσθαι | ἀνέρα: βλ. σημ. West25 στὸ χωρίο) καὶ στὸν Ὁμηρ. ὕμν. ΙΙ (Εἰς Δημ.). 50 (οὐδὲ χρόα βάλλετο λουτροῖς: βλ. σημ. Richardson26 σ.λ. λουτροῖς μὲ περαιτέρω παραπομπές) (βλ. καὶ Chantraine15 σ.λ. λούω, καὶ ἀνωτ. Ε52 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. λουτρὰ χαρισσάμενος). Τὸ οὐσ. τέρψις ἀπαντᾶ γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Ἡσ. (Θεογ. 206 τέρψιν τε γλυκερὴν καὶ 917 τέρψις ἀοιδῆς [βλ. σημ. West27 στοὺς στ.], Ἀσπ. 272-3 τοὶ δ' ἄνδρες ἐν ἀγλαΐαις τε χοροῖς τε τέρψιν ἔχον)· στὸν Ὅμ. ἀπαντᾶ τὸ οὐσ. τερπωλή (σ 37 τερπωλὴν θεὸς ἤγαγεν ἐς τόδε δῶμα), καὶ συχνὰ τὸ ρῆμα τέρπω / -ομαι (σὲ ποικίλους σχηματι­σμούς). Πρὸς τὸ ἐδῶ χωρίο πβ. ἐπιγρ. Ἐρυθρ. (Robert28, BullÉ 89 [1976] 575 ἀρ. 751, μὲ παραπομπές) ἀγανοῖς ὕδασι τερπομένη (κ.ἄ.) καὶ ἐπιγρ. Ἀμασ. (ὅ.π.) ἐστὶ καλοῖς τοῖς ἄνθεσι κήπων ἀγλαοκάρπων στέμμασιν ὡς θαλεροῖς ἀεὶ τερπομένη· περισσότερα παράλληλα χωρία καὶ ἀνάλυση τῆς σημασίας τῆς λέξεως τέρψις (σὲ σύγκριση μὲ τὸ ἡδονή): Robert29, Hellenica IV 7 κἑ. (βλ. Chantraine15 σ.λ. τέρπομαι, μὲ ἐτυμολογία καὶ ἐτυμολογικῶς συγγενῆ: τερπνότης, τέρπνεα / -τερπ-ής, εὐ-τερπ-ής κ.λπ. / Τερπώ, Τέρπων, Τερψιχόρη, Τέρπανδρος, Εὐτέρπη κ.ἄ.). Γιὰ τοὺς ἱεροὺς κήπους τῆς Ἀφροδίτης ἀπ' ὅπου Ἱεροκηπία > Γεροσκήπου βλ. ἀνωτ. εἰσαγ. σημ. στὸ Ε49, καὶ γιὰ τοὺς Ἀδώνιδος κήπους βλ. ΑΚΕΠ30 Β΄ 82-82.9 καὶ Δβ΄ 15.1 (ὅπου καὶ ἀναφορὰ σὲ ἐκπληκτικὲς ἐπιβιώσεις στὴ σύγχρονη Κύπρο)· πβ. ΛΕΑ31 σ.λ. Κῆποι (σημερ. «Ἀγγελόκηποι»), καὶ σ.λ. Κῆπος.

  1. Mitford, T. B. & Nicolaou I. (1974), The Greek and Latin Inscriptions from Salamis, Vol. 6, Salamis Nicosia, Cyprus.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑
  2. Pouilloux, J., Roesch P. & Marcillet-Jaubert J. (1987), Salamine de Chypre, XIII: Testimonia Salaminia, 2. Corpus épigraphique, Vol. XIII, Paris .a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Megaw, A. M. S. (1956), Archaeology in Cyprus, 1955, JHS (Archaeological Reports) 76: 41-46.a↑ b↑ c↑
  4. Καραγιώργης, Β. (1978), Ἀρχαία Κύπρος: Ἀπὸ τὴ Νεολιθικὴ Ἐποχὴ ὣς τὸ τέλος τῆς Ρωμαϊκῆς, Αθήνα .a↑ b↑
  5. Karageorghis, V. (1969), Salamis in Cyprus: Homeric, Hellenistic and Roman, London.
  6. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  7. Citekey 119 not found
  8. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  9. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.a↑ b↑
  10. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  11. Mitford, T B. (1971), The Inscriptions of Kourion, Memoirs of the American Philosophical Society 83: Philadelphia.
  12. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑
  13. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  14. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  15. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  16. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  17. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .
  18. Παπαδημητρίου, Ι.-Θ. Α. (1984), Ἐλεγεία καὶ Ἴαμβος (Ἀρχίλοχος, Καλλῖνος, Σημωνίδης, Τυρταῖος, Μίμνερμος, Σόλων, Θέογνις, Ἱππῶναξ, Ἐλάσσονες), Ἀθήνα.
  19. Σκιαδάς, Ἀ. Δ. (1979-1981), Ἀρχαϊκὸς Λυρισμός, Ἀθήνα.
  20. Robert, L. (1951), Bulletin épigraphique, Vol. 64,
  21. Bowra, C M. (1935), Pindari Carmina, Oxford.
  22. Kendall, K. K. (1919), Greek Inscriptions from Corinth II, AJA 23: 331-393.
  23. Dittenberger, W. (1903-1905), Orientis Graeci Inscriptiones Selectae: Supplementum Sylloges Inscriptionum Graecorum, Vols. I-II, Leipzig.
  24. Christou, D. (1986), Kourion: A complete guide to its monuments and local Museum, 2nd ed., Nicosia-Cyprus.
  25. West, M L. (1978), Hesiod, Works and Days, Oxford.
  26. Richardson, N J. (1974), The Homeric Hymn to Demeter, Oxford.
  27. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.
  28. Robert, L. (1976), Bulletin épigraphique, Vol. 89,
  29. Robert, L. (1940-1965), Hellenica: Recueil d'épigraphie, de numismatique et d'antiquités grecques, Vols. I-XIII, Vol. 2,
  30. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  31. Ραγκαβῆ, Ἀ. Ρ. (1888-1891), Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀρχαιολογίας, τóμ. Α΄- Β΄, Ἀνέστης Κωνσταντινίδης.