You are here

Ε51

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      1Ποπλικόλαν Πρεῖσκόν  με πόλις Περσῆος  ἄγαλμα
2         κοίρανον ἁγνείας2  στήσατο  πὰρ τεμένει3.

  1. Titulum in quattuor lin., ut in lap., ed. Mitford ("elegiac couplet" adnot.), qui etiam ἄγαλμα, et ἁγνείας, interp.
  2. 2 ἁγνείας Mitford: ἁγνοίαςHadjioannou (falso) ‖
  3. πὰρ τεμένει scripsimus (cf. B 355, Δ 330, etc.): παρ' τεμένει Mitford et Hadjioannou.

Τὸν Ποπλικόλα Πρεῖσκο ἐμὲ ἡ πόλη τοῦ Περσέα ἄγαλμα
     τὸν κυβερνήτη τὸν ἁγνὸ ἔστησε στὸ τέμενος μπροστά.

Σχόλια: 

Ἀναθηματικὸ ἐπίγραμμα χαραγμένο σὲ λευκὴ μαρμάρινη βάση ἀγάλματος (ὕψ. 21.7, πλάτ. 41.4 καὶ πάχ. 1.5 – 4.3 ἑκατ.), ποὺ βρέθηκε στὶς 17 Ἰουλίου 1952 ἀπὸ τὴν ἀρχαιολογικὴ ἀποστολὴ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Πενσυλβανίας στὸ Ἱερὸ τοῦ Ἀπόλλωνα Ὑλάτη, στὸ Κούριο. Χρονολογεῖται στὰ τέλη τοῦ 2ου/ἀρχὲς 3ου αἰ. μ.Χ. ἀπὸ τὸν Mitford1 βάσει τῶν γραμμάτων τῆς ἐπιγραφῆς ("firmly cut and closely spaced, regular, narrow with slight thickening and some light apices at the ends of the hastae ... These lack indeed the florid character of many Severan documents, but resemble in certain particulars the lettering of our nos. 96, 101 etc., and are probably to be assigned to the last decades of the second or to the opening of the third century'', βλ. καὶ ἀρ. 96: "A.D. 211 or 212" καὶ 101: "Late second or early third century A.D.", πβ. καὶ 97: "A.D. 222 ?", 102: "A.D. 212-217", 103: "ca. A. D. 220", στοιχεῖα ποὺ ὁδηγοῦν μᾶλλον στὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 3ου αἰ. παρὰ στὶς τελευταῖες τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ.). Τὸ ἄγαλμα τοῦ τιμωμένου ἔστησε κοντὰ στὸ τέμενος τοῦ Ἀπόλλωνα ἡ πόλις Περσῆος (τὸ Κούριο), μὲ τὸ συνοδευτικὸ ἐλεγειακὸ δίστιχο τὸ χαραγμένο στὴ βάση του νὰ δίνει τμῆμα τοῦ ὀνόματός του (Ποπλικόλαν Πρεῖσκον, ποὺ ἁρμόζει στὸ μέτρο τοῦ ἐπιγράμματος) καὶ τὸν ἐνδιαφέροντα χαρακτηρισμὸν κοίρανον ἁγνείας, ποὺ δίνει ταυτόχρονα τὸν λόγο τῆς τιμητικῆς ἐκδήλωσης ὑπαινικτικά.

1. Ποπλικόλαν Πρεῖσκον: τὸ πλῆρες ὄνομα L. Valerius Helvidius Priscus Poblicola δίνεται σὲ Λατινικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 3ου αἰ. μ.Χ. (CIL2 VI.1 1530 [βλ. καὶ σελ. 852], καὶ PIR3 III 725), ὅπου καὶ προσαγορεύεται clarissimus vir καὶ allectus inter quaestorios. Ἀπὸ τὸν πρῶτο τίτλο, πολὺ χαρακτηριστικὸ τοῦ 3ου αἰ. ἀλλὰ καὶ εὐρέως μαρτυρούμενο κατὰ τὸν 2ον αἰ. μ.Χ. (καὶ μὲ δύο παραδείγματα τοῦ 1ου αἰ.), εἶναι φανερό, κατὰ τὸν Mitford1, ὅτι ὁ Helvidius Priscus Poblicola ἦταν vir senatorius (συγκλητικός), καὶ πιθανῶς proconsul (ἀνθύπατος) τῆς Κύπρου, ὄχι ἁπλῶς curator civitatis (λογιστής)· ἡ προσωνυμία κοίρανος (κατωτ. στ. 2) ἐνισχύει τὰ συμπερά­σματα αὐτά.

πόλις Περσῆος: πβ. IKour1 104 ("Antinoos, the Favorite of Hadrian, honored in a Dactylic Hymn by a legatus provinciae. A.D. 130/1") στ. 13 ἷκον αἷμα τὸ Περσέως (ἀντὶ πόλιν Περσέως, βλ. Mitford1 σημ. σ.λ. [σελ. 198] καὶ στὸ ἐδῶ χωρίο [σελ. 167], καὶ ὄνομα Περσεύτας / -ης (ὅ.π. 25 Ἀρισταγόρας Ὀνασίyαυ εὐξάμενος περὶ παιδὶ τῶι Περσεύται ὐνέθηκε, 65 καὶ 66 Περσεύτηι εὐχήν, μὲ σημ. ad locos). Στὶς ἐπιγραφὲς τοῦ Κουρίου συχνὰ Κουριέων ἡ πόλις, () πόλις ἡ Κουριέων κ.τ.τ. (ὅ.π. 43, 44, 45, 90, 93, 96 κ.ἀ.). Ὁ Περσεύς, ὡς γνωστό, συνδέεται ἰδιαίτερα μὲ τὸ Ἄργος (βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα Ελλ. Μυθ.4 3. 182-88 [κυρίως 187] καὶ Kerényi Μυθ.5 297-308, μὲ παραπομπὲς στὶς ἀρχαῖες πηγές), τὸ Κούριον θεωρεῖται Ἀργείων κτίσμα κατὰ τὸν Στράβ. 14.683[6.3] καὶ κατὰ τὸν Ἡρόδ. 5.113.1 οἱ Κουριέες ... λέγονται εἶναι Ἀργείων ἄποικοι (βλ. καὶ ΑΚυΓ1 41 [ΑΚυΓ1β´662] μὲ σημ. 18)· καὶ τὰ ἀνασκαφικὰ δεδομένα (βλ. κυρίως J. L. Benson, The Necropolis of Kaloriziki7, Göteborg 1973, κυρίως σελ. 23) μαρτυροῦν ἀποικισμὸ τοῦ Κουρίου ἀπὸ Ἀχαιούς (Ἀργείους) κατὰ τὴν Ὕστερη Κυπριακὴ ΙΙΙ.Β περίοδο (περίπου 1125/1100 - 1050 π.Χ.), ἐπιβεβαιώνοντας τὰ μυθολογικὰ καὶ ἱστορικὰ δεδομένα (περισσότερα στὴν ΑΚΕΠ Δβ΄8 σσ. 118-19 καὶ Ε΄ σελ. 141 ἀρ. 136· βλ. καὶ Καραγιώργη ΠΕλλΚ9, κυρίως σελ. 42, πβ. καὶ 39: ''Αυτοί τους οποίους αποκαλούμε «Αχαιούς» στην Κυπριακή Αρχαιολογία, δεν άλλαξαν τον πολιτισμό, την πολιτική και κοινωνική ζωή του νησιού εντελώς ή μέσα σε μια νύχτα. Αυτό που είναι γνωστό ως «αποικισμός των Αχαιών» για την Κύπρο ήταν μια μακρά και αργή διαδικασία και μόνο τον 11ο αι. π.Χ., όπως θα δούμε πιο κάτω, ο εξελληνισμός της Κύπρου έγινε μια απτή πραγματικότητα''). Γιὰ τὸ πόλις βλ. καὶ κατωτ. Ε62 σχόλ. σ.στ. 3.

1-2. με (...) ἄγαλμα | (...) στήσατο: πβ. ἀνωτ. Ε9.5 στᾶσαν δ' Ἀργεῖοί με, Ε7.1 κά μεν (= καί με) ἔστασαν καὶ Ε13.2 ἔστ[ασ' ἀγασσάμενος] (μὲ σχόλ.)· πβ. ἐπίσης Ε11.6, Ε15.1-2, Ε32.3, Ε35.1, Ε61α (μὲ σημ. στὰ χωρία)· Γιὰ λοιπὰ παράλληλα χωρία (μὲ τὸ ἵστημι) βλ. CEG210 Ind. σελ. 328, κυρίως 759.3 στῆσεν ἄγαλμα τόδε. Γιὰ τὴ σύντα­ξη (μὲ διπλὴ αἰτ.) βλ. LSJ911 σ.λ. ἵστημι: Α.Ι. ("Casual, make to stand, set up" [πβ. LSK12 ὅ.π. «Μεταβ. ἐνεργείας, βάλλω νὰ σταθῇ, στήνω, τοποθετῶ»), μὲ παραπομπές (LSJ911 ὅ.π. / LSK12 A.III.1): Δημ. Περὶ συντ. 21 Θεμιστοκλέα (...) καὶ Μιλτιάδην καὶ πολλοὺς ἄλλους (...) οὐ χαλκοῦς ἵστασαν καὶ Περὶ παραπρ. 261 Φίλιππον θαυμά­ζουσι καὶ χαλκοῦν ἱστᾶσι καὶ στεφανοῦσι, ". τινὰ χαλκοῦν set him up in brass, raise a brasen statue to him)" LSJ911 / «ἐγεῖραί τινι χαλκοῦν ἀνδριάντα» LSK12, πβ. Ἡροδ. 2. 141. 6 καὶ νῦν οὗτος ὁ βασιλεὺς ἕστηκε ἐν τῷ ἱρῷ τοῦ Ἡφαίστου λίθινος, ἔχων ἐπὶ τῆς χειρὸς μῦν, λέγων διὰ γραμμάτων τάδε· ἐς ἐμέ τις ὁρέων εὐσεβὴς ἔστω.

2. κοίρανον ἁγνείας: EGr13 855.10 κοίρανος ἁγνοτάτα (ἡ πίστις)· ἀνωτ. Ε22.4 Λαγείδας κοίρανος καὶ Ε43.1 κοίρανε Πλούτων (Ε1.4 κ[οιρανί]δ̣̣αις, ὅπου σχόλ. γιὰ τὸ κοίρανος)· πβ. EGr13 802.2 κοίρανε Ναιάδων (γιὰ τὸν Ἀπόλλωνα), 1027.1 Παιήων Ἀσκληπιέ, κοίρανε λαῶν, 1029.4 κοίρανος ἀθανάτων (ὁ Ἄμμων) κ.λπ. / 990.9 κοίρανος Ἀδρίανος, 988.5 κοιράνω Ἀδριάνω πέμπτωι δεκάτωι δ' ἐνιαυτῶι, 863.10 ἀπειρεσίων κοίρανον ἡμερίων (στ. 12 Ἀδριανόν), κ.τ.τ. (ὅπου τὸ κοίρανος ἀναφέ­ρεται σὲ θεοὺς ἢ βασιλεῖς, κατ' ἐπέκταση καὶ σὲ ἄλλα ὑψηλὰ πρόσωπα, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Ποπλικόλας Πρεῖσκος κατεῖχε ἀξιώματα μεγάλα: βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. Ποπλικόλαν Πρεῖσκον). Γιὰ τὸ ἁγνείας βλ. IGR14 III 978 (Citii) Ἡ πόλις Κοΐντον Ἰούλιον Κόρδον ἀνθύπατον, ἁγνείας (ἕνεκεν) καὶ 992 (Salamine) ]νθύπατον ἡ βουλὴ ἐκ το[ῦ ἰδίου ἁ]γνείας καὶ δικαιοσύνης χά[ριν], πβ. τὶς τιμητικὲς ἐπιγραφὲς γιὰ τὸν Δ. Πλαύτιον Φήλικα Ἰουλια­νόν (D. Plautius Felix Julianus), ὅπου ἡ βουλὴ καὶ ὁ δῆμος τῆς Πάφου τιμοῦν τὸν ἁγνὸν ἀνθ(ύπατον) / [διὰ τὴν ἁ]γνὴν [αὐτοῦ ...] (βλ. IKour1 90, σημ.: σελ. 169, καὶ ABSA 42 [1946] 216, μὲ παραπομπές)· πβ. EGr13 906.1 τοῦ ἁγνοῦ ὑπάρχου (βλ. καὶ ἑπόμενα, κυρίως 4 ἤπιος ἰθυδίκοις, τοῖς δ' ἀδικοῦσι δέος) καὶ 911 («IV saeculi») Τὸν θεσμῶν ταμίην Ἑρκούλιον, ἁγνὸν ὕπαρχον, | Πλούταρχος μύθων ταμίης ἔστησε σοφιστής, κ.τ.τ. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ L. Robert στὸ ἄρθρο του « Épigrammes relatives à des Gouverneurs » (Hellenica15 IV [1948] 35-114) τὸ ἐπίθ. ἁγνός (καὶ ἀνωτ. Ε27.5, βλ. καὶ Nicolaou ICA316 [RDAC17 1964] 20.4), τυπικὸ σχεδὸν στὶς ἐπιγραφὲς τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ., κυρίως, γιὰ τοὺς Ρωμαίους κυβερνῆτες στὴν Ἀνατολή, δηλώνει αὐτὸν ποὺ ἔχει καθαρὰ χέρια, ποὺ εἶναι καθαρός (ἐπίθ. ποὺ ἀπευθύνεται στὴ δικαστικὴ καὶ διοικητικὴ δραστηριότητα τοῦ κυβερνήτη ὅπως καὶ τὸ οὐσ. καθαρότης: τὸ μέγιστον ἡ τῆς χειρὸς καθαρότης, ᾗ πάντα εὐθύνεται, κατὰ τὸν Γρηγ. Ναζ. σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν κυβερνήτη τῆς Καππαδοκίας Ὀλυμπιανό [PG18 37, ἐπιστ. 140]· βλ. καὶ Robert15 ὅ.π. 38-39, μὲ περαιτέρω παράλληλα χωρία). Γιὰ τὴ σημασία καὶ ἐτυμ. τοῦ ἐπιθ. βλ. LSJ911 / LSK12 σ.λ. ἁγνός καὶ Chantraine19 σ.λ. ἅζομαι. Γιὰ ἐπαινετικὰ ἐπίθ. στὸ ἐπίγραμμα πβ. ἀνωτ. Ε38 καὶ Ε39 (σεμνός) καὶ Ε41 (χρηστός), μὲ σχόλ. σ.λλ. καὶ βιβλιογραφία.

πὰρ τεμένει: πβ. ἀνωτ. Ε13.1 Λ̣̣εδρίωι ἐν̣̣ τεμένει καὶ Ε35.2 ἱερῶ ἐν τεμένι (μὲ σχόλ. σ.λλ.), καὶ Ε2.9 Ἰταλὸν ἂν τέμενος μὲ σημ. γιὰ τὸ οὐσ. τέμενος καὶ τὸ φαινόμενο τῆς ἀποκοπῆς τοῦ τελικοῦ φωνήεντος «προθέσεως» μπροστὰ ἀπὸ λέξη μὲ ἀρχικὸ σύμφωνο. Γράψαμε πὰρ τ. (παρ' τ. Mitford1 καὶ Χατζηιωάννου8), ὅπως στὶς περιπτώσεις ἀποκοπῆς τοῦ τελ. φων. τῆς παρὰ πρὸ συμφ. στὸν Ὅμηρο κ.ἀ.: Β 355 πρίν τινα πὰρ Τρώων ἀλόχῳ κατακοιμηθῆναι, Δ 330-1 πὰρ δὲ Κεφαλλήνων ἀμφὶ στίχες οὐκ ἀλαπαδναὶ | ἔστασαν, γ 39 πάρ τε κασιγνήτῳ (37 ἵδρυσεν παρὰ δαιτί) καὶ 325 πὰρ δέ τοι υἷες ἐμοί (324 πάρα τοι δίφρος τε καὶ ἵπποι), κ.τ.τ. Ἀνάμεσα στὰ Ὁμηρικὰ καὶ τὰ σημερινὰ Κυπριακὰ ἀμβαίνω, ἀμβάλλω / ἀμπλέπω, ἀντινάσσω κ.τ.τ. (βλ. καὶ ἀνωτ. Ε2 σχόλ. σ.στ. 9 σ.λ. ἂν), τὰ Κυπριακὰ ἐπιγράμματα μαρτυροῦν, νομίζουμε, μιὰ θαυμαστὴ συνέχεια.

  1. Mitford, T B. (1971), The Inscriptions of Kourion, Memoirs of the American Philosophical Society 83: Philadelphia.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  2. Mommsen, T. (1883), Corpus Inscriptionum Latinarum, Berlin.
  3. de Rohden, P. & Dessau H. (1897-1898), Prosopographia Imperii Romani saec. I.-III., parts I-III, Berlin.
  4. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  5. Kerenyi, K. (1974), Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, Ἀθῆναι.
  6. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.
  7. Benson, J. L. (1973), The Necropolis of Kaloriziki, Göteborg.
  8. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑
  9. Καραγιώργης, Β. (1991), Οι πρώτοι Έλληνες στην Κύπρο: Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες, Αθήνα .
  10. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  11. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑
  12. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑
  13. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑
  14. R. Cagnat, et. al (1911-1927), Inscriptiones Graecae ad Res Romanas pertinentes, Vols. I-IV, Paris.
  15. Robert, L. (1940-1965), Hellenica: Recueil d'épigraphie, de numismatique et d'antiquités grecques, Vols. I-XIII, Vol. 2, a↑ b↑
  16. Michaelidou-Nicolaou, I. (1963-1994), Inscriptiones Cypriae Alphabeticae”, II-XXXIII. 1962-1993, RDAC
  17. (1969), Report of the Department of Antiquities, Cyprus, Nicosia, Cyprus.
  18. Migne, J P. (1857-1866), Patrologiae cursus completus. Series Graeca, Paris .
  19. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.