You are here

Ε42

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

   Εὐοδίας  τόδε σῆμα πέλει ↓ γλυκερὸν μετὰ φένγος1 ,

      ἧς κλέος ἀθάνατον  λάμπ›ε‹τε2  σωφροσύνης·

3 ἀλλ' ἐκρίθη βιότου γλυκερὸν τέλος  ἐν μερόπεσσιν

       πᾶσιν · ὃ τοῦτο  φυγεῖν3 οὔποτέ τις δύναται .

  1. 1 φένγος Karageorghis, it. SEG et Hadjioannou: φέγγος Nicolaou
  2. 2 λάμπετε SEG (λάμπετε, ΛΑΜΠCΤE in lap.); λάμπ(ε)τε dubit. Karageorghis (adnot.: "faut-il entendre λάμπ(ε)τε comme une graphie de λάμπεται?"), it. Nicolaou: λάμπετο› Hadjioannou (sed in multis inscriptionibus aetatis nostrae -ε pro -αι legitur, e.g. IKour 133.21, 136.18 al. ἐναντιωθῆνε, 130.14 al. δύνωντε, al. sim., cf. GVI 1903.12-13 κέκρυπτε | σῶμα, etc.)
  3. 4 ὃ τοῦτο φυγεῖν Karageorghis, it. SEG;, τοῦτο φυγεῖν, Hadjio­annou: , τοῦτο φυγεῖν Nicolaou (acc. Hadjioannou).

Τῆς Εὐοδίας τὸ μνῆμα εἶν' ἐτοῦτο μὲ τὸ γλυκὸ τὸ φῶς,
     ποὺ ἀθάνατη τῆς σωφροσύνης της ἡ φήμη λάμπει·
μὰ τῆς ζωῆς τέλος γλυκὸ γιὰ τοὺς θνητοὺς ἐκρίθη
     ὅλους· αὐτὸ ἀκριβῶς ποτὲ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τ' ἀποφύγει.

Σχόλια: 

Ἐπιτύμβιο ἐπίγραμμα πρὸς τιμὴν τῆς Εὐοδίας, χαραγμένο σὲ μαρμάρινη πλάκα ποὺ βρέθηκε σπασμένη σὲ τέσσερα κομμάτια στὸ χωριὸ Γαληνὴ στὴν περιοχὴ τῶν Σόλων τὸ 1965, σὲ τάφο συλημένο. Στὸν τάφο, μαζὶ μὲ ἀγγεῖα τῆς Ἑλληνιστικῆς καὶ τῆς Ρωμαϊκῆς περιόδου, λυχνίες τῆς Ρωμαϊκῆς περιόδου, καθρέφτες καὶ ἄλλα ἀντικείμενα τῆς νεκρῆς, βρέθηκαν καὶ νομίσματα ποὺ φθάνουν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πτολεμαίου Ι (104-89 π.Χ.) μέχρι καὶ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐπιγραφῆς, πρὸς τὰ μέσα μᾶλλον τοῦ 3ου αἰ. μ.Χ. (βλ. Nicolaou1 καὶ Χατζη­ιωάννου2, πβ. SEG3: «s. II/IIIP»), δείχνοντας ὅτι ὁ τάφος χρησιμοποιήθηκε ἐπανει­λημμένα μέχρι τὸ 249 μ.Χ. (κατὰ τὴ Nicolaou1). Συναρμολογημένη ἡ ἐπιγραφή, ἐκτίθεται σήμερα στὸ Κυπριακὸ Μουσεῖο τῆς Λευκωσίας, σχεδὸν ἀκέραιη, μὲ τοὺς στ. 1 καὶ 3 νὰ διατηροῦν τὴν ἐντυπωσιακὴ κόκκινη βαφή τους. (Περισσότερα στὸν Καραγιώργη4 καὶ στὴ Νικολάου1, βλ. καὶ J. καὶ L. Robert, BullÉ 80 [1967] 558 ἀρ. 656 γιὰ τὸν χρωματισμὸ τῆς ἐπιγραφῆς, μὲ παραπομπὴ στὸ ἄρθρο τοῦ L. Robert « Épigramme et Paléographie », CRAI 1955, 210 μὲ σημ. 2.) Οἱ τέσσερεις στίχοι εἶναι συντεθειμένοι σὲ ἄψογο ἐλεγειακὸ μέτρο (μὲ τομὲς ποὺ συμβαδίζουν μὲ τὸ νόημα καὶ ἰδιαίτερα εὔστοχη τὴν τοποθέτηση τοῦ γλυκερὸν ἀνάμεσα στὸ βιότου καὶ στὸ τέλος στὸν στ. 3 ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ διαβάσει κανείς: μὲ τομὴ πενθημιμερῆ βιότου | γλυκερὸν τέλος, μὲ τομὴ ἑφθημιμερῆ βιότου γλυκερὸν (μὲ ὑπαινισσόμενο -οῦ) | τέλος, μὲ βουκολικὴ διαίρεση βιότου γλυκερὸν τέλος|)· ἡ γλώσσα εἶναι ἐλάχιστα τυπικὴ ἀλλὰ μὲ ἔντονες ἐπικὲς ἀπηχήσεις· τὸ περι­εχόμενο δηλωτικὸ τῆς ἐποχῆς μὲ τὶς νέες ἀντιλήψεις περὶ θανάτου διαφαινό­μενες κυρίως στὴν ἔκφραση βιότου γλυκερὸν τέλος (βλ. καὶ σημ. στὰ Ε40 καὶ Ε43), καὶ σύμμετρο μὲ τὸ ὄνομα τῆς Εὐ-οδίας, ὥστε τὸ ὄνομα νὰ μπορεῖ νὰ χαρακτηριστῆ «ὁμιλοῦν»: ὁ δρόμος της ὄμορφος καὶ γλυκύς, στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο (πβ. ἀνωτ. Ε33 σχόλ. σ.στ. 2 καὶ 3 σ.λλ. Σωσιπάτρα καὶ Γάμο[ς], πβ. ἐπίσης Ε28.1-2 μὲ σχόλ. σ.λ. Ἀφροδισίη, κ.ἄ.). Ὁ ποιητὴς δὲν φαίνεται τυχαῖος.

1. Εὐοδίας: καὶ οὐσ. εὐοδία (καλὴ πορεία, καλὸ ταξίδι, πβ. τὸ σημ. κατ-ευόδιο), ἀπὸ τὸ ἐπίθ. εὔοδος (εὐδιάβατος, εὔκολος· καὶ ἐπίθ. τοῦ Πανός, ποὺ παρέχει εὐοδίαν· ρήματα εὐοδέω καὶ εὐοδόω: βοηθῶ στὸ ταξίδι / -όομαι: ἔχω καλὸ ταξίδι, ἐπιτυγχάνω· οὐσ. εὐόδωσις, κ.λπ.)· βλ. LSJ95 / LSK6 σ.λλ., γιὰ τὴν ἐτυμ. Chantraine7 σ.λ. ὁδός. Ὡς κύριο ὄνομα ἀπαντᾶ γιὰ πρώτη φορὰ σὲ ἐπιγρ. τῆς Κῶ τοῦ 3/2 αἰ. π.Χ. καὶ συχνὰ στὸ Αἰγαῖο καὶ στὴν Ἀττική (βλ. LGPN8 σ.λ., πβ. Εὔοδος, Εὐόδιος, Εὐοδίων, κ.λπ.) τοὺς πρώτους αἰ. μ.Χ. (2ον καὶ 3ον κυρίως), καὶ στὴν Κύπρο ἐπίσης: σὲ ἐπιγραφὲς ἀπὸ τὴν Ἀμαθούντα καὶ τὸ Κίτιο, τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ. (βλ. LGPN8, σ.λ. Εὐοδία. CYPRUS, ἀρ. 1-3), καὶ σὲ ἐπιγραφὴ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Λακατάμιας ἔξω ἀπὸ τὴ Λευκωσία, 2/3 αἰ. μ.Χ. (Nicolaou, ICA251 [RDAC9 1986] 192 ἀρ. 1, καὶ SEG3 36 [1986] 385 ἀρ. 1256: Εὐοδία | χρηστή, | χαῖρε). Σὲ μιὰν Εὐοδία ἀναφέρεται καὶ ὁ Ἀπόστ. Παῦλος (Πρὸς Φιλιππ. 4.2 Εὐοδίαν παρακαλῶ καὶ Συντύχην παρακαλῶ τὸ αὐτὸ φρονεῖν ἐν Κυρίῳ)· ὁ πρῶτος Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας (ἐνθρόνιση μεταξὺ 42 καὶ 56 μ.Χ.) ὀνομάζεται Εὔοδος, καὶ λέγεται γι' αὐτόν: Ὁδὸν τρέχων Εὔοδος εὐθεῖαν λόγου | καὶ πάντας αὐτὴν ἐκδιδάσκων ἦν τρέχειν· κι ἕνας μάρτυρας ἐθνικῆς καταγωγῆς μὲ τὸ ὄνομα Εὔοδος, τῶν Ἀποστολικῶν ἢ μετααποστολικῶν χρόνων, τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τὴν 1η Σεπτεμβρίου (βλ. Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, σ.λλ. Εὐοδία καὶ Εὔοδος). Τὸ ὄνομα φαντάζει ὡς κυρίως Χριστιανικό, καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ ἐδῶ ἐπιγράμματος φαίνεται ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὶς Χριστιανικὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὸν θάνατο· δύσκολα ὅμως μπορεῖ νὰ ὑποστηρίξει κανεὶς τὸ Χριστιανικὸ τοῦ ὀνόματος καὶ τοῦ βίου τῆς ἐδῶ Εὐοδίας. Πβ. καὶ EGr10 261 (Κέρκ., 2ου αἰ. μ.Χ.) γιὰ τὸν Εὔοδον.

τόδε σῆμα πέλει: ἡ φράση τόδε σῆμα (σᾶμα) συχνὰ στὴν ἴδια θέση τοῦ στ., μετὰ τὸ ὄνομα τοῦ νεκροῦ (βλ. ἀνωτ. Ε4.1 Γλευκίτα τόδε σᾶμα, μὲ σχόλ., ὅπου καὶ παράλληλα χωρία). Τὸ ἐδῶ πέλει, ἀντὶ τοῦ ὑπάρχοντος ἢ ἐννοούμενου ἐστί / εἰμί τῶν ἀντίστοιχων ἐπιτύμβιων ἐπιγραμμάτων (βλ. GVI11 75-93, πβ. 52-74), ἂν δὲν ὀφείλεται σὲ ἁπλὴ τάση ἀρχαιοπρέπειας (καὶ πρωτοτυπίας, ὡς πρὸς τὴν ἀπομά­κρυνση ἀπὸ τὴ σχετικὴ τυπικὴ φρασεολογία τῆς ἐπιτύμβιας ποίησης), πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ μὲ τὴν ἀρχικὴ βασική του διαφορὰ ἀπὸ τὸ εἰμί, τὴν ἔννοια τῆς συνέχειας, τῆς κίνησης καὶ τοῦ συχνάζειν (βλ. LSJ95 / LSK6 καὶ Hofmann – Παπαν.12 σ.λ. πέλω, πβ. Chantraine7 σ.λ. πέλομαι: "Le sens ancien du verbe, « se mouvoir »; mais le verbe simple n'est attesté que dans le sens affaibli de« se produire, exister, être », parfois avec un adj. prédicat, donc substitut du verbe εἰμί"· βλ. καὶ ἀνωτ. Ε14.2 θυα-πολίας, μὲ σχόλ. σ.λ.).

γλυκερὸν μετὰ φένγος: EGr10 818.13 γλυκερὸν φέρε φέ[γγ]ος (Πάρος, Ρωμ. ἐποχῆς]), πβ. 702.2 γλυκε[ρὸ]ν φάος ἀελίοιο, κ.τ.τ. (GVI11 1554.2 γλυκὺ φέγγος). Στὸν Ὅμηρο π 23 καὶ ρ 41 ἦλθες, Τηλέμαχε, γλυκερὸν φάος (γλυκερὸς ὕπνος, νόστος, κ.λπ.: βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 3). Τὸ ἐπίθ. γλυκερός, παράλληλος τύπος τοῦ γλυκύς (ὅπως κρατερός / κρατύς κ.λπ.), εἶναι περισσότερο ποιητικὸς τύπος, ὅπως καὶ τὸ οὐσ. φέγγος (φάος, φῶς), ποὺ δηλώνει κυρίως τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ κατ' ἐπέκταση ἄλλων ἄστρων, ἰδιαίτερα τῆς σελήνης, ἀλλὰ καὶ τὸ φῶς ἑνὸς πυρσοῦ κ.λπ. (στὴ ΝΕ φέγγω/φέγγει, φεγγάρι, φεγγίτης)· ἡ πρόθεση μετὰ ἐδῶ, ἀνάμεσα στὸ ἐπίθ. καὶ στὸ οὐσ., μὲ πτώση αἰτ., φαίνεται μᾶλλον νὰ δηλώνει τὴν κίνηση μέσα στὸ φῶς (LSJ95 / LSK I.6) παρὰ τὴν ἁπλὴ ἀκολουθία ἢ διαδοχή, χρονικὴ κατ' ἀνάγκη σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση ἐδῶ (LSJ910 / LSK III.26), ἢ ἁπλῶς τὸ «ἐντός, μέσα εἰς» (LSK V.6): μέσα σὲ γλυκὸ φῶς. Στὴν ἐπιγραφὴ ἀναντίρρητα φένγος, ὅπως καὶ σ' ἄλλες τέτοιες περιπτώσεις τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, συχνά, ἀποδίδοντας προφανῶς τὴν προφορά της· ἡ διόρθωση σὲ φέγγος, μὲ τὴ σκέψη ὅτι δὲν ὀφείλεται στὸν ποιητὴ ἀλλὰ στὸν ἀπρόσεκτο χαράκτη μαζὶ μὲ τὰ ἑπόμενα ἀνάλογα παραδείγματα (βλ. ΑΚΕΠ2 Δβ΄ 114), κάθε ἄλλο παρὰ ἐπιβάλλεται. (Γιὰ τὴν ἐτυμ. τοῦ φέγγος βλ. Chantraine7 σ.λ. Γιὰ τοὺς συμβολισμοὺς τοῦ φωτὸς στὴν παρουσίαση τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου βλ. ΕΚυΕ13 5.3α΄.)

2. κλέος ἀθάνατον: EGr10 889 (μτγν. ὅμως, 4/5 αἰ. μ.Χ.) στ. 5-6 [ρετάων] Ἀσκληπιοδότου τὸ κλέος ἀθάνατο[ν] (καὶ στ. 1 [Λ]άμπει κ(αὶ) φθ[ι]μένοις ἀρετῆς φάος, πβ. 266.1 Κοινὸν φῶς ἰδοῦσα τὸ κοινὸν ἔχω τέλος [στ. 4 σὴν σύνγαμον Εὐτυχίων] καὶ 268 [«II fere p. Chr. n. saec.»] στ. 4-8 οὕνεκεν ἀθάνατοί σ[ε] θ[εοὶ πρὸς σφᾶς] συνάγειραν | τῶν προπάλαι κλ[ε]ινῶν κῦδο[ς ἐνεγ]καμένην· | [σ]σαι γὰρ ψυ[χ]αὶ [σεμνῶς τ' ἀγαθῶς τ'] ἐβίωσαν, | ταύτας μὴ θ[νήσκειν, ἀλλὰ λέγ' ἀθανάτους], κ.τ.τ.: πβ. πρὸς τὰ ἐδῶ συμφραζόμενα). Στὸν Ὅμηρο συχνὰ ὁ ἐπικ. (ποιητ. γενικά) τύπος κλέος, μὲ ἐπίθ. ἄφθιτον, ἄσβεστον, ἐσθλόν, κ.λπ.· βλ. χαρακτηριστικά (καὶ γιὰ τὰ ἐδῶ συμφραζόμενα) τὰ περίφημα λόγια τοῦ ὀργισμένου Ἀχιλλέα στὸ Ι 410 κἑ.: μήτηρ γάρ τέ μέ φησι θεὰ Θέτις ἀργυρόπεζα | διχθαδίας κῆρας φερέμεν θανάτοιο τέλοσδε. | εἰ μέν κ' αὖθι μένων Τρώων πόλιν ἀμφιμάχωμαι, | ὤλετο μέν μοι νόστος, ἀτὰρ κλέος ἄφθιτον ἔσται· | εἰ δέ κεν οἴκαδ' ἵκωμι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν, | ὤλετο μέν μοι κλέος ἐσθλόν, ἐπὶ δηρὸν δέ μοι αἰὼν | ἔσσεται, οὐδέ κέ μ' ὦκα τέλος θανάτοιο κιχείη (βλ. καὶ τὰ σχόλια Hainsworth στὸ χωρίο, Comm. Il.14 III 116-17, κυρίως στὸν στ. 413 σ.λ. κλέος ἄφθιτον ἔσται). Βλ. καὶ ἀνωτ. Ε18 σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. Ἑλλὰς ἐκλέϊζεν.

λάμπ>ε<τε: στὴν ἐπιγραφὴ ἀναμφίβολα ΛΑΜΠCΤЄ, ἀντὶ λάμπεται, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ σύνταξη, ἡ ὁποία ἀποκλείει τὸ λάμπε τε ποὺ μὲ ἀμφιβολίες γράφει ὁ Καραγιώργης4 (λάμπ(ε) τε, διερωτώμενος στὴ σχετικὴ σημείωση μήπως πρόκειται γιὰ γραφὴ τοῦ λάμπεται) καὶ υἱοθετεῖ ἡ Νικολάου1 (λάμπ<ε>τε, μὲ τὴ σημείωση: «The verb is the unaugmented imperfect of λάμπω. The whole sentence: Ἧς (Εὐοδίας) κλέος σωφροσύνης ἀθάνατον (ἦν) λάμπε τε3 [σημ. 3. BCH4 XC p. 325 λάμπεται (?)]."Provided σωφροσύνης referred to λάμπε then, 'and shone from the wisdom', we would expect a dative rather than a genitive"4 [σημ. 4. Words in inverted commas are due to the kindness of Prof. T. B. L. Webster ...]». Βλ. καὶ σχετικὴ παρατήρηση τοῦ Χατζηιωάννου, ὁ ὁποῖος προτείνει τὸν τύπο τῆς ὁριστ. μέσου παρατ. λάμπετο (παραθέτοντας Ὁμηρικὰ παράλληλα, καὶ γράφοντας λάμπ<ετο>). Ἡ σύνταξη δὲν ἀποκλείει τὴ γραφὴ αὐτή. Ὅμως τὸ νόημα φαίνεται νὰ ἀπαιτεῖ ἐνεστώτα (ὅπως στὸν στ. 1 πέλει). Καὶ ἡ γραπτὴ ἀπόδοση τοῦ αι μὲ ε εἶναι συνήθης σὲ κείμενα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, καὶ στὴν Κύπρο καὶ ἀλλοῦ (βλ. π.χ. IKour15 133.21 κ.ἀ. ἐναντιωθῆνε, 130.14 δύνωντε καὶ ἄλλα παρόμοια, πβ. GVI11 1903.12 κέκρυπτε, κ.ἄ. πολλά). Ὁ τύπος, ἐξάλλου, λάμπεται ἀνευρίσκεται ἤδη στὸν Ὁμηρ. ὕμν. ΧΧΧΙ (Εἰς Ἥλιον). 13 (βλ. καὶ συμφραζόμενα, κυρίως στ. 17 κἑ. Χαῖρε ἄναξ, πρόφρων δὲ βίον θυμήρε' ὄπαζε· | ἐκ σέο δ' ἀρξάμενος κλῄσω μερόπων γένος ἀνδρῶν | ἡμιθέων)· πβ. Πινδ. Ὀλ. 1. 23 λάμπει δέ οἱ κλέος, κ.τ.τ. (βλ. LSJ95 / LSK6 σ.λλ.). Γιὰ τὸ σωφροσύνης (συχνότατο σὲ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα, σὲ ἄλλους ὅμως σχηματισμούς) βλ. ἀνωτ. Ε39 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. σωφροσύνην διὰ σὴν καὶ Ε30 σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. [ὁμοφροσύνης] (ἴσως [σωφροσύνης]).

3. βιότου γλυκερὸν τέλος: βλ. ἀνωτ. εἰσαγ. σημ. στὸ ἐπίγραμμα (γιὰ τὸ μέτρο) καὶ σημ. στὸν στ. 1 (γιὰ τὸ γλυκερὸν φένγος). Ἡ ὑπόθεση ὅτι τὸ γλυκερὸν ἔπρεπε νὰ ἦταν γλυκεροῦ (βλ. Νικολάου1, καὶ κυρίως Χατζηιωάννου2) δὲν φαίνεται νὰ εὐσταθῆ: δύσκολα ὁ χαράκτης θὰ ἔγραφε βιότου γλυκερὸν τέλος (τὸ ἀντίθετο θὰ ἦταν πιὸ πιθανό)· καὶ τὸ νόημα τοῦ ὅλου ἐπιγράμματος ὁδηγεῖ στὴ γραφὴ τῆς ἐπιγραφῆς μᾶλλον παρὰ στὸ ἀντίθετο, ἐπίσης (ἡ Εὐοδία –κάποιας προφανῶς ἡλικίας καὶ ἴσως ἐπηρεασμένη ἀπὸ ἀντιλήψεις Χριστιανικές– φαίνεται νὰ ὁδεύει εὖ καὶ μὲ χαρὰ πρὸς τὸν θάνατο, ἢ τοὐλάχιστο ἔτσι αἰσθάνεται αὐτὸς ποὺ τὴν τιμᾶ). Ἡ ὅλη ἔκφραση ἀποτελεῖ νέον σχηματισμό. (Ἡ φράση γλυκεροῦ βιότοιο ἀπαντᾶ στὸ ἐπίγρ. GVI11 483 [2/3 αἰ.] στ. 1 Ὁ γλυκεροῦ βιότοιο τρυφῆς πάσης ἀπολαύσας [βλ. καὶ ἑπόμ.]· βίου τέλος κ.τ.τ. συχνά: βλ. π.χ. EGr10 702.4 [βίου τέ]λος ἔσχον.) Πβ. χ 325 τηλοῦ ἐμοὶ νόστοιο τέλος γλυκεροῖο γενέσθαι κ.τ.τ. Πβ. ἐπίσης GVI11 1829 (2ου αἰ. μ.Χ.) στ. 3-4 ἀλλά σ' ἔχων ἐς Ὄλυμπον ἀν[ήγαγεν] εὔσφυρος Ἑρμῆς, | ἐκ χαλεπ[οῦ] μερόπων ῥυσάμενος βιότου, στ. 5 αἰθέρα δ' ὀκταέτης κατιδὼν ἄστροις ἅμα λάμπεις, στ. 8 σοὶ μακάρων τοῦτο χαριζομένων (βλ. τὸ ὅλο ἐπίγραμμα γενικά, ποὺ ἐνισχύει τὶς ἐδῶ διδόμενες ἑρμηνεῖες).

3-4. ἐν μερόπεσσιν | πᾶσιν: πβ. Β 285 πᾶσιν (...) μερόπεσσι βροτοῖσιν καὶ Σ 288-9 μέροπες ἄνθρωποι | πάντες, Βατραχομ. 5 εὐχόμενος μερόπεσσιν, Αἰσχ. Ἱκέτ. 95 μερόπεσσι λαοῖς, Ἀπολλων. Ροδ. Ἀργ. 536 ὥς κεν ἄφαντος ἀεὶ μερόπεσσι πέλοιτο, κ.τ.τ. [Αἰσχ. Χοηφ. 1018 μερόπων (...) βίοτον]. Κατὰ τὸν Ἡσύχιο, μέροπες· ἄνθρωποι, διὰ τὸ μεμερισμένην ἔχειν τὴν ὄπα, ἤγουν τὴν φωνήν. ἢ ἀπὸ Μέροπος, τοῦ πατρὸς Φαέθοντος, Κῴου· λέγονται δὲ καὶ Κῷοι Μέροπες. καὶ ὄρνεά τινα, ὡς Ἀριστοτέλης. Τὸ μέροπες (ἑνικ. μέροψ μὴ εὔχρηστος, ἀπὸ τὸ μείρομαι, μερίζω καὶ τὸ *ὄψ[εὔχρηστο στὶς πλάγ. πτώσεις ἑνικ. ὀπός, ὀπί, ὄπα]= φωνή, ''voix'' κατὰ τὸν Chantraine7 σ.λ., ὅπου καὶ ἐτυμ.) ὡς ἐπίθ. ἀρχικὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν ἔναρθρο λόγο οὐσιαστικοποιεῖται στὴ συνέχεια (βλ. παραδείγματα καὶ ἀνωτ., καὶ LSJ95 καὶ Chantraine7 σ.λ.). Ὡς οὐσ. χρησιμοποιεῖται καὶ ἐδῶ, μὲ τὴν κατάληξη -εσσιν, ὅπως καὶ ἀλλοῦ σὲ Κυπριακὰ ἐπιγράμματα καὶ στὴν ποίηση γενικά (βλ. ἀνωτ. Ε35 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. εὐσεβέ<εσ>σιν).

4. Κοινὸς τόπος σὲ ἐπιτύμβια ἐπιγράμματα καὶ στὴν ὅλη Γραμματεία. Βλ. ἀνωτ. Ε26.9-10 (μὲ σχόλ. σ.στ.). Πβ. GVI11 1937 (2ου αἰ. μ.Χ.) στ. 1 Ἀθάνατ<ος> μερόπων οὐδεὶς ἔφυ (βλ. καὶ ἑπόμενα) καὶ 2016.3-4 [οὐ]δένα λυπήσασα, τέκνων δ'ἐπιδοῦσ[α ἔτι] παῖδας | τῆς κοινῆς μοίρας πᾶσ[ιν ἔχε]ι τὸ μέρος, κ.τ.τ.

ὃ τοῦτο: ἰσοδύναμο μὲ τὸ αὐτὸ τοῦτο (δηλ. τὸ βιότου τέλος μερόπεσσιν | πᾶσιν). Δὲν χρειάζεται νὰ στίξουμε , τοῦτο φυγεῖν, οὔποτέ τις δύναται (βλ. Χατζηιωάννου2), οὔτε κυρίως νὰ διαβάσουμε ἐδῶ ἐπιφώνημα (= ὠιμέ), ὅπως ἡ Νικολάου1 (βλ. καὶ σχετικὴ παρατήρηση τοῦ Χατζηιωάννου γιὰ τὸ ἐπιφώνημα αὐτό: "(...) λέγεται ἀπὸ ἕνα Σκύθη ἀστυνομικό, ποὺ ὁ Ἀριστοφάνης θέλει νὰ τὸν παρουσιάση πὼς δολοφονεῖ τὰ Ἑλληνικά (...). Τὸ ὀρθὸ ἐπιφώνημα τῆς ἀρχαίας εἶναι τὸ «ὤ!» (...) τὸ «ὃ» σὰν ἀναφορικὴ ἀντωνυμία ἔχει καλύτερα τὴ θέση του καὶ τὸ «τοῦτο φυγεῖν» πρέπει νὰ θεωρηθῆ σὰν ἐπεξήγησή του" [Ἀριστοφ. Θεσμ. 1191-2]). Σὺν τοῖς ἄλλοις, τὸ ἐπιφώνημα «ὠιμέ!» ἐδῶ θὰ ἀλλοίωνε τὸ ὅλο νόημα τοῦ ἐπιγράμματος.

  1. Michaelidou-Nicolaou, I. (1963-1994), Inscriptiones Cypriae Alphabeticae”, II-XXXIII. 1962-1993, RDACa↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  2. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑
  3. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.a↑ b↑
  4. Karageorghis, V. (1966), Chronique des fouilles et découvertes archéologiques à Chypre en 1965, BCH 90: 324-325.a↑ b↑ c↑
  5. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  6. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  7. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  8. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑
  9. (1969), Report of the Department of Antiquities, Cyprus, Nicosia, Cyprus.
  10. Kaibel, G. (1878), Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  11. Peek, W. (1955), Griechische Vers-Inschriften , Vol. I: Grab-Epigramme, Berlin.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  12. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .
  13. Θεοδωροπούλου, A. (1997), Έρευνες στο Κυπριακό Επίγραμμα , Αθήνα .
  14. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.
  15. Mitford, T B. (1971), The Inscriptions of Kourion, Memoirs of the American Philosophical Society 83: Philadelphia.