You are here

Ε43

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

      [Οὐ]1 μὲν ἔδι σε κ̣̣̣̣̣αλ̣̣̣̣̣[εῖ]ν λυγρὰ σώματα2, κοίρανε Πλούτων3 ,
           νήπια  πρὸς ζοφερὸν χῶρον ἀποφθιμένων ·
3         ἥρπασας ἐγ μαζῶν ματέρος Ἀσ̣̣̣̣̣β̣̣̣̣̣όλιον4 .

  1. 1 [Οὐ] ("[leaf ? Οὐ"]) et καλ[εῖ]ν suppl. Mitford (adnotans: "L. 1: letters large and widely spaced. Despite this the lacuna can hardly be less than four letters in length, and is doubtless to be completed by the addition of a leaf" et "L. 2: three letters, kappa alpha lambda, the first and last slightly damaged, are given by the isolated fragment", sc. not shown in fig. 22), it. omnes; κ̣̣̣̣̣αλ̣̣̣̣̣[εῖ]ν scripsimus ‖
  2. σώματα post Peristianis (Inv.) scr. Mitford (σώματα, adnotans: "The two letters for which I am indebted to the Inventory are underscored"), it. omnes (σώμα[τα]?) ‖
  3. Πλούτων: Υ inter O et T in lap. subscriptum
  4. 3 Ἀσ̣̣̣̣̣β̣̣̣̣̣όλιον Mitford: Ἀσβ̣̣̣̣̣όλιον Peek Vérilhac (Ἀσβόλιον Hadjioannou).

Δὲν ἔπρεπε κορμιὰ ἀδύναμα νὰ παίρνεις, ἀφέντη Πλούτων,
     νήπια στὸν ζοφερὸ τὸν χῶρο τῶν ἀποθαμένων·
     ἅρπαξες ἀπ' τὰ βυζιὰ τῆς μάνας τὸν Ἀσβόλιο.

Σχόλια: 

Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα γιὰ τὸν μικρὸν Ἀσβόλιο χαραγμένο σὲ ἑπτὰ σειρὲς πάνω σὲ πλάκα ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο ποὺ βρέθηκε θρυμματισμένη στὸ χωριὸ Γαληνὴ κοντὰ στοὺς ἀρχαίους Σόλους καὶ παραδόθηκε στὸ Κυπριακὸ Μουσεῖο τῆς Λευκωσίας, ὅπου καὶ βρίσκεται σήμερα μὲ ἀρ. Ι. G. 2. Δύο μεγάλα κομμάτια τῆς ἐπιτύμβιας πλάκας συγκολλημένα (βλ. Mitford1 σελ. 41 Fig. 22 καὶ Vérilhac2 pl. 26.78) καὶ ἕνα τρίτο μικρὸ ἀνεξάρτητο, δίνουν τὸ κείμενο τριῶν στίχων (μὲ τέσσερα μόνο γράμματα ἐντελῶς κατεστραμμένα). Οἱ τρεῖς στίχοι εἶναι σὲ ἄψογο ἐλεγειακὸ μέτρο, μὲ τὴν ἰδιομορφία ὅτι ὁ στ. 3 εἶναι πεντάμετρος (ὅπως καὶ ὁ στ. 2), ἡ γλώσσα κοινὴ ἀλλὰ μὲ τύπους τῆς Κυπριακῆς (στ. 3 ἐγ μαζῶν ματέρος) καὶ μὲ γραφὴ ἔδι στὸν στ. 1 (δεῖγμα τοῦ μονοφθογγισμοῦ τοῦ ει καὶ τῆς ἐπέκτασης τοῦ ἰωτακισμοῦ, βλ. ἐπίσης Ε35.2,4 καὶ Ε50.3), τὸ ὕφος λιτὸ μὲ ἐπικὲς ἀπηχήσεις. Κυριαρχεῖ τὸ παράπονο τῶν ζωντανῶν πρὸς τὸν κοίρανον Πλούτωνα ποὺ παίρνει νήπια κοντά του, ποὺ ἅρπαξε ἐγ μαζῶν ματέρος Ἀσβόλιον· παράπονο ποὺ σὲ ἄλλα ἐπιγράμματα διατυπώνεται σὲ ἐρωτηματικὴ μορφὴ πιὸ ἔντονα, κατὰ τὴ Vérilhac2 (ΙΙ 195), μὰ ἐδῶ ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὸ σκότος τοῦ θανάτου καὶ τὴ μητρικὴ φροντίδα προσφέρει ἕνα στοιχεῖο πάθους (κατὰ τὴν ἴδια) καὶ ἡ προσφώνηση κοίρανε Πλούτων στὸ τέλος τοῦ στ. 1 ἀνάμεσα στὸ καλ̣̣[λεῖ]ν λυγρὰ σώματα καὶ τὸ νήπια ἠχεῖ ἔντονα. Ὁ Κύπριος ποιητὴς ἐγκαταλείπει τὸν ἐρωτη­ματικὸ τόνο μὰ προσθέτει καινούργιες λεπτομέρειες (ὅπως ὀρθὰ ἐπισημαίνει ἡ Vérilhac2) στὸ θέμα, στὰ τέλη τοῦ 2ου ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 3ου αἰ. μ.Χ. (βλ. Mitford1, μὲ ἀναφορὰ στὰ γράμματα τῆς ἐπιγραφῆς, καὶ Peek3, Vérilhac2 ΙΙ 195, Χατζηιωάννου4), σὲ μιὰν ἐποχὴ συγκρητική, ὅταν τὰ νέα μηνύματα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀρχίζουν νὰ ἐπηρεάζουν τὶς ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὸν θάνατο. Βλ. καὶ ἀνωτ. σχόλ. στὸ Ε40 γιὰ τὸν νεαρὸ Εὐλάλιο καὶ Ε42 γιὰ τὴν Εὐοδία, πβ. Ε28 γιὰ τὴν ὀκτάχρονη Ἀφροδισία, καὶ ΕΚυΕ5 5.2δ΄.

1-2. Πβ. EGr6 570.1-2 Οὐχ ὁσίως ἥρπαξες (πβ. στ. 10 ἥρπασαν) ὑπὸ [χθόνα], κοίρανε Πλουτεῦ, | πενταέτη νύμφην πᾶσιν ἀγαλλομένην (Ρώμ., «II saeculi non recentius», πβ. GVI3 1595: "II Jh. n. Chr.? ") καὶ EGr6 575 («I vel II saeculi», Νεάπ.) στ. 5-6 δακρυχαρὴς Πλούτων, οὐ πνεύματα πάντα βρότεια | σοὶ νέμεται; τί τρυγᾶις (στ. 3-4 ἥρπασ' ἀπ' αὐγῆς | ἑπταέτηι) ὄμφακας ἡλικίης; (βλ. Vérilhac2 II 194, μαζὶ μὲ ἄλλα παράλληλα). Ὁ Πλούτων ἀπαντᾶ κι ἀλλοῦ σὲ ἐπιγράμματα (ὄχι συχνὰ ὅσο ὁ Ἅδης): βλ. π.χ. EGr6 125.6 (μαζὶ μὲ τὶς Μοῖρες), 226.4 (Πλουτέος ἐμ μελάθροις), 367.7 (Πλούτωνος βασιλῆος ἐπιχθονίων ἀνθρώπων), 372.2 καὶ 20 (βλ. κατωτ.), κ.ἀ. Τὸ ὄνομά του ἐμφανίζεται ἐπίσης σὲ μιὰ σειρὰ ἐπιγραφῶν τοῦ 3ου αἰ. μ.Χ. ἀπὸ τὸ Κούριο (Mitford7 IKour 127-31, 134-140, 142) μὲ τὸ κείμενο μαγικῶν καταδέσμων, στὴν τυπικὴ φράση τύνβε πανδάκρυτε κὲ χθόνιοι θεοὶ κὲ Ἑκάτη χθονία κὲ Ἑρμῆ χθόνιε κὲ Πλούτων κὲ Ἐρινύες ὑποχθόνιοι κὲ ὑμῖς οἱ ὧδε κάτω κίμενοι ἄωροι κὲ ἀνώνυμοι. Γιὰ τὴ μορφή του –μαζὶ μὲ τὰ σχετικὰ ἄρθρα RE8, Roscher9 κ.λπ.– βλ. Ελλ.Μυθ. 10 2. 132 κἑ. μὲ εἰκ. 53-54, Kerényi Μυθ.11 219, Burkert ΑρΕΘ12 418, 477, 584 κ.ἄ. Γιὰ τὸ κοίρανε βλ. ἀνωτ. Ε1 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. κ[οιρανί]δ̣̣αις, καὶ γιὰ τὸ ἔδι κατωτ. Ε50 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. ἔχι.

λυγρὰ σώματα (...) | νήπια: πβ. EGr6 177.3 καὶ 178.3 νήπια τέκνα / 295.2 λυγρὸν παῖδα, 497.7 λυγρὰ παῖς (325.10 λυγρὰν μητέρα) κ.ἄ. Τὸ ἐπίθ. λυγρός, μὲ τὴ σημ. κυρίως τοῦ «χαλεπός, δεινός, λυπηρός, ἐπίπονος» (LSK13 σ.λ.), ἀπαντᾶ συχνὰ στὸν Ὅμηρο· μὲ τὴν ἐδῶ σημασία τοῦ «ἐλεεινός» (δειλός / ἀξιοθρήνητος) γιὰ πρόσωπα ἀνευρίσκεται στὸ Ν 119 καὶ 237, ι454 καὶ σ107 (106-7 μηδὲ σύ γε ξείνων καὶ πτωχῶν κοίρανος εἶναι | λυγρὸς ἐών) καὶ στοὺς Τραγικούς (Σοφ. Ἀντ. 823-4 λυγροτάταν ὀλέσθαι | τὰν Φρυγίαν ξέναν, κ.ἀ.), γιὰ παιδὶ πρώτη φορὰ στὸν Εὐρ. (Ἱκέτ. 70): λυγρὰ μέλη παιδὸς ἐμοῦ (βλ. καὶ προηγούμενα). Γιὰ τὴ σημασία καὶ τὴν ἐτυμ. τοῦ λυγρὸς βλ. Chantraine σ.λ. λευγαλέος (παράλληλοι τύποι ἀπὸ τὴν ἴδια ρίζα, τῆς ἴδιας οἰκογένειας μὲ τὰ Λατ. lugeo, lugubris, luctus, πβ. LSK13 σ.λ.). Γιὰ τὸ νήπιος βλ. ἀνωτ. 3F14.2(στ. 1), Chantraine14 καὶ LSJ915 / LSK13 σ.λ. (γιὰ ἐτυμ. καὶ Hofmann – Παπαν.16).

2. πρὸς ζοφερὸν χῶρον ἀποφθιμένων: νέος ἐπίσης σχηματισμός· πβ. EGr6 727.15 ζοφερὸς τάφος καὶ 310.3 κεῖμαι δ' ἐν Ἀίδῃ ζοφερὴν ἐπικεί[μενος ἄχλυν], πβ. ἐπίσης 372 (4ου περ. αἰ. μ.Χ.) στ. 2 Πλουτέος οἰκία νήω καὶ στ. 20 πρὸς Πλουτέος ἤλυθε δῶ[μα]/στ. 13 αἴλυθον ἰς Ἀίδα δόμου τὸν ἀφενγέα χῶρον, ἀλλὰ καὶ CEG117 98.2 ὀστέα δ'ἀνθεμόες χῶρος ὅδ' ἀνφ<ὶς ἔχ>ει (CEG217 688 ['E]νθάδε Σιμαίθων Ἑρμαινέτο (vacat) εἵλετο χῶρον, χῶρον γιὰ ἄλλη περίπτωση καὶ ἀνωτ. Ε11.5)· τὰ φθίμενος, ἀποφθίμενος, καταφθίμενος συχνὰ σὲ ἐπιγράμματα (βλ. ἀνωτ. Ε19 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. φθιμένου). Τὸ ἐπίθ. ζοφερός (σκοτεινός, ἀπὸ τὸ ζόφος: τὸ σκότος τοῦ Ἅδη, υ 356 Ἔρεβόσδε ὑπὸ ζόφον, κ.ἄ.) ἀπαντᾶ στὴν Ἡσ. Θεογ. 814 Τιτῆνες ναίουσι πέρην χάεος ζοφεροῖο (ἐτυμολογικῶς συγγ. μὲ τὸ ζέφυρος, ἴσως καὶ μὲ τὸ δνόφος: βλ. Chantraine14 σ.λλ. ζόφος, ζέφυρος καὶ δνόφος).

3. ἥρπασας ἐγ μαζῶν ματέρος: νέος καὶ αὐτὸς σχηματισμός. Τὸ θέμα τῆς μητέρας ποὺ τῆς παίρνουν τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ στῆθος, ἐνῶ ἀκόμα θηλάζει, δὲν εἶναι βέβαια νέο· ὅπως ὅμως φαίνεται ἀπὸ τὰ παραδείγματα ποὺ παρουσιάζει ἡ Vérilhac2 (ΙΙ § 88, καὶ 182), χρησιμοποιεῖται πολὺ κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτή (καὶ ἀργότερα). Πβ. GVI3 1581-91 καὶ 1595: ἥρπασας κ.τ.τ. (1590.1 τὸ νήπιον ἥρπασας ἡμῶν, 1595.1 οὐχ ὁσίως ἥρπαξες ὑπὸ [χθόνα], κοίρανε Πλουτεῦ κ.λπ.), 1596.3-4 παῖδα τιθηνὸν | Πομπήϊον μαζῷ θελγόμενον γλυκερῷ, πβ. ἐπίσης EGr6 178 (στὸ ''Appendix christianorum epigrammatum'') ἀφήρπασε παῖδ' ἀπὸ μητρὸς | [– – – –]τιν κἀνείασε νήπια τέκνα. Ὁ τύπος μαζός εἶναι κυρίως Ἐπικ. καὶ Ἰων. (ἀπαντᾶ ἐπίσης στὸν Αἰσχ.), χρησιμοποιούμενος ἐνίοτε γιὰ τὸν ἄνδρα καὶ κατὰ κανόνα γιὰ τὴ γυναίκα, ἀντὶ τοῦ μαστός (βλ. Chantraine14 σ.λ. μαστός, μὲ ἐτυμ. παρατηρήσεις, πβ. LSJ915 / LSK13 σ.λ.)· κατὰ τὸν Ἡσύχιο, μαζός· μαστός, ὄχθος. τι(τ)θός καὶ μαστός· ποτήριον (Paphii). ἢ λίθον. καὶ τὰ (εἰς) ὕψος ἀνέχοντα χώρας μέρη μαστούς (βλ. ΑΚΕΠ4 Γβ΄ 191 μαστός· Ἀπολλόδωρος ὁ Κυρηναῖος, ὡς Πάμφιλός φησι, Παφίους τὸ ποτήριον οὕτως καλεῖν [Ἀθήν. 11.487b], πρόσθες Εὐστάθ. στὸ Χ83 [1258.58] καὶ παρὰ Παφίοις δὲ μασθὸς ποτήριον, σύστομον, ὡς εἰκός, ἐξ οὗ ἐβάλλετο τρόπον τινὰ ὡς ἐκ μασθοῦ πινόμενον). Γιὰ τὸ ἁρπάζω βλ. ἀνωτ. Ε34 σχόλ. σ.στ. 10 σ.λ. ἁρπαστός (βλ. ἐπίσης Ε25.2, Ε40.2, Ε43.3, Ε70.2 σχόλ.).

Ἀσ̣̣β̣̣όλιον: πιθανῶς ἀπὸ τὸ ἄσβολος (καὶ ἀσβόλη, βλ. TGrL18 σ.λ.), «καπνιά» (LSK13 σ.λ.), « suie, poussière de charbon » (Chantraine14 σ.λ., βλ. καὶ L. Robert, GlOG19 298 σημ. 5, ὅπου ἡ παρατήρηση ὅτι τὰ ὀνόματα Ἀσβόλις καὶ Ἀσβολᾶς « ont rapport au noir de fumée »). Ἀπαντᾶ ὡς προσωνύμιο στὴν ἐπιγρ. IKour7 132 (3ου μ.Χ. αἰ., ὅπως καὶ ὅλες οἱ ἐπιγραφὲς μὲ τὰ κείμενα καταδέσμων ἀπὸ τὸ Κούριο: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 1-2 σ.λ. Πλούτων): στ. 12 Μητρόδωρος ὁ ἐπικαλούμενος Ἀσβόλις τραπεζίτης, στ. 16 Μητροδώρου ἐπικαλουμένου Ἀσβολίου τραπεζ[ίτου], στ. 22 [Μητρόδωρον ]σβόλιν{ιν} τραπε[ζίτην]. Τὸ ὄνομα εἶναι σχετικὰ μεταγενέστερο καὶ σπάνιο· ἀπαντᾶ ἐπίσης, ὡς Ἀσβόλι(ο)ςἈσβολᾶς, σὲ ἐπιγραφὲς τῆς Κῶ καὶ τῆς Ἐφέσου (L. Robert19 ὅ.π. 191 ἀρ. 191α καὶ 200 ἀρ. 215) καὶ ἀλλοῦ (βλ. L. Robert, BullÉ20 64 [1951] 203 ἀρ. 236 Ν. 20, σὲ ἀπάντηση στὰ σχετικὰ σχόλια τοῦ Mitford1). Γνωστὸς ἀπὸ παλιὰ εἶναι ὁ Ἄσβολος ὁ Κένταυρος (βλ. ΑΚυΓ1/1β´ 2 Τ2 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ., μὲ βιβλιογραφία), χρησμολόγος (οἰωνιστής), συνδεδεμένος μὲ τοὺς μύθους τοῦ Ἡρακλῆ, καὶ μὲ τὸ ἐπίγρ. ποὺ διασώζει ὁ Φιλόστρατος (Ἡρωικός 36: EpAP21 5.46): Τὸν Ἡρακλέα φασὶν ἀνασταυρώσαντα τὸ Ἀσβόλου τοῦ Κενταύρου σῶμα ἐπιγράψαι αὐτῷ τόδε τὸ ἐπίγραμμα· Ἄσβολος οὔτε θεῶν τρομέων ὄπιν οὔτ' ἀνθρώπων | ὀξυκόμαο κρεμαστὸς ἀπ' εὐλιπέος κατὰ πεύκης | ἄγκειμαι μέγα δεῖπνον ἀμετροβίοις κοράκεσσιν. Ἂν τὸ Ἀσβόλι(ο)ς ἔφερε στὴν κοινὴ συνείδηση τὴ «μυθολογικὴ» κληρονομιὰ ἢ τὸ ἐτυμολογικὸ βάρος ἢ καὶ τὰ δύο (κυρίως στὴ χρήση του ὡς προσωνυμίου), εἶναι δύσκολο νὰ συμπεράνει κανεὶς μὲ βεβαιότητα. Δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ ἀποφύγει κανεὶς τὸν πειρασμὸ νὰ παρατηρήσει ὅτι ὀνομαζόταν Μητρόδωρος ὁ τραπεζίτης ὁ ἐπικαλούμενος Ἀσβόλις· ὅτι στὰ κείμενα τῶν καταδέσμων τοῦ 3ου μ.Χ. αἰ. (IKour7 127-142) ἐμφανίζεται συχνότατα ὁ Πλούτων (κι οἱ ἄλλοι θεοὶ καὶ δαίμονες τοῦ Κάτω κόσμου)· ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ φαίνονται εὐρύτατα γνωστά, ἴσως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν 3ον αἰ. π.Χ., κι ἦταν πιθανὸ ὁ ποιητής μας νὰ εἶχε ὑπόψη του ἀνάλογο κείμενο: ὁ Πλούτων, τὰ μητρὸς δῶρα, ἡ μαύρη μοίρα τοῦ Ἀσβόλιου (καὶ τοῦ Ἀσβόλου) ἐνυπάρχουν ἐδῶ.

  1. Mitford, T. B. (1950), New Inscriptions from Roman Cyprus, OArch 6: 1-95.a↑ b↑ c↑
  2. Vérilhac, A. - M. (1978-1982), Παῖδες ἄωροι (Poésie funéraire), tom. 1-2, Πραγματεῖαι τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν,41 Ἀθῆναι.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  3. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑
  4. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑
  5. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .
  6. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  7. Mitford, T B. (1971), The Inscriptions of Kourion, Memoirs of the American Philosophical Society 83: Philadelphia.a↑ b↑ c↑
  8. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  9. Roscher, W H. (1884-1937), Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie, Vols. I-IV and 4 Supplementa, Leipzig und Berlin .
  10. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  11. Kerenyi, K. (1974), Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, Ἀθῆναι.
  12. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.
  13. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  14. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑
  15. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  16. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .
  17. Hansen, P. A. (1983), Carmina Epigraphica Graeca (saeculorum VIII - V a. Chr. n.), Texte und Kommentare Berlin and New York.a↑ b↑
  18. Stephanus, H. (1954), Θησαυρὸς τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης: Thesaurus Graecae Linguae, Vols. I-IX(2), Graz .
  19. Robert, L. (1971), Les Gladiateurs dans l'Orient Grec, Amsterdam.a↑ b↑
  20. Robert, L. (1951), Bulletin épigraphique, Vol. 64,
  21. Cougny, E. (ed.) (1890), Epigrammatum Anthologia Palatina..., Vol. ΙΙΙ, Paris.