You are here

T1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Sud. s.v. Ζήνων (ζ 81)
  1. [Vid. Sud., ed. Adler (s.v. Ζήνων, ζ 81). ΑΚΕΠ Γα΄ 80.]
  2. 1 pro εἰ et pro Α
  3. 2 στάσεως Α «ad 81 ζήτει περὶ τούτου ἐν τῷ αὔεις Μ cf. ad 79» Adler (αὔεις· φωνεῖς, λαλεῖς. Ζήνων γὰρ ὁ Κιτιεὺς ἐκ τῆς σχολῆς ἀπιὼν προσέπταισε etc., de philos. Zenone: vid. Diog. Laert. 7.28).
Σοῦδ. σ.λ. Ζήνων (ζ 81)

Ζήνων, Κιτιεύς. Ἂν ἦταν κάποιος ρήτορας ἢ φιλόσοφος, ἄ-

γνωστο. Ἔγραψε Περὶ στάσεων, Περὶ σχημάτων, Ὑπόμνημα εἰς

Ξενοφῶντα, εἰς Λυσίαν, εἰς Δημοσθένην, Περὶ ἐπιχειρημάτων.

Σχόλια: 
1-2. Ζήνων, Κιτιεύς. εἰ δὲ ῥήτωρ τις ἦν ἢ φιλόσοφος, ἄδηλον: Ἡ διατύπωση τῆς Σούδας ἐπιβεβαιώνει μὲν τὴν Κυπριακὴ καταγωγὴ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Ζήνωνος προσώπου ἀλλὰ ἀφήνει περιθώρια ἀμφισβήτησης γιὰ τὴν ἰδιότητά του. Ἐὰν πρόκειται περὶ φιλοσόφου, πρέπει νὰ ἐξεταστῆ τὸ ἐνδεχόμενο ταύτισής του μὲ τὸν ἱδρυτὴ τῆς Στοᾶς, τὸν διάσημο Ζήνωνα ἀπὸ τὸ Κίτιο. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κατάλογος τῶν ἔργων ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι ρητορικοῦ μᾶλλον παρὰ φιλοσοφικοῦ χαρακτήρα ἀποτελεῖ ἰσχυρὸ ἐπιχείρημα γιὰ τὸν χαρακτηρισμό του ὡς ῥήτορος ἀλλὰ δὲν ἀποκλείει καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ φιλοσόφου, καθὼς εἶναι γνωστὴ καὶ ἀποδεδειγμένη ἡ ἐνασχόληση τῶν Στωικῶν μὲ τὴ Ρητορικὴ ὡς μέρος τῆς Λογικῆς (τὸ δεύτερο εἶναι ἡ Διαλεκτική, Διογ. Λαέρτ. 7.41) καὶ ἡ ἀναγωγή της σὲ ἐπιστήμην (...) τοῦ εὖ λέγειν περὶ τῶν ἐν διεξόδῳ λόγων (βλ. L. Spengel, "Die Definition und Eintheilung der Rhetorik bei den Alten", RhM1 18 [1863], 486, 490, 499, 516· Striller SStRh2· Barwick PSSRh3· Pohlenz Stoa4 Ι.52 κἑ.· Arnim SVF5 Ι.74-84, 482, 492, ΙΙΙ.91-126· ΑΚυΓ56 ἀποσπ. 82, 83, 128 [μὲ σχόλ.]). Εἶναι πιθανὸν νὰ πρόκειται περὶ φιλοσόφουσοφιστοῦ ποὺ βασική του ἐνασχόληση ὑπῆρξε ἡ Ρητορικὴ ἢ περὶ ῥήτορος μὲ φιλοσοφικὲς ἐπιδράσεις στὴν ἀνάπτυξη τῶν θεωριῶν του, ὅταν τὰ ὅρια μεταξὺ τῶν διάφορων ἐπιστημῶν καὶ τεχνῶν παύουν νὰ εἶναι σαφῆ (βλ. ἀνωτ. 15 *Τ1 μὲ σχόλ. σ.στ. 2 καὶ 3-4 σ.λλ. χωρογράφος καὶ τεχνογράφος, καὶ κατωτ. 29 Τ1 σχόλ. σ.λ. ἱστορικὸς καὶ σοφιστής). Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἡ φράση ῥήτωρφιλόσοφος φαίνεται νὰ ταιριάζει στὴν ἐποχὴ μετὰ ἀπὸ τὸν 1ο μ.Χ. αἰ., ὅταν ἡ διαμάχη μεταξὺ Φιλοσοφίας καὶ Ρητορικῆς παύει νὰ ἔχει τὴν ἔνταση ποὺ καλλιέργησαν οἱ Νεοπλατωνικοὶ καὶ οἱ Σκεπτικοί, ἐνῶ κερδίζει διαρκῶς ἔδαφος ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴ δεύτερη ἀκόμα καὶ σὲ σχολὲς σοφιστῶν (βλ. Schmid – Stählin7 ΙΙ2. 930-31, καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ Τ2a περὶ τοῦ Συριανοῦ). Ὑπὲρ τοῦ χαρακτηρισμοῦ του Ζήνωνα ὡς ρήτορος, καὶ μάλιστα ἐνασχολούμενου μὲ τὸ δικανικὸ εἶδος, συνηγοροῦν οἱ μαρτυρίες ἀνώνυμων ὑπομνηματιστῶν τοῦ Ἑρμογένη (βλ. κατωτ. F5, ὅπου ὅμως τὸ ὄνομά του ἀπαντᾶ χωρὶς προσηγορικὸ γιὰ Κυπριακὴ καταγωγή)· ἀλλὰ καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τεχνογράφοςγραμματικός (βλ. κατωτ. *Τ6 μὲ σχόλ.) δὲν ἀποκλείεται νὰ τοῦ ἔχει ἐπίσης κατὰ καιροὺς δοθῆ ἀπὸ κάποιους.
Ὅσον ἀφορᾶ στὸ θέμα τῆς ταύτισής του με τὸν γνωστὸ Κύπριο φιλόσοφο, σημειώνουμε τὰ ἑξῆς: Πρῶτον, ὁ συγγραφέας τῆς Σούδ. φαίνεται νὰ ἀκολουθεῖ χρονολογικὴ σειρὰ στὴν παράθεση τῶν φερόντων τὸ ὄνομα Ζήνων ἱστορικῶν προσώπων: ξεκινᾶ μὲ τὸν Ἐλεάτη (5ος π.Χ. αἰ.), προχωρεῖ στὸν Σιδώνιο δάσκαλο τοῦ Κιτιέα ἱδρυτῆ της Στοᾶς (3ος π.Χ. αἰ.), στὸν ἴδιο τὸν ἀρχηγὸ τῆς Στωικῆς αἱρέσεως (335-263 π.Χ.), στὸν Ταρσέα ἢ Σιδώνιο φιλόσοφο καὶ διάδοχο τοῦ προηγουμένου (3/2ος π.Χ. αἰ.), στὸν περὶ οὗ ἐδῶ ὁ λόγος δεύτερον Κιτιέα, σ' ἕναν Ἀλεξανδρινὸ Ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς σύγχρονο κάποιου ὁμώνυμου Περγαμηνῆς καταγωγῆς ἑταίρου τοῦ Πρόκλου (5ος μ.Χ. αἰ.)· καὶ καταλήγει στὸν ὁμώνυμο αὐτοκράτορα (476-491 μ.Χ., συμβασιλεὺς τὸ 474). (Γιὰ τοὺς τρεῖς τελευταίους βλ. Athanassiadi Damascius8 ἀποσπ. 67, 68 καὶ 115, κατὰ τὴν ὁποία δὲν φαίνεται νὰ τίθεται θέμα ταύτισης τῶν δύο Κυπρίων, ὁ δὲ δεύτερος τοποθετεῖται μετὰ καὶ ἀπὸ τὸν διάδοχο τοῦ Στωικοῦ· ὁ Διογένης ὁ Λαέρτιος [7.35] σημειώνει πὼς γεγόνασι δὲ Ζήνωνες ὀκτώ, βλ. κατωτ. *Τ6, συγκαταλέγοντας στὴ συνέχεια ὄχι μόνο φιλοσόφους ἀλλὰ καὶ ἕναν γραμματικὸ καὶ ἕναν γιατρὸ ἀλλὰ μὴ μνημονεύοντας δεύτερον Ζήνωνα Κιτιέα φιλόσοφον ἢ ῥήτορα.) Δεύτερον, στὰ Ὑπομνήματα τοῦ σοφιστῆ Συριανοῦ (5ος μ.Χ. αἰ.) σὲ ἔργα τοῦ Ἑρμογένη, τὸ ὄνομα τοῦ Ζήνωνα ἀπαντᾶ δύο φορὲς μαζὶ μὲ τὰ ὀνόματα γνωστῶν ρητόρων: στὸ Τ2a μαζὶ μὲ τὸν γνωστὸ ρήτορα Βασιλικόν (2ος μ.Χ. αἰ.) καὶ στὸ F5 στὴν τριάδα Ζ. δέ καὶ Ἑρμογένης καὶ Μητροφάνης, μὲ τοὺς δύο ἐπίσης γνωστοὺς ρήτορες (2ου μ.Χ. αἰ. καὶ 3ου –πιθανῶς– ἀντίστοιχα, βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λλ.· τὸ ἴδιο γίνεται καὶ στὸ ἀπόσπ. Τ2b ἀπὸ τὸν Τζέτζη, μὲ δύο ζεύγη: μνημονεύονται ὁ Διονύσιος –ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Ἁλικαρνασσέα (1ος π.Χ. αἰ.)– και ὁ Βασιλίσκος (ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸν Βασιλικόν) στὸν στ. 3, ὁ Ζήνων καὶ ὁ Ἀσκαλωνίτης Ζώσιμος (σοφιστὴς καὶ γραμματικὸς τοῦ 5ου μ.Χ. αἰ., βλ. κατωτ. σχόλ. σ.λλ.). Τρίτον, στὸν Φιλόστρατο (*Τ3) ἀπαντᾶ ἡ πληροφορία ὅτι ὁ σοφιστὴς Ἀντίπατρος ἀπὸ τὴν Ἱεράπολη (τέλος 2ου μ.Χ. αἰ.), ἀκροασάμενος δὲ καὶ Ζήνωνος τοῦ Ἀθηναίου, ἔμαθε ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἀκριβολογία στὴ ρητορική. Δεδομένου ὅτι Ζήνων Ἀθηναῖος ρήτορας δὲν ἀπαντᾶ ἀλλοῦ καὶ μάλιστα στὸν 2ο μ.Χ. αἰ. γιὰ νὰ εἶναι διδάσκαλος τοῦ Ἀντίπατρου, ἴσως θὰ πρέπει νὰ τὸν ταυτίσουμε μὲ τὸν Κύπριο, ὅπως εἰσηγεῖται ὁ Η. Gärtner, RE9 σ.λ. Zenon 9.,141: δὲν ἀποκλείεται ὁ Κύπριος νὰ ἔζησε καὶ νὰ δίδαξε στὴ μητρόπολη τῆς Ρητορικῆς καὶ νὰ ἔγινε ἐκεῖ γνωστὸς ὡς Ἀθηναῖος (βλ. καὶ κατωτ. *Τ3 σχόλ. σ.στ. 6-7· ὡστόσο στὴ RE9 ἀπαντᾶ στὴ συνέχεια [10.] σὲ ξεχωριστὸ λῆμμα ὡς Ἀθηναῖος ῥήτωρ, χωρὶς νὰ ἀποδίδεται σ' αὐτὸν καὶ κάποια ἄλλη ἀπὸ τὶς συζητούμενες πηγές). Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω προκύπτει μὲ ἀσφάλεια πὼς ὁ Ζήνων ἀπὸ τὸ Κίτιο εἶναι διαφορετικὸ πρόσωπο ἀπὸ τὸν ἱδρυτὴ τῆς Στοᾶς, ὑπῆρξε ρήτορας (βλ. καὶ ΑΚΕΠ Γα΄10 80 σελ. 337) μὲ ἐπιδράσεις ἀπὸ τὴ Στωικὴ φιλοσοφία καὶ ἔζησε τὸν 2ο μ.Χ. αἰ. Ὁ Η. Gärtner9 (ὅ.π.) θεωρεῖ πὼς ἡ σειρὰ ΖήνωνἙρμογένηςΜητροφάνης, ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν Συριανό, ἀνταποκρίνεται καὶ στὴ χρονικὴ ἀκολουθία, ὅπως καὶ οἱ Schmid – Stählin7 ΙΙ2. 928, σημειώνοντας πὼς ὁ ρήτωρ καὶ Στωικὸς Ζήνων ζοῦσε καὶ δίδασκε τὸ 160 μ.Χ. (στὴν Ἀθήνα μάλιστα). Ἡ ταύτιση μὲ τὸν Ἀθηναῖον ρήτορα εἶναι πιθανή, ἀλλὰ παραμένουν οἱ ἐπιφυλάξεις. Ἐφόσον ἀποδειχθῆ ὅτι ὁ ἐδῶ Ζήνωνας ἔζησε στὸν 2ο αἰ. μ.Χ., διαθέτουμε δύο σχετικὲς μαρτυρίες μὲ δήλωση ἐθνικοῦ, τῆς Σούδας καὶ τοῦ Φιλοστράτου. Ἡ πιὸ εὔκολη καταγραφὴ εἶναι αὐτὴ τοῦ Ἀθηναίου, μὲ βάση τὴ γνωστὴ κυριαρχία τῆς Ἀθήνας ὡς πόλου ἕλξης πνευματικῶν ἀνθρώπων, καὶ πιὸ δύσκολη –γι' αὐτὸ καὶ ὑποστηριζόμενη– ἐκείνη τοῦ Κιτιέως. (Δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ἀποκλείσουμε τὸ –ἔστω καὶ ἀμυδρὸ– ἐνδεχόμενο σ' ἕναν λημματισμὸ ὅπου προηγεῖται ἡ ἀναφορὰ στὸν Κιτιέα ἱδρυτὴ τῆς Στοᾶς νὰ τέθηκε τὸ ἴδιο προσηγορικὸ καὶ γιὰ ἄλλον Κύπριο, ποὺ δὲν καταγόταν ὅμως ἀπὸ τὸ Κίτιο.)
Γιὰ τὴν πιθανὴ σύνδεση τοῦ Ζήνωνα ἀπὸ τὸ Κίτιο μὲ τὸν Ρωμαῖο ρήτορα τοῦ 3ου μ.Χ. αἰ. Sulpicium Victorem καὶ τοὺς συγγραφεῖς τῆς Ῥητορικῆς ποὺ ἐσφαλμένα ἀποδίδεται στὸν Αἴλιο Ἀριστείδη βλ. κατωτ. *Τ4 σχόλ. σ.στ. 3-4 καὶ 4-6, καὶ Τ2a σχόλ. σ.στ. 4-5. Ἀπίθανη πάντως εἶναι ἡ ταύτιση –ποὺ ἐπιχειρεῖ ὁ J. Chapmann (στὸν Dindorf Demosth.11 ΙΙΙ. xxix-xxxi)– τοῦ Κιτιέα μὲ τὸν Κύπριο γιατρὸ Ζήνωνα ποὺ ἀναφέρει ὁ Εὐνάπιος (Βί. Σοφ. σσ. 528-30). Ὁ Κύπριος αὐτός, διδασκαλίαν πολυύμνητον συστησάμενος, ἐπέβαλε τοῖς χρόνοις Ἰουλιανῷ τῷ σοφιστῇ, καὶ μετ' ἐκεῖνον, κατὰ τοὺς Προαιρεσίου χρόνους, οἱ διάδοχοι Ζήνωνος. ἄμφω δὲ ὁ Ζήνων ἐξήσκητο λέγειν τε καὶ ποιεῖν ἰατρικήν· μὲ βάση τὴ χρονολόγηση τούτου στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ (βασίλευσε τὸ 361-63 μ.Χ. καὶ σώζεται ἐπιστολή του [45] πρὸς τὸν Ζήνωνα, ὅπως καὶ τοῦ Λιβάνιου [171]) καὶ τοῦ Victoris στὸ τέλος τοῦ 4ου ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ., ὁ J. Chapmann καταλήγει στὸ 350 ἢ 340 ὡς ἐποχὴ ἀκμῆς τοῦ Ζήνωνα (ρήτορα, φιλοσόφου καὶ γιατροῦ)· ὅμως ἔτσι δυσκολεύεται νὰ ἐξηγήσει τὴν παρουσία τοῦ ὀνόματος –καὶ μάλιστα τὴν προσαγόρευση πολυθρύλητος– στὸν Οὐλπιανό, ὁ ὁποῖος δίδαξε σαράντα ἑπτὰ χρόνια πρίν. (Βλ. RE 9σ.λ. Zenon 15., Wright LSoph12 336 καὶ Penella GrPS13 109-117, ὅπου σχολιασμὸς τοῦ χωρίου καὶ ἀναφορὰ σὲ ἄλλους γιατροὺς μὲ ρητορικὴ παιδεία· γιὰ τὸν Κύπριο γιατρὸ Ζήνωνα, μεταγενέστερο τοῦ ὁμώνυμου ρήτορα, βλ. ΑΚυΓ414 37 Τ1-Τ5, μὲ εἰσαγωγὴ καὶ σχόλια.)

2. ἔγραψε Περὶ στάσεων: ὁ ὅρος στάσεις στὴ ρητορικὴ σημαίνει τὶς τοποθετήσεις τῶν προβλημάτων, τὶς θέσεις ποὺ παίρνει ο διάδικος, εἰδικὰ ὁ ἐναγόμενος (βλ. LSJ915 σ.λ. Β.Ι.2d· Kennedy HCRh16 97-98 γιὰ τὶς πρῶτες ἐμφανίσεις τῆς λέξης· Lausberg HLRh17 141-42). Ἡ συστηματικὴ μελέτη τους ἀνάγεται στὴν Ἑλληνιστικὴ ἐποχή, ὅταν ὁ Ἑρμαγόρας ἀπὸ τὴν Τῆμνο (μέσα 2ου π.Χ. αἰ.) διατύπωσε τὴ σχετικὴ θεωρία ποὺ ἡ ἐπίδρασή της φθάνει μέχρι τὸ τέλος τῆς ἀρχαιότητας (βλ. Lesky ΙΑΕΛ518 1083 [μὲ σημ. 2, ὅπου καὶ βιβλιογρ.]· Kennedy ARhet19 622) ἀλλὰ σήμερα εἶναι χαμένη καὶ ἔμμεσες μόνο πληροφορίες διαθέτουμε σχετικά (βλ. Kennedy HCRh16 97 κἑ., ὅπου καὶ ἀνάλυση τοῦ συστήματος τῶν τεσσάρων στάσεων τοῦ Ἑρμαγόρα: στοχασμός [coniectura], ὅρος [definitiva], κατὰ συμβεβηκὸς ἢ ποιότης [generalis ἢ qualitas], μετάληψις [translatio], μὲ τὶς ὑποδιαιρέσεις τους). Εἶναι ἐπίσης παραδεκτὸ (βλ. Schmid – Stählin7 ΙΙ2. 932· Lesky ΙΑΕΛ518 1152) ὅτι μετα­γενέστερα ὁ Ἑρμογένης τὴ χρησιμοποίησε ἀναμορφώνοντάς την: ἀφήνοντας τὴ συζήτηση γιὰ τὴν κατάφασιν, τὴν ἀπόφασιν, τὸ αἴτιον καὶ τὸ συνέχον, ποὺ ἀποτε­λοῦσαν τὰ θεμέλια τῆς διδασκαλίας, πέρασε ἀμέσως στὴ διαίρεσιν τῶν στάσεων (Περὶ στάσεων [Rabe Hermog.20 35.17 κἑ.] ὅθεν μὲν γὰρ εἴρηται στάσις, εἴτε ἀπὸ τοῦ στασιάζειν τοὺς ἀγωνιζομένους εἴτε ὁθενοῦν, ἑτέροις ἐξετάζειν παρίημι· (...) τὴν μέθοδον ἐνταυθοῖ προθεὶς ποιήσομαι τὴν ἀρχὴν τῆς διαιρέσεως τῶν κεφαλαίων ἀπὸ στοχασμοῦ)· στὰ τέσσερα ἀσύστατα (ἀποτυχημένες στάσεις) τοῦ Ἑρμαγόρα προσάρμοσε τρία εὐρύτερα καὶ τὴ διαίρεση τῶν στάσεων σὲ λογικὰς καὶ νομικὰς ὑπήγαγε στὸν ὅρο ποιότης. Ἀφοῦ σημείωσε πὼς παντὸς οὑτινοσοῦν προτεθέντος ζητήματος, εἰ συνεστήκοι, ἐπισκοπεῖν δεῖ τὸ κρινόμενον, εἰ ἀφανές ἐστιν ἢ φανερόν. κἂν μὲν ἀφανὲς ᾖ, στοχασμὸς ἔσται (ὅ.π. 36.7-9), ὁρίζει (βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ *F6c) πὼς ἂν μέντοι φανερὸν ᾖ καὶ τέλειον τὸ κρινόμενον, ἡ ζήτησις περὶ τὴν ποιότητα τοῦ πράγματος ἵσταται, οἷον εἰ δίκαιον, εἰ νόμιμον, εἰ συμφέρον ἤ τι τῶν τούτοις ἐναντίων. καὶ ὄνομα μὲν γενικὸν τούτῳ ποιότης, ἤτοι δὲ περί τι πρᾶγμα ἔχει τὴν ζήτησιν ἢ περὶ ῥητόν· κἂν μὲν περὶ ῥητόν, νομικὴν ποιεῖ τὴν στάσιν, περὶ ὧν ὕστερον ἐροῦμεν, ἐὰν δὲ περὶ πρᾶγμα, λογικήν (37.14 κἑ.). Στὴ συνέχεια, ἀνάλογα μὲ τὸ ἂν ἡ ζήτησις γίνεται περὶ μέλλοντος πράγματοςπερί τινος ἤδη γεγονότος, διαιρεῖ τὴ λογικὴν στάσιν σὲ πραγματικήν (ὅταν ὑπάρχει ἀμφισβήτηση γιὰ κάτι ποὺ πρόκειται νὰ συμβῆ: ἂν πρέπει νὰ γίνει τοῦτο ἢ νὰ μὴ γίνει, κ.λπ.), καὶ δικαιολογίαν (ἂν ἔχει συμβῆ αὐτὸ ποὺ σὲ δεδομένη στιγμὴ κρίνεται), ποὺ ὑποδιαιρεῖται στὴν ἀντίληψιν (ὅταν ὁ κατηγορούμενος ἀμφισβητεῖ τὴν κατηγο­ρία· ἔστι γὰρ ἀντίληψις ἀνευθύνου πράγματος εἶναι δοκοῦντος ὡς ὑπευθύνου κατηγορία, οἷον γεωργὸς φιλοσοφοῦντα τὸν υἱὸν ἀποκηρύσσει) καὶ τὴν ἀντίθεσιν (ὅταν ἀκολουθεῖ ὁμολογία κάποιου γιὰ τὴ διάπραξη ἀδικήματος), ποὺ μὲ τὴ σειρά της ὑποδιαιρεῖται σὲ ἀντίστασιν ὅταν ὁ κατηγορούμενος ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνη (ἀλλ' ὁμολογώντας ἀντιπαρατάσσει –ἀνθιστᾷ– τὸ γεγονὸς ὅτι μέσω τοῦ ἀδικήματος ἐπετεύχθη εὐεργεσία μεγαλύτερη), καὶ σὲ ἀντέγκλημα, ὅταν μετα­θέτει τὴν εὐθύνη ἔξω ἀπ' αὐτόν καὶ κατηγορεῖ –ἀντεγκαλῇ– τὸν παθόντα ὅτι ἄξια ἔπαθε ὅσα ἔπαθε, ἢ μετάστασιν (ὅταν ὁμολογεῖ τὸ ἀδίκημα ἀλλὰ μεταθέτει –μεθιστᾷ– τὴν εὐθύνη σὲ κάτι ἄλλο ἢ κάποιον ἄλλον), καὶ συγγνώμην (ὅταν ὁ κατηγορούμενος ἀδυνατώντας νὰ μεταθέσει τὴν εὐθύνη ἀλλοῦ θεωρεῖ ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ πράξει διαφορετικὰ καὶ ζητᾶ συγγνώμη, ὅπως οἱ δέκα στρατηγοὶ ποὺ ἐξαιτίας τῆς τρικυμίας δὲν μπόρεσαν νὰ περιμαζέψουν τοὺς νεκροὺς καὶ δικάζονται). Στὴ δεύτερη τώρα κατηγορία τῶν νομικῶν στάσεων, διακρίνει τὰ ῥητά (νόμοι, ψηφίσματα, διαθῆκες, ἐπιστολές, δηλώσεις), μέρος των ὁποίων χρησιμοποιεῖ ὁ κατήγορος καὶ μέρος ὁ κατηγορούμενος, τὸ ῥητὸν καὶ διάνοιαν (ἐφόσον τὸ ῥητὸν τοῦ ἑνὸς –κατὰ κανόνα τοῦ κατήγορου– ἑρμηνεύεται διαφορετικὰ ἀπὸ τὸν ἀντίδικο), τὸν συλλογισμόν (ἀγράφου πράγματος πρὸς ἔγγραφον παράθεσις εἰς ταὐτὸν συνάγοντός τινος τὸ ἄγραφον τῷ ἐγγράφῳ, ὅπως ὅταν κατὰ τὸ τὸν ἐξ ἑταίρας μὴ λέγειν ἐμποδίζει κάποιος τὸν ἐκ πόρνου τινὰ γεγονότα λέγειν), τὴν ἀντινομίαν (μεταξὺ δύο ἢ περισσότερων ῥητῶν ἢ καὶ ἑνὸς ποὺ διαιρεῖται), τὴν ἀμφιβολίαν (ἀμφισβήτηση τῆς ἀληθινῆς σημασίας γραπτοῦ ποὺ ἐπιδέχεται περισσότερες τῆς μιᾶς ἀναγνώ­σεις, μὲ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸ ἐχέτω τὰ ἐμὰ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ: πάντα Λέων ἢ Πανταλέων), τὴν μετάληψιν (ἀναζήτηση τοῦ ἐὰν πρέπει νὰ διεξαγάγει κάποιος ὁποιαδήποτε ἔρευνα [βλ. κατωτ. *F6c]) καὶ τὴν παραγραφήν (ἔγγραφον ὅταν στηρίζεται σὲ κάποιο ῥητὸν ποὺ προέκυψε ἀπὸ ἔρευνα, καὶ ἄγραφον ὅταν στηρίζεται πάλι σὲ ῥητὸν ἀλλὰ ἡ ἔρευνα δὲν ἔγινε γι' αὐτό, ἀλλὰ γιὰ τὶς συν­θῆκες ὑπὸ τὶς ὁποῖες διεπράχθη τὸ ἀδίκημα). Ἄλλη γνωστὴ διαίρεσις στάσεων εἶναι αὐτὴ τοῦ Ἀθηναίου Μινουκιανοῦ τοῦ πρεσβύτερου (βλ. κατωτ. F5 σχόλ. σ.στ. 1-3), χαμένη μὲν σήμερα ἀλλὰ πολὺ γνωστὴ στὴν ἀρχαιότητα, τοὐλάχιστον μέχρι τὴν καθιέρωση τοῦ Ἑρμογένη (βλ. τὴν ἀπαρίθμηση 13 στάσεων ἀπὸ τὸν W. Stegemann [RE9 σ.λ. Minukianus 1., 1980 κἑ.] στὴν προσπάθεια ἀνασύνθεσης αὐτοῦ τοῦ μέρους τῆς Τέχν. ῥητ. τοῦ τεχνογράφου καὶ ρήτορα: ἀναφέρονται οἱ στοχασμός, ὅρος, μετάληψις, πραγματική, ἀντίληψις, ἀντίστασις, μετάστασις, ἀντέγκλημα, συγγνώμη, ῥητὸν καὶ διάνοια, ἀντινομία, συλλογισμός, ἀμφιβολία· πβ. τὴ μεταγενέστερη κατάταξη τοῦ Συριαν. [Ἑρμογ. Στάσ., ΙΙ. 56 κἑ. Rabe20]: τῶν τοίνυν στάσεων αἱ μέν εἰσι λογικαί, αἱ δὲ νομικαί. λογικαὶ μὲν ἐννέα· στοχασμός, ὅρος, πραγματική, ἀντίληψις, ἀντίστασις, ἀντέγκλημα, μετάστασις, συγγνώμη, μετάληψις. νομικαὶ <δὲ> πέντε· παραγραφή, ῥητὸν καὶ διάνοια, ἀντινομία, συλλογισμός, ἀμφιβολία· βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ *F6c).
Δεδομένου ὅτι ὁ Ἑρμογένης στηρίχθηκε στὸ ἔργο τῶν προγενεστέρων του (Lesky ΙΑΕΛ518 1152-53) καὶ ὁ Ζήνων ὑπῆρξε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ἡ ἁδρομερὴς ἀναφορὰ στὰ θέματα ποὺ ἀναλύονταν σ' ἕνα Περὶ στάσεων σύγγραμμα μᾶς δίνει μιὰν εἰκόνα τοῦ περιεχομένου τους. Τὸ ὁμότιτλο ἔργο τοῦ Ζήνωνα εἶχε ὑπόψη του ὁ Συριανὸς στὸ σχετικὸ Ὑπόμνημά του στὸν Ἑρμογένη καὶ μᾶς ἐνημερώνει σχετικά (βλ. F5 σχόλ. σ.στ. 3-5). Περαιτέρω πληροφορίες θὰ μπορούσαμε νὰ συναγάγουμε ἀπὸ τὸ σωζόμενο ἔργο Institutiones oratoriae, ἀφοῦ ἐκεῖ ὁ Λατίνος συγγραφέας Sulpicius Victor συγκαταλέγει κάποιον Ζήνωνα μεταξὺ τῶν διδασκάλων του, ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὁ Κιτιέας (βλ. κατωτ. σχόλ. στὰ *Τ4 καὶ *F6).

Περὶ σχημάτων: τὰ σχήματα (ὅπως καὶ οἱ τρόποι) ἐκφράζουν στὴ Ρητορικὴ τὴν προσπάθεια νὰ δοθῆ στὶς ἰδέες λεκτικὴ μορφὴ ποὺ θὰ ἱκανοποιήσει τὴν ἀνάγκη κατανόησης τῶν λεγομένων καὶ θὰ προσδώσει κάποιο ἰδιαίτερο χρῶμα καὶ ζωηρότητα σ' αὐτά, ἀνάλογα μὲ τὶς προθέσεις τοῦ ὁμιλητῆ, ἀποκλίνοντας συχνὰ ἀπὸ τὴν κανονικὴ ἢ συνήθη ἐκφορά. Μολονότι χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ ποιητὲς καὶ πεζογράφους ἀπὸ τοὺς ἀρχαιότατους χρόνους, ἡ συστηματο­ποιημένη παρουσίασή τους δὲν ἐπετεύχθη πρὶν ἀπὸ τοὺς πρώτους μετὰ Χριστὸν αἰῶνες. Ὁ Διόδ. Σικ. (12.53.2 κἑ.) σημειώνει ὅτι ὁ Γοργίας ὁ ῥήτωρ, δεινότητι λόγου πολὺ προέχων πάντων τῶν καθ' ἑαυτόν (...) καὶ τέχνας ῥητορικὰς πρῶτος ἐξεῦρε (...). πρῶτος γὰρ ἐχρήσατο τοῖς τῆς λέξεως σχηματισμοῖς περιττοτέροις καὶ τῇ φιλοτεχνίᾳ διαφέρουσιν, ἀντιθέτοις καὶ ἰσοκώλοις καὶ παρίσοις καὶ ὁμοιοτελεύτοις καί τισιν ἑτέροις τοιούτοις, ἃ τότε μὲν διὰ τὸ ξένον τῆς κατασκευῆς ἀποδοχῆς ἠξιοῦτο, νῦν δὲ περιεργίαν ἔχειν δοκεῖ καὶ φαίνεται καταγέλαστα πλεονάκις καὶ κατακόρως τιθέμενα (βλ. καὶ Σοῦδ. σ.λ. Γοργίας: οὗτος πρῶτος τῷ ῥητορικῷ εἴδει τῆς παιδείας δύναμίν τε φραστικὴν καὶ τέχνην ἔδωκε, τροπαῖς τε καὶ μεταφοραῖς καὶ ἀλληγορίαις καὶ ὑπαλλαγαῖς καὶ καταχρήσεσι καὶ ὑπερβάσεσι καὶ ἀναδιπλώσεσι καὶ ἐπαναλήψεσι καὶ ἀποστροφαῖς καὶ παρισώσεσιν ἐχρήσατο). Ὁ Πλάτων (Ἴων 536c) ἀναφέρεται ἁπλῶς σὲ σχήματα. Ὁ Ἀριστοτ. (Ῥητ. 1408b) ὁρίζει: τὸ δὲ σχῆμα τῆς λέξεως δεῖ μήτε ἔμμετρον εἶναι μήτε ἄρρυθμον (...). ὁ δὲ τοῦ σχήματος τῆς λέξης ἀριθμὸς ῥυθμός ἐστιν, οὗ καὶ τὰ μέτρα τμήματα· διὸ ῥυθμὸν δεῖ ἔχειν τὸν λόγον, μέτρον δὲ μή (κ.λπ., βλ. καὶ Ἀναλ. πρότ. [κυρίως 26a κἑ.] γιὰ τὰ σχήματα τοῦ συλλογισμοῦ). Καὶ ὁ Ἀναξιμέν. Λαμψακ. (Τέχν. ῥητ. 24.1-3 [Fuhrmann21 54.14 κἑ.] σημειώνει: σχήματα δέ ἐστι τοῦ εἰς δύο λέγειν τάδε· ἓν μὲν ὅτι αὐτὸς δύναται καὶ τοῦτο καὶ ἕτερον, δεύτερον δὲ ὅτι οὗτος μὲν οὐ δύναται, ἕτερος δὲ δύναται, τρίτον δὲ ὅτι οὗτος καὶ τοῦτο καὶ ἕτερον δύναται, τέταρτον δὲ ὅτι οὔτ' αὐτὸς οὔθ' ἕτερος δύναται, πέμπτον δὲ ὅτι ἐκεῖνος μὲν δύναται, αὐτὸς δὲ οὐ δύναται, <ἕκτον δὲ ὅτι αὐτὸς μὲν ἕτερον δύναται, ἐκεῖνος δὲ οὐ δύναται ἕτερον> (βλ. καὶ ἑπόμενα γιὰ τὸ ἀντίθετον [26, ὅ.π. 57.10 κἑ.], τὴν παρίσωσιν [27, 57.25 κἑ.], τὴν παρομοίωσιν [28, 58.5 κἑ.], κ.ἄ.). Κατὰ τὸν Διον. Ἁλικ. (Λυσ. 15.1 κἑ.), ὁ Θεόφρ. (στὸ Περὶ λέξεως) καταμέμφεται τῶν περὶ τὰς ἀντιθέσεις καὶ παρισώσεις καὶ παρομοιώσεις καὶ τὰ παραπλήσια τούτοις σχήματα διεσπουδακότων (συμπεριλαμ­βάνοντας σ' αὐτοὺς καὶ τὸν Λυσία, καὶ βρίσκοντας ἀντίθετον ὡς πρὸς αὐτὸ τὸν Διον. Ἁλικ. [ὅ.π. 15.23 κἑ.]: οὔτε γὰρ προκατασκευαῖς οὔτ' ἐφόδοις οὔτε μερισμοῖς οὔτε ποικιλίαις σχημάτων οὔτε ταῖς ἄλλαις ταῖς τοιαύταις πανουργίαις εὑρίσκεται χρώμενος· συμφωνεῖ ὅμως μαζί του ὅσον ἀφορᾶ στὸν Ἰσοκράτη [Ἰσοκρ. 2.32 κἑ.]: αἵ τε παρομοιώσεις καὶ παρισώσεις καὶ τὰ ἀντίθετα καὶ πᾶς ὁ τῶν τοιούτων σχημάτων κόσμος πολύς ἐστι παρ' αὐτῷ καὶ λυπεῖ πολλάκις τὴν ἄλλην κατασκευὴν προσιστάμενος ταῖς ἀκοαῖς, προσθέτοντας [13.26 κἑ.]: ἐξ αὐτῆς γὰρ ἔσται τῆς Ἰσοκράτους λέξεως τεθείσης καταφανὴς ὅ τε τῶν περιόδων ῥυθμὸς ἐκ παντὸς διώκων τὸ γλαφυρὸν καὶ τῶν σχημάτων τὸ μειρακιῶδες περὶ τὰς ἀντιθέσεις καὶ παρισώσεις κατατριβόμενον)· καὶ συμπληρώνει, συνεχίζοντας τὴ συστηματικὴ κριτική του γιὰ τοὺς παλαιοὺς ρήτορες (ὅ.π. 30 κἑ.): καὶ οὐ τὸ γένος μέμφομαι τῶν σχημάτων (πολλοὶ γὰρ αὐτοῖς ἐχρήσαντο καὶ συγγραφεῖς καὶ ῥήτορες, ἀνθίσαι βουλόμενοι τὴν λέξιν) ἀλλὰ τὸν πλεονασμόν (πβ. Ἰσαῖ. 3.24 κἑ., 12.7 κἑ., κ.ἀ.· Δημ. 4.21 κἑ., 5.1 κἑ., 18.1 κἑ., 20.1 κἑ., 25.20 κἑ., κ.ἀ.· Δείν. 8.22 κἑ.· Θουκ. 23 κἑ., κ.ἀ.). Οἱ Στωικοὶ στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἐνδιαφέρθηκαν οὐσιαστικὰ γιὰ τὴ σπουδὴ τῆς γραμματικῆς (βλ. Kennedy HCRh16 90-93· βλ. καὶ Pohlenz Stoa4 Ι. 52 κἑ. καὶ ΙΙ. 30 κἑ., καὶ ΑΚυΓ56 ἀποσπ. 88-90, μὲ τὰ σχετικὰ σχόλ.), ἐνῶ ὁ Ἑρμαγόρας δὲν ἀσχολήθηκε μὲ τὴ διδασκαλία τῆς κομψότητας τοῦ λόγου.
Οἱ Schmid – Stählin7, ΙΙ2. 940 (ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία), θεωροῦν πὼς μία περιπτωσιο­λογικὰ ἐπεξεργασμένη Ἑλληνικὴ διδασκαλία ἀπαντᾶ στὸν συγγραφέα τοῦ Rhetorica ad Herennium (1ος π.Χ. αἰ., βλ. Kennedy HCRh16 121-27), στὸν ὁποῖο βασίστηκε ὁ νεώτερος Γοργίας ὁ Ἀθηναῖος στὸ παλαιότερο εἰδικὸ Περὶ σχημάτων σύγγραμμα ποὺ διαθέτουμε (βλ. καὶ Lesky ΙΑΕΛ518 1083, ὅπου ὀνομάζεται δάσκαλος τοῦ γιοῦ τοῦ Κικέρωνα καὶ θεωρεῖται πηγὴ τοῦ Λατίνου P. Rutilii Lupi γιὰ τὸ βιβλίο του De figuris). Στὴν ἐποχὴ τοῦ Αὐγούστου τοποθετεῖται ὁ Καικίλιος ἀπὸ τὴν Καλὴ Ἀκτὴ τῆς Σικελίας (βλ. Kennedy16 ὅ.π. 160-61 καὶ 228) μὲ ὁμότιτλο σύγγραμμα, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ξεκινᾶ ἡ συστηματικὴ διάκριση μεταξὺ λεκτικῶν σχημάτων καὶ σχημάτων τῆς σκέψεως: Τὰ πρῶτα εἶναι αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦν στὶς ἐπιλογὲς τῶν τύπων τῶν λέξεων ποὺ ἐξυπηρετοῦν τὸ εὔηχον, ἐνῶ τὰ δεύτερα ἐκεῖνα ποὺ ἀποβλέπουν στὸν σχηματισμὸ τεχνικῶν φράσεων ποὺ θὰ ἐντυπωσιάσουν τὸν ἀκροατή. Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ σχετικὴ διατύπωση τοῦ Ἀλέξανδρου στὸ Περὶ σχημ. ἔργο του (Spengel22 ΙΙΙ. 11.1-7) σχῆμα δέ ἐστιν ἐξάλλαξις λόγου ἐπὶ τὸ κρεῖττον κατὰ λέξιν ἢ κατὰ διάνοιαν ἄνευ τρόπου. ὅτι μὲν οὖν ἐξάλλαξις, δῆλον· ὅτι γὰρ οὐκ ἐπ' εὐθείας ἐκφέρεται ὁ λόγος, γίνεται διὰ τοῦτο σχῆμα, πρόσκειται δὲ τὸ ἐπὶ τὸ κρεῖττον, ὅτι καὶ ὁ σολοικισμὸς ἐξάλλαξίς ἐστι λόγου, ἀλλ' ἐπὶ τὸ χεῖρον. Καὶ ὁ Ἡρωδιανὸς στὸ ὁμότιτλο ἔργο του (Walz23 VIII. 579.4 κἑ.), μετὰ ἀπὸ τὸν ὁρισμὸ σχῆμά ἐστιν ἐξάλλαξις φράσεως ἀπὸ τοῦ καταλλήλου ἐπὶ τὸ κρεῖττον μετά τινος ἀναλογίας, σημειώνει πὼς γίνεται δὲ τὸ σχῆμα κατὰ τοσούτους τρόπους καθ' ὅσους καὶ ὁ σολοικισμός. καὶ γὰρ εἴδη διαλλασσόμενα καὶ γένη καὶ πτώσεις καὶ ἀριθμοὶ καὶ ἐγκλίσεις, ἔτι τε πρόσωπα καὶ χρόνοι καὶ διαθέσεις, καὶ πάντα ἁπλῶς ἃ τὴν τοῦ καταλλήλου συνάφειαν ἀπαιτεῖ, παρατραπέντα ποιεῖ τὸ σχῆμα· κι ἀφοῦ ἀναλύσει τὶς δυνατὲς μετατροπὲς τῶν ἀνωτέρω, προχωρᾶ στὰ περὶ διάνοιαν σχήματα ἀναφέροντας ὅτι τὰ πρωτοστατοῦντα ἐν ἑαυτοῖς ἔχει τὴν συγγυμνασίαν καὶ τὴν ποίαν θέσιν αὐτῆς τῆς διανοίας μετὰ τῆς τοῦ λόγου μορφῆς. ἔστι δὲ σχῆμα διανοίας τὸ μὴ κατὰ φύσιν ἐκφέρον τὸν νοῦν μηδὲ ἀπ' εὐθείας, ἀλλ' ἐκτρέπον καὶ ἐξαλλάσσον τὴν τῆς διάνοιας φράσιν (ὅ.π. 588.11 κἑ.). Σὲ ἄλλο ὁμότιτλο ἔργο ἄγνωστου συγγραφέως (βλ. Schmid – Stählin7, ΙΙ2. 941.1 γιὰ τὶς σχετικὲς ὑποθέσεις) γίνεται ἀναφορὰ περὶ στρογγύλου σχήματος (Walz23 618.24), π. ἀντιθέτου σχ. (619.9), π. κωλικοῦ (620.17), π. σχοινοτενοῦς (621.6), π. καταφορᾶς, π. διλημμάτων (622.19, 24), π. παρηχήσεως, π. κύκλου, π. ἐπιφωνήματος (623.3, 13, 24), π. σχηματισμοῦ (626.3), π. ἀπαριθμή­σεως (629.2), π. δεικτικοῦ σχ. (632.24), π. ἀναιρέσεως (633.20), π. πλαγιασμοῦ (635.19), π. τοῦ κατὰ θέσιν καὶ ἄρσιν σχ. (637.16), π. παρίσου (639.12), π. εἰρωνείας (648.21), καὶ δίνονται ἐπίσης πληροφορίες γιὰ τὸ περιεχόμενο αὐτῶν τῶν ἔργων (βλ. Lausberg HLRh17 600-910, ὅπου ἀναλυτικὴ παρουσίαση ὅλων τῶν σχημάτων). Ἀπὸ τὸν Ζήνωνα δὲν σώζεται κανένα σχετικὸ ἀπόσπασμα· μποροῦμε ὅμως νὰ θεωρήσουμε ὅτι γνώριζε πιθανῶς τὸ<? Περὶ σχημάτων ἔργο τοῦ σύγχρονού του Ἀλεξάνδρου (2ος μ.Χ. αἰ., βλ. κατωτ. F3 σχόλ. σ.στ. 1-2), ὁ ὁποῖος ἀποκλίνει ἀπὸ τὸν Ἑρμαγόρα καὶ ὡς γνήσιος Ἀττικιστὴς ἀκολουθεῖ τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τοῦ Καικίλιου (Schmid – Stählin7, ΙΙ2. 929), καθὼς καὶ τὴν Τέχνην ῥητορικήν (Spengel – Hammer24 399-407 κἑ.) τοῦ Ρούφου (σοφιστῆ καὶ μαθητῆ τοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, ἐπίσης του 2ου αἰ., βλ. RE9 σ.λ. Rufus 16.), ἐνῶ τὰ Περὶ τῶν παρὰ Δημοσθένει σχημάτων τοῦ Τιβέριου (τέλος 2ου μ.Χ. αἰ.: Spengel22 ΙΙΙ. 59 κἑ.), Περὶ σχηματισμοῦ τοῦ Πολύβιου ἀπὸ τὶς Σάρδεις (ὅ.π. ΙΙΙ. 105 κἑ.), καὶ Περὶ σχημάτων τῶν κατὰ λόγον τοῦ *Ζωναίου (ὅ.π. ΙΙΙ. 161 κἑ.) ἕπονται χρονικά. Ὁ πολὺ μετα­γενέστερος σοφιστὴς Φοιβάμμων (5ος-6ος αἰ., βλ. Kennedy16 ὅ.π. 223, 228-29) στὸ Περὶ σχημάτων ῥητορικῶν (Walz23 VIII. 492 κἑ.) εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ συνοψίσει καὶ νὰ κρίνει τὶς προηγούμενες θεωρήσεις, ὅπως φαίνεται στὸν ὁρισμὸ εἴρηται δὲ σχῆμα διὰ τὸ μετασχηματίζεσθαι, ὡς ἐπὶ τῶν ὀρχουμένων ἀνθρώπων, ἢ ὡς ἐπὶ τοῦ πηλοῦ τοῦ πλαττομένου καὶ μετασχηματιζομένου εἰς εἰκόνα ἀνδρὸς ἢ γυναικὸς ἤ τινος τοιούτου. καὶ ὅτι οὐ φύσει ἐστὶν οὕτως, ἀλλὰ τέχνῃ προσγίνεται. (...) ἔστι δὲ τὸ σχῆμα οὐ μονειδές. πῆ μὲν γὰρ γίνεται περὶ τὴν διάνοιαν, πῆ δὲ περὶ τὴν λέξιν (ὅ.π. 493.3 κἑ.), ἀλλὰ καὶ στὰ ἑπόμενα σχόλια δεῖ οὖν λοιπὸν παραθέσθαι δόξας ἀρχαίων. (...) Καικίλιος δὲ ὁ Καλακτίτης ὡρίσατο οὕτω· Σχῆμά ἐστι τροπὴ εἰς τὸ μὴ κατὰ φύσιν τὸ τῆς διανοίας καὶ λέξεως. τὸ οὖν μὴ κατὰ φύσιν οὐ καλόν, τὸ δὲ μὴ καλὸν τροπή ἐστιν ἐπὶ τὸ χεῖρον. Ἀθηναῖος δὲ ὁ Ναυκρατίτης καὶ Ἀπολλώνιος ὁ ἐπικληθεὶς Μόλων ὡρίσαντο οὕτω· Σχῆμά ἐστι μεταβολὴ εἰς ἡδονὴν ἐξάγουσα τὴν ἀκοήν. οὐ πάντοτε δὲ μεταβάλλεται· καὶ γὰρ καὶ ἠθίκευται καὶ ἐμφαντικώτερον ποιεῖ τὸν λόγον. ὁ δὲ τέλειος αὐτοῦ ὅρος οὕτω· Σχῆμά ἐστιν ἐξάλλαξις κατὰ διάνοιαν ἢ λέξιν ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἄνευ τρόπου γινομένη (ὅ.π. 494.5 κἑ.).

2-3. Ὑπόμνημα εἰς Ξενοφῶντα, εἰς Λυσίαν, εἰς Δημοσθένην: Γιὰ τὰ δύο πρῶτα Ὑπομνήματα (σώματα σχολίων καὶ ἐπεξηγηματικῶν σημειώσεων σὲ κάποιο σύγγραμμα, βλ. LSJ915 σ.λ. ΙΙ.5c, ὅπου καὶ ἡ διάκριση ἀπὸ τὰ συγγράμματα) δὲν διαθέτουμε ἄλλη πληροφορία ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὴν τῆς Σούδας, ἐνῶ δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο γιὰ τὸ Ὑπόμνημα εἰς Δημοσθένην. Πρὸς κατανόησιν τοῦ πλαισίου ὅπου ἐντάσσεται τὸ ἔργο αὐτὸ χρήσιμες εἶναι οἱ πληροφορίες ποὺ δίνονται ἀπὸ τὸν J. Reiske (στὸν Dindorf Demosth.11 V. xlix § 13. De Commentariis in Demosthenem) καὶ τὸν W. Christ GGrL7 1. 402-4 (ὅπου καὶ βιβλιογραφία): Ὁ Καλλίμαχος συνέθεσε ἕναν κατάλογο μὲ τὰ ἔργα τοῦ Δημοσθένη, ἀλλὰ ἡ συστηματικὴ ἐνασχόληση μὲ τὸ ἔργο του τοποθετεῖται στὴν ἀρχὴ τῶν Ρωμαϊκῶν χρόνων –ἐποχὴ ἐμφάνισης καὶ τοῦ Ἀττικισμοῦ (βλ. Lesky ΙΑΕΛ525 1135 κἑ.)– μὲ τὸν Διονύσιο τὸν Ἁλικαρνασσέα (1ος π.Χ. αἰ., στὰ ἔργα Περὶ δεινότητος Δημοσθένους καὶ Ἐπιστολὴ πρὸς Ἀμμαῖον, βλ. κατωτ. Τ2b. σχόλ. σ.στ. 3) καὶ τὸν Σικελὸ Καικίλιο (στὰ ἔργα Σύγκρισις Δημοσθένους καὶ Κικέρωνος, Σύγκρισις Δημοσθένους καὶ Αἰσχίνου, καὶ Περὶ Δημοσθένους, ποῖοι αὐτοῦ γνήσιοι λόγοι καὶ ποῖοι νόθοι, βλ. Σοῦδ. σ.λ. Κεκίλιος). Συνεχίζεται μὲ τὸν Γενέθλιο, τὸν Βασιλικό, τὸν Ζώσιμο τὸν Ἀσκαλωνίτη, τὸν Διόσκορο, τὸν Μινουκιανό (βλ. κατωτ. F5 σχόλ. σ.στ. 1), τὸν Οὐλπιανό (βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ F1), κ.ἄ. Περαιτέρω, ὅπως σημειώνουν οἱ Schmid – Stählin7 (ΙΙ2. 931), ὅλο τὸ σύστημα τῆς Ρητορικῆς δομήθηκε βάσει τῆς ἀνάλυσης τῶν λόγων τοῦ Δημοσθένη.
Στὸ σῶμα τῶν Δημοσθενικῶν Σχολίων ποὺ διαθέτουμε σώζονται τέσσερις βέβαιες ἀναφορὲς στὸ Ὑπόμνημα τοῦ Ζήνωνα, ὅλες ἐπικριτικὲς τῶν ἑρμηνειῶν ποὺ εἶχε δώσει αὐτὸς σὲ διάφορα σημεῖα ἀπὸ λόγους τοῦ Ἀθηναίου ρήτορα· ἡ πρώτη γίνεται ἀπὸ τὸν Οὐλπιανό (βλ. κατωτ. F1) καὶ οἱ ἄλλες τρεῖς ἀπὸ ἀγνώ­στους (F2-4). Ἐκτὸς τούτων, ὁ Η. Gärtner (RE9 ὅ.π. 141-42) θεωρεῖ πὼς ἐλάχιστες ἀμφιβολίες ὑπάρχουν σχετικὰ μὲ τὴ συνδρομὴ τοῦ Ζήνωνα τοῦ Κιτιέα στὰ παραδιδόμενα Σχόλια, ἂν καὶ ἡ συμμετοχή του κάθε φορὰ δὲν προσδιορίζεται μὲ ἀκρίβεια· ἐκφράσεις ὅπως οἱ (πρὸ ἡμῶν) ἐξηγηταί καὶ οἱ ἐξηγησάμενοι, ἢ τὸ γενικὸ τινές (βλ. Dindorf11 ὅ.π. ΙΧ. 834 [Index] σ.λ. Anonymi interpretes), σὲ κάποιες περιπτώσεις θὰ πρέπει νὰ ἀναφέρονται καὶ σ' αὐτόν (βλ. π.χ. Οὐλπιαν. Προλεγ. [Ι. 7.5-8 Dilts26] καὶ ἄξιον ἐπισημήνασθαι παρ' ὅλην τὴν ὑπόθεσιν, πῶς τῶν πρὸ ἡμῶν ἐξηγησαμένων οὐ πάντων εἰπόντων σχεδὸν πρεσβείαν, ἀλλὰ τοὐναντίον αὐτὸς φαίνεται πρεσβείαν ἀξιῶν ἐκπέμπειν, [ὅ.π. 8.20-21] πῶς ἂν οὖν εἴη ταῦτα τῆς ἀντιθέσεως τῆς «ἀλλ' ὅτι ἄπιστοι Ὀλύνθιοι», ἣν ἑαυτοῖς <οἱ> ἐξηγησάμενοι πλάττονται «ταῦτ' οὖν ἐγνωκότες»; [βλ. καὶ κατωτ. F1 σχόλ. σ.στ. 1 κἑ.], καὶ [Σχόλ. Ὀλυνθ. Α΄ 117e: ὅ.π. Ι. 38.24-25] φασὶν οἱ ἐξηγηταὶ ὡς κείμενον ἐν μέσῳ τοῦτο τὸ προοίμιον διὰ τοῦτο εἰσῆκται καὶ ἐναγώνιον ἵν' ἔχῃ τι καὶ ἀγῶνος, κ.ἄ.: βλ. καὶ κατωτ. F3 σχόλ. σ.στ. 1-2 καὶ *F7a σχόλ. σ.στ. 1 σ.λ. διήγησις). Τὸν Ζήνωνα ὡς πηγὴ τοῦ Ζώσιμου καὶ τοῦ Οὐλπιανοῦ δέχονται ὁ Α. Wοlf [τὴν ἄποψή του «Sed cum aliorum complurimum editos in Demosthenem commentarios (...) cujusmodi sunt Apsinis, Genethlii, (...) Zenonis, Aspasii, et aliorum, e quibus multa in Ulpianum translata suspicor» παραθέτει ὁ J. Reiske27 ὅ.π.] καὶ ὁ W. Christ7 (ὅ.π. 404). Βλ. καὶ κατωτ. Τ2.

3. Περὶ ἐπιχειρημάτων: σύμφωνα μὲ τὸν Ἀριστοτέλη (Τοπ. 162a) ἔστι δὲ φιλοσό­φημα μὲν συλλογισμὸς ἀποδεικτικός, ἐπιχείρημα δὲ συλλογισμὸς διαλεκτικὸς (...), ποὺ σημαίνει ὅτι στὸ φιλοσόφημα ὁ συλλογισμὸς ξεκινᾶ ἀπὸ προκείμενες ἀποδεκτὲς ὡς ἀληθινές, ἐνῶ στὸ ἐπιχείρημα ἀπὸ γνῶμες θεωρούμενες ὡς πιθανές (βλ. καὶ 100b διαλεκτικὸς δὲ συλλογισμὸς ὁ ἐξ ἐνδόξων συλλογιζόμενος· στὴν διαλεκτικὴν ὡς τέχνην ἀφιέρωσε ὁ Σταγειρίτης τὸ σύγγραμμά του Τοπικά). Ὁ ἴδιος στὴ Ῥητ. (ξεκινώντας ἀπὸ τὸ Ἔστω δὴ ἡ ῥητορικὴ δύναμις περὶ ἕκαστον τοῦ θεωρῆσαι τὸ ἐνδεχόμενον πιθανόν [1355b] καὶ διαιρώντας τὶς πίστεις [πεποιθήσεις, ἀποδείξεις] σὲ ἀτέχνους καὶ ἐντέχνους), ἀσχολεῖται ἐκτενῶς μὲ τὸ ἐνθύμημα καὶ σὲ ἀντιστοιχία μὲ τοὺς ὅρους τῆς Διαλεκτικῆς σημειώνει: ἔστιν γὰρ τὸ μὲν παράδειγμα ἐπαγωγή, τὸ δ' ἐνθύμημα συλλογισμός (...). καλῶ δ' ἐνθύμημα μὲν ῥητορικὸν συλλογισμόν, παράδειγμα δὲ ἐπαγωγὴν ῥητορικήν. πάντες δὲ τὰς πίστεις ποιοῦνται διὰ τοῦ δεικνύναι ἢ παραδείγματα λέγοντες ἢ ἐνθυμήματα, καὶ παρὰ ταῦτα οὐδέν (1356b)· δηλαδή, ὅταν ἀποδεικνύει κανεὶς κάποιο γεγονὸς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη πολλῶν ὅμοιων γεγονότων, αὐτὸ στὴ Διαλεκτικὴ λέγεται ἐπαγωγὴ καὶ στὴ Ρητορικὴ παράδειγμα, ἐνῶ ὅταν ἀπὸ κάποια γεγονότα προκύπτει ὡς συνέπεια ἕνα ἄλλο γεγονός, τότε στὴ Διαλεκτικὴ ἔχουμε συλλογισμὸν καὶ στὴ Ρητορικὴ ἐνθύμημα. Τὸ ἐπιχείρημα, λοιπόν, εἶναι συλλογισμὸς διαλεκτικός καὶ τὸ ἐνθύμημα συλλογισμὸς ῥητορικός (βλ. καὶ LSJ915σ.λλ. ΙΙ. καὶ ΙΙ.3, ἀντίστοιχα), χρησιμοποιοῦνται δὲ καὶ τὰ δύο στὴν ἀνάπτυξη τῶν εἰδῶν (προτάσεων ποὺ λαμβάνονται ἀπὸ ὁρισμένη εἰδικὴ κατηγορία γνώσεων) καὶ τῶν τόπων (προτάσεων ποὺ εἶναι κοινὲς παντοῦ, 1358a κἑ.). Ἡ διαφορά τους ἔγκειται στὸ ὅτι τὸ ἐνθύμημα ὡς συλλογισμὸς συνίσταται ἀπὸ λίγους ὅρους, πολλὲς φορὲς λιγότερους ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἐπιχείρημα (ὅ.π.)· ἂν κάποια ἀπὸ τὶς προτάσεις τοῦ ρητορικοῦ συλλογισμοῦ εἶναι γνωστή, δὲν πρέπει νὰ ἐκφωνεῖται, αὐτὸς γὰρ τοῦτο προστίθησιν ὁ ἀκροατής, οἷον ὅτι Δωριεὺς στεφανίτην ἀγῶνα νενίκηκεν, ἱκανὸν εἰπεῖν ὅτι Ὀλύμπια γὰρ νενίκηκεν, τὸ δ' ὅτι στεφανίτης τὰ Ὀλύμπια, οὐδὲ δεῖ προσθεῖναι· γιγνώσκουσι γὰρ ἅπαντες (1357a βλ. καὶ 1395b γιὰ τὸ ἐνθύμημα: οὔτε γὰρ πόρρωθεν οὔτε πάντα δεῖ λαμβάνοντας συνάγειν· τὸ μὲν γὰρ ἀσαφὲς διὰ τὸ μῆκος, τὸ δὲ ἀδολεσχία διὰ τὸ φανερὰ λέγειν).
Στοὺς μεταγενεστέρους, μὲ αὐτὸ τὸ περιεχόμενο ἀπαντᾶ ἡ διάκριση στὸν Διον. Ἁλικ., Ἰσαῖ. 16.6 ἐν δὲ τοῖς ἀποδεικτικοῖς διαλλάττειν ἂν δόξειεν Ἰσαῖος Λυσίου τῷ τε μὴ κατ' ἐνθύμημά τι λέγειν ἀλλὰ κατ' ἐπιχείρημα καὶ τῷ μὴ βραχέως ἀλλὰ διεξοδικῶς μηδὲ ἁπλῶς ἀλλ' ἀκριβῶς αὔξειν τε μᾶλλον καὶ δεινότερα ποιεῖν τὰ πράγματα καὶ τὰ πάθη ποιεῖν γεννικώτερα καὶ Δείν. 6.20 (πιστοῦταί <δ'> οὐ κατ' ἐνθύμημα μόνον ἀλλὰ καὶ κατ' ἐπιχείρημα πλατύνων). Ὁ Ἀναξιμένης (Τέχν. ῥητ. 10.1: Fuhrmann21 37.23-24) θεωρεῖ πὼς ἐνθυμήματα δέ ἐστιν οὐ μόνον τὰ τῷ λόγῳ καὶ τῇ πράξει ἐναντιούμενα, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι (δηλ. ὄχι ἀκριβὲς ἐπιχείρημα, συναγόμενο ἀπὸ ἐνάντιες προτάσεις), ἐνῶ στὴν Ἀνωνύμου Τέχν. ῥητ. παρατίθενται οἱ ἀπόψεις διαφόρων (Spengel – Hammer24 380.15 κἑ. ὡς δὲ ἔνιοι, ἐνθύμημά ἐστι τοῦ προηγουμένου ἐπιχειρήματος συμπέρασμα, προσαγόμενον τῷ ζητήματι ἐν μιᾷ περιόδῳ· ὡς δὲ Ἁρποκρατίων, ἐνθύμημά ἐστι λόγος πρὸς ἀπόδειξιν λαμβανόμενος τῶν ὑποκειμένων, κ.ἄ.). (Γιὰ τὶς ἑρμηνεῖες ποὺ δόθηκαν στὸν ὁρισμὸ τοῦ Ἀριστοτέλη ἀλλὰ καὶ τοὺς μεταγενέστερους ὁρισμούς (π.χ. τοῦ Quintilianus [1ος μ.Χ. αἰ.]) βλ. κριτικὴ καὶ σχετικὴ βιβλιογραφία στοὺς Lalande Λεξ. Φιλοσ.28 σ.λ. καὶ Freese Aristot.29 σελ. 475.)
Δεύτερο γνωστὸ ὁμότιτλο μὲ τοῦ Ζήνωνα ἔργο εἶναι αὐτὸ τοῦ Μινουκιανοῦ τοῦ νεώτερου (τοῦ γιοῦ τοῦ Νικαγόρα, μεταγενέστερου [μέσα τοῦ 3ου μ.Χ. αἰ.] ἀπὸ τὸν μνημονευόμενο στὸ F5, βλ. RE9 σ.λ. Minukianοs 2.). Μολονότι σύντομο (βλ. Spengel – Hammer24 340-51), φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ αὐτόνομο σύγγραμμα, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ W. Stegemann (RE9 ὅ.π. 1986), καὶ ὄχι κεφάλαιο ἐκτενέστερου ἔργου (βλ. π.χ. Περὶ ἐνθυμημάτων στὴν Τέχν. ῥητ. τοῦ Ἀψίνη: Spengel – Hammer24 285 κἑ.). Ὁ ἴδιος μελετητὴς ἀποδεικνύει (ὅ.π. 1987-88) πὼς ὁ Μινουκιανὸς ἀκολουθεῖ τοὺς ὁρισμοὺς καὶ τὰ διδάγματα τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ τῆς Περιπατητικῆς σχολῆς, ὅσον ἀφορᾶ στὴ διαίρεση τῶν πίστεων (Ὁ ῥήτωρ πίστεσι χρήσεται ταῖς μὲν ἐντέχνοις, ταῖς δὲ ἀτέχνοις (...) [Spengel – Hammer24 340.2-3]), τὰ ἐπιχειρήματα (ἐπιχειρήματα δέ ἐστι τὰ πρὸς πίστιν τοῦ ὑποκειμένου ζητήματος λαμβανόμενα, 341.7-9), τὴ διάκρισή τους ἀπὸ τὰ ἐνθυμήματα (τὰ δὲ ἐνθυμήματα ὠνόμασται ἢ ὅτι ὁ ῥήτωρ αὐτὸς αὐτὰ εὕρηκε καὶ ἐνθυμεῖται, ἢ ὅτι προσενθυμεῖσθαι τοῖς δικασταῖς, εἴ τι ἐλλείποι, καταλείπει. ἔχουσι δὲ ἐλλείμματα οἱ ῥητορικοὶ συλλογισμοί, καὶ ταύτῃ διαφέρουσι τῶν ἐν φιλοσόφοις συλλογισμῶν, ὅτι οἱ μὲν τὰ συμπεράσματα ἐπάγουσιν, οἱ δὲ τὸ συμπεραινόμενον ἐκ τῶν προτάσεων καὶ κατασκευῶν τῷ δικαστῇ προσενθυμηθῆναι καταλείπουσιν, 343.4-11), τὴν ἀναφορὰ σὲ τόπους διάφορους (ἀπὸ τῆς αἰτίας, ἀπὸ τοῦ τίνος ἕνεκα, κ.λπ.) τῶν ἐνθυμηματικῶν ἐπιχειρημάτων (343.24 κἑ.), κ.ἄ. Παράλληλα, οἱ ὁρισμοὶ τοῦ ἐπιχειρήματος καὶ τοῦ παραδείγματος μοιάζουν μὲ τοὺς ἀντίστοιχους τοῦ Ρούφου (Τέχν. ῥητ. [26. Περὶ ἀποδείξεως], ἐπιχείρημα δέ ἐστιν ἐπινόημα ὃ κατασκευάζει τὸ ζητούμενον, ὅ.π. 404.13-14 καὶ [30.] παράδειγμα μὲν οὖν ἐστι γεγενημένου πράγματος ἀπομνημόνευσις πρὸς ὁμοίωσιν τοῦ ζητουμένου, 405.15-16) ἀλλὰ καὶ τοῦ Ζήνωνα ὅσον ἀφορᾶ στὸν δεύτερο (βλ. κατωτ. *F7b ὡς δὲ Ζήνων, «παράδειγμά ἐστι γενομένου πράγματος ἀπομνημόνευσις, εἰς ὁμοίωσιν τοῦ νῦν ζητουμένου»· αὐτὸν τὸν ὁρισμὸ καὶ ὁ J. von Arnim προσγράφει στὸν φιλόσοφο Ζήνωνα [SVF5 ἀπόσπ. 84], ὅμως δὲν φαίνεται καθόλου ἀπίθανο νὰ ἀνήκει στὸν ρήτορα ποὺ συνέθεσε ὁμότιτλο ἔργο). Ἑπομένως –καὶ ἐφόσον δεχτοῦμε τὴν πρωιμότερη χρονολόγηση του Ζήνωνα– τὸ σύγγραμμα τοῦ Μινουκιανοῦ τοῦ νεώτερου μᾶς δίνει μιὰν εἰκόνα γιὰ τὸ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει δομηθῆ τὸ ἀντίστοιχο σύγγραμμα τοῦ Κύπριου συγγραφέα.

  1. Spengel, L. (1863), Die Definition und Enteilung der Rhetorik bei den Alten, RhM 18: 481-526.
  2. Striller, F. (1886), De Stoicorum studiis rhetoricis, Vols. I, Heft 2, Breslau Philologische Abhandlungen Bratislava.
  3. Barwick, K. (1957), Probleme der stoischen Sprachlehre und Rhetorik, Abhandlungen der Sächsischen Akademie der Wissenschaften zu Leipzig, Philologisch-historischen Klasse,49, Heft 3 Berlin.
  4. Pohlenz, M. (1964), Die Stoa. Geschichte einer geistigen Bewegung, Vols. I-II, Götingen.a↑ b↑
  5. von Armin, J. (1964), Stoicorum Veterum Fragmenta, Vols. I-IV, Stuttgart.a↑ b↑
  6. Μιχαηλίδης, K. Π. (1999), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 5. Φιλοσοφία: Ζήνων ὁ Κιτιεύς, τóμ. 5, Λευκωσία.a↑ b↑
  7. von Christ, W., Schmidt M. & Stählin O. (1920), Geschichte der griechischen Literatur, 6th ed., München .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  8. (1999), Damascius. The Philosophical History (text with translation and notes), Athens.
  9. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  10. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.
  11. Dindorf, W. (1851), Demosthenes, Vols. VIII-IX: Scholia Graeca, ex codicibus aucta et emendata, Oxford.a↑ b↑ c↑
  12. Wright, W. C. (1922), Philostratus and Eunapius, The Lives of the Sophists, Loeb Classical Library London.
  13. Penella, R. S. (1990), Greek Philosophers and Sophists in the Fourth Century A.D.: Studies in Eunapius of Sardis, ARCA, Classical and Medieval Texts, Papers and Monographs ,28 Leeds.
  14. Βοσκός, Α. Ι. (2007), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 4. Ἰατρική, τóμ. 4, Λευκωσία.
  15. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑
  16. Kennedy, G. (1994), A new History of Classical Rhetoric (an extensive revision and abridgment of “The Art of Persuasion in Greece”, “The Art of Rhetoric in the Roman World” and “Greek Rhetoric under Christian Emperors”, with additional discussion of Late Latin Rhetoric, Princeton.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  17. Lausberg, H. (1998), Handbook of Literary Rhetoric: A Foundation for Literary Study, Leiden - Boston - Köln .a↑ b↑
  18. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .a↑ b↑ c↑ d↑
  19. Kennedy, G. (1972), The Art of Rhetoric in the Roman World (300 B.C.-A.D. 300), Princeton.
  20. Rabe, H. (1913), Hermogenes Opera, Leipzig.a↑ b↑
  21. Fuhrmann, M. (1966), Anaximenis Ars Rhetorica, quae vulgo fertur Aristotelis ad Alexandrum, Leipzig.a↑ b↑
  22. Spengel, L. (1853-1856), Rhetores Graeci, Vols. I-III, Leipzig.a↑ b↑
  23. Walz, C. (1832-1836), Rhetores Graeci, Vols. I-VIII, Osnabrück .a↑ b↑ c↑
  24. Spengel, L. & Hammer C. (1894), Rhetores Graeci, Vol. I, pars II, a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  25. (1981-1999), Lexicon Iconographicum Mythologiae Classicae, Vols. I-IX2, Zürich und München.
  26. Dilts, M. R. (1983-1986), Scholia Demosthenica, Vols. I-II, Leipzig.
  27. Reiske, J. J. (1774-1782), Plutarchi Chaeronensis, Quae Supersunt, Omnia: Graece Et Latine, Leipzig.
  28. Lalande, A. (1955), Λεξικὸν τῆς Φιλοσοφίας, μτφρ. Ε. Π. Φικιώρητóμ. 1-4, Ἀθῆναι.
  29. Freese, J. H. (1926), Aristotle, with an English translation. The "Art" of Rhetoric, London.