You are here

T1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Strab. Geogr. 14.6.3
  1. [Vid. FGrH 143 Τ 1 Σαλαμίςσυγγραφεύς; ΑΚΕΠ Γα΄ 73 πρόκεινταισυγγραφεύς et Β΄ 153 (pp. 317-18): Strab. Geogr., edd. Koraës, Kramer (cum siglis), Müller, Meineke, Jones.]
  2. 1sqq. post ἑβδομήκοντα (v. 2), πέλαγος (v. 8), πλείους (v. 11, fortasse πλείους·), νῆσοι (v. 11) forte distinximus; ante πρόκεινται δὲ πλησίον (v. 10) cett. fortius (vid. infra adnot. ad vv. 10-11)
  3. 2 εἶτα χάρων ἀκτή codd. quidam
  4. 3 ὁ> κτίσας scripsimus; [] κτίσας Kramer (adnotans: « om. codd. edd., sed necessarium est») et Müller; κτίσας Meineke, Jones (adnotans: ", before κτίσας, Kramer inserts; so the later editors"), Hadjioannou: κτίσας (πρῶτον, κτίσας) Koraës.
Στράβ. Γεωγρ. 14.6.3

Ἔπειτα (εἶναι) τὸ Ἀφροδίσιο, στὸ σημεῖο ποὺ στενεύει τὸ νησί· γιατὶ

ἡ ἀπόσταση ὣς τὴ Σαλαμίνα εἶναι ἑβδομήντα στάδια. Ἔπειτα ἡ

Ἀχαιῶν ἀκτή, ὅπου προσορμίστηκε τὴν πρώτη φορὰ ὁ Τεῦκρος

πού 'κτισε τὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου, διωγμένος, ὅπως λέν, ἀπὸ

τὸν πατέρα του Τελαμώνα. Ἔπειτα ἡ Καρπασία, πόλη πού 'χει

λιμάνι, βρίσκεται δὲ ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριο Σαρπηδόνα· κι

ἀπὸ τὴν Καρπασία πρὸς τὰ νησιὰ Καρπάσια καὶ τὸ νότιο πέλαγος

εἶναι μιὰ στενὴ λωρίδα γῆς τριάντα σταδίων. Ἔπειτα ἀκρωτήριο καὶ

ὄρος· ἡ δὲ βουνοκορφὴ καλεῖται Ὄλυμπος, κι ἔχει ναὸ τῆς Ἀκραίας

Ἀφροδίτης, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται στὶς γυναῖκες ἡ εἴσοδος ἢ ἡ θέα·

μπροστὰ δὲ ἀπὸ τὶς ἀκτὲς ἐκεῖ κοντὰ βρίσκονται οἱ Κλεῖδες κι ἄλλα

πιὸ πολλὰ νησιά. Ἔπειτα τὰ νησιὰ Καρπάσια. Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἡ

Σαλαμίνα, ἀπ' ὅπου ἦταν ὁ Ἄριστος ὁ συγγραφέας.

Σχόλια: 

Τὸ χωρίο ἀπὸ τὸ πολυδιαβασμένο ἔργο τοῦ Στράβωνα ΓεωγραφίαΓεωγραφικά βρίσκεται στὴν τρίτη παράγραφο τοῦ κεφαλαίου γιὰ τὴν Κύπρο (14.6.1 λοιπὸν ... περιοδεῦσαι νῆσον τὴν Κύπρον). Στὶς πρῶτες δύο παραγράφους μιλᾶ γιὰ τὴ θέση (: μεταξὺ Αἰγύπτου, Φοινίκης καὶ Συρίας, καὶ Ρόδου, στὰ νότια τῆς Κιλικίας), τὴν ἔκταση (: ὁ κύκλος τῆς Κύπρου εἶναι σταδίων τρισχιλίων καὶ τετρακοσίων εἴκοσι [620 περίπου χλμ.] γιὰ ὅποιον πλέει ἀπὸ κόλπο σὲ κόλπο, μῆκος δὲ ἀπὸ Κλειδῶν ἐπὶ τὸν Ἀκάμαντα πεζῇ σταδίων χιλίων τετρακοσίων [258 σχεδὸν χλμ.] ὁδεύοντι ἀπ' ἀνατολῆς ἐπὶ δύσιν) καὶ τὸ σχῆμα τῆς Κύπρου (: ἑτερόμηκες ..., καί που καὶ ἰσθμοὺς ποιεῖ κατὰ τὰς τὸ πλάτος διοριζούσας πλευράς). Στὴν τρίτη παράγραφο ξεκινώντας ἀπὸ τὸ πιὸ κοντινὸ τῇ ἠπείρῳ σημεῖο –τὴν Κρομμύου ἄκραν (σημερ. ἀκρωτ. Κορμακίτης), στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς Κύπρου– καὶ προχωρώντας πρὸς ἀνατολὰς πρὸς τὰς Κλεῖδας, ἀφοῦ κάνει λόγο γιὰ τὴ Λάπηθο (: πόλις ὕφορμον ἔχουσα καὶ νεώρια, Λακώνων κτίσμα καὶ Πραξάνδρου, γιὰ τὴν ὁποία βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ 21 μὲ σημ. 7, κἑ.), φθάνει στὸ Ἀφροδίσιο καὶ τὴν Ἀχαιῶν ἀκτή, στὴν πόλη τῆς Καρπασίας καὶ στὰ νησάκια Κλεῖδες, κι ἀπ' ἐκεῖ –μὲ κατεύθυνση πλέον πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, ἀκολουθώντας τὴ νότια ἀκτὴ τῆς Κύπρου– στὰ Καρπάσια νησιὰ καὶ στὴ Σαλαμίνα τοῦ Τεύκρου καὶ τοῦ Ἄριστου (γιὰ νὰ συνεχίσει ὕστερα τὴν πορεία του μέχρι νὰ φθάσει πάλι στὸν Κορμακίτη). Ἡ ὅλη περιοχὴ ἐμφανίζει ἰδιαίτερο ἱστορικὸ καὶ ἀρχαιολογικὸ ἐνδιαφέρον. Ἀπὸ τὸ 1974, ὅμως, ὅταν Τουρκικὰ στρατεύματα εἰσέβαλαν στὴν Κύπρο καὶ κατέλαβαν τὸ μέγιστο τμῆμα τῆς βόρειας Κύπρου –μὲ τὴ Χερσόνησο τῆς Καρπασίας καὶ τὴ Σαλαμίνα– οἱ νόμιμες ἀρχαιολογικὲς ἔρευνες ἔχουν ἀνασταλῆ, μὲ ἀποτέλεσμα ἐλάχιστα ἀπὸ τὰ πανάρχαια τοπωνύμια ποὺ μνημονεύουν ὁ Στράβωνας κι ἄλλοι νά 'χουν ἀποκαλύψει τοὺς κρυμμένους θησαυρούς τους, κι ὅ,τι ἔχει ἔρθει στὸ φῶς νὰ λεηλατεῖται συστηματικὰ καὶ νὰ καταστρέφεται· βλ. τὸν τόμο Κύπρος. Η λεηλασία ενός πολιτισμού1, της Επιτροπής για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Κύπρου, καὶ στὴν Ἀγγλ. / Γαλλ. / Γερμ. / Ἱσπ. (Cyprus / Chypre / Zypern / Chipre), Αθήνα (Βουλή των Ελλήνων) 1999-2001· πιὸ εἰδικά: ΑΚΕΠ2, κυρίως Ε΄ 131, 132, 178, 193, 194 (μὲ Χάρτες στὸ τέλος τοῦ τόμου, βλ. καὶ Γεν. πίν. σσ. 285-416 σ.λλ.), πβ. Σακελλαρίου Κυπρ. Α΄3 κυρίως 149 κἑ.

1. Ἀφροδίσιον: πόλη στη βορειοανατολικὴ ἀκτὴ τῆς Κύπρου, στὸ σημεῖο ποὺ στενεύει ἡ στεριὰ καὶ σὲ ἀπόσταση περίπου 13 χλμ. ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα κατὰ τὸν Στράβωνα (πβ. Πτολεμ. Γεωγρ. 5.13.4: ΑΚΕΠ Β΄2 153), μεταξὺ Λαπήθου καὶ Ἀχαιῶν ἀκτῆς. Ἡ ἀκριβὴς θέση του, καθὼς δὲν ἔχει ἀνασκαφῆ πλήρως ἡ περιοχή, δὲν ἔχει καθοριστῆ μὲ βεβαιότητα (πβ. Σακελλαρίου Κυπρ. Α΄3 153-55 καὶ Cesnola Cyprus4 239 / ΑΚΕΠ Ε΄2 193 [σσ. 187-88], μὲ παραπομπὲς σὲ ἀρχαῖες καὶ νεώτερες πηγές), μὲ ἐπικρατέστερη τὴν τοποθεσία Γαλούνια μεταξὺ Δαυλοῦ καὶ Ἑπτακώμης ἀλλ' ὄχι ἀπίθανη τὴν τοποθέτηση στὰ Λιαστρικὰ τῆς Ἀκανθοῦς. Ὁ Στράβ. ἀναφέρεται καὶ στὸ Ἀφροδίσιον τῆς Πυρήνης ἄκρον στὴν περιοχὴ τῆς Μασσαλίας (4.1.6) καὶ σὲ Ἀφροδίσιον, ὅπου πανηγυρίζουσι Λατῖνοι (5.3.5), ἀλλὰ καὶ σὲ ἀφροδίσιον (ναὸ τῆς Ἀφροδίτης: 16.1.20 πάσαις δὲ ταῖς Βαβυλωνίαις ἔθος κατά τι λόγιον ξένῳ μίγνυσθαι πρός τι ἀφροδίσιον ἀφικομέναις μετὰ πολλῆς θεραπείας καὶ ὄχλου, ποὺ παραπέμπει στὴ λατρεία τῆς Πανδήμου Ἀφροδίτης στὴν Πάφο [βλ. ΑΚΕΠ2 Δβ΄ 238], καὶ 13.1.51). Βλ. καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ5 23 μὲ σημ. 13, ὅπου καὶ ἀναφορὰ στὸ σημερινὸ Κυπρ. τοπωνύμιο τὰ Φρο(δ)ίσια (= τὰ Ἀφροδίσια), Βρο(δ)ίσια κατὰ τὸν Σ. Μενάρδο (Τοπων.6 6), ποὺ ἀναφερόμενος στὸ Ἀφροδίσιον σημειώνει ὅτι «ἐν τῇ νήσῳ Ἀφροδίσια θὰ ὑπῆρχαν πολλά, ἤτοι κυρίως ἄλση, ἀφιερωμένα ὑπὸ εὐσεβῶν εἰς τὴν παντοδύναμον Ἄνασσαν τῆς Πάφου».

2. Σαλαμῖνα, 3-4. Σ. τὴν ἐν Κύπρωι, 11. Σαλαμίς: Βλ. –μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια– ΑΚυΓ 1/1β´7 2 F1.7 (ἡ Σαλαμίνα φερόμενη ὡς πατρίδα τοῦ Ὁμήρου, πβ. ἀνωτ. 13 F2.1-2), 2 F9 (Πελάνα· ἡ Σαλαμὶς ἐν τοῖς Εὔκλου χρησμοῖς, βλ. καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ5 23 μὲ σημ. 13), ΑΚυΓ1/1β´7 5 Υ3.4, κ.ἀ. (γιὰ τὸ Κύπρος κ.τ.τ. κατωτ. 15 F1 σχόλ. σ.λ. Κύπριος). Γιὰ τὴν ἐτυμ. τοῦ Σαλαμίς βλ. ΑΚΕΠ2 Ε΄ 131 (σσ. 135-36, μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία), ὅπου ἀπορρίπτεται ἡ ὑπόθεση τοῦ Dugand γιὰ Σημιτ. ρίζα šlm ποὺ σημαίνει « la rade de la paix » = τὸ ἐλλιμένισμα τῆς εἰρήνης· μένει ὅμως ἀνοικτὸ τὸ θέμα, καθὼς δὲν υἱοθετεῖται οὔτε ἡ ὑπόθεση γιὰ ἐτυμ. συγγ. μὲ τὸ σαλεύω (πβ. καὶ σάλος [βλ. Chantraine8 σ.λ.], ἄσαλος/ἀσαλής, κ.τ.τ., ἀλλὰ καὶ ἅλς, μὲ Κυπρ. τοπων. ΑΛΑΣΣΑ, καὶ τὸ τοῦ Ἡσυχ. ἀσαλαμίνιος· ἄπειρος θαλάσσης, ποὺ φαίνεται νὰ ἀνάγεται στὸ τοῦ Ἀριστοφ. [Βάτρ. 204] ἄπειρος ἀθαλάττωτος ἀσαλαμίνιος). Ἡ λέξη φαίνεται προελληνική (πβ. Σπ. Ἰακωβίδη: “... is not a Greek word – it's not a Greek toponym”, στὸ Χατζηιωάννου Διασπ. Β΄9 [“Discussion following Dr Hadjioannou's paper”] σελ. 185)· τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ τὴ νῆσο Σαλαμῖνα μαρτυροῦνται καὶ ἄλλα ὀνόματα παλαιά (ἐκαλεῖτο δ' ἑτέροις ὀνόμασι τὸ παλαιόν· καὶ γὰρ Σκιρὰς καὶ Κύχρεια [ὀρθότ. Κυχρεία] ἀπό τινων ἡρώων, ... καὶ Πιτυοῦσσα ἀπὸ τοῦ φυτοῦ κατὰ Στράβ. 9.1.9, ὅπως ὅμως καὶ ἡ Λάμψακος καὶ ἡ Χίος 13.1.18 καὶ δύο νησιὰ τῆς Ἰβηρίας 3.5.1) καὶ ἡ Κυπρ. Σαλαμὶς ἐκαλεῖτο Πελάνα ἀπὸ τὸν Κύπριο χρησμολόγο Εὖκλο ((βλ. ἀνωτ.) περιπλέκει τὰ πράγματα καὶ καθιστᾶ ἀδύνατη τὴ διατύπωση ὄχι μόνο εὐλογοφανοῦς ἀλλὰ καὶ ἀναμφισβήτητης ἄποψης· νὰ σημειωθῆ μόνο πὼς τὸ Σαλαμίς εἶναι ἤδη μαρτυρημένο στὸν Ὅμηρο γιὰ τὸ νησί (Β 557-58 καὶ Η 199, βλ. καὶ CIl10 σ.στ.) καὶ στὸν Ὁμηρ. ὕμν. Χ. Εἰς Ἀφρ. (ΑΚυΓ 1/1β´7 5 Υ3.4, μὲ σχόλια) γιὰ τὴν ὀνομαστὴ πόλη τῆς Κύπρου, ποὺ ἀπὸ τὰ μέσα περίπου τοῦ 11ου αἰ. π.Χ. διαδέχεται τὴ γειτονικὴ Ἔγκωμη (βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ5 21 κἑ., μὲ βιβλιογραφία).

Πολλοὶ ὀνομαστοὶ ἄνδρες, μετὰ τὸν Τεῦκρο (βλ. κατωτ.), σύνδεσαν τὸ ὄνομά τους μὲ τὴν πόλη: οἱ βασιλεῖς Εὐαγόρας Α΄ (ΑΚυΓ17 σσ. 90 κἑ. [ΑΚυΓ1β´7 σσ. 125 κἑ.] μὲ σημ. 67, 69, 70) καὶ Νικοκρέων (ΑΚυΓ211 11 Ε9, κυρίως σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. εἰμὶ δὲ Νικοκρέων), ὁ Ὀνήσιλος (ποὺ ἐξήγειρε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἰωνικῆς Ἐπανάστασης τὰ βασίλεια τῆς Κύπρου σὲ ἀγώνα κατὰ τὼν Περσῶν καὶ ἀπαθανατίστηκε ἀπὸ τὸν Ἡρόδ. 5.103-116: βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Ὀνήσ.)· ὁ Ἡγησῖνος ὁ Σαλαμίνιος ὁ φερόμενος μαζὶ μὲ τὸν Στασῖνον τὸν Κύπριον ὡς ποιητὴς τῶν Κυπρίων ἐπῶν (ΑΚυΓ17 σσ. 60 [65] κἑ.: ΑΚυΓ1β´7 88 [93] κἑ. κ.ἀ.), ὁ Δημήτριος ὁ Σαλαμίνιος ποὺ γράφει γιὰ τὴν Καρπασίαν (κατωτ. 17 F1, πβ. τὰ ἐδῶ στ. 4 κἑ.) καὶ ὁ Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος ποὺ γράφει καὶ γιὰ ἀοῖα· δένδρα κοπτόμενα καὶ ἀνατιθέμενα τῆι Ἀφροδίτῃ (κατωτ. 22 *F2 / 26 *F1, πβ. τὰ ἐδῶ στ. 6 κἑ.)· καὶ ἄλλοι ἐπώνυμοι (βλ. καὶ ΑΚυΓ17 66 κἑ. [ΑΚυΓ1β´7 σσ. 94 κἑ.] μὲ σημ. 41) ὅπως ὁ Σίμαλος Τιμάρχου Σαλαμίνιος κι ἄλλα μέλη τῆς ἴδιας οἰκογένειας (ΑΚυΓ211 11 Ε1 σχόλ. σ.στ. d-e, κ.ἀ.), ὁ Ἑλικὼν Ἀκεσᾶ Σαλαμίνιος καὶ ὁ πατέρας του Ἀκεσᾶς (Ε57, ὑφάνται ... ἔνδοξοι), ὁ Γλευκίτας ὁ Σαλαμινός (Ε4). Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἄριστος ὁ συγγραφεὺς ἀναφέρεται ὀνομαστικὰ ἐδῶ, ἐκπροσωπώντας –μόνος αὐτός– τὴ Σαλαμῖνα, δείχνει ἀσφαλῶς ἰδιαίτερη ἐκτίμηση τοῦ Στράβ. πρὸς αὐτόν, καὶ χρήζει ἑρμηνείας.

2. Ἀχαιῶν ἀκτή: ἡ περιοχή, ὅπου Τεῦκρος προσωρμίσθη πρῶτον κατὰ τὸν Στράβ., μεταξὺ Ἀφροδισίου καὶ Καρπασίας στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας, δὲν ἔχει ἀνασκαφῆ ἐπαρκῶς. Ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ2 Ε΄ 193) πιστεύει ὅτι «ἡ Ἀχαιῶν ἀκτὴ πρέπει νὰ τοποθετηθῆ στὰ βόρεια τῆς ἐνορίας Ἁγίας Τριάδας τῆς Γιαλούσας στὸ ἀκρωτήριο Πλακωτή, ὅπου ὑπάρχουν ἀρχαία ἐρείπια». Ἀκτὴ ὅπου βεβαιωμένα προσωρμίστηκαν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς πρώτους Ἀχαιοὺς πρόσφυγες εἶναι καὶ ἡ τοποθεσία Μάα - Παλαιόκαστρο τῆς Πάφου (βλ. χαρακτηριστικά Β. Καραγιώργη «Ἡ Ὕστερη Χαλκοκρατία», ΙστΚ Αα΄12 257 κἑ., καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ5 24 κἑ. μὲ σημ. 14, καὶ πίν. 6 [σελ. 20] καὶ 17 [σελ. 40]).

3-4. Τεῦκρος (...) <> κτίσας Σαλαμῖνα τὴν ἐν Κύπρωι: ὁ οἰκιστικὸς αὐτὸς μύθος εἶναι δημοφιλὴς στοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς (Εὐρ. Ἑλ. 144-53 [πβ. 85-104, μὲ τοὺς στ. ὅμως 86-89 ὀβελιζόμενους ἀπὸ τὸν Diggle13] καὶ Ἰσοκρ. Εὐαγ. 18 Τεῦκρος ..., ἐπειδὴ Τροίαν συνεξεῖλεν, ἀφικόμενος εἰς Κύπρον Σαλαμῖνά τε κατῴκισεν, ὁμώνυμον ποιήσας τῆς πρότερον αὑτῷ πατρίδος οὔσης, καὶ τὸ γένος τὸ νῦν βασιλεῦον κατέλιπεν [πβ. Νικοκλ. 28], Λυκόφρ. Ἀλεξ. 450-78 καὶ Σχόλ. σ.στ.: βλ. καὶ κατωτ. 25 F57, κ.ἀ.), ἀλλὰ καὶ στοὺς νεωτέρους (στὴν Κύπρο, ἀλλὰ καὶ στὸν Σεφέρη, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος14, Γ΄ [«Στὸν Κόσμο τῆς Κύπρου Μνήμη καὶ Ἀγάπη /... Κύπρον οὗ μ' ἐθέσπισεν ... »]: «ΕΛΕΝΗ», πβ. «ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ»). Βλ. Ἀ. Βοσκοῦ ΑΚυΓ17 40 [ΑΚυΓ1β´7  61] μὲ σημ. 9, ΑΚυΓ211 11 Ε9 μὲ σχόλ.. καὶ Ε54 [ἐπὶ Τεύκρου κειμένου ἐν Σαλαμῖνι τῆς Κύπρου] μὲ σχόλ., καὶ Μορφώ5 21 κἑ. (μὲ σημ. 2 κἑ., ὅπου καὶ περαιτέρω βιβλιογραφία).

Ὁ Στράβ. ἀναφέρεται στὸν Τεῦκρο καὶ στὸ 14.5.10 ὕπερθεν ... τῶν Σόλων (sc. τῆς Κιλικίας) ὀρεινή ἐστιν, ἐν ᾗ Ὄλβη πόλις Διὸς ἱερὸν ἔχουσα (πβ. τὰ σχετικὰ μὲ τὴ λατρεία τοῦ Δία στὴ νῆσο καὶ στὴν πόλη τῆς Σαλαμίνας: βλ. χαρακτηριστικὰ Τάκιτ. Ann. 3.62 Jovi Salaminio Teucer, Telamonis patris ira profugus, μὲ σχόλ. ΑΚΕΠ2 Δβ΄ 244), Αἴαντος ἵδρυμα τοῦ Τεύκρου· καὶ ἱερεὺς δυνάστης ἐγίνετο τῆς Τραχειώτιδος· εἶτ' ἐπέθεντο τῇ χώρᾳ τύραννοι πολλοί (...). μετὰ δὲ τὴν τούτων κατάλυσιν ἐφ' ἡμῶν ἤδη τὴν τοῦ Τεύκρου δυναστείαν ταύτην ἐκάλουν, τὴν δ' αὐτὴν καὶ ἱερωσύνην· καὶ οἱ πλεῖστοί γε τῶν ἱερασαμένων ὠνομάζοντο Τεῦκροι Αἴαντες (πβ. τὰ περὶ Τευκριδῶν στὴν Κυπρ. Σαλαμίνα: Παυσ. 2.29.4 οἱ δὲ Τευκρίδαι βασιλεῖς διέμειναν Κυπρίων ἄρχοντες ἐς Εὐαγόραν [βλ. ΑΚΕΠ2 Α΄ 20.17], ἀλλὰ καὶ τὰ περὶ ἵδρυσης / μετονομασίας τῶν Σόλων τῆς Κιλικίας καὶ τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸν Σόλωνα: ΑΚυΓ17 40 [ΑΚυΓ1β´7  61 καὶ κἑ.] μὲ σημ. 13, 90 [125] μὲ σημ. 66, 120 κἑ. [164 καὶ κἑ.] μὲ σημ. 149)· στὸ 3.4.3 ἐν Καλλαϊκοῖς δὲ τῶν μετὰ Τεύκρου στρατευσάντων τινὰς οἰκῆσαι, καὶ ὑπάρξαι πόλεις αὐτόθι, τὴν μὲν καλουμένην Ἕλληνες, τὴν δὲ Ἀμφίλοχοι· καὶ στὸ 13.1.48 ὅπου ὁ λόγος γιὰ χρησμὸ τοῖς ἐκ τῆς Κρήτης ἀφιγμένοις Τεύκροις (sc. ἐν τῇ Χρύσῃ, βλ. Καλλίνου ἀπόσπ. 7 W.15) νὰ κατοικήσουν ὅπου τοὺς ἐπιτεθοῦν οἱ γηγενεῖς, καὶ αὐτὸ συνέβη περὶ Ἁμαξιτόν (...). τοὺς δὲ αὐτόθι μεῖναι, τούτους δὲ καὶ τὴν Ἴδην ἀπὸ τῆς ἐν Κρήτῃ προσονομάσαι (...). ἄλλοι δ' ἐκ τῆς Ἀττικῆς ἀφῖχθαί τινα Τεῦκρόν φασιν ἐκ δήμου Τρώων, ὃς νῦν οἱ Ξυπετεῶνες λέγεται, Τεύκρους δὲ μηδένας ἐλθεῖν ἐκ τῆς Κρήτης (κ.λπ.). Πέρα ἀπὸ τὰ ἐπιμέρους προβλήματα παραμένει γεγονὸς ἀναντίρρητο ὅτι τὸν Τεῦκρον καὶ τοὺς Τεύκρους ὁ Στράβ. δὲν τοὺς θεωρεῖ ὡς μὴ Ἕλληνες, καὶ γιὰ Ἕλληνες οἰκιστὲς τῆς Κυπριακῆς Σαλαμίνας ὁμιλεῖ. (Γιὰ τὴ σχετικὴ συζήτηση βλ. Ε. Gjerstad “The Colonizatiion of Cyprus in Greek Legend16”, OArch 3 [1944] 107-23, Χατζηιωάννου Διασπ.9 Β΄ 179-87, στοὺς ὁποίους καὶ ἡ παλαιότερη βιβλιογραφία, καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ5 21 κἑ. Βλ. ἐπίσης Cook Zeus17 Ι. 642-53 [σημ. 1], καὶ κατωτ. σχόλ. σ.στ. 17 F1a.1 κἑ. καὶ στὰ 25 F57 καὶ F73. Γιὰ τὴν –ἰσχυρὴ– παρουσία τοῦ Τεύκρου στὴν Ἰλιάδα βλ. Θ 273 κἑ., Μ 370 κἑ., κ.ἀ. συχνά, καὶ σχόλ. [Kirk] CIl18 Ι. 207-9, ΙΙ. 321-25 κ.ἀ., [Hainsworth19] ΙΙΙ. 218, 357 κ.ἀ., [Janko20] IV. 48, 274-75, 277-80, 334, κ.ἀ. [βλ. Indexes]· χωρία ὅμως ὅπως τὸ Θ 283-4 ἔτρεφε τυτθὸν ἐόντα, | καί σε νόθον περ ἐόντα κομίσσατο ᾧ ἑνὶ οἴκῳ [sc. Τελαμών, ποὺ κατὰ τὸν Kirk18 ad loc. θυμίζει μεταγενέστερες διηγήσεις ὅπου μητέρα τοῦ Τεύκρου εἶναι ἡ Ἡσιόνη ἡ κόρη τοῦ Λαομέδοντα, ὀβέλιζαν δὲ οἱ Ἀριστοφάνης καὶ Ἀρίσταρχος καὶ παρέλειπε ὁ Ζηνόδοτος], Μ 371 καί οἱ [sc. Αἴαντι] Τεῦκρος ἅμ' ᾖε κασίγνητος καὶ ὄπατρος [βλ. Hainsworth19 ad loc.] καὶ Ο 439 ἶσα φίλοισι τοκεῦσι ἐτίομεν [sc. Λυκόφρονα Μαστορίδην] ἐν μεγάροισι, δείχνουν πὼς ἡ ὕπαρξη ποικίλων παραλλαγῶν τοῦ ἴδιου μύθου δὲν λείπει οὔτε σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὅπως δὲν λείπει ἡ ἀνάμειξη Ἑλλήνων καὶ Τρώων, μὲ τοὺς τελευταίους νὰ μὴ λογίζωνται ὡς ξένος λαός, ὅπως καὶ σ' ἄλλους ἀνάλογους μύθους καὶ μὲ ἄλλους λαούς, στὶς πρὸ τοῦ Τρωικοῦ πολέμου γενεαλογίες κατὰ κύριο λόγο, μὲ χαρακτηριστικὰ παραδείγματα τὸν Πυγμαλίωνα καὶ τὸν Κινύρα: βλ. ΑΚυΓ17 41, 47 κἑ. [ΑΚυΓ1β´7 62 κἑ., 71 κἑ.], κ.ἀ.). Τὸ Πάριο Χρονικὸ χρονολογεῖ τὴν ἵδρυση τῆς Σαλαμίνας στὸ 1202/0 π.Χ. (FGrH21 239 Α 26 [ΑΚΕΠ2 Α΄ 20]): ἀφ' οὗ [Σαλαμῖνα τὴν ἐγ] Κύπρωι Τεῦκρος ὤικισεν, ἔτη [Η] ΗΗΗΗΔΔΔΠΙΙΙ (=938 ἔτη πρὶν ἀπὸ τὴ χάραξη τοῦ Χρονικοῦ τὸ 264/3 π.Χ.), βασιλεύοντος Ἀθηνῶν Δημοφῶντος.

5. Καρπασία πόλις, 6. τῆς Καρπασίας: πόλη στὴ βορειοανατολικὴ ἀκτὴ τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας, μεταξὺ Ἀχαιῶν ἀκτῆς καὶ Κλειδῶν, ποὺ ἀργότερα –ὡς Καρπάσιον καὶ Καρπάσιν– μετακινήθηκε πρὸς τὰ μεσόγεια. Βλ. κατωτ. 17 F1a.1 κἑ. μὲ σχόλια.

7. τὰς νήσους τὰς Καρπασίας, 11. αἱ Καρπάσιαι νῆσοι: στὰ ἀνατολικὰ τῆς πόλης ἀλλὰ στὴ νότια ἀκτὴ τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας. Ὁ ταξιδιώτης πρέπει νὰ καλύψει μιὰν ἀπόσταση τριάντα σταδίων ἰσθμοῦ (: μιὰ στενὴ λωρίδα γῆς 5,5 περίπου χλμ.) γιὰ νὰ φτάσει ἐκεῖ· ἔχοντας ὅμως φτάσει στὶς Κλεῖδες πρέπει νὰ κινηθῆ πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, γιὰ νὰ φτάσει στὰ Καρπασίτικα νησιά (ποὺ βρίσκονται κοντά) καὶ στὴ Σαλαμίνα. Πβ. καὶ Πτολεμ. Γεωγρ. 5.14.7 Νῆσοι (...) καλούμεναι Κλεῖδες καὶ Καρπάσων νήσων. Βλ. ἀνωτ. Πίν. 20 (καὶ 22) καὶ κατωτ. 17 F1a.5 κἑ. μὲ σχόλ. (ὅπου καὶ περαιτέρω παραπομπές).

9. Ὄλυμπος: καὶ σ' αὐτὸ τὸ ὄρος –κι ἂς μὴν εἶναι ἰδιαίτερα ὑψηλό– ἡ ἀκρώρεια, ἡ πιὸ ψηλὴ δηλ. βουνοκορφή, καλεῖται Ὄλυμπος, ὅπως κι ἄλλες βουνοκορφὲς στὴν Κύπρο καὶ ἀλλοῦ, κατὰ τὸν Ὄλυμπον τὴν κατοικία τῶν θεῶν, ποὺ ὁ Στράβ. ἀποκαλεῖ (7. ἀπόσπ. 8a Radt22) Μακεδονικὸν ὄρος μετεωρότατον· κατὰ τὸν ἴδιο, 10.3.14 τήν τε Ἴδην καὶ τὸν Ὄλυμπον συγκεχυμένως πολλάκις ὡς τὸ αὐτὸ ὄρος κτυποῦσιν· εἰσὶ μὲν οὖν λόφοι τέτταρες Ὄλυμποι καλούμενοι τῆς Ἴδης κατὰ τὴν Ἀντανδρίαν, ἔστι δὲ καὶ ὁ Μυσὸς Ὄλυμπος (καὶ τοῦ Κυπριακοῦ Τροόδους ἡ πιὸ ψηλὴ κορφή –σημερινὴ Χιονίστρα– κατὰ καιροὺς Ὄλυμπος θὰ καλοῦνταν, ἴσως δὲ καὶ ἡ ὅλη ὀροσειρά), 14.3.8 ἀπὸ δὲ τῆς Ἱερᾶς ἄκρας ἐπὶ τὴν Ὀλβίαν (...) ἐστὶν ἥ τε Κράμβουσα καὶ Ὄλυμπος πόλις μεγάλη καὶ ὄρος ὁμώνυμον, ὃ καὶ Φοινικοῦς καλεῖται, 14.5.7 κατὰ δὲ τὰς ἀκρωρείας τοῦ Ταύρου τὸ Ζηνικέτου πειρατήριόν ἐστιν ὁ Ὄλυμπος ὄρος τε καὶ φρούριον ὁμώνυμον, ἀφ' οὗ κατοπτεύεται πᾶσα Λυκία καὶ Παμφυλία καὶ Πισιδία καὶ Μιλυάς, καὶ 14.6.3 (γιὰ τὴν Κύπρο) εἶτ' Ἀμαθοῦς πόλις (sc. μετὰ τὸ Κίτιον, ἀπ' ὅπου κατάγονται Ζήνων τε ὁ τῆς Στωικῆς αἱρέσεως ἀρχηγέτης καὶ Ἀπολλώνιος ὁ ἰατρὸς) καὶ μεταξὺ πολίχνη Παλαιὰ καλουμένη, καὶ ὄρος μαστοειδὲς Ὄλυμπος. Γιὰ τὸ ὅλο περὶ Κυπριακῶν Ὀλύμπων χωρίο τοῦ Στράβ. πβ. Εὐστ. στὸ Α 18 (27.39 κἑ.: ΑΚΕΠ2 Ε΄ 52 [Β΄ 153β΄], σελ. 64) εἰσὶ δὲ καὶ ἕτεροι Ὄλυμποι· ἔν τε γὰρ Πελοποννήσῳ, ὡς καὶ ἐν τοῖς τοῦ Περιηγητοῦ ἐγράφη, καὶ ἐν Κύπρῳ δὲ ὄρος μαστοειδὲς μεταξὺ Κιτίου καὶ Ἀμαθοῦντος Ὄλυμπος λέγεται. καὶ ἄλλη δέ τις ἀκρώρεια Κύπρου ἐκαλεῖτο οὕτως, ἐν ᾗ ναὸς Ἀκραίας Ἀφροδίτης, ἄδυτος γυναιξί. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Σακελλάριος (Κυπρ. Α΄3 12-16), ὁ ἕνας Ὄλυμπος βρίσκεται στὴν ἀνατολικὴ ἐσχατιὰ τῆς ὀροσειρᾶς τοῦ Πενταδακτύλου (ποὺ δὲν εἶχε δικό της ὄνομα στοὺς ἀρχαίους χρόνους, ἀρχίζει δὲ ἀπὸ τὴν Κρομμύου ἄκραν καὶ φθάνει στὸ ἀκρωτήριο Κλεῖδες), ὁ δὲ ἄλλος ταυτίζεται μὲ τὸ Σταυροβούνι (ποὺ ἀποτελεῖ προέκταση τοῦ Ἀῴου ὄρους, τοῦ ἀνατολικοῦ δηλ. κλάδου τῆς ὀροσειρᾶς τοῦ Ὀλύμπου, κλάδοι τοῦ ὁποίου εἶναι καὶ ὁ Ἀκάμας καὶ τὸ Κούριον ὄρος καὶ ὁ Σόλος [ὄνομα βουνοῦ κατὰ τὸν Σουίδα], καὶ τὸ Ἀῷον μὲ τὸ μαστοειδὲς ὄρος Ὄλυμπος, στὰ βόρεια τοῦ ὁποίου βρίσκεται σήμερα ἡ κωμόπολη Λύμπια [προφανῶς ΟΛΥΜΠΙΑ] καὶ ὅπου ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔκτισε ναὸ καὶ ἀπέθεσε σ' αὐτὸν μέρος τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὴ σημερινὴ Μονὴ Σταυροβουνίου τὴν ἄδυτον γυναιξί).

9-10. Ἀφροδίτης Ἀκραίας ναόν, ἄδυτον γυναιξὶ καὶ ἀόρατον: Ἀκραία Ἀφροδίτη (ἀπὸ τὸ ἄκρα, ἀκρωτήριο ἀλλὰ καὶ ἀκρώρεια) ἐμφανίζεται καὶ σὲ ἐπιγραφὲς Κυπριακές: SEG23 18 [1962] ἀρ. 578: ΑΚΕΠ2 Δα΄ 17.30, ἀπὸ τὴν περιοχὴ Παλαιπάφου) [Νὴ τ]ὴ̣ν ἡμετέραν Ἀκραίαν Ἀφροδίτην (βλ. ἀνωτ. Ε7 σχόλ. σ.στ. 1, μὲ Πίν. 66), καὶ AJA24 65 (1961) 125 ἀρ. 26: ΑΚΕΠ2 Δα΄ 20.17, ἀπὸ τὸ Ριζοκάρπασο τῆς ἐδῶ σχολιαζόμενης περιοχῆς Καρπασίας) στ. 11-12 τῆ παρ' ἡμῖν | Ἀφ̣[ροδίτη τῆ ἐπὶ τοῖς] ἄκροις καὶ 20 [τῆ]ς Ἀκρέας Ἀφροδίτης (ε ἀντὶ αι, βλ. καὶ τὸ ἐδῶ ἑπόμενο κὲ καὶ ΑΚυΓ211 11 Ε 42.2 λάμπετε ἀντὶ λάμπεται, μὲ σχόλ. σ.λ., ὅπου καὶ ἀνάλογα παραδείγματα ἀπὸ ἐπιγραφές). Κοντὰ βρισκόταν ἡ πόλη Οὐρανία κατὰ τὸν Διόδ. Σικ. 20.47.2 κατεστρατοπέδευσεν (sc. ὁ Δημήτριος) ἐν τῇ παραλίᾳ τῆς Καρπασίας, καὶ (...) τοῖς πλησιοχώροις προσβολὰς ποιησάμενος εἷλε κατὰ κράτος Οὐρανίαν καὶ Καρπασίαν, ποὺ προφανῶς πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὴν Οὐρανίαν Ἀφροδίτην (πβ. τὴ μαρτυρία τοῦ Νόνν. Διον. 13. 452 κἑ. καὶ [sc. ἐθωρήσσοντο οἵ τε λάχον, στὴν ἐνδιαφέρουσα Κυπριακὴ ἑνότητα τῶν στ. 432 κἑ., γιὰ τὴν ὁποία βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ5 29 κἑ.] Οὐρανίης πέδον ἕδρης | αἰθερίου κενεῶνος ἐπώνυμον, ὅττι πολίτας | ἔτρεφεν ἀστράπτοντας ἐπουρανίων τύπον ἄστρων, | οἵ τ' εἶχον Κραπάσειαν [= Καρπασίαν], ἁλιστεφὲς οὖδας ἀρούρης κ.λπ.), κατὰ τὸν Χατζηιωάννου2 (Ε΄ 178, μὲ ἀναφορὰ καὶ στὸ σημερινὸ τοπων. Ἀφέντρικα ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὸν ἐκεῖ ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Ἀφέντρας). Ἔτσι ἡ ὑπόθεση τοῦ ἴδιου (ὅ.π., μὲ παραπομπές) ὅτι τὸ ἐδῶ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης ἦταν ἄδυτον γυναιξὶ καὶ ἀόρατον γιατὶ ἦταν ἀφιερωμένο στὴν Οὐρανίαν Ἀφροδίτην, ἔχει ἰσχυρὰ ἐρείσματα. Εὔλογη εἶναι καὶ ἡ ὑπόθεση (ὅ.π.) ὅτι ὁ λόφος τραχὺς ὑψηλὸς καὶ τραπεζοειδής, ἱερὸς Ἀφροδίτης, ποὺ ὑπέρκειται τοῦ ἀκρωτηρίου Πηδάλιον (νότια τῆς Σαλαμῖνος καὶ ἀνατολικὰ τοῦ Κιτίου), ἦταν ἐπίσης ἀφιερωμένος στὴν Οὐρανίαν Ἀφροδίτη. Δύσκολα ἐπίσης θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀποφύγει τὸν πειρασμὸ τῆς ὑπόθεσης ὅτι καὶ στὸ μαστοειδὲς ὄρος Ὄλυμπος, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ σημερινὸ Σταυροβούνι (ὅπου ἡ σημερινὴ Ἱερὰ Μονὴ Σταυροβουνίου ἡ ἄδυτος γυναιξί) ἦταν ἐπίσης κτισμένος ναὸς ἈκραίαςΟὐρανίας Ἀφροδίτης ἄδυτος γυναιξί. (Νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Στράβ. δὲν περιοδεύει στὰ μὴ παράλια ἢ κοντινὰ στὶς ἀκτὲς μέρη τῆς Κύπρου, καὶ δὲν ἔχουμε ἔτσι σχετικὲς περιγραφές του. Γιὰ τὴν Ἀφροδίτην βλ. ΑΚυΓ 1/1β´7 καὶ ΑΚυΓ211 σχόλ. σ.λλ. Ἀφροδ(ε)ίτη, Κύπρις, Κυθέρεια, Κυπρία, Ἐπαφρόδ(ε)ιτος: βλ. Πίνακες.)

10. αἱ Κλεῖδες: νησία δύο προσκείμενα τῇ Κύπρῳ κατὰ τὰ ἑωθινὰ μέρη τῆς νήσου (Στράβ. 14.6.2, βλ. καὶ 14.6.4), ἔξω ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ἀκρωτήριο τὸ γνωστὸ σήμερα μὲ τὸ ὄνομα τῆς ἐκεῖ εὑρισκόμενης ὀνομαστῆς Μονῆς Ἀποστόλου Ἀνδρέα. Τὸ ὅλο συγκρότημα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐννέα νησάκια – βραχονησίδες, κι εἶναι νησιωτικὴ προέκταση τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας. Στὶς Κλεῖδες ἀναφέρεται καὶ ὁ Πτολεμ. (5.14.7) καὶ ὁ Θεοδωρίδας σ' ἕνα ἐπίγραμμά του γιὰ τὸν πνιγμὸ τοῦ προτελευταίου τῶν Κινυραδῶν βασιλέως τῆς Κύπρου Τιμάρχου (Ἀνθ. Παλ. 7.738, βλ. ΑΚυΓ211 11 Ε13 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. υἱὸν Τιμάρχου, μὲ παραπομπές).

10-11. πρόκεινται δὲ πλησίον (...) εἶθ' (...) καὶ μετὰ ταῦτα: ἡ στίξη τοῦ κειμένου στὶς ὣς τώρα ἐκδόσεις δὲν εἶναι ἱκανοποιητική. Τὸ πρόκεινται δὲ πλησίον αἱ Κλεῖδες καὶ ἄλλαι δὲ πλείους σαφῶς ἀναφέρεται στὰ προηγούμενα εἶτ' ἄκρα (Κλεῖδες, ὅπως καὶ τὰ προκείμενα νησιά) καὶ ὄρος, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποκοπῆ ἀπ' αὐτὰ μὲ τελεία πρὸ τοῦ πρόκεινται. Τὸ μετὰ ταῦτα (ἀναφερόμενο στὴν ὄχι κοντινὴ Σαλαμῖνα) δὲν μπορεῖ νὰ συνδεθῆ ἄμεσα μὲ τὸ πρόκεινται δὲ πλησίον, μὲ κόμμα μετὰ τὸ πλείους καὶ μετὰ τὸ νῆσοι. Πρόβλημα παραμένει ἂν θὰ πρέπει νὰ στίξει κανεὶς μὲ τελεία ἢ μὲ ἄνω τελεία μεταξὺ πλείους καὶ εἶθ' (ἀσφαλῶς ὄχι μὲ κόμμα, ὅπως ἂν συνοδευόταν τὸ εἶθ' ἀπὸ παρατακτικὸ σύνδεσμο: καὶ εἶθ' αἱ εἶτα δ' αἱ).

12. Ἄριστος ὁ συγγραφεύς: τὸ ὄνομα Ἄριστος εἶναι εὐρέως διαδεδομένο. Στὴν Κύπρο ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ ἐπιγραφές, ὅπως καὶ τὰ Ἀρίστων, Ἀρίσστους, κ.τ.τ. (βλ. PPC25 σσ. 39 κἑ., LGPN126, SEG23 20 [1964] 314 ἀρ. 9), συχνότατα δὲ ἐκτὸς Κύπρου· βλ. καὶ κατωτ. σχόλ. στὸ *Τ2(a-b). Τὸ συγγραφεύς, κατὰ τοὺς LSJ927 / LSK28 σ.λ. (Ι.), σημαίνει ἐκεῖνον ποὺ συλλέγει καὶ καταγράφει ἱστορικὰ γεγονότα, τὸν ἱστοριογράφο (Ξεν. Ἑλλ. 7.2.1 κ.ἀ.), ἀκολούθως δέ, γενικά, τὸν πεζογράφο σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸ ποιητής (Πλάτ. Φαῖδρ. 235c κ.ἀ.), ὅπως καὶ σήμερα ἐν μέρει (Μπαμπ. σ.λ., 2· ἀλλὰ καὶ [1.] «το πρόσωπο που ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή», καὶ [3. γενικότ. -σπάν.] «το πρόσωπο που έχει γράψει συγκεκριμένο κείμενο»). Γιὰ τὸν Ἄριστον τὸν Σαλαμίνιον βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Σαλαμῖνα (...) καὶ κατωτ. (συνοπτικά: Βαρβούνη29 ΜΛΜ 21-22).

  1. (1999-2001), Κύπρος: Η λεηλασία ενός πολιτισμού της Επιτροπής για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Κύπρου, Αθήνα.
  2. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑
  3. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑
  4. di Cesnola, L. P. (1877), Cyprus: Its Ancient Cities, Tombs, and Temples: A Narrative of Researches and Excavations during ten years' residence as American Consul in that Island, New York .
  5. Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  6. Μενάρδος, Σ. (1970), Τοπωνυμικαὶ καὶ Λαογραφικαὶ Μελέται, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών ,4 2η εκδ., Λευκωσία.
  7. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑
  8. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  9. Χατζηϊωάννου, Κ. (1969-1990), Τὰ ἐν Διασπορᾷ Α´ (τῶν ἐτῶν 1933-1969), Λευκωσία.a↑ b↑
  10. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1990), The Iliad: A Commentary, Vol. II: books 5-8, Cambridge.
  11. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  12. Παπαδόπουλλος, Θ. (1997-2000), Ἱστορία τῆς Κύπρου, τóμ. Α΄-Β΄, Λευκωσία.
  13. Diggle, J. (1981-1994), Euripides Fabulae, Oxford.
  14. Σεφέρης, Γ. (1955), Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ ', Αθήνα.
  15. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .
  16. Gjerstad, E. (1944), The Colonization of Cyprus in Greek Legend, OArch 3: 107-123.
  17. Cook, A. B. (1914-1925), Zeus: A Study in Ancient Religion, Vol. I-III, Cambridge.
  18. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.a↑ b↑
  19. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.a↑ b↑
  20. Janko, R. & Kirk G. S. (1992), The Iliad: A Commentary, Vol. IV: 13-16, Cambridge.
  21. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.
  22. Radt, S. (1977), Tragicorum Graecorum Fragmenta, Vol. IV: Sophocles, Göttingen.
  23. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.a↑ b↑
  24. Mitford, T. B. (1961), Further Contributions to the Epigraphy of Cyprus, AJA 65: 93-151.
  25. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  26. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  27. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  28. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  29. Βαρβούνης, Μ. Γ. (1990), Μυθολογικὰ καὶ Λαογραφικὰ Μελετήματα, Ἀθήνα.