You are here

T1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Yppocratis genus, vita, dogma vv. 15-21 (Schöne, p. 57)

1Discipulos habuit (sc. Yppocrates) plurimos quippe veluti primus

medicinae conscriptor. Quorum nobiles atque digne gloriosos Dra-

gonem et Thessalum suos filios  imbuit prudentia medicinae; item

Polibium  et Filionem , Dexippum, Apollonium , Praxagorem senio-

  rem;  item Coos multos2, Coorum domesticos  ac plurimum suos,

Archipolim, Timbreum, Tumulicum, Menalum , Siennesium ,

Poliarchonem et Bonum .

  1. [Vid. H. Schöne, "Bruchstücke einer neuen Hippokratesvita", RhM 58 (1903) 56-66 (57); vid. etiam Pinault HLL 24-26 cum adnot.]
  2. 5 multos, dubit. distinximus (multos ms., fort. recte).
Yppocratis genus, vita, dogma vv. 15-21 (Schöne, p. 57)

Μαθητὲς εἶχε πάμπολλους (ὁ Ἱπποκράτης), ὡς ὁ πρῶτος ἰατρικὸς

συγγραφέας. Μεταξὺ αὐτῶν ἐκπαίδευσε τοὺς εὐγενεῖς καὶ ἐπάξια

φημισμένους γιούς του Δράκοντα καὶ Θεσσαλὸ στὴν τέχνη τῆς ἰα-

τρικῆς· ἐπίσης τὸν Πόλυβο καὶ τὸν Φιλίωνα, τὸν Δέξιππο, τὸν Ἀ-

πολλώνιο, τὸν Πραξαγόρα τὸν πρεσβύτερο· ἐπίσης Κώους πολλούς,

ὑπηρέτες Κώων καὶ κατεξοχὴν τοὺς δικούς του, τὸν Ἀρχίπολη, τὸν

Θυμβραῖο, τὸν Τιμόλυκο, τὸν Μαίναλο, τὸν Συέννεση, τὸν Πο-

λύαρχο καὶ τὸν Βῶνο.


[Ἡ στίξη τοῦ στ. 5 εἶναι προβληματική· μὲ ἀμφιβολίες στίξαμε

μὲ κόμμα μετὰ τὸ multos: βλ. κατωτ. σχόλ. στὸ χωρίο.]

Σχόλια: 

Πηγή: Yppocratis genus, vita, dogma (ἀπόσπασμα: στ. 15-21 τῆς ἔκδοσης H. Schöne, "Bruchstücke einer neven Hippokratesvita"1, RhM 58 [1903] 56-66 [57]), σύντομη βιογραφία τοῦ Ἱπποκράτη ποὺ προτάσσεται σὲ κατάλογο ἔργων του στὸ τέλος τοῦ κειμένου τοῦ Θεοδώρου Πρισκιανοῦ σὲ χφ. τῶν Βρυξελλῶν (Bibliothèque de Bourgogne, Ms. 1342-1350, f. 52v) καὶ ἀναφέρεται συνήθως ὡς Βίος τῶν Βρυξελλῶν (βλ. καὶ Jouanna Ἱπποκρ.2 9-10, κ.ἀ.). Ὁ Schöne1 ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἐδῶ παρατιθέμενος καὶ σχολιαζόμενος κατάλογος τῶν μαθητῶν τοῦ Ἱπποκράτη (ὅπως καὶ ἡ γενεαλογία του καὶ ὁ κανών) ἀνάγεται σὲ Ἑλληνικὴ πηγή, καὶ ὅτι ὁμοιότητες τοῦ Λατινικοῦ κειμένου τοῦ χφ. τῶν Βρυξελλῶν μὲ τὸ κείμενο τοῦ Καιλίου Αὐρηλιανοῦ (παρόμοια χρήση λ.χ. τῆς λέξεως successus στὸ Tard. pass. 1.5.177: βλ. Schöne1 ὅ.π. σελ. 66) εἰσηγοῦνται ὡς term. p. quem γι' αὐτὸ τὸν 5ον αἰ. μ.Χ. (βλ. ὅμως Pinault HLL3 24 σημ. 98: ἡ χρονολόγηση αὐτὴ ἀπὸ τὸν Schöne1 δὲν ἐμπνέει πολλὴ σιγουριά, καθὼς καὶ τὸ ἔργο τοῦ Καίλιου Αὐρηλιανοῦ δὲν μπορεῖ νὰ χρονολογηθεῖ μὲ ἀντικειμενικότητα). Περισσότερα: Schöne1, ὅ.π. (σσ. 56-66) καὶ Pinault1 ὅ.π. (σσ. 24-26, μὲ σημ. 94 κἑ.)· γιὰ τὸν Ἱπποκράτη βλ. ἀνωτ. 31 *Τ4 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Hippocrate.

2-3. Dragonem et Thessalum suos filios: Filios reliquit Yppocrates duos ex Ablavia uxore sua, Thessalum et Dragonem, σημειώνεται στὰ ἀμέσως προηγούμενα τοῦ ἐδῶ ἀποσπ. (στ. 13-14). Οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Ἱπποκράτους, ὁ Δράκων καὶ ὁ Θεσσαλός, μνημονεύονται συχνὰ σὲ ἀρχαῖες πηγές, καὶ ὡς ἰατροὶ ἢ/καὶ συγγραφεῖς ἰατρικῶν ἔργων· βλ. σὺν τοῖς ἄλλοις: Σωραν. Ἱππ. βί. 15 (σελ. 178 Ilberg4) παῖδας δὲ κατέλιπε (sc. Ἱπποκράτης) {θανὼν} δύο, Θεσσαλὸν καὶ Δράκοντα, καὶ μαθητὰς παμπληθεῖς, ἐπιφανεστάτους δὲ τοὺς ἑαυτοῦ παῖδας {λέγεται γενέσθαι}· Γαλην. Εἰς Ἱππ. Π. φύσ. ἀνθρ. XV 110.12 κἑ. (EMG V 9.1 σελ. 58 Mewaldt) ταῦτα μὲν ὁ Διοσκορίδης ἔγραψεν εἰκάζων εἶναι τὴν προκειμένην ῥῆσιν Ἱπποκράτους τοῦ Θεσσαλοῦ υἱέος. δύο γὰρ υἱεῖς οὗτοι γεγόνασιν τοῦ μεγάλου Ἱπποκράτους, Θεσσαλὸς καὶ Δράκων, ὧν ἑκάτεροι πάλιν Ἱπποκράτεις ἐγέννησαν καὶ Εἰς Ἱππ. Προρρ. XVI 625.4 κἑ. (CMG5 V 9.2 σελ. 68 Diels6) Τὸ πολλάκις ἤδη καὶ πρόσθεν εἰρημένον ἐρῶ καὶ νῦν· ὁ συνθεὶς τὸ βιβλίον τοῦτο φαίνεται μὲν ἀπὸ τῆς αὐτῆς ὢν Ἱπποκράτει τῷ μεγάλῳ τέχνης, ἀπολείπεται δ' αὐτοῦ πάμπολυ, καὶ διὰ τοῦτο ἐνίοις μὲν ἔδοξεν τοῦ Δράκοντος Ἱπποκράτους, ἐνίοις δὲ τοῦ Θεσσαλοῦ τὸ σύγγραμμα τοῦτο εἶναι· δύο γὰρ υἱεῖς τοῦ μεγάλου Ἱπποκράτους ὁμολογοῦνται γεγενῆσθαι, Δράκων καὶ Θεσσαλός, ὧν ἑκατέρου πάλιν Ἱπποκράτης. εἴτ' οὖν ὑπὸ θατέρου τούτων, εἴτε καὶ ὑπ' ἄλλου τινὸς ἐγράφη τὸ βιβλίον, εἴτ' ἔφθασεν ὁ γράψας αὐτὸ πρὶν ἐκδοῦναι τοῖς Ἕλλησιν ἀποθανεῖν, περιττόν ἐστιν ἔργον ζητεῖν (βλ. καὶ Π. δυσπν. VII 855.1 κἑ., 890.16 κἑ., 959.14 κἑ., Π. κρισ. ἡμ. IX 859.16 κἑ., κ.ἀ.)· Cod. Laurent. 73.1 fol. 143v (Wellmann GMA7 σσ. 369-70), στ. 8-9 Dracon Hippocratis filius Cous καὶ 13-15 Thessalus Hippocratis filius Cous (fol. 142v [ὅ.π. σελ. 368], στ. 1-2: nomina auctorum medicinae Aegyptiorum vel Graecorum et Latinorum)· Σουίδ. σ.λ. Ἱπποκράτης (ι 564): παῖδας δὲ σχὼν δύο, Θεσσαλὸν καὶ Δράκοντα (πβ. ὅμως σ.λ. Δράκων [δ 1497]: υἱιδοῦς [δηλ. ἐγγονός] Ἱπποκράτους, τοῦ διασήμου ἰατροῦ, ἀπὸ Θεσσαλοῦ· πατὴρ δὲ Ἱπποκράτους· οὗ πάλιν γέγονε Δράκων, ἰατρὸς καὶ αὐτός, ὃς Ῥωξάνην ἰάτρευσε, συνοικοῦσαν Ἀλεξάνδρῳ τῷ Μακεδόνι) καὶ σ.λ. Θεσσαλός (θ 258): Κῷος ἰατρός, υἱὸς Ἱπποκράτους τοῦ διασήμου, οὗ πάλιν υἱοὶ Γοργίας καὶ Ἱπποκράτης. ἰατρικῶν βιβλίων γ´. Βλ. von Staden Heroph.8 σσ. 57 (T 16a: Anonymus Bambergensis) καὶ 64 (σημ. σ.στ. 2, σ.λλ. Thessalus καὶ Draco, μὲ τὶς πλεῖστες ἀπὸ τὶς ἀνωτ. παραπομπές, καὶ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία), καὶ σσ. 83-84 (T35 καὶ 36a) καὶ 87 (σ.λ. Thessalus). Βλ. ἐπίσης RE9 σ.λλ. Dracon (V2 [1905] 1663, M. Wellmann) καὶ Thessalos (VI1 [1936] 165-68, E. Diehl)· Jouanna Ἱπποκρ.2 9, 14 κἑ., 23, 38 κἑ., 55-56· κ.ἄ.

4. Polibium: τὸν Πόλυβον (βλ. κατωτ. F1.28 κἑ., μὲ σχόλ. σ.λ.), τὸν «γαμπρὸ τοῦ Ἱπποκράτη» (βλ. Pinault HLL3 25 μὲ σημ. 99 καὶ Jouanna Ἱπποκρ.2 61, κ.ἀ.) τὸν ὁποῖο μνημονεύει ὁ Ἀριστοτέλης (βλ. Schöne1 ὅ.π. σελ. 57 σημ. σ.στ. 17)· ἡ γραφὴ Πολύβιος ἀπαντᾶ καὶ στὴ χειρόγραφη παράδοση τοῦ Ἀριστοτέλη (κατωτ. F1.28)· καὶ στὸν Cod. Bamberg. L.III.8 (Med. I) ὁ Πόλυβος κρύβεται προφανῶς πίσω ἀπὸ τὴ γραφὴ Poliemmius (βλ. H. von Staden, "A new Testimonium about Polybus"10, Hermes 104 [1976] 494-96, καὶ Heroph. 57 [T16a] καὶ 64 [σ.λ. Polybus], πβ. ὅμως K. Sudhoff, AGM11 8 [1915] 412). Νὰ σημειωθεῖ ἡ ἀνάλογη ἀπόδοση τῶν ὀνομάτων τοῦ Θυμβραίου (Timbreum), τοῦ Συεννέσιος (Siennesium, βλ. καὶ κατωτ. F1.14 σχόλ. σ.λ. Συέννεσις ...) καὶ τοῦ Πολυάρχου (Poliarchonem) στοὺς στ. 6-7 τοῦ ἀποσπ. μας (i ἀντὶ y).

   Filionem: τὸν Φιλίωνα ("Filio" Pinault HLL3 25, «Φιλίων» Jouanna Ἱπποκρ.2 61), τῆς γενιᾶς προφανῶς τοῦ Πολύβου καὶ τῶν ἄλλων μαθητῶν τοῦ Ἱπποκράτη, μὴ μνημονευόμενος στὶς λοιπὲς βιογραφίες τοῦ Κώου ἰατροῦ. Μολονότι τὸ ὄνομα Φιλίων ἀπαντᾶ καὶ σὲ ἐπιγραφὲς τῆς Κῶ (ἀπὸ τὸ 200 π.Χ. καὶ ἀργότερα: βλ. LGPN112 σ.λ.), δύσκολα, νομίζουμε, μπορεῖ νὰ ἀποφύγει κανεὶς τὸν πειρασμὸ νὰ ἀναζητήσει πιθανὴ ταύτιση μὲ τὸν Φιλιστίωνα (βλ. κατωτ. 35 *F2.2, μὲ σχόλ. σ.λ. Philistion)· τὰ χρονικὰ δεδομένα δὲν φαίνεται νὰ εἶναι ἀπαγορευτικά.

   Dexippum, Apollonium: ὡς μαθητὲς τοῦ Ἱπποκράτη μνημονεύονται ἀπὸ τὸν Γαληνὸ μὲ ἀναφορὰ στὸν Ἐρασίστρατο: Π. φλεβοτ. πρὸς Ἐρασίστρ. XI 182.14 εἶτα δηλαδὴ σκώψομεν Ἀπολλώνιον καὶ Δέξιππον ἐπὶ λιμαγχονία; καίτοι καὶ τοῦτ' αὐτὸς ἐδίδαξε, βούλομαι μᾶλλον ὑπομνῆσαι (...)· Εἰς Ἱππ. Π. διαίτ. ὀξ. XV 478.1 οἱ μὲν περὶ τὸν Θεσσαλὸν ἐγκαλοῦσιν ὡς ἐμπιπλάντι τοὺς κάμνοντας, οἱ δὲ περὶ τὸν Ἐρασίστρατον ὡς λιμαγχονοῦντι τῷ Ἱπποκράτει. τὰ γὰρ εἰς Ἀπολλώνιον καὶ Δέξιππον τοὺς Ἱπποκράτους μαθητὰς εἰρημένα κατὰ τὸ πρῶτον Περὶ πυρετῶν Ἐρασιστράτῳ τὴν διαβολὴν τῆς λιμαγχονίας εἰς Ἱπποκράτην τὸν διδάσκαλον ἀναφερομένην ἔχει (...), 703.1 κἑ. Ἐρασίστρατος μὲν ἐν τοῖς Περὶ πυρετῶν κακοήθως πάνυ διαβάλλει τὸν Ἱπποκράτην, τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ δῆθεν μεμφόμενος Ἀπολλώνιόν τε καὶ Δέξιππον, οὕς φησι κηρίνους κυάθους δώδεκα ποιήσαντας εἰς τὸν ἑκτημορίτην τῆς κοτύλης κύαθον ἕνα τούτων ἢ δύο ἀπομετρεῖν τοῖς πυρέττουσιν (...) καὶ 11 κἑ. (...) πρὸς τὸν ἔλεγχον τῆς Ἐρασιστράτου κακοηθείας, ὃς Ἀπολλωνίου μὲν καὶ Δεξίππου μνημονεύει μηδὲν ἔχων αὐτῶν δεῖξαι βιβλίον, Ἱπποκράτους δ' αὐτοῦ λέγοντος σαφῶς οὐκ ἀκούει (...), 744.1 κἑ. Τοῦτο τὸ βιβλίον, εἰ καὶ μὴ Ἱπποκράτους ἐστὶ σύγγραμμα, παλαιὸν γοῦν ἐστιν, ὡς κατὰ τοὺς Ἐρασιστράτου χρόνους ἤδη προσκεῖσθαι τῷ γνησίῳ. θαυμαστὸν οὖν ὅπως ἐτόλμησεν εἰς Ἀπολλώνιον καὶ Δέξιππον ἀποσκῶψαι τὰ περὶ κηρίνων κυλίκων ὁ Ἐρασίστρατος· ὁ γὰρ ταῦτα γράψας τὴν Ἱπποκράτους γνώμην ἄμεινον Ἐρασιστράτου γινώσκων, ὁπόσον ἐθέλουσι πίνειν ἐπιτρέπει τοῖς καυσουμένοις (πβ. ψ.-Γαλην. Θρασύβ. Ι 144.13 κἑ.). Ὁ Δέξιππος μνημονεύεται ἐπίσης ἀπὸ τὸν Ἀνών. Λονδ., Ἰατρ. 12.8 κἑ. (Jones13), καὶ ἀπὸ τὸν Σουίδα, σ.λ. Δέξιππος (δ 238): Κῷος ἰατρός, Ἱπποκράτους μαθητής· ὃς μεταπεμφθεὶς ὑπὸ Ἑκατόμνου τοῦ Καρῶν βασιλέως ἰάσασθαι αὐτοῦ τοὺς παῖδας ἀπογνωσθέντας Μαυσωλὸν καὶ Πιξώδαρον, ἐπὶ ὑποσχέσει ἰάσατο τοῦ παῦσαι τὸν πρὸς Κᾶρας τότε αὐτοῖς ἐνεστῶτα πόλεμον. ἔγραψεν Ἰατρικὸν βιβλίον α´ καὶ Περὶ προγνώσεων β´. Βλ. Jouanna Ἱπποκρ.2 61, μὲ σημ. 29-31 (σελ. 557).

4-5. Praxagorem seniorem: κατὰ τὸν Jouanna (Ἱπποκρ.2 66-67), «Έχουμε (...) ένα ωραίο παράδειγμα της συνέχειας της ιπποκρατικής διδασκαλίας στην Κω, αν παραδεχτούμε πως ο Πραξαγόρας, ο περισσότερο ένδοξος των Ασκληπιαδών της Κω μετά τον Ιπποκράτη, είναι ο εγγονός του Πραξαγόρα του Πρεσβύτερου ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Ιπποκράτη»· και στη σημ. 49 (σελ. 559) προσθέτει: «Ο Τζέτζης, Χιλιάδες, στ. 969 παραθέτει τον Πραξαγόρα, χωρίς καμμία άλλη μνεία, ανάμεσα στους μαθητές του Ιπποκράτη. Θα πρέπει να συγχέει βεβαίως τους δύο Πραξαγόρες». (Γιὰ τὸν Πραξαγόρα τὸν Κῶο [τὸν νεώτερο] βλ. ἀνωτ. 31 F3 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Praxagorae.)

5. Coos multos, Coorum domesticos (...): ἡ σύνταξη τοῦ κειμένου προβληματίζει, καθὼς δίνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι ὅλοι οἱ ἀναφερόμενοι στὴ συνέχεια μαθητὲς τοῦ Ἱπποκράτη (στ. 6-7) εἶναι Κῶοι καὶ μάλιστα ὑπηρέτες Κώων (κυρίως δικοί του)· ὁ Συέννεσις ὅμως εἶναι Κύπριος (κατὰ τὴ ρητὴ μαρτυρία τοῦ Ἀριστοτέλη: κατωτ. F1.14), καὶ ἡ προσφυγὴ σὲ ὑπόθεση μὴ ταύτισης τοῦ ἐδῶ μνημονευόμενου Συεννέσιος μὲ τὸν Κύπριο γιατρὸ δὲν φαίνεται εὔλογη. Ἡ στίξη μὲ κόμμα μετὰ τὸ multos (ὁπότε γίνεται διάκριση ἀνάμεσα στοὺς Coos multos καὶ τοὺς Coorum domesticos) φαίνεται νὰ ἐπιλύει τὸ πρόβλημα, ἐν μέρει τουλάχιστον: ὁ Συέννεσις ὁ Κύπριος ἀνήκει στὴ δεύτερη κατηγορία· ζεῖ στὸ σπίτι τοῦ Ἱπποκράτη (ἢ ἄλλου Κώου) ὡς «ὑπηρέτης», ὡς «δοῦλος» (πβ. τὴν περίπτωση τοῦ Ἴστρου τοῦ Παφίου: βλ. ΑΚυΓ314 25 T1, μὲ σχόλ. σ.στ. 1-2 καὶ 2-4: σσ. 531-32) ἢ μᾶλλον ὡς οἰκότροφος βοηθὸς-μαθητής (τὸ τελευταῖο εἶναι πιὸ συμβατὸ μὲ τὴν πληροφορία τοῦ Ἀριστοτέλη). Σὲ κάθε περίπτωση, ἡ ἀκριβὴς σημασία τοῦ ἐδῶ domesticos παραμένει ἀβέβαιη (ὅπως καὶ τῆς ἀντίστοιχης Ἑλληνικῆς λέξεως οἰκέτης: βλ. LSJ915 σ.λ.), μὴ ἀπο­κλειομένης τῆς διαφορετικῆς σημασίας κατὰ περίπτωση· οἱ σχετικὲς πληροφορίες εἶναι ἀνύπαρκτες ἢ ἀβέβαιες, ἐν γένει δὲ μὴ διαφωτιστικὲς γιὰ τὴ σχέση αὐτή.

6. Archipolim, Timbreum, Tumulicum, Menalum: τὸν Ἀρχίπολιν (ἢ Ἀρχέπολιν), τὸν Θυμβραῖον, τὸν Τιμόλυκον, τὸν Μαίναλον (βλ. καὶ Jouanna Ἱπποκρ.2 61: μὲ ἀμφιβολίες γιὰ τὸν Τιμόλυκον). Τὰ ὀνόματα Ἀρχέπολις καὶ Τιμόλυκος, ὅπως καὶ τὸ Πολύαρχος (βλ. κατωτ.), ἀπαντοῦν καὶ σὲ ἐπιγραφὲς τῆς Κῶ (βλ. Schöne1 σ.στ. 19 καὶ 20 [σ.λλ.] καὶ LGPN112 σ.λλ. Ἀρχέπολις [πβ. Ἀρχίπολις], Τιμόλυκος, Πολύαρχος: οἱ παλαιότερες σχετικὲς ἐπιγραφὲς χρονολογοῦνται στὸν 3ον αἰ. π.Χ.). Τοῦ Θυμβραίου τὸ ὄνομα, γνωστὸ ἤδη ἀπὸ τὸν Ὅμηρο (τὸν Θυμβραῖον, τὴν Θύμβρην καὶ τὸν Θυμβραῖον Ἀπόλλωνα: βλ. CIl16 σ.στ. Λ 320 καὶ Κ 428-31, καὶ ΕλλΜ17 5.87, 150, κ.ἀ.), δὲν ἀπαντᾶ στὶς σωζόμενες ἐπιγραφὲς τῆς Κῶ (καὶ τοῦ Αἰγαίου ἐν γένει)· μνημονεύεται ὅμως ἀπὸ τὸν Σουίδα (ι 568: Ἱπποκράται δύο, ε´ καὶ στ´, ἰατροί, Θυμβραίου παῖδες, Κῷοι καὶ αὐτοί, τοῦ αὐτοῦ γένους. ἔγραψαν ἀμφότεροι εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιστήμην), κατὰ τρόπον ποὺ δὲν ἀποκλείει ταύτισή του μὲ τὸν μαθητὴ τοῦ Ἱπποκράτη Θυμβραῖον (κατὰ τὸν Schöne1 σ.στ. 20 σ.λ. Timbreum: "gemeint ist Θυμβραῖος; Suid. Ἱπποκράται δύο" κ.λπ.), μολονότι τὸ τοῦ αὐτοῦ γένους φαίνεται προβληματικό. (Γιὰ τὴν –ἀβέβαιη– ἐτυμ. τῆς λέξεως θύμβρα [«πικρά τις καὶ δριμεῖα βοτάνη» LSK18 σ.λ.], συχνὰ ἀναφερομένης στὰ ἀρχαῖα ἰατρικὰ κείμενα, βλ. Chantraine19 σ.λ., μὲ παραπομπές.)

   Siennesium: τὸν Συέννεσιν τὸν Κύπριον, ποὺ μνημονεύει ὁ Ἀριστοτέλης (Schöne1 σ.στ. 20, σ.λ.). Κατὰ τὸν Jouanna (Ἱπποκρ.2 61), ἡ καταγωγὴ τοῦ Συέννεση ἀπὸ τὴν εὑρισκόμενη στὰ ἀνατολικὰ τῆς Κῶ Κύπρο «αφήνει να εννοηθεί ότι θα πρέπει να ήταν μαθητής του διδασκάλου της Κω ενόσω ο τελευταίος ήταν ακόμα στην Κω» (βλ. καὶ Grmek WMTh20 29, μὲ σημ. 27), πρὶν τὸ 420 π.Χ., ἀφοῦ ὁ ὀνομαστὸς Κῶος ἰατρὸς «είναι ήδη εγκατεστημένος στη Θεσσαλία την εποχή της εκδήλωσης εκεί ενός λιμού που χρονο­λογείται μεταξύ των ετών 419 και 416 π.Χ.» (ὅ.π. 34). Ἐνισχύεται ἔτσι περαιτέρω ἡ τοποθέτηση τοῦ Κύπριου ἰατροῦ στὸν 5ον αἰ. π.Χ. (βλ. καὶ κατωτ. F1.14 καὶ 27-28, σχόλ. σ.λλ. Συέννεσις μὲν ὁ Κύπριος ἰατρὸς καὶ Συέννεσις (...) καὶ Διογένης), ἀλλὰ παραμένει ἀβέβαιη ἡ ἀκριβέστερη χρονολόγηση βάσει τῶν ἀνωτέρω δεδομένων (ἀβέβαιων ἐπίσης). Προβάλλει ἔτσι εὔλογη ἡ ὑπόθεση ὅτι οἱ γνώσεις τοῦ Ἱπποκράτη γιὰ Κυπριακὲς φαρμακευτικὲς ὕλες (βλ. ἀνωτ. 31 *T4 σχόλ. σ.στ. 2 σ.λ. Hippocrate) ὀφείλονται στὸν Κύπριο μαθητή του.

7. Poliarchonem et Bonum: τὸν Πολύαρχον καὶ τὸν Βῶνον («Πολυάρχων και Βώνος» κατὰ τὸν Jouanna, Ἱπποκρ.2 61). Ὅπως παρατηρεῖ ἤδη ὁ Schöne1 (σ.στ. 20, σ.λ. Poliarchonem), τὸ ὄνομα Πολύαρχος ἀπαντᾶ σὲ ἐπιγραφὲς τῆς Κῶ (βλ. LGPN112 σ.λ., μὲ πιὸ χαρακτηριστικὴ τὴν ὑπ' ἀρ. 19 ["iii/ii BC NS 544"]: Πο<λ>ύαρχος Ἱπποκράτευς).

  1. Schöne, H. (1903), Bruchstücke einer neven Hippokratesvita, RhM 58: 55-66.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑
  2. Jouanna, J. (1998), Ιπποκράτης, μτφρ. Δ. Δ. Τσιλιβέρδης Αθήνα.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  3. Pinault, J. R. (1992), Hippocratic Lives and Legends, Studies in Ancient Medicine,4 Leiden – New York – Köln .a↑ b↑ c↑
  4. Ilberg, I. (1927), Sorani Gynaeciorum libri IV, De signis fracturarum, De fasciis, Vita Hippocratis secundum Soranum, CMG,IV Leipzig and Berlin.
  5. Corpus Medicorum Graecorum, Berlin.
  6. Diels, H. (1893), Anonymi Londinensis ex Aristotelis iatricis Menoniis et aliis medicis eclogae, Supplementum Aristotelicum, ΙΙΙ.1 Berlin.
  7. Wellmann, M. (1888), Zur Geschichte der Medicin im Alterthum(e), Hermes 23 / 35: 556-566 / 349-384.
  8. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .
  9. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .
  10. von Staden, H. (1976), A new Testimonium about Polybus, Hermes 104: 494-496.
  11. Sudhoff, K. (1915), Zum Regimen sanitatis salernitanum, AGM 8: 221-429.
  12. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.a↑ b↑ c↑
  13. Jones, W. H. S. (1947), The Medical Writings of Anonymus Londinensis, London.
  14. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  15. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.
  16. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.
  17. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  18. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .
  19. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  20. Grmek, M. D. (1998), Western Medical Thought From Antiquity to the Middle Ages, μτφρ. Shugaar, A. Harvard.