You are here

T1

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Strab. Geogr. 14.6.3

1Εἶτ' (sc. ἐστὶν) Ἀφροδίσιον , καθ' ὃ στενὴνῆσος· εἰς γὰρ

Σαλαμῖνα  ὑπέρβασις σταδίων ἑβδομήκοντα. εἶτ'2 Ἀχαιῶν ἀκτή ,

ὅπου Τεῦκρος προσωρμίσθη πρῶτον ‹ὁ› κτίσας3 Σαλαμῖνα τὴν

ἐν Κύπρωι  ἐκβληθείς, ὥς φασιν, ὑπὸ τοῦ πατρὸς Τελαμῶνος.

  εἶτα Καρπασία πόλις ↓ λιμένα ἔχουσα, κεῖται δὲ κατὰ τὴν ἄκραν4

τὴν Σαρπηδόνα· ἐκ δὲ τῆς Καρπασίας ὑπέρβασίς ἐστιν ἰσθμοῦ

τριάκοντα σταδίων πρὸς τὰς νήσους τὰς Καρπασίας  καὶ τὸ

νότιον πέλαγος. εἶτ' ἄκρα καὶ ὄρος· ἡ δ' ἀκρώρεια καλεῖται

Ὄλυμπος , ἔχουσα Ἀφροδίτης Ἀκραίας ναόν, ἄδυτον γυναιξὶ

καὶ ἀόρατον · πρόκειν­ται δὲ πλησίον αἱ Κλεῖδες , καὶ ἄλλαι δὲ

πλείους. εἶθ' αἱ Καρπάσιαι5 νῆσοι. καὶ μετὰ ταῦτα6  ἡ Σαλαμίς,

ὅθεν ἦν7 Ἄριστοςσυγγραφεύς . εἶτ' Ἀρσινόη πόλις καὶ λιμήν .

εἶτ' ἄλλος8 λιμὴν Λεύκολ‹λ›α9 . εἶτ' ἄκρα Πηδάλιον , ἧς ὑπέρκει-

ται λόφος τραχύς, ὑψηλός, τραπεζοειδής, ἱερὸς Ἀφροδίτης , εἰς10

ὃν ἀπὸ Κλειδῶν στάδιοι ἑξακόσιοι ὀγδοήκοντα. εἶτα κολπώ-

δης καὶ τραχὺς παράπλουςπλείων εἰς11 Κίτιον12,13 · ἔχει δὲ λιμένα

κλειστόν· ἐντεῦθέν ἐστι Ζήνων τε14 ὁ τῆς Στωικῆς αἱρέσεως ἀρ-

χηγέτης  καὶ Ἀπολλώνιος ἰατρός · ἐντεῦθεν εἰς Βηρυτὸν

στάδιοι χίλιοι πεντακόσιοι.

  1. [Vid. Strab. Geogr., edd. Koraës, Kramer, Müller, Meineke, Jones, Radt (cum siglis); ΑΚΕΠ Β´ 153 (pp. 317-18), Γα´ 73 (10 πρόκεινται – 12 συγγραφεύς) et Γα´ 106 (16 εἰς Κίτιον – 18 ἰατρός); FGrH 143 Τ 1 (11 Σαλαμίς – 12 συγγραφεύς).] 1 sqq. post ἑβδομήκοντα (v. 2), πέλαγος (v. 8), πλείους (v. 11, vid. et Radt), νῆσοι (v. 11), συγγραφεύς (v. 12, sec. Koraës), καὶ λιμήν (v. 12), Λεύκολλα (v. 13), ὀγδοήκοντα (v. 15, sec. Koraës) forte distinximus; ante πρόκεινται δὲ πλησίον (v. 10) cett. (exc. Radt) fortius
  2. 2 vv.ll. εἶτα et χάρων
  3. 3 ‹ὁ› κτίσας Radt; [] κτίσας Kramer (adnotans: « om. codd. edd., sed necessarium est») et Müller; κτίσας Meineke, Jones (adnotans: ", before κτίσας, Kramer inserts; so the later editors"), Hadjioannou: κτίσας (πρῶτον, κτίσας) Koraës
  4. 5 τὴν ἄκραν om. B
  5. 11 Καρπάσιαι Müller (et Muller – Dübner) Jones; iteravimus coll. 17 F1a.3 sqq. Κραπάσεια et Καρπάσεια (vid. ΑΚυΓ3 17 F1, schol.: pp. 414, 418, 419), nunc τὰ Καρπάσια (et Καρπάσιν Καρπάσιον): Καρπασίαι edd. plerique ‖
  6. v.l. ταύτας (it. multi, fort. recte)
  7. 12 ἦν om. F
  8. 13 ἄλλος om. E ‖
  9. Λεύκολλα Casaubonus (et post eum edd.): λεύκολα codd. ‖
  10. ἧς F («qui verum servavit, a Coraë de coni. restitum» Kramer): εἰς ἣν codd. rell.
  11. 14-15 εἰς ὃ F
  12. 16 Κίτιον Xylander: κήτιον codd. ‖
  13. «excidisse nonnulla post Κίτιον haud iniuria Grosk. suspicatur, audacius proponens haec: πολίχνιον μέν ἐστι τὸ Κίτιον, coll. Suida s.v.» Kramer (sed vid. Suid. s.vv. Ζήνων [ζ 79, πόλις δ' ἐστὶ Κύπρου τὸ Κίτιον] et ‹Κιτιεύς› [κ 1685, ‹Κίτιον γὰρ πόλις Κύπρου· ἔνθεν καὶ Ζήνων ὁ Κιτιεύς]); lac. stat. etiam Meineke (et post eum Hadji.), fort. recte
  14. 17 τε om. E.
Στράβ. Γεωγρ. 14.6.3

Ἔπειτα (εἶναι) τὸ Ἀφροδίσιο, στὸ σημεῖο ποὺ στενεύει τὸ νησί· γιατὶ

ἡ ἀπόσταση ὣς τὴ Σαλαμίνα εἶναι ἑβδομήντα στάδια. Ἔπειτα ἡ

Ἀχαιῶν ἀκτή, ὅπου προσορμίστηκε τὴν πρώτη φορὰ ὁ Τεῦκρος

πού 'κτισε τὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου, διωγμένος, ὅπως λέν, ἀπὸ τὸν

πατέρα του Τελαμώνα. Ἔπειτα ἡ Καρπασία, πόλη πού 'χει λιμάνι,

βρίσκεται δὲ ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριο Σαρπηδόνα· κι ἀπὸ τὴν

Καρπασία πρὸς τὰ νησιὰ Καρπάσια καὶ τὸ νότιο πέλαγος εἶναι μιὰ

στενὴ λωρίδα γῆς τριάντα σταδίων. Ἔπειτα ἀκρωτήριο καὶ ὄρος· ἡ

δὲ βουνοκορφὴ καλεῖται Ὄλυμπος, κι ἔχει ναὸ τῆς Ἀκραίας Ἀφρο-

δίτης, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται στὶς γυναῖκες ἡ εἴσοδος ἢ ἡ θέα· μπροστὰ

δὲ ἀπὸ τὶς ἀκτὲς ἐκεῖ κοντὰ βρίσκονται οἱ Κλεῖδες κι ἄλλα πολλὰ

νησιά. Ἔπειτα τὰ νησιὰ Καρπάσια. Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἡ Σαλαμί-

να, ἀπ' ὅπου ἦταν ὁ Ἄριστος ὁ συγγραφέας. Ἔπειτα ἡ Ἀρσινόη,

πόλη καὶ λιμάνι. Ἔπειτα ἕνα ἄλλο λιμάνι ἡ Λεύκολλα. Ἔπειτα τὸ

ἀκρωτήριο Πηδάλιο, τοῦ ὁποίου ὑπέρκειται ἕνας λόφος κακοτρά-

χαλος, ὑψηλός, τραπεζοειδής, ἀφιερω­μένος στὴν Ἀφροδίτη, μέχρι

τὸν ὁποῖο ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὶς Κλεῖδες εἶναι ἑξακόσια ὀγδόντα στά-

δια. Ἔπειτα ὁ παράπλους (ἕνα παραλιακὸ ταξίδι) σὲ μιὰν ἀκτὴ γε-

μάτη κόλπους καὶ ἀνώμαλη στὸ μεγαλύτερό της μέρος ὣς τὸ Κίτιο,

πού 'χει λιμάνι κλειστό· ἀπὸ ἐδῶ κατάγεται καὶ ὁ Ζήνων ὁ ἱδρυτὴς

τῆς Στωικῆς φιλοσοφίας καὶ ὁ Ἀπολλώνιος ὁ ἰατρός· ἀπὸ ἐδῶ

ὣς τὴ Βηρυτὸ (ἡ ἀπόσταση εἶναι) χίλια πεντακόσια στάδια.

Σχόλια: 

Πηγή: Στράβων (Γεωγρ. 14.6.3, ἐκδ. Koraës1, Kramer2, Müller3, Meineke4, Jones5, Χατζηιωάννου6, καὶ Radt7), Ἀμασεύς, φιλόσοφος, κατὰ τὸν Σουίδα (σ.λ.: T1 J.8), ὁ ὁποῖος γέγονεν ἐπὶ Τιβερίου Καίσαρος καὶ ἔγραψε Γεωγραφίαν ἐν βιβλίοις ιζ´, ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ ἀπέκτησε τὴ φήμη του ὡς γεωγράφος, μολονότι ἔγραψε καὶ Ἱστορικὰ ὑπομνήματα (47 βιβλία, κυρίως γιὰ τὰ μετὰ Πολύβιον, ἐν λόγοις μγ´ [βι. 5-47], κατὰ τὸν Σουίδα σ.λ. Πολύβιος [T2 J.8] κ.ἄ., ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὅμως σώζονται μόνο ἀποσπάσματα). Τῆς τοῦ φιλοσόφου πραγματείας, σημειώνει ὁ ἴδιος στὴν ἀρχὴ τῶν Γεωγραφικῶν του (1.1.1), εἶναι νομίζομεν, εἴπερ ἄλλην τινά, καὶ τὴν γεωγραφικήν, ἣν νῦν προῃρήμεθα ἐπισκοπεῖν. ὅτι δ' οὐ φαύλως νομίζομεν ἐκ πολλῶν δῆλον· οἵ τε γὰρ πρῶτοι θαρρήσαντες αὐτῆς ἅψασθαι τοιαῦτοί τινες ὑπῆρξαν, Ὅμηρός τε καὶ Ἀναξίμανδρος ὁ Μιλήσιος καὶ Ἑκαταῖος (...)· καὶ Δημόκριτος δὲ καὶ Εὔδοξος καὶ Δικαίαρχος καὶ Ἔφορος (...), Ἐρατοσθένης τε καὶ Πολύβιος καὶ Ποσειδώνιος, ἄνδρες φιλόσοφοι. ἥ τε πολυμάθεια, δι' ἧς μόνης ἐφικέσθαι τοῦδε τοῦ ἔργου δυνατόν, οὐκ ἄλλου τινός ἐστιν ἢ τοῦ τὰ θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπεια ἐπιβλέποντος, ὧνπερ τὴν φιλοσοφίαν ἐπιστήμην φασίν (...). (Βλ. συνοπτικά, μὲ βιβλιογραφία: Lesky ΙΑΕΛ59 1213 κἑ. καὶ 1221 καὶ East. – Knox ΙΑΕΛ410 839 κἑ. καὶ 1067-68. Περισσότερα: W. Aly, Untersuchungen über Text, Aufbau und Queller der Geographica11 [Strabonis Geographica, τόμ. 4], Bonn 1957. Τελευταία ἔκδοση: St. Radt, Strab.7 [βλ. "Prolegomena", τόμ. 1, σσ. VII-XXI].)
   Πότε ἀκριβῶς γεννήθηκε καὶ πέθανε ὁ Στράβων, ποὺ ἀποτελεῖ term. a. quem γιὰ τὸν Ἀπολλώνιον τὸν Κιτιέα (καὶ τὸν Ποσειδώνιο, τὸν Ἡρακλείδη τὸν Ἐρυ­θραῖο, τὸν Χρύσερμο κ.ἄ.) δὲν εἶναι γνωστό. Ἔζησε περίπου 45 χρόνια (γέννηση περὶ τὸ 64 π.Χ. – θάνατος μετὰ τὸ 23 μ.Χ.). Καθὼς ὅμως ἡ συγγραφὴ τῶν Γεωγραφικῶν του φαίνεται νὰ ἔχει ὁλοκληρωθεῖ τὸ 7 π.Χ. (βλ. von Staden Heroph.12 531 μὲ σημ. 13, ὅπου καὶ ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία, καὶ 555 μὲ σημ. 1), δίνεται ἕνας term. a. quem πιὸ ἐξειδικευμένος γιὰ τὸν Ἀπολλώνιο (ὅπως καὶ γιὰ τὸν Ἡρακλείδη τὸν Ἐρυθραῖο καὶ τὸν Χρύσερμο [κατωτ. *T3.8 σχόλ. σ.λλ.], τὸν Ποσειδώνιο [κατωτ. Π1.1.24 σχόλ. σ.λ.], κ.ἄ.: βλ. von Staden12 ὅ.π. καὶ σσ. 525-26 καὶ 540 κἑ.).
Κύπρος μνημονεύεται συχνὰ στὰ Γεωγραφικὰ τοῦ Στράβωνος (βλ. ΑΚΕΠ6 Ε´ Γεν. πίν., σελ. 401 σ.λ. Στράβων), μὲ ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα τὴν ἀναφορὰ στὸν Ποσειδώνιο καὶ τὸν Κύπριο χαλκό (3.4.15 ἐπεί, φησὶν ὁ Ποσειδώνιος, καὶ ὁ Κύπριος χαλκὸς μόνος φέρει τὴν καδμείαν λίθον καὶ τὸ χαλκανθὲς καὶ τὸ σπόδιον) καὶ στὰ ἄφθονα μέταλλα χαλκοῦ στὴν πέμπτη παράγραφο τοῦ κεφαλαίου γιὰ τὴν Κύπρο (14.6.5, γιὰ τὶς ἀρετὲς τοῦ νησιοῦ): κατ' ἀρετὴν δ' οὐδεμιᾶς τῶν νήσων λείπεται· καὶ γὰρ εὔοινός ἐστι καὶ εὐέλαιος σίτῳ τε αὐτάρκει χρῆται· μέταλλά τε χαλκοῦ ἐστιν ἄφθονα τὰ ἐν Ταμασσῷ, ἐν οἷς τὸ χαλκανθὲς γίνεται καὶ ὁ ἰὸς τοῦ χαλκοῦ, πρὸς τὰς ἰατρικὰς δυνάμεις χρήσιμα. φησὶ δ' Ἐρατοσθένης τὸ παλαιὸν ὑλομανούντων τῶν πεδίων ὥστε κατέχεσθαι δρυμοῖς καὶ μὴ γεωργεῖσθαι, μικρὰ μὲν ἐπωφελεῖν πρὸς τοῦτο τὰ μέταλλα δενδροτομούντων πρὸς τὴν καῦσιν τοῦ χαλκοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου, προσγενέσθαι δὲ καὶ τὴν ναυπηγίαν τῶν στόλων ἤδη πλεομένης ἀδεῶς τῆς θαλάττης καὶ μετὰ δυνάμεων· ὡς δ' οὐκ ἐξενίκων, ἐπιτρέψαι τοῖς βουλομένοις καὶ δυναμένοις ἐκκόπτειν καὶ ἔχειν ἰδιόκτητον καὶ ἀτελῆ τὴν διακαθαρθεῖσαν γῆν.
  Τὸ ἐδῶ χωρίο βρίσκεται στὴν τρίτη παράγραφο τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ γιὰ τὴν Κύπρο (14.6.1 Λοιπὸν ... περιοδεῦσαι νῆσον τὴν Κύπρον – 6 καταλυθέντος δὲ ἐκείνου συγκατελύθησαν καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ πᾶσαι). Στὶς πρῶτες δύο παρα­γράφους μιλᾶ γιὰ τὴ θέση (: μεταξὺ Αἰγύπτου, Φοινίκης καὶ Συρίας καὶ Ρόδου, στὰ νότια τῆς Κιλικίας), τὴν ἔκταση (: ὁ κύκλος τῆς Κύπρου εἶναι σταδίων τρισχιλίων καὶ τετρακοσίων εἴκοσι [620 περίπου χλμ.] γιὰ ὅποιον πλέει ἀπὸ κόλπο σὲ κόλπο, μῆκος δὲ ἀπὸ Κλειδῶν ἐπὶ τὸν Ἀκάμαντα πεζῇ σταδίων χιλίων τετρακοσίων [258 σχεδὸν χλμ.] ὁδεύοντι ἀπ' ἀνατολῆς ἐπὶ δύσιν) καὶ τὸ σχῆμα τῆς Κύπρου (: ἑτερόμηκες ..., καί που καὶ ἰσθμοὺς ποιεῖ κατὰ τὰς τὸ πλάτος διοριζούσας πλευράς). Στὴν τρίτη παράγραφο ξεκινώντας ἀπὸ τὸ πιὸ κοντινὸ τῇ ἠπείρῳ σημεῖο –τὴν Κρομμύου ἄκραν (σημερ. ἀκρωτ. Κορμακίτης), στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς Κύπρου– καὶ προχωρώντας πρὸς ἀνατολὰς πρὸς τὰς Κλεῖδας, ἀφοῦ κάνει λόγο γιὰ τὴ Λάπηθο (: πόλις ὕφορμον ἔχουσα καὶ νεώρια, Λακώνων κτίσμα καὶ Πραξάνδρου, γιὰ τὴν ὁποία βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ13 21 μὲ σημ. 7 κἑ.), φθάνει στὸ Ἀφροδίσιο καὶ τὴν Ἀχαιῶν ἀκτή, στὴν πόλη τῆς Καρπασίας καὶ στὰ νησάκια Κλεῖδες, κι ἀπ' ἐκεῖ –μὲ κατεύθυνση πλέον πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, ἀκολουθώντας τὴ νότια ἀκτὴ τῆς Κύπρου– στὰ Καρπάσια νησιά, στὴ Σαλαμίνα καὶ τὴν Ἀρσινόη, τὴ Λεύκολλα καὶ τὸ ἀκρωτήριο Πηδάλιο, τὸ Κίτιο τοῦ Ζήνωνα καὶ τοῦ Ἀπολλώνιου (γιὰ νὰ συνεχίσει ὕστερα τὴν πορεία του μέχρι νὰ φθάσει πάλι στὸν Κορμακίτη). Ἀκολουθεῖ μία παράγραφος (14.6.4) μὲ ἀναφορὰ στὶς ἐσφαλμένες ἀπόψεις τοῦ Δαμάστου, ὅστις τῆς νήσου τὸ μῆκος ἀπὸ τῶν ἄρκτων πρὸς μεσημβρίαν ἀποδίδωσιν, ἀπὸ Ἱεροκηπίας, ὥς φησιν, εἰς Κλεῖδας, καὶ τοῦ Ἐρατοσθένους, ὁ ὁποῖος αἰτιώμενος ... τοῦτον οὐκ ἀπ' ἄρκτων φησὶν εἶναι τὴν Ἱεροκηπίαν, ἀλλ' ἀπὸ νότου, ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ ἀπὸ δύσεως, εἴπερ ἐν τῇ δυσμικῇ πλευρᾷ κεῖται, ἐν ᾗ καὶ ἡ Πάφος καὶ ὁ Ἀκάμας· ἡ παράγραφος γιὰ τὶς ἀρετὲς τοῦ νησιοῦ (βλ. ἀνωτ.)· καὶ μιὰ τελευταία παράγραφος (14.6.6) γιὰ τὸν βασιλέα τῆς Κύπρου Πτολεμαῖον καὶ τὴν κατάληψη τοῦ νησιοῦ ἀπὸ τὸν Κάτωνα (βλ. καὶ κατωτ. Π1.1 σχόλ. σ.λ. βασιλεῦ Πτολεμαῖε): Πρότερον μὲν οὖν κατὰ πόλεις ἐτυραννοῦντο οἱ Κύπριοι· ἀφ' οὗ δ' οἱ Πτολεμαϊκοὶ βασιλεῖς κύριοι τῆς Αἰγύπτου κατέστησαν, εἰς ἐκείνους καὶ ἡ Κύπρος περιέστη συμπραττόντων πολλάκις καὶ τῶν Ῥωμαίων. ἐπεὶ δ' ὁ τελευταῖος ἄρξας Πτολεμαῖος, ἀδελφὸς τοῦ Κλεοπάτρας πατρὸς τῆς καθ' ἡμᾶς βασιλίσσης, ἔδοξε πλημμελής τε εἶναι καὶ ἀχάριστος εἰς τοὺς εὐεργέτας, ἐκεῖνος μὲν κατελύθη, Ῥωμαῖοι δὲ κατέσχον τὴν νῆσον, καὶ γέγονε στρατηγικὴ ἐπαρχία καθ' αὑτήν. μάλιστα δ' αἴτιος τοῦ ὀλέθρου κατέστη τῷ βασιλεῖ Πόπλιος Κλαύδιος Ποῦλχερ· ἐμπεσὼν γὰρ εἰς τὰ λῃστήρια τῶν Κιλίκων ἀκμαζόντων τότε λύτρον αἰτούμενος ἐπέστειλε τῷ βασιλεῖ δεόμενος πέμψαι καὶ ῥύσασθαι λύσασθαι Cobet14, Radt7) αὐτόν (αὑτόν Casaubonus, Radt7ὁ δ' ἔπεμψε μέν, μικρὸν δὲ τελέως, ὥστε καὶ τοὺς λῃστὰς αἰδεσθῆναι λαβεῖν ἀλλ' ἀναπέμψαι πάλιν, τὸν δ' ἄνευ λύτρων ἀπολῦσαι. σωθεὶς δ' ἐκεῖνος ἀπεμνημόνευσεν ἀμφοτέροις τὴν χάριν, καὶ γενόμενος δήμαρχος ἴσχυσε τοσοῦτον ὥστ' ἐπέμφθη Μάρκος Κάτων ἀφαιρησόμενος τὴν Κύπρον τὸν κατέχοντα. ἐκεῖνος μὲν οὖν ἔφθη διαχειρισάμενος αὑτόν, Κάτων δ' ἐπελθὼν παρέλαβε τὴν Κύπρον καὶ τὴν βασιλικὴν οὐσίαν διέθετο καὶ τὰ χρήματα εἰς τὸ δημόσιον ταμιεῖον τῶν Ῥωμαίων ἐκόμισεν· ἐξ ἐκείνου δ' ἐγένετο ἐπαρχία ἡ νῆσος, καθάπερ καὶ νῦν ἐστι, στρατηγική· ὀλίγον δὲ χρόνον τὸν μεταξὺ Ἀντώνιος Κλεοπάτρᾳ καὶ τῇ ἀδελφῇ αὐτῆς Ἀρσινόῃ παρέδωκε· καταλυθέντος δ' ἐκείνου συγκατελύθησαν καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ πᾶσαι.

1. Ἀφροδίσιον: πόλη στὴ βορειοανατολικὴ ἀκτὴ τῆς Κύπρου, στὸ σημεῖο ποὺ στενεύει ἡ στεριὰ καὶ σὲ ἀπόσταση περίπου 13 χλμ. ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα κατὰ τὸν Στράβωνα (πβ. Πτολεμ. Γεωγρ. 5.13.4: ΑΚΕΠ6 Β´ 153), μεταξὺ Λαπήθου καὶ Ἀχαιῶν ἀκτῆς. Ἡ ἀκριβὴς θέση του, καθὼς δὲν ἔχει ἀνασκαφεῖ πλήρως ἡ περιοχή, δὲν ἔχει καθοριστεῖ μὲ βεβαιότητα (πβ. Σακελλαρίου Κυπρ.15 Α´ 153-55 καὶ Cesnola Cyprus16 239 / ΑΚΕΠ6 Ε´ 193 [σσ. 187-88], μὲ παραπομπὲς σὲ ἀρχαῖες καὶ νεώτερες πηγές), μὲ ἐπικρατέστερη τὴν τοποθεσία Γαλούνια μεταξὺ Δαυλοῦ καὶ Ἑπτακώμης ἀλλ' ὄχι ἀπίθανη τὴν τοποθέτηση στὰ Λιαστρικὰ τῆς Ἀκανθοῦς. Ὁ Στράβων ἀναφέρεται καὶ στὸ Ἀφροδίσιον τῆς Πυρήνης ἄκρον στὴν περιοχὴ τῆς Μασσαλίας (4.1.6) καὶ σὲ Ἀφροδίσιον, ὅπου πανηγυρίζουσι Λατῖνοι (5.3.5), ἀλλὰ καὶ σὲ ἀφροδίσιον (ναὸ τῆς Ἀφροδίτης: 16.1.20 πάσαις δὲ ταῖς Βαβυλωνίαις ἔθος κατά τι λόγιον ξένῳ μίγνυσθαι πρός τι ἀφροδίσιον ἀφικομέναις μετὰ πολλῆς θεραπείας καὶ ὄχλου, ποὺ παραπέμπει στὴ λατρεία τῆς Πανδήμου Ἀφροδίτης στὴν Πάφο [βλ. ΑΚΕΠ6 Δβ´ 238], καὶ 13.1.51). Βλ. καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ13 23 μὲ σημ. 13, ὅπου καὶ ἀναφορὰ στὸ σημερινὸ Κυπριακὸ τοπωνύμιο τὰ Φρο(δ)ίσια (= τὰ Ἀφροδίσια), Βρο(δ)ίσια κατὰ τὸν Σ. Μενάρδο (Τοπων.17 6), ποὺ ἀναφερόμενος στὸ Ἀφροδίσιον σημειώνει ὅτι «ἐν τῇ νήσῳ Ἀφροδίσια θὰ ὑπῆρχαν πολλά, ἤτοι κυρίως ἄλση, ἀφιερωμένα ὑπὸ εὐσεβῶν εἰς τὴν παντοδύναμον Ἄνασσαν τῆς Πάφου».

2. Σαλαμῖνα, 3-4. Σ. τὴν ἐν Κύπρωι, 11. Σαλαμίς: Βλ. –μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια– ΑΚυΓ1/1β´18 2 F1.7 (ἡ Σαλαμίνα φερόμενη ὡς πατρίδα τοῦ Ὁμήρου, πβ. ΑΚυΓ319 13 F2.1-2), 2 F9 (Πελάνα· ἡ Σαλαμὶς ἐν τοῖς Εὔκλου χρησμοῖς, βλ. καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ13 23 μὲ σημ. 13), 5 Υ3.4, κ.ἀ. Γιὰ τὴν ἐτυμ. τοῦ Σαλαμίς βλ. ΑΚΕΠ6 Ε´ 131 (σσ. 135-36, μὲ τὴν παλαιότερη βιβλιογραφία), ὅπου ἀπορρίπτεται ἡ ὑπόθεση τοῦ Dugand γιὰ Σημιτ. ρίζα šlm ποὺ σημαίνει “la rade de la paix” = τὸ ἐλλιμένισμα τῆς εἰρήνης· μένει ὅμως ἀνοικτὸ τὸ θέμα, καθὼς δὲν υἱοθετεῖται οὔτε ἡ ὑπόθεση γιὰ ἐτυμ. συγγ. μὲ τὸ σαλεύω (πβ. καὶ σάλος [βλ. Chantraine20 σ.λ.], ἄσαλος/ἀσαλής, κ.τ.τ., ἀλλὰ καὶ ἅλς, μὲ Κυπρ. τοπων. ΑΛΑΣΣΑ, καὶ τὸ τοῦ Ἡσυχ. ἀσαλαμίνιος· ἄπειρος θαλάσσης, ποὺ φαίνεται νὰ ἀνάγεται στὸ τοῦ Ἀριστοφ. [Βάτρ. 204] ἄπειρος ἀθαλάττωτος ἀσαλαμίνιος). Ἡ λέξη φαίνεται προελληνική (πβ. Σπ. Ἰακωβίδη: "... is not a Greek word – it' s not a Greek toponym", στὸ Χατζηιωάννου Διασπ.6 Β´ ["Discussion following Dr Hadjioannou's paper"] σελ. 185)· τὸ γεγονὸς ὅτι γιὰ τὴ νῆσο Σαλαμῖνα μαρτυροῦνται καὶ ἄλλα ὀνόματα παλαιά (ἐκαλεῖτο δ' ἑτέροις ὀνόμασι τὸ παλαιόν· καὶ γὰρ Σκιρὰς καὶ Κύχρεια [ὀρθότερα Κυχρεία] ἀπό τινων ἡρώων, ... καὶ Πιτυοῦσσα ἀπὸ τοῦ φυτοῦ κατὰ Στράβ. [9.1.9], ὅπως ὅμως καὶ ἡ Λάμψακος καὶ ἡ Χίος [13.1.18] καὶ δύο νησιὰ τῆς Ἰβηρίας [3.5.1]) καὶ ἡ Κυπριακὴ Σαλαμὶς ἐκαλεῖτο Πελάνα ἀπὸ τὸν Κύπριο χρησμολόγο Εὖκλο (βλ. ΑΚυΓ1/1β´18 2 F9) περιπλέκει τὰ πράγματα καὶ καθιστᾶ ἀδύνατη τὴ διατύπωση ὄχι μόνο εὐλογοφανοῦς ἀλλὰ καὶ ἀναμφισβήτητης ἄποψης· νὰ σημειωθεῖ μόνο πὼς τὸ Σαλαμίς εἶναι ἤδη μαρτυρημένο στὸν Ὅμηρο γιὰ τὸ νησί (Β 557-58 καὶ Η 199, βλ. καὶ CIl21 σ.στ.) καὶ στὸν Ὁμηρ. ὕμν. Εἰς Ἀφρ. Χ.4 Allen22 (ΑΚυΓ118 5 Υ3.4, μὲ σχόλια) γιὰ τὴν ὀνομαστὴ πόλη τῆς Κύπρου, ποὺ ἀπὸ τὰ μέσα περίπου τοῦ 11ου αἰ. π.Χ. διαδέχεται τὴ γειτονικὴ Ἔγκωμη (βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ13 21 κἑ., μὲ βιβλιογραφία).
   Πολλοὶ ὀνομαστοὶ ἄνδρες, μετὰ τὸν Τεῦκρο (βλ. κατωτ.), σύνδεσαν τὸ ὄνομά τους μὲ τὴν πόλη: οἱ βασιλεῖς Εὐαγόρας Α´ (ΑΚυΓ118 σσ. 90 κἑ. [ΑΚυΓ1β´18 126 κἑ.] μὲ σημ. 67, 69, 70) καὶ Νικοκρέων (ΑΚυΓ223 [11] Ε9, κυρίως σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. εἰμὶ δὲ Νικοκρέων), ὁ Ὀνήσιλος (ποὺ ἐξήγειρε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἰωνικῆς Ἐπανά­στασης τὰ βασίλεια τῆς Κύπρου σὲ ἀγώνα κατὰ τῶν Περσῶν καὶ ἀπαθανατί­στηκε ἀπὸ τὸν Ἡρόδ. 5.103-116: βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Ὀνήσ.24)· ὁ Ἡγησῖνος ὁ Σαλαμίνιος, ὁ φερόμενος μαζὶ μὲ τὸν Στασῖνον τὸν Κύπριον ὡς ποιητὴς τῶν Κυπρίων ἐπῶν (ΑΚυΓ118 σσ. 65 [ΑΚυΓ1β´18 93] κἑ., κ.ἀ.), ὁ Δημήτριος ὁ Σαλαμίνιος, ποὺ γράφει γιὰ τὴν Καρπασίαν (ΑΚυΓ319 17 F1, πβ. τὰ ἐδῶ στ. 4 κἑ.), καὶ ὁ Ἡγήσανδρος ὁ Σαλαμίνιος, ποὺ γράφει καὶ γιὰ ἀοῖα· δένδρα κοπτόμενα καὶ ἀνατιθέμενα τῆι Ἀφροδίτηι (ΑΚυΓ319 22 *F2 / 26 *F1, πβ. τὰ ἐδῶ στ. 6 κἑ.)· καὶ ἄλλοι ἐπώνυμοι (βλ. καὶ ΑΚυΓ1β´18 94] κἑ. μὲ σημ. 41), ὅπως ὁ Σίμαλος Τιμάρχου Σαλαμίνιος κι ἄλλα μέλη τῆς ἴδιας οἰκογένειας (ΑΚυΓ223 σχόλ. σ.στ. 11 Ε1.d-e [σσ. 155-60], κ.ἀ.), ὁ Ἑλικὼν Ἀκεσᾶ Σαλαμίνιος καὶ ὁ πατέρας του Ἀκεσᾶς (Ε57, ὑφάνται ... ἔνδοξοι), ὁ Γλευκίτας ὁ Σαλαμινός (Ε4). Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἄριστος ὁ συγγραφεὺς ἀναφέρεται ὀνομαστικὰ ἐδῶ, ἐκπροσωπώντας –μόνος αὐτὸς– τὴ Σαλαμῖνα, δείχνει ἀσφαλῶς ἰδιαίτερη ἐκτίμηση τοῦ Στράβωνα πρὸς αὐτόν.
   Ἡ ὅλη περιοχὴ ἐμφανίζει ἰδιαίτερο ἱστορικὸ καὶ ἀρχαιολογικὸ ἐνδιαφέρον. Ἀπὸ τὸ 1974, ὅμως, ὅταν Τουρκικὰ στρατεύματα εἰσέβαλαν στὴν Κύπρο καὶ κατέλαβαν τὸ μέγιστο τμῆμα τῆς βόρειας Κύπρου –μὲ τὴ Χερσόνησο τῆς Καρπασίας καὶ τὴ Σαλαμίνα– οἱ νόμιμες ἀρχαιολογικὲς ἔρευνες ἔχουν ἀνασταλεῖ, μὲ ἀποτέλεσμα ἐλάχιστα ἀπὸ τὰ πανάρχαια τοπωνύμια ποὺ μνημονεύουν ὁ Στράβωνας κι ἄλλοι νά 'χουν ἀποκαλύψει τοὺς κρυμμένους θησαυρούς τους, κι ὅ,τι ἔχει ἔρθει στὸ φῶς νὰ λεηλατεῖται συστηματικὰ καὶ νὰ καταστρέφεται· βλ. τὸν τόμο Κύπρος. Η λεηλασία ενός πολιτισμού25, της Επιτροπής για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Κύπρου, καὶ στὴν Ἀγγλ. / Γαλλ. / Γερμ. / Ἱσπ. (Cyprus / Chypre / Zypern / Chipre), Αθήνα (Βουλή των Ελλήνων) 1999-2001· πιὸ εἰδικά: ΑΚΕΠ6, κυρίως Ε´ 131, 132, 178, 193, 194 (μὲ Χάρτες στὸ τέλος τοῦ τόμου, βλ. καὶ Γεν. πίν. σσ. 285-416 σ.λλ.), πβ. Σακελλαρίου Κυπρ.15 Α´ κυρίως 149 κἑ.

2. Ἀχαιῶν ἀκτή: Ἡ περιοχή, ὅπου Τεῦκρος προσωρμίσθη πρῶτον κατὰ τὸν Στράβωνα, μεταξὺ Ἀφροδισίου καὶ Καρπασίας στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας, δὲν ἔχει ἀνασκαφεῖ ἐπαρκῶς. Ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ6 Ε´ 193) πιστεύει ὅτι «ἡ Ἀχαιῶν ἀκτὴ πρέπει νὰ τοποθετηθῆ στὰ βόρεια τῆς ἐνορίας Ἁγίας Τριάδας τῆς Γιαλούσας στὸ ἀκρωτήριο Πλακωτή, ὅπου ὑπάρχουν ἀρχαῖα ἐρείπια». Ἀκτὴ ὅπου βεβαιωμένα προσορμίστηκαν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς πρώτους Ἀχαιοὺς πρόσφυγες εἶναι καὶ ἡ τοποθεσία Μάα - Παλαιόκαστρο τῆς Πάφου (βλ. χαρακτηριστικὰ Β. Καραγιώργη «Ἡ Ὕστερη Χαλκοκρατία», ΙστΚ26 Αα´ 257 κἑ., καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ13 24 κἑ. μὲ σημ. 14, καὶ πίν. 6 [σελ. 20] καὶ 17 [σελ. 40]).

3-4. Τεῦκρος (...) <ὁ> κτίσας Σαλαμῖνα τὴν ἐν Κύπρωι: ὁ οἰκιστικὸς αὐτὸς μύθος εἶναι ἰδιαίτερα δημοφιλὴς στοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς (Εὐρ. Ἑλ. 144-53 [πβ. 85-104, μὲ τοὺς στ. ὅμως 86-89 ὀβελιζόμενους ἀπὸ τὸν Diggle27] καὶ Ἰσοκρ. Εὐαγ. 18 Τεῦκρος ..., ἐπειδὴ Τροίαν συνεξεῖλεν, ἀφικόμενος εἰς Κύπρον Σαλαμῖνά τε κατῴκισεν, ὁμώνυμον ποιήσας τῆς πρότερον αὑτῷ πατρίδος οὔσης, καὶ τὸ γένος τὸ νῦν βασιλεῦον κατέλιπεν [πβ. Νικοκλ. 28], Λυκόφρ. Ἀλεξ. 450-78 καὶ Σχόλ. σ.στ.: βλ. καὶ ΑΚυΓ319 25 F57, κ.ἀ.), ἀλλὰ καὶ στοὺς νεωτέρους (ἰδιαίτερα στὴν Κύπρο, ἀλλὰ καὶ στὸν Σεφέρη, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος, Γ´28 [«Στὸν Κόσμο τῆς Κύπρου Μνήμη καὶ Ἀγάπη /... Κύπρον οὗ μ' ἐθέσπισεν ... »]: «ΕΛΕΝΗ», πβ. «ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ»). Βλ. Ἀ. Βοσκοῦ ΑΚυΓ1β´18 61 μὲ σημ. 9, ΑΚυΓ223 Ε9 καὶ Ε54 [Ἐπίγραμμα ἐπὶ Τεύκρου κειμένου ἐν Σαλαμῖνι τῆς Κύπρου] μὲ σχόλ., καὶ Μορφώ 21 κἑ. μὲ σημ. 2 κἑ., ὅπου περαιτέρω βιβλιογραφία.
   Ὁ Στράβων ἀναφέρεται στὸν Τεῦκρο καὶ στὸ 14.5.10 ὕπερθεν ... τῶν Σόλων (sc. τῆς Κιλικίας) ὀρεινή ἐστιν, ἐν ᾗ Ὄλβη πόλις Διὸς ἱερὸν ἔχουσα (πβ. τὰ σχετικὰ μὲ τὴ λατρεία τοῦ Δία στὴ νῆσο καὶ στὴν πόλη τῆς Σαλαμίνας: βλ. χαρακτηριστικὰ Τάκιτ. Ann. 3.62 Jovi Salaminio Teucer, Telamonis patris ira profugus, μὲ σχόλ. ΑΚΕΠ6 Δβ´ 244), Αἴαντος ἵδρυμα τοῦ Τεύκρου· καὶ ὁ ἱερεὺς δυνάστης ἐγίνετο τῆς Τραχειώτιδος· εἶτ' ἐπέθεντο τῇ χώρᾳ τύραννοι πολλοί (...). μετὰ δὲ τὴν τούτων κατάλυσιν ἐφ' ἡμῶν ἤδη τὴν τοῦ Τεύκρου δυναστείαν ταύτην ἐκάλουν, τὴν δ' αὐτὴν καὶ ἱερωσύνην· καὶ οἱ πλεῖστοί γε τῶν ἱερασαμένων ὠνομάζοντο Τεῦκροι ἢ Αἴαντες (πβ. τὰ περὶ Τευκριδῶν στὴν Κυπριακὴ Σαλαμίνα: Παυσ. 2.29.4 οἱ δὲ Τευκρίδαι βασιλεῖς διέμειναν Κυπρίων ἄρχοντες ἐς Εὐαγόραν [βλ. ΑΚΕΠ6 Α´ 20.17], ἀλλὰ καὶ τὰ περὶ ἵδρυσης / μετονομασίας τῶν Σόλων τῆς Κιλικίας καὶ τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸν Σόλωνα: ΑΚυΓ1β´18 61 κἑ. μὲ σημ. 13, 125 μὲ σημ. 66, 164 κἑ. μὲ σημ. 149)·στὸ 3.4.3 ἐν Καλλαϊκοῖς δὲ τῶν μετὰ Τεύκρου στρατευσάντων τινὰς οἰκῆσαι καὶ ὑπάρξαι πόλεις αὐτόθι, τὴν μὲν καλουμένην Ἕλληνες, τὴν δὲ Ἀμφίλοχοι· καὶ στὸ 13.1.48 ὅπου ὁ λόγος γιὰ χρησμὸ τοῖς ἐκ τῆς Κρήτης ἀφιγμένοις Τεύκροις (sc. ἐν τῇ Χρύσῃ, βλ. Καλλίνου ἀπόσπ. 7 W.29) νὰ κατοικήσουν ὅπου τοὺς ἐπιτεθοῦν οἱ γηγενεῖς, καὶ αὐτὸ συνέβη περὶ Ἁμαξιτόν (...). τοὺς δὲ αὐτόθι μεῖναι, τούτους δὲ καὶ τὴν Ἴδην ἀπὸ τῆς ἐν Κρήτῃ προσονομάσαι (...). ἄλλοι δ' ἐκ τῆς Ἀττικῆς ἀφῖχθαί τινα Τεῦκρόν φασιν ἐκ δήμου Τρώων, ὃς νῦν οἱ Ξυπετεῶνες λέγεται, Τεύκρους δὲ μηδένας ἐλθεῖν ἐκ τῆς Κρήτης (κ.λπ.). Πέρα ἀπὸ τὰ ἐπιμέρους προβλήματα παραμένει γεγονὸς ἀναντίρρητο ὅτι τὸν Τεῦκρον καὶ τοὺς Τεύκρους ὁ Στράβων δὲν τοὺς θεωρεῖ ὡς μὴ Ἕλληνες, καὶ γιὰ Ἕλληνες οἰκιστὲς τῆς Κυπριακῆς Σαλαμίνας ὁμιλεῖ. (Γιὰ τὴ σχετικὴ συζήτηση βλ. Ε. Gjerstad «The Colonization of Cyprus in Greek Legend»30, OArch 3 [1944] 107-23, καὶ Χατζηιωάννου Διασπ.31 Β´ 179-87, στοὺς ὁποίους καὶ ἡ παλαιότερη βιβλιογραφία, καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ13 21 κἑ. Βλ. ἐπίσης Cook Zeus32 Ι 642-53 [σημ. 1], καὶ ΑΚυΓ319 17 F1 σχόλ. στὸ a.1 κἑ. καὶ σχόλ. στὰ 25 F57 και F73. Γιὰ τὴν –ἰσχυρὴ– παρουσία τοῦ Τεύκρου στὴν Ἰλιάδα βλ. Θ 273 κἑ., Μ 370 κἑ., κ.ἀ. συχνά, καὶ σχόλ. [Kirk] CIl33 Ι.207-9, ΙΙ.321-25 κ.ἀ., [Hainsworth34] ΙΙΙ.218, 357 κ.ἀ., [Janko35] IV.48, 274-75, 277-80, 334, κ.ἀ. [βλ. Indexes]· χωρία ὅμως ὅπως τὸ Θ 283-84 ἔτρεφε τυτθὸν ἐόντα, | καί σε νόθον περ ἐόντα κομίσσατο ᾧ ἑνὶ οἴκῳ [sc. Τελαμών, ποὺ κατὰ τὸν Kirk33 ad loc. θυμίζει μεταγενέστερες διηγήσεις ὅπου μητέρα τοῦ Τεύκρου εἶναι ἡ Ἡσιόνη ἡ κόρη τοῦ Λαομέδοντα, ὀβέλιζαν δὲ οἱ Ἀριστοφάνης καὶ Ἀρίσταρχος καὶ παρέλειπε ὁ Ζηνόδοτος], Μ 371 καί οἱ [sc. Αἴαντι] Τεῦκρος ἅμ' ᾖε κασίγνητος καὶ ὄπατρος [βλ. Hainsworth34 ad loc.] καὶ Ο 439 ἶσα φίλοισι τοκεῦσι ἐτίομεν [sc. Λυκόφρονα Μαστορίδην] ἐν μεγάροισι, δείχνουν πὼς ἡ ὕπαρξη ποικίλων παραλλαγῶν τοῦ ἴδιου μύθου δὲν λείπει οὔτε σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὅπως δὲν λείπει ἡ ἀνάμειξη Ἑλλήνων καὶ Τρώων, μὲ τοὺς τελευταίους νὰ μὴ λογίζονται ὡς ξένος λαός, ὅπως καὶ σ' ἄλλους ἀνάλογους μύθους καὶ μὲ ἄλλους λαούς, στὶς πρὸ τοῦ Τρωικοῦ πολέμου γενεαλογίες κατὰ κύριο λόγο, μὲ χαρακτηριστικὰ παραδείγματα τὸν Πυγμαλίωνα καὶ τὸν Κινύρα [βλ. ΑΚυΓ1β´18 62 κἑ., 71 κἑ., κ.ἀ.]). Τὸ Πάριο Χρονικὸ χρονολογεῖ τὴν ἵδρυση τῆς Σαλαμίνας στὸ 1202/0 π.Χ. (FGrH8 239 Α 26 [ΑΚΕΠ6 Α´ 20]): ἀφ' οὗ [Σαλαμῖνα τὴν ἐγ] Κύπρωι Τεῦκρος ὤικισεν, ἔτη [⌶] ΗΗΗΗΔΔΔΠΙΙΙ (= 938 ἔτη πρὶν ἀπὸ τὴ χάραξη τοῦ Χρονικοῦ τὸ 264/3 π.Χ.), βασιλεύοντος Ἀθηνῶν Δημοφῶντος.

4. ἐν Κύπρωι: ἀβέβ. ἐτυμ. (Chantraine20 σ.λ.), ἴσως συνδέεται μὲ τὸ Σουμερ. kabar/gabar (: χαλκός, κασσίτερος), λόγω τῶν φημισμένων ὀρυχείων χαλκοῦ ποὺ ὑπῆρχαν στὸ νησί (Μπαμπινιώτης36 σ.λ.). Τὸ ἐθνικὸ Κύπριος (ἤδη στὶς Μυκην. ἐπιγραφές: Kupirijo), θηλ. Κυπρία (σύνηθες ἐπίθ. τῆς Ἀφροδίτης, καὶ Κύπρις, ὡς ἐπίθ. καὶ –συχνὰ– οὐσ.)· στὴ Λατ. Cyprium ([aes] Cyprium: [μέταλλο] Κυπριακό), καὶ cuprum (οὐσ., «ὁ Κύπριος εἴτε μέλας χαλκός, πρβ. Cyprius» Κουμανούδης18), Γερμ. Kupfer, Γαλλ. cuivre, Ἀγγλ. copper. (Περισσότερα: ΑΚυΓ1/1β´18, ΑΚυΓ223 καὶ ΑΚυΓ319 σ.λλ., μὲ περαιτέρω παραπομπές).
Ἡ πρώτη ἀναφορὰ τῆς Κύπρου στὸν Ὅμηρο ἀπαντᾶ στὸ Λ 19-28 τῆς Ἰλιάδος, στὴν περίφημη περιγραφὴ τοῦ περίτεχνου θώρακα τοῦ Ἀγαμέμνονα ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Κινύρης σὰν ἔμαθε «στὴν Κύπρο (Κύπρονδε, στ. 21) τὴ μεγάλη φήμη, | πὼς οἱ Ἀχαιοὶ | στὴν Τροία μὲ τὰ καράβια ἔμελλαν νὰ πλεύσουν» (βλ. ΑΚυΓ1β´18 1 T1, μὲ σχόλια). Στὴν Ὀδύσσειαν πληθαίνουν οἱ ἀναφορές: δ 83, θ 362 κἑ. (γιὰ τὸ στόλισμα τῆς Ἀφροδίτης στὸν ὀνομαστὸ ναό της στὴν Πάφο, βλ. καὶ ΑΚυΓ1β´18 5 Y1.58 κἑ.), ρ 442-3 (αὐτὰρ ἔμ' ἐς Κύπρον ξείνῳ δόσαν ἀντιάσαντι, | Δμήτορι Ἰασίδῃ, ὃς Κύπρου ἶφι ἄνασσεν) καὶ 448. Τὸ –προφανῶς Ἑλληνικὸ– ὄνομα Δμήτωρ Ἰασίδης γι' αὐτὸν ποὺ κυβερνᾶ τὴν Κύπρο κραταιά, μαρτυρεῖ μιὰν ἤδη ἰσχυρὴ παρουσία τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου στὴν Κύπρο (βλ. ΑΚυΓ1β´18 55 κἑ.).

5. Καρπασία πόλις, 6. τῆς Καρπασίας: πόλη στὴ βορειοανατολικὴ ἀκτὴ τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας, μεταξὺ Ἀχαιῶν ἀκτῆς καὶ Κλειδῶν, ποὺ ἀργότερα –ὡς Καρπάσιον καὶ Καρπάσιν– μετακινήθηκε πρὸς τὰ μεσόγεια. Ἐμφανίζεται συχνὰ στὶς ἀρχαῖες πηγές (βλ. ΑΚΕΠ6 Ε´ Γεν. πίν.), ὡς Καρπασία, Καρπάσεια καὶ Κραπάσεια, Κάρπασος (καὶ Κάρπαθος, πιθανῶς: βλ. ΑΚυΓ319 σχόλ. σ.στ. 17 F1.7), Καρβασία καὶ Καρπασέων πόλις. Ἀναφέρεται ἐπίσης νῆσος Καρπασία καὶ στὸν πληθ. Καρπάσιαι νῆσοι (βλ. κατωτ.) καὶ Καρπασεωτικὴ ἄκρα· ὁ πολίτης Καρπα­σεώτηςΚαρπασεύς. Σήμερα Καρπασία ὀνομάζεται ὁλόκληρη ἡ Χερσόνησος (τμῆμα τῆς Σαλαμινίας παλαιότερα καὶ τῆς Ἐπαρχίας Ἀμμοχώστου ἀργότερα), ἐνῶ ἡ διάδοχος πόλη ὀνομάζεται Ριζοκάρπασο, Καρπασίτης ὁ κάτοικος τῆς πόλης καὶ τῆς ἐπαρχίας γενικά, Καρπασίτικα τὰ νησιά. Βλ. τοὺς παλαιότερους καὶ νεώτερους χάρτες τῆς Κύπρου (Στυλιανοῦ HCart37 καὶ Χατζηπ. – Ἰακώβου ΧαΑ38, καὶ Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ13), καὶ τὰ σχετικὰ λήμματα στὴν ΑΚΕΠ6 (κυρίως Β´ καὶ Δα´ / Ε´ 107, 123, 178, 193, 198, 200) καὶ στὴ ΜΚΕ39· βλ. ἐπίσης Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ13 23 κἑ. (μὲ εἰδικὴ ἀναφορὰ στὴν ἐγκατάσταση Ἀχαιῶν στὴν περιοχή).
   Λίαν ἀξιοσημείωτο εἶναι τὸ σχετικὸ λῆμμα τοῦ Στέφανου Βυζάντιου (Ἐθν.: βλ. ΑΚυΓ319 17 F1a, μὲ μετάφρ. καὶ σχόλ.): Καρπασία· πόλις Κύπρου, ἣν Πυγμαλίων ἔκτισεν, ὡς Ἑλλάνικος (4 F 57 J.8) ἐν τοῖς Κυπριακοῖς. Διονύσιος (F2 Heitsch40) δὲ διὰ διφθόγγου Κραπάσειαν αὐτήν φησιν ἐν τρίτῳ Βασσαρικῶν «ἠδ' ὁπόσοι Κινύρειον ἰδ' αἰπεινὴν Κραπάσειαν». ἔστι καὶ νῆσος Καρπασία κατὰ τὴν ἄκραν τὴν Σαρπηδονίαν· Ξεναγόρας (240 F 34 J.8) δὲ Κάρπαθον αὐτήν φησι· Δημήτριος δ' ὁ Σαλαμίνιος Καρβασίαν φησίν, ὅτι πρὸς τὸν καλούμενον καρβὰν ἄνεμον κεῖσθαι δοκεῖ. ὁ πολίτης Καρπασεώτης ὡς Μαρεώτης, καὶ τὸ κτητικὸν Καρπασεωτικὸς καὶ Καρπασεωτικὴ ἄκρα. Θεόπομπος (115 F 19 J.8) ἐν δεκάτῳ Καρπασεῖς αὐτούς φησιν, ἴσως ἀπὸ τοῦ Κάρπασος, ὡς Ἀντίοχος Ἀντιοχεύς.
   Ἡ φράση ἣν Πυγμαλίων ἔκτισεν (μοναδικὴ μαρτυρία σχετική) ὀφείλεται προφανῶς σὲ μιὰ τάση τῆς παράδοσης νὰ συνδεθεῖ ἡ ἵδρυση πόλεων τῆς Κύπρου μὲ τοὺς γενάρχες τῆς Κυπριακῆς μυθολογίας, τὸν Πυγμαλίωνα (βλ. ΑΚυΓ319 16 F1a.6 κἑ., μὲ σχόλ. σ.λ.) καὶ τὸν Κινύραν (βλ. ΑΚυΓ1β´18 71-78] καὶ 1 Τ1-7 μὲ σχόλια, κυρίως τὰ σχετικὰ μὲ τὴν Πάφον τὴν κόρη τοῦ Πυγμαλίωνα ἢ τὸν Πάφον, ποὺ κατὰ τὸν Εὐστ. Διον. Περιηγ. 509 [ΑΚΕΠ6 Α´ 14.11] κτίζει Πάφον, οὗ υἱὸς Κινύρας κ.λπ., καὶ πβ. τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Ἀρκάδα Ἀγαπήνορα ὡς οἰκιστὴ τῆς Πάφου: Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ13 21 κἑ., μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία), ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν Ἄδωνιν (Σχόλ. Θεοκρ. 15.100-101 [ΑΚΕΠ6 Α´ 28.1, πβ. ὅμως 28] γιὰ τοὺς Γολγούς: πόλις Κύπρου ὠνομασμένη ἀπὸ Γολγοῦ τοῦ Ἀδώνιδος καὶ Ἀφροδίτης). Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Καρπασία θεωροῦνταν Φοινικική, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι κατοικοῦνταν ἀπὸ Φοίνικες (τὸ τοῦ *Σκύλακος [ΑΚΕΠ6 Α´ 34] Καρπάσεια, Κερύνεια, Λήπηθις Φοινίκων σημαίνει τὴ Φοινικικὴ ἐπικυριαρχία)· εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴν περιοχὴ δὲν βρέθηκαν Φοινικικὲς ἀλλὰ πάμπολλες Ἑλληνικὲς ἐπιγραφές, ἀνάμεσά τους καὶ συλλαβικὲς μὲ ὀνόματα Ἑλληνικά (Masson ICS41 328-334: Φαύω, Φιλοτίμω, Ὀνασικύπρω, Ὀνασίλω, Ἀκεστοκύπρω κ.λπ., σὲ συνήθη στὴν Κυπριακὴ διάλεκτο λήγουσα γεν. ἑνικοῦ σὲ -ω = ου: βλ. ΑΚυΓ223 σχόλ. σ.στ. 11 Ε 10.2 σ.λ. Πνυταγόρω, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία)· ὅπως ἐξάλλου προσθέτει ὁ Χατζηιωάννου (ΑΚΕΠ6 Ε´ 123 [βλ. καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὰ ἀνωτ.], μὲ παραπομπὴ στὸν Mitford, FCECy42 122), στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ πρίσματος τοῦ Ἐσαρχαδδόν, ποὺ γράφτηκε τὸ 673/2 π.Χ., δὲν ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν δέκα μνημονευόμενων πόλεων ἡ Καρπασία, «ἑπομένως ἡ πόλις δὲν φαίνεται νὰ κτίστηκε πρὶν ἀπὸ τὴ χρονολογία αὐτή». (Βλ. καὶ ΜΚΕ39 σ.λλ. Καρπασία.)
   Ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἐτυμολογία: Ἡ σύνδεση τοῦ ὀνόματος τῆς Καρπασίας μὲ τὸν καρβὰν ἄνεμον (ἢ κάρβαν ἄνεμον: οἱ ἀρχαῖες πηγὲς δίνουν καὶ τοὺς δύο τύπους) ὀφείλεται προφανῶς σὲ ἐτυμολογικὸ παίγνιο ἢ παρετυμολογία, κατὰ παλιὰν Ὁμηρικὴ ἤδη συνήθεια (πβ. καὶ ΑΚυΓ1β´18 5 Υ1.198-99, μὲ σχόλ. γιὰ τὸ ὄνομα Αἰνείας), ποὺ ἀφορμᾶται ἀπὸ τὸ ὅτι πρὸς τὸν καλούμενον κάρβαν ἄνεμον κεῖσθαι δοκεῖ. Κατὰ τὸν Ἀριστοτ. Ἀνέμ. 973b.4 Κάρβας στὴν Κυρήνη καλεῖται ὁ Εὖρος (βλ. καὶ LSJ943 σ.λλ. Κάρβας, Εὖρος, Ἀπηλιώτης) ἀπὸ τῶν Καρβανῶν τῶν κατὰ Φοινίκην· διὸ καὶ τὸν αὐτὸν Φοινικίαν καλοῦσί τινες. εἰσὶ δὲ οἳ καὶ Ἀπηλιώτην νομίζουσιν εἶναι· πβ. καὶ Θεόφρ. Περὶ ἀνέμ. ἀπόσπ. 62 (ΙΙΙ 115 Wimmer44) τὸν ἀπηλιώτην δὲ ἑλλησποντίαν, κάρβαν δὲ Φοίνικες. Καρβᾶνες κατὰ τὸ Μ. Ἐτυμ.45 490 εἶναι οἱ βάρβαροι οἱ ἔχοντες Καρὸς βοήν, κατὰ δὲ τὸν Στέφ. Βυζ. (Ἐθν. σ.λ. Καρβανίς) ἔστι καὶ Κάρβανα πόλις Λυκίας καὶ κατὰ τὸν Ἡσύχ. σ.λλ. κάρβανοι (...) Ἕλληνες δὲ τοὺς βαρβάρους, οἱ δὲ τοὺς Κᾶρας καὶ καρβανίζει· Καρικῶς λαλεῖ καὶ βαρβάρως (κ.ἄ.), μὲ προφανῆ τὴν παρετυμολογία ἀπὸ τὸ Καρὸς βοὴν καὶ τὴν ἐπέκταση σ' ὅλους ὅσους δὲν ὁμιλοῦν τὴν Ἑλληνική. Παρὰ τὶς πολλαπλὲς προσπάθειες πολλῶν ἐπικρατεῖ ἀκόμα ἡ ἀβεβαιότης (βλ. Hofmann – Παπαν.46 [«ἀβεβ. ἐτυμολ.»], Frisk47 [ποὺ παραθέτει τὶς ἐτυμ. τοῦ Kretschmer48, ἀπὸ ἕνα Αἰγυπτ. τοπων. Qarbana, καὶ τοῦ Hommel49, ποὺ συνδέει μὲ τὸ Ἑβραϊκῆς καταγωγῆς κορβάν: «προσφορά», θεωρούμενο ὡς παρωνύμιο τῶν Φοινίκων ἐμπόρων, ἀλλὰ δὲν τὶς βρίσκει πολὺ πειστικές], Chantraine20 [ποὺ παραθέτει τὶς ἴδιες ἐτυμ. προσπάθειες καὶ τὶς βρίσκει “peu vraisemblable, cf. E. Masson, Emprunts sémitiques50 107”, γι' αὐτὸ καὶ θεωρεῖ σκοτεινὴ τὴν ἐτυμ. τοῦ καρβάν: “Obscure, mais emprunt certain”]). Προβληματικὴ παραμένει καὶ ἡ σχέση τοῦ καρβὰν πρὸς τὸ Κάρβας τοῦ Ἀριστοτέλη καὶ ἄλλων (βλ. χαρακτηριστικὰ Chantraine20 ὅ.π.)· φαίνεται ὅμως ἀπὸ τὴ χειρόγραφη παράδοση τῶν ἀρχαίων πηγῶν πὼς μὲ τὴν πάροδο τοὐλάχιστο τοῦ χρόνου ἡ σύγχυση τῶν δυὸ ἦταν συνήθης. (Μὲ πολλοὺς δισταγμοὺς κρατήσαμε τὸ καρβὰν τῆς χειρόγραφης παράδοσης τοῦ Στέφανου Βυζάντιου καὶ τὸ κάρβαν τοῦ Ἡρωδιανοῦ: βλ. καὶ κριτ. ὑπόμν. στὸ ΑΚυΓ319 17 F1a.8.)
   Σύγχυση ἐπικρατεῖ καὶ ὡς πρὸς τὰ κάρπασος (ἡ) καὶ κάρπασον (τὸ) καὶ τὴν πραγματικὴ ἐτυμ. τοῦ Καρπασία· πβ. χαρακτηριστικὰ LSJ943 / LSK51 σ.λλ. καρπάσιον καὶ κάρπασος / κάρπασον: ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Χατζηιωάννου ΑΚΕΠ6 Ε´ 107 ὅτι τὸ "λίνον Καρπάσιον (sic), asbestos (from Carpasia in Cyprus), Paus. 1.26.7" τῶν LSJ943 (σ.λ. καρπάσιον, βλ. καὶ σ.λ. λίνον ΙΙ.6 "λ. Καρπάσιον asbestos, Paus. 1.26.7" [ἀλλὰ (Suppl.): "Myc. ri-no, cf. ri-ne-ja (fem.) flax-workers", μὲ ἀναφορὰ σὲ λινάρι], καὶ σημ. Παπαχατζῆ52 [Παυσ., Ἀττ. σελ. 360 σημ. 1] στὸ χωρίο· περισσότερα: M. Christopoulos, “Λίνον Καρπάσιον. Mystère et réalité”52, ChHA [TMO 25] 61-67, μὲ πλούσια βιβλιογραφία) εἶναι ἐσφαλμένο, κι ὅτι «Τὸ λίνον καρπάσιον = ἀμίαντος δὲν ἔλαβε τὴν ὀνομασία ἀπὸ τὴν Καρπασία τῆς Κύπρου, ὅπου οὔτε στοὺς ἀρχαίους οὔτε στοὺς νέους χρόνους παραγόταν» (ὀρθῶς ἤδη στοὺς LSK51 σημειώνεται ὅτι καρπάσινος καὶ καρπάσιος εἶναι ὁ «πεποιημένος ἐκ καρπάσου, ἤτοι λεπτοῦ λίνου»), κι ὀρθῶς ὡς φαίνεται στοὺς LSJ943 καὶ στὸν Chantraine20 διαστέλλεται τὸ δηλητηριῶδες φυτὸ κάρπασον (τὴν ταύτιση τοῦ ὁποίου μὲ τὸν ἑλλέβορον, Λατ. Veratrum album, δὲν θεωρεῖ βέβαιη ὁ Chantraine20) ἀπὸ τὴν κάρπασον (ὀνομ. ἡ κάρπασος), εἶδος λιναριοῦ ἢ βαμβακιοῦ: LSJ943 κάρπασος, 1. "flax, Linum usitatissimum (or perh. L. angustifolium)" καὶ 2. "cotton" (πβ. ὅμως LSK51: «κάρπασος, ἡ, μετὰ ἑτεροκλ. πληθ. κάρπασα» καὶ «κάρπασον, τό, Ὀρφ. Ἀργ. 925: – εἶδος λεπτοῦ λίνου φυομένου ἐν Ἱσπανίᾳ, Λατ. carbasus», «ἀλλὰ τὸ ὄνομα παράγεται ἐκ τοῦ Σανσκρ. kârpâsa, δηλ. βάμβαξ»). Ὁ Chantraine20 ὅμως συνδέει τὰ ὀνόματα τῆς νήσου Καρπάθου καὶ τῆς Καρπασίας τῆς Κύπρου μὲ τὸ δηλητηριῶδες φυτὸ κάρπασον, καὶ ὁ Χατζηιωάννου6 μὲ τὸ κάρπασοςὁ κάρπασος», ἐσφαλμένα ἀντὶ , ποὺ ὄντως εἶναι «καὶ εἶδος λιναριοῦ ἐκλεκτῆς ποιότητας», μὲ παραπομπὴ στὸν Frisk47), καθὼς στὴν Καρπασία «μέχρι σήμερα παραγόταν αὐτὸς ὁ κάρπασος-λινάρι» (μὲ παραπομπὴ στὸν Frisk47 σ.λ. κάρπασον, ὅμως)· πβ. Hofmann – Παπαν.46: «πβ. ἐπίσης carpathum = δηλητηριῶδες φυτόν, ἑλλ. τοπων. Κάρπαθος» καὶ «δάνειον ἔκ τινος αἰγ. γλώσσης (ἢ καὶ ἐκ τῆς Μικρασιατ.), καὶ ἀρχ. ἰνδ. karpāsaḥ = βάμβαξ», καὶ Frisk47, ποὺ θεωρεῖ πιθανὴ τὴ συσχέτιση μὲ τὸ κάρπασον τόσο τοῦ Κάρπαθος (πβ. τὸν τύπο τῆς Λατ. carpathum, μὲ τὸ ὀδοντικὸ th) ὅσο καὶ τοῦ Καρπασία (πβ. τοὺς τύπους τῆς Λατ. carpasum καὶ carbasa μὲ s, καὶ τὸ τοῦ Πλιν. 31.5 Carpasium). Ἂς σημειωθεῖ πὼς τύποι τῆς Λατ. μὲ b, ὅπως carbasa καὶ carbacum (βλ. Frisk47 καὶ Chantraine20, πβ. τὸν τύπο κάλπασος γιὰ τὸ κάρπασος: βλ. LSJ943 σ.λλ.), μποροῦν κάλλιστα νὰ κρύβονται πίσω ἀπὸ τὸ Καρβασία τοῦ Δημήτριου τοῦ Σαλαμίνιου· καὶ πὼς ὁ τύπος Κάρπασος, ἀπὸ τὸν ὁποῖο σχηματίζεται ἴσως τὸ τοῦ Θεοπόμπου Καρπασεῖς, ἐνισχύει τὴν ὑπόθεση ἐτυμ. συγγένειας μὲ τὴν κάρπασον (καὶ οἱ νεώτεροι τύποι Καρπάσιον καὶ Καρπάσιν –καὶ Ριζοκάρπασο– ἀπὸ τὸ Κάρπασος μᾶλλον φαίνεται νὰ παράγονται, τύποι δὲ ὅπως Carpasso ἀπαντοῦν στοὺς Χάρτες). Νὰ σημειωθεῖ ἀκόμα πὼς τὸ ἐθνικὸ Καρπασεύς (καὶ κύριο ὄνομα Καρπασεύς) καὶ Καρπασεώτης (καὶ σὲ ἐπιγραφές: ΑΚΕΠ6 Δα´ 12.1, 13, 215-217) φαίνεται νὰ ἐξελίσσεται στὸ Καρπασιώτης (ὅ.π. Δβ´ 12.1) καὶ στὸ σημερινὸ Καρπασίτης.

7. τὰς νήσους τὰς Καρπασίας, 11. αἱ Καρπάσιαι νῆσοι: στὰ ἀνατολικὰ τῆς πόλης, ἀλλὰ στὴ νότια ἀκτὴ τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας. Ὁ ταξιδιώτης πρέπει νὰ καλύψει μιὰν ἀπόσταση τριάντα σταδίων ἰσθμοῦ (: μιὰ στενὴ λωρίδα γῆς 5,5 περίπου χλμ.) γιὰ νὰ φτάσει ἐκεῖ· ἔχοντας ὅμως φτάσει στὶς Κλεῖδες πρέπει νὰ κινηθεῖ πιὰ πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, γιὰ νὰ φτάσει στὰ Καρπασίτικα νησιά (ποὺ βρίσκονται κοντά) καὶ στὴ Σαλαμίνα. Πβ. καὶ Πτολεμ. Γεωγρ. 5.13.7 Νῆσοι (...) καλούμεναι Κλεῖδες καὶ Καρπασίων (Müller3, Καρπάσων Nobbe53) νήσων.
   Ὁ Στράβ. δὲν ἀφήνει καμμιὰν ἀμφιβολία γιὰ τὸν προσεκτικὸν ἀναγνώστη ὅτι αἱ Καρπάσιαι νῆσοι (σύμπλεγμα μιᾶς μικρῆς νήσου: νῆσος Καρπασία στὸν Στέφανο Βυζάντιο ὅ.π. [σημ. σ.στ. 5-6] καὶ στὸν Ἡρωδιανό [βλ. ΑΚυΓ319 17 F1b] καὶ βραχονησίδων) βρίσκονται στὴ νότια πλευρὰ τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας, νοτιοανατολικὰ τῆς πόλεως Καρπασίας, ἡ ὁποία κεῖται στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς Χερσονήσου (στ. 5-6) κατὰ τὴν ἄκραν τὴν Σαρπηδόνα (ἀκρωτήριο στὰ βόρεια τῆς Καρπασίας, στὴν ἀκτὴ τῆς Κιλικίας: βλ. Χατζηπ. – Ιακώβου ΧαΑ38 ἀρ. 64 "C. Sarpedon", κ.ἀ.). Ἂν τὸ νῆσος Καρπασία κατὰ τὴν ἄκραν τὴν Σαρπηδονίαν τοῦ Στέφανου Βυζάντιου (ὅ.π.) στηρίζεται στὸ ἀντίστοιχο χωρίο τοῦ Στράβ., ὅπως φαίνεται πιθανό, τότε ἢ πρέπει νὰ χρησιμοποιεῖται μὲ τὴ σημασία τοῦ «ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἀκρωτήριο Σ.» (μὲ ὄχι στενὴ ἔννοια) κι ὄχι «πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ ἀκρωτηρίου Σ.» ἢ πρέπει νὰ ὑποδηλώνει ὅτι ἐσφαλμένα τοποθετεῖται ἡ νῆσος Καρπασία στὰ βόρεια τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας (πιθανῶς, τότε, κατὰ παρερμηνεία τοῦ Στράβωνα).

9. Ὄλυμπος: καὶ σ' αὐτὸ τὸ ὄρος –κι ἂς μὴν εἶναι ἰδιαίτερα ὑψηλό– ἡ ἀκρώρεια, ἡ πιὸ ψηλὴ δηλ. βουνοκορφή, καλεῖται Ὄλυμπος, ὅπως κι ἄλλες βουνοκορφὲς στὴν Κύπρο καὶ ἀλλοῦ, κατὰ τὸν Ὄλυμπον τὴν κατοικία τῶν θεῶν, ποὺ ὁ Στράβων ἀποκαλεῖ (7. ἀπόσπ. 8a Radt7) Μακεδονικὸν ὄρος μετεωρότατον· κατὰ τὸν ἴδιο, 10.3.14 τήν τε Ἴδην καὶ τὸν Ὄλυμπον συγκεχυμένως πολλάκις ὡς τὸ αὐτὸ ὄρος κτυποῦσιν. εἰσὶ μὲν οὖν λόφοι τέτταρες Ὄλυμποι καλούμενοι τῆς Ἴδης κατὰ τὴν Ἀντανδρίαν, ἔστι δὲ καὶ ὁ Μυσὸς Ὄλυμπος (καὶ τοῦ Κυπρ. Τροόδους ἡ πιὸ ψηλὴ κορφὴ –σημερινὴ Χιονίστρα– κατὰ καιροὺς Ὄλυμπος θὰ καλοῦνταν, ἴσως δὲ καὶ ἡ ὅλη ὀροσειρά), 14.3.8 ἀπὸ δὲ τῆς Ἱερᾶς ἄκρας ἐπὶ τὴν Ὀλβίαν (...) ἐστὶν ἥ τε Κράμβουσα καὶ Ὄλυμπος πόλις μεγάλη καὶ ὄρος ὁμώνυμον, ὃ καὶ Φοινικοῦς καλεῖται, 14.5.7 κατὰ δὲ τὰς ἀκρωρείας τοῦ Ταύρου τὸ Ζηνικέτου πειρατήριόν ἐστιν ὁ Ὄλυμπος ὄρος τε καὶ φρούριον ὁμώνυμον, ἀφ' οὗ κατοπτεύεται πᾶσα Λυκία καὶ Παμφυλία καὶ Πισιδία καὶ Μιλυάς, καὶ 14.6.3 (γιὰ τὴν Κύπρο) εἶτ' Ἀμαθοῦς πόλις (sc. μετὰ τὸ Κίτιον, ἀπ' ὅπου κατάγονται Ζήνων τε ὁ τῆς Στωικῆς αἱρέσεως ἀρχηγέτης καὶ Ἀπολλώνιος ὁ ἰατρός) καὶ μεταξὺ πολίχνη Παλαιὰ καλουμένη, καὶ ὄρος μαστοειδὲς Ὄλυμπος. Γιὰ τὸ ὅλο περὶ Κυπριακῶν Ὀλύμπων χωρίο τοῦ Στράβωνα πβ. Εὐστ. στὸ Α 18 (27.39 κἑ.: ΑΚΕΠ6 Ε´ 52 [Β´ 153β´], σελ. 64) εἰσὶ δὲ καὶ ἕτεροι Ὄλυμποι· ἔν τε γὰρ Πελοποννήσῳ, ὡς καὶ ἐν τοῖς τοῦ Περιηγητοῦ ἐγράφη, καὶ ἐν Κύπρῳ δὲ ὄρος μαστοειδὲς μεταξὺ Κιτίου καὶ Ἀμαθοῦντος Ὄλυμπος λέγεται. καὶ ἄλλη δέ τις ἀκρώρεια Κύπρου ἐκαλεῖτο οὕτως, ἐν ᾗ ναὸς Ἀκραίας Ἀφροδίτης, ἄδυτος γυναιξί. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Σακελλάριος (Κυπρ.15 Α´ 12-16), ὁ ἕνας Ὄλυμπος βρίσκεται στὴν ἀνατολικὴ ἐσχατιὰ τῆς ὀροσειρᾶς τοῦ Πενταδακτύλου (ποὺ δὲν εἶχε δικό της ὄνομα στοὺς ἀρχαίους χρόνους, ἀρχίζει δὲ ἀπὸ τὴν Κρομμύου ἄκραν καὶ φθάνει στὸ ἀκρωτήριο Κλεῖδες), ὁ δὲ ἄλλος ταυτίζεται μὲ τὸ Σταυροβούνι (ποὺ ἀποτελεῖ προέκταση τοῦ Ἀῴου ὄρους, τοῦ ἀνατολικοῦ δηλ. κλάδου τῆς ὀροσειρᾶς τοῦ Ὀλύμπου, κλάδοι τοῦ ὁποίου εἶναι καὶ ὁ Ἀκάμας καὶ τὸ Κούριον ὄρος καὶ ὁ Σόλος [ὄνομα βουνοῦ κατὰ τὸν Σουίδα], καὶ τὸ Ἀῷον μὲ τὸ μαστοειδὲς ὄρος Ὄλυμπος, στὰ βόρεια τοῦ ὁποίου βρίσκεται σήμερα ἡ κωμόπολη Λύμπια [προφανῶς ΟΛΥΜΠΙΑ] καὶ ὅπου ἡ Ἁγία Ἑλένη ἔκτισε ναὸ καὶ ἀπέθεσε σ' αὐτὸν μέρος τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὴ σημερινὴ Μονὴ Σταυροβουνίου τὴν ἄδυτον γυναιξί).

9-10. Ἀφροδίτης Ἀκραίας ναόν, ἄδυτον γυναιξὶ καὶ ἀόρατον:Ἀκραία Ἀφροδίτη (ἀπὸ τὸ ἄκρα, ἀκρωτήριο ἀλλὰ καὶ ἀκρώρεια) ἐμφανίζεται καὶ σὲ ἐπιγραφὲς Κυπριακές: SEG54 18 (1962) ἀρ. 578: ΑΚΕΠ6 Δα´ 17.30 (ἀπὸ τὴν περιοχὴ Παλαιπάφου) [Νὴ τ]ὴ̣ν ἡμετέραν Ἀκραίαν Ἀφροδίτην (βλ. ΑΚυΓ319 σχόλ. σ.στ. 12 Ε7.1 μὲ Πίν. 66, σσ. 306-7), καὶ AJA42 65 (1961) 125 ἀρ. 26: ΑΚΕΠ6 Δα´ 20.17 (ἀπὸ τὸ Ριζοκάρπασο τῆς ἐδῶ σχολιαζόμενης περιοχῆς Καρπασίας) στ. 11-12 τῆ παρ' ἡμῖν | Ἀφ̣[ροδίτη τῆ ἐπὶ τοῖς] ἄκροις καὶ 20 [τῆ]ς Ἀκρέας Ἀφροδίτης (ε ἀντὶ αι, βλ. καὶ τὸ ἐδῶ ἑπόμενο κἑ. καὶ ΑΚυΓ223 Ε42.2 λάμπετε ἀντὶ λάμπεται, καὶ σχόλ. σ.λ. [σσ. 372-73] μὲ ἀνάλογα παραδείγματα ἀπὸ ἐπιγραφές). Κοντὰ βρισκόταν ἡ πόλη Οὐρανία κατὰ τὸν Διόδ. Σικ. 20.47.2 κατεστρατοπέδευσεν (sc. ὁ Δημήτριος) ἐν τῇ παραλίᾳ τῆς Καρπασίας, καὶ (...) τοῖς πλησιοχώροις προσβολὰς ποιησάμενος εἷλε κατὰ κράτος Οὐρανίαν καὶ Καρπασίαν, ποὺ προφανῶς πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὴν Οὐρανίαν Ἀφροδίτην (πβ. τὴ μαρτυρία τοῦ Νόνν. Διον. 13.452 κἑ. καὶ [sc. ἐθωρήσσοντο οἵ τε λάχον, στὴν ἐνδιαφέρουσα Κυπριακὴ ἑνότητα τῶν στ. 432 κἑ., γιὰ τὴν ὁποία βλ. Ἀ. Βοσκοῦ Μορφώ13 29 κἑ.] Οὐρανίης πέδον ἕδρης | αἰθερίου κενεῶνος ἐπώνυμον, ὅττι πολίτας | ἔτρεφεν ἀστράπτοντας ἐπουρανίων τύπον ἄστρων, | οἵ τ' εἶχον Κραπάσειαν [= Καρπασίαν], ἁλιστεφὲς οὖδας ἀρούρης κ.λπ.), κατὰ τὸν Χατζηιωάννου6 (Ε´ 178, μὲ ἀναφορὰ καὶ στὸ σημερινὸ τοπων. Ἀφέντρικα, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὸν ἐκεῖ ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Ἀφέντρας). Ἔτσι ἡ ὑπόθεση τοῦ ἴδιου (ὅ.π., μὲ παραπομπές) ὅτι τὸ ἐδῶ ἱερὸ τῆς Ἀφροδίτης ἦταν ἄδυτον γυναιξὶ καὶ ἀόρατον γιατὶ ἦταν ἀφιερωμένο στὴν Οὐρανίαν Ἀφροδίτην, ἔχει ἰσχυρὰ ἐρείσματα. Εὔλογη εἶναι καὶ ἡ ὑπόθεση (ὅ.π.) ὅτι ὁ λόφος τραχύς, ὑψηλός, τραπεζοειδής, ἱερὸς Ἀφροδίτης, ποὺ ὑπέρκειται τοῦ ἀκρωτηρίου Πηδάλιον (νότια τῆς Σαλαμῖνος καὶ ἀνατολικὰ τοῦ Κιτίου: βλ. κατωτ. στ. 13-14), ἦταν ἐπίσης ἀφιερωμένος στὴν Οὐρανίαν Ἀφροδίτη. Δύσκολα ἐπίσης θὰ μπο­ροῦσε κανεὶς νὰ ἀποφύγει τὸν πειρασμὸ τῆς ὑπόθεσης ὅτι καὶ στὸ μαστοειδὲς ὄρος Ὄλυμπος, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ σημερινὸ Σταυροβούνι (ὅπου ἡ σημερινὴ Ἱερὰ Μονὴ Σταυροβουνίου ἡ ἄδυτος γυναιξί) ἦταν ἐπίσης κτισμένος ναὸς ἈκραίαςΟὐρανίας Ἀφροδίτης ἄδυτος γυναιξί. (Νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Στράβων δὲν περιοδεύει στὰ μὴ παράλια ἢ κοντινὰ στὶς ἀκτὲς μέρη τῆς Κύπρου, καὶ δὲν ἔχουμε ἔτσι σχετικὲς περιγραφές του. Γιὰ τὴν Ἀφροδίτην βλ. ΑΚυΓ1β´18, ΑΚυΓ223 καὶ ΑΚυΓ319 σ.λλ. Ἀφροδ(ε)ίτη, Κύπρις, Κυθέρεια, Κυπρία, Ἐπαφρόδ(ε)ιτος: βλ. Πίνακες.)

10. αἱ Κλεῖδες: νησία δύο προσκείμενα τῇ Κύπρῳ κατὰ τὰ ἑωθινὰ μέρη τῆς νήσου (Στράβ. 14.6.2, βλ. καὶ 14.6.4), ἔξω ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο ἀκρωτήριο τὸ γνωστὸ σήμερα μὲ τὸ ὄνομα τῆς ἐκεῖ εὑρισκόμενης ὀνομαστῆς Μονῆς Ἀποστόλου Ἀνδρέα. Τὸ ὅλο συγκρότημα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐννέα νησάκια – βραχονησίδες, κι εἶναι νησιωτικὴ προέκταση τῆς Χερσονήσου τῆς Καρπασίας. Στὶς Κλεῖδες ἀναφέρεται καὶ ὁ Πτολεμαῖος (Γεωγρ. 5.13.7 [βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 7/11], πβ. 5.14.3 οὐρὰ βοὸς ἢ Κλεῖδες ἄκρα) καὶ ὁ Θεοδωρίδας σ' ἕνα ἐπίγραμμά του γιὰ τὸν πνιγμὸ τοῦ προτελευταίου τῶν Κινυραδῶν βασιλέων τῆς Κύπρου Τιμάρχου (Ἀνθ. Παλ. 7.738, βλ. ΑΚυΓ223 σχόλ. σ.στ. Ε13.3 σ.λ. υἱὸν Τιμάρχου, μὲ παραπομπές).

10-11. πρόκεινται δὲ πλησίον (...) εἶθ' (...) καὶ μετὰ ταῦτα: ἡ στίξη τοῦ κειμένου στὶς παλαιότερες ἐκδόσεις δὲν εἶναι ἱκανοποιητική. Τὸ πρόκεινται δὲ πλησίον αἱ Κλεῖδες καὶ ἄλλαι δὲ πλείους σαφῶς ἀναφέρεται στὰ προηγούμενα εἶτ' ἄκρα (Κλεῖδες, ὅπως καὶ τὰ προκείμενα νησιά) καὶ ὄρος, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποκοπεῖ ἀπ' αὐτὰ μὲ τελεία πρὸ τοῦ πρόκεινται. Τὸ μετὰ ταῦτα (ἀναφερόμενο στὴν ὄχι κοντινὴ Σαλαμῖνα) δὲν μπορεῖ νὰ συνδεθεῖ ἄμεσα μὲ τὸ πρόκεινται δὲ πλησίον, μὲ κόμμα μετὰ τὸ πλείους καὶ μετὰ τὸ νῆσοι. Πρόβλημα παραμένει ἂν θὰ πρέπει νὰ στίξει κανεὶς μὲ τελεία ἢ μὲ ἄνω τελεία μεταξὺ πλείους καὶ εἶθ' (ἀσφαλῶς ὄχι μὲ κόμμα, ὅπως ἂν συνοδευόταν τὸ εἶθ' ἀπὸ παρατακτικὸ σύνδεσμο: καὶ εἶθ' αἱεἶτα δ' αἱ). Βλ. τώρα καὶ τὴ στίξη τοῦ ὅλου κειμένου στὴν ἔκδοση Radt7.

12. Ἄριστος ὁ συγγραφεύς: Ἱστορικὸς μὲ τὴν εὐρύτερη σημασία τῆς λέξεως ὁ συγγραφεὺς (ΑΚυΓ319 14 Τ1) ΑΡΙΣΤΟΣ Ο ΣΑΛΑΜΙΝΙΟΣ, τῶν τὰ Ἀλεξάνδρου ἀναγραψάντων (F2, καὶ F1) ἀλλὰ πολὺ νεώτερος τοῦ Ἀριστοβούλου (ποὺ ἄρχισε νὰ γράφει γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο στὰ 84 του χρόνια, πρὸ τοῦ 285/2 π.Χ.) καὶ τοῦ Ὀνησι­κρίτου (ποὺ ἔγραφε τὴ δεκαετία 320-310 π.Χ.), ἔγραφε ἐπίσης γιὰ τὸν Ἀλκέταν τὸν Μακεδόνα (F3) καὶ τὸν Ἀλέξαρχον τὸν γραμματικόν (F4) καὶ τὴ Χαλκίδα τὴν ἡρωίδα (F5). Τὰ δεδομένα αὐτὰ φαίνεται νὰ ὁδηγοῦν σὲ χρονολό­γηση τοῦ Ἄριστου στὸν 3ον μᾶλλον παρὰ στὸν 2ον αἰ. π.Χ. (μὲ ἀκμὴ πιθ. περὶ τὸ 230 π.Χ., ἢ λίγο μετά: τὸ πολὺ νεώτερος τούτων μπορεῖ νὰ ὑποδηλώνει ὅτι αὐτὸς –ὄντας πολὺ μικρότερος στὴν ἡλικία, ἐν μέρει μόνο σύγχρονος δηλαδή, κι ὄχι κατ' ἀνάγκη πολὺ μεταγενέστερος– δὲν συνόδευσε τὸν Ἀλέξανδρο στὴν ἐκστρατεία του καὶ ἔγραψε τὸ ἔργο του μετὰ ἀπ' αὐτοὺς κι ὄχι ὡς αὐτόπτης μάρτυρας, εἶναι δὲ γι' αὐτὸ δευτερεύουσα πηγή. Σὲ κάθε περίπτωση term. a. quem ἀσφαλής εἶναι ἡ παλαιοτέρα τῶν πηγῶν γι' αὐτόν, ὁ Στράβων). Ἡ λίαν πιθανὴ ταύτιση τοῦ Ἀρίστου τοῦ Κυπρίου, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του Θεμίσωνα –κατὰ τὸν Ἀθήναιο (Τ3a) καὶ τὸν Αἰλιανό (T3b)– διοικοῦσαν οὐσιαστικὰ τὸ βασίλειο τοῦ μέθυσου Ἀντιόχου Β´ τοῦ Θεοῦ (261-246 π.Χ. στὸν θρόνο), μὲ τὸν Ἄριστον τὸν Σαλαμίνιον, ἐνισχύει τὴν ἀνωτέρω εἰκόνα (καὶ ἐνισχύεται ἀπ' αὐτήν). Ἀντίθετα, παραμένει εὔλογη μὰ ἀβέβαιη ἡ ὑπόθεση ὅτι ὁ Ἀρίστων ὁ γεγραφὼς Ἀθηναίων ἀποικίαν (*Τ2a), ποὺ ἔπεσε πάνω σὲ κάποιαν ἐπιστολὴ τοῦ Ἀλέξαρχου (πβ. F4) γιὰ τὸν Διόνυσο κατὰ τὸν Πλούταρχο, ταυτίζεται ἐπίσης μαζί του (μολονότι τὰ χρονο­λογικὰ δεδομένα συνηγοροῦν, καὶ ἡ πιθανότητα νὰ ἔγραφε τὰ περὶ Χαλκίδος στὸ Ἀθηναίων ἀποικία ὁ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητη)· πιὸ ἀβέβαιη ἀκόμα, εἶναι ἡ ταύτισή του μὲ τὸν μαθητὴ τοῦ Ἐρατοσθένη (περ. 275-174 π.Χ.) Ἄριστιν. (Συνοπτικά: Βαρβούνης ΜΛΜ55 21-22.) Τὸ ὄνομα Ἄριστος εἶναι εὐρέως διαδεδομένο. Στὴν Κύπρο ἀπαντᾶ συχνὰ σὲ ἐπιγραφές, ὅπως καὶ τὰ Ἀρίστων, Ἀρίσστους, κ.τ.τ. (βλ. PPC56 σσ. 39 κἑ., LGPN157, SEG54 20 [1964] 314 ἀρ. 9), συχνότατα δὲ ἐκτὸς Κύπρου· βλ. καὶ ΑΚυΓ319 σχόλ. στὸ 14 *Τ2(a-b).
   Τὸ συγγραφεύς, κατὰ τοὺς LSJ943 / LSK51 σ.λ. (Ι.), σημαίνει ἐκεῖνον ποὺ συλλέγει καὶ καταγράφει ἱστορικὰ γεγονότα, τὸν ἱστοριογράφο (Ξεν. Ἑλλ. 7.2.1 κ.ἀ.), ἀκολούθως δέ, γενικά, τὸν πεζογράφο σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸ ποιητής (Πλάτ. Φαῖδρ. 235c κ.ἀ.), ὅπως καὶ σήμερα ἐν μέρει (Μπαμπ.58 σ.λ., 2· ἀλλὰ καὶ [1.] «το πρόσωπο που ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή», καὶ [3. γενικότ. -σπάν.] «το πρόσωπο που έχει γράψει συγκεκριμένο κείμενο»). Βλ. καὶ ΑΚυΓ319 σχόλ. στὸ 25 T1.1-2 σ.λ. συγγραφεύς (μὲ περαιτέρω παραπομπές).

   Ἀρσινόη, πόλις καὶ λιμήν: Ἱδρύθηκε, νοτίως τῆς Σαλαμῖνος, ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖο Β´ τὸν Φιλάδελφο πρὸς τιμὴν τῆς ἀδελφῆς καὶ συζύγου του Ἀρσινόης Β´, περὶ τὸ 274 π.Χ. (μαζὶ μὲ δύο ἄλλες ὁμώνυμες πόλεις: ἡ πρώτη –καὶ σημαντικότερη– στὰ ἐρείπια τοῦ ἀρχαίου Μαρίου καὶ ἡ δεύτερη στὴ μεταξὺ Πάφου καὶ Παλαιπάφου παραλιακὴ περιοχή), γιὰ νὰ ἀντικαταστήσει τὸ κατεστραμμένο ἀπὸ προσχώσεις λιμάνι τῆς Σαλαμίνας. Ἡ νέα πόλη δὲν μπόρεσε νὰ ἐπισκιάσει τὴ Σαλαμίνα μὲ τὴ λαμπρὴ ἱστορία. Πολὺ ἀργότερα, ὅταν ἡ διάδοχος τῆς Σαλαμίνας (ποὺ καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς σεισμοὺς τοῦ 332 καὶ τοῦ 342 μ.Χ.) πόλη Κωνστάντια (ποὺ πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὸν ἱδρυτή της αὐτοκράτορα Κωνστάντιο) καταστράφηκε μὲ τὴ σειρά της ἀπὸ ἐπάλληλες ἐπιδρομὲς Ἀράβων, οἱ ἐναπομείναντες κάτοικοι μετοίκησαν στὴ μικρὴ τότε πολίχνη τῆς Ἀρσινόης, ποὺ ξανάζησε μέρες δόξας στὴ μεσαιωνικὴ περίοδο καὶ ἀργότερα μὲ τὸ ὄνομα Ἀμμόχωστος (ἡ Famagusta τῶν ξένων): πόλη-φάντασμα ἀπὸ τὸ 1974, ὅταν οἱ Τοῦρκοι εἰσβολεῖς κατέλαβαν τὴν ὅλη περιοχή. (Βλ. ἀνάμεσα στ' ἄλλα: Παυλίδη ΙΝΚ159 356 κἑ. [κ.ἀ.], καὶ τὰ σχετικὰ λήμματα τῆς ΑΚΕΠ6 [Πίν. τόμ. Ε´, σσ. 303-4] καὶ ΜΚΕ39.)

13. λιμὴν Λεύκολ<λ>α: στὴν περιοχὴ τοῦ σημερινοῦ Πρωταρᾶ, κοντὰ στὸ Παραλίμνι (βλ. ΑΚΕΠ6 Β´ 153, Δβ´ 17.15, Ε´ 109).

   ἄκρα Πηδάλιον: γνωστὸ σήμερα ὡς ἀκρωτήριο Γκρέκο (Pedalium – Greco, Greca/Grego, Griega κ.τ.τ. στοὺς παλαιότερους χάρτες). Βλ. καὶ ΑΚΕΠ6 Β´ 152.3, 153, § 303, Ε´ 178, 196.

14. λόφος τραχύς, ὑψηλός, τραπεζοειδής, ἱερὸς Ἀφροδίτης: βλ. ἀνωτ. σχόλ. σ.στ. 9-10 (καὶ ΑΚΕΠ6 Ε´ 178).

16. Κίτιον: ἀπὸ τὶς πιὸ ὀνομαστὲς πόλεις τῆς Ἀρχαίας Κύπρου, θαμμένη κάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια τῆς σημερινῆς Λάρνακος. Ἱδρύθηκε ἀπὸ Ἀχαιοὺς ἀποίκους περὶ τὸ 1200 π.Χ., ὅπως ἀπέδειξαν οἱ συστημα­τικὲς ἀνασκαφὲς τοῦ Τμήματος Ἀρχαιοτήτων Κύπρου, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη τοῦ Β. Καραγιώργη (βλ. ExcK60 I-IV· συνοπτικά: ΜΚΕ39 σ.λ.). Τὸν 9ον αἰ. π.Χ. ἀποικίστηκε ἀπὸ Φοίνικες, καὶ παρέμεινε ὑπὸ τὴν ἄμεση ἐπιρροή τους κατὰ τὴν Ἀρχαϊκὴ καὶ τὴν Κλασσικὴ περίοδο. Κατὰ τὴν Ἑλληνιστικὴ καὶ τὴ Ρωμαϊκὴ ἐποχή, ὅμως, ἡ πορεία της ἦταν ἡ ἴδια μὲ τὰ λοιπὰ Κυπριακὰ κέντρα. Ὑπῆρξε πατρὶς πολλῶν ἐπιφανῶν ἀνδρῶν, ὅπως οἱ κατωτ. μνημονευόμενοι Ζήνων ὁ Κιτιεὺς ὁ Ἱδρυτὴς τῆς Στωικῆς φιλοσοφίας καὶ Ἀπολλώνιος ὁ Κιτιεὺς ὁ ἰατρός, ὁ ἰατρὸς Ἀπολλόδωρος ὁ Κιτιεὺς (35 Τ1 κἑ.) καὶ –πιθανῶς– οἱ ἐπίσης ἰατροὶ Ἀρτεμίδωρος (43 Τ1) καὶ Αὐρήλιος Ἀρίστων (47 Τ1), ὁ μυθογράφος Ἰσίγονος ὁ Κιτιεύς (ΑΚυΓ319 24 F1 κἑ.), ὁ ῥήτωρ - σοφιστὴς Ζήνων ὁ Κιτιεύς (21 Τ1 κἑ., 2ος αἰ. μ.Χ.), οἱ φιλόσοφοι Περσαῖος ὁ Κιτιεύς καὶ Φιλόλαος (βλ. ΑΚυΓ6), ὁ Ὁμηροδιδάσκαλος Κιλικᾶς (ΑΚυΓ223 11 Ε24), κ.ἄ. (βλ. τὰ σχετικὰ λήμματα τῆς ΑΚυΓ [μὲ τὶς ἀντίστοιχες εἰσαγωγές], τῆς ΑΚΕΠ6 καὶ τῆς ΜΚΕ39).

17-18. Ζήνων τε ὁ τῆς Στωικῆς αἱρέσεως ἀρχηγέτης: ὁ πιὸ ἐπιφανὴς ἄνθρωπος τῶν Γραμμάτων ἀπὸ τὴν Ἀρχαία Κύπρο, ποὺ ἄσκησε καὶ ἀσκεῖ τεράστιαν ἐπίδραση στὴν παγκόσμια Φιλοσοφία. Ἡ σχετικὴ βιβλιογραφία εἶναι ἤδη δυσθεώρητη (βλ. ΑΚυΓ1β´18 9 F1-2 [μὲ σχόλ.] καὶ Εἰσαγ. σσ. 132-33 / 179-80 [μὲ σημ. 167], καὶ –κυρίως– ΑΚυΓ561).

18. Ἀπολλώνιος ἰατρός: βλ. ἀνωτ. Εἰσαγωγή, μὲ παραπομπὲς στὰ κατωτέρω χωρία καὶ βιβλιογραφία.

  1. Κοραῆς, Ἀ. (1815-1819), Στράβωνος Γεωγραφικῶν, parts Α΄-Δ΄, Παρίσι.
  2. Kramer, G. (1844-1852), Strabonis Geographica, Vols. I-III, Berlin.
  3. Müller, C. (1855-1861), Geographi Graeci Minores, Vols. I-II, Paris.a↑ b↑
  4. Meineke, A. (1909-1913), Strabonis Geographica, Vols. I-III, Leipzig.
  5. Jones, H. L. (1917-1932), The Geography of Strabo, Vols. I-VII,
  6. Χατζηϊωάννου, Κ. (1971-1992), Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Πηγάς, τóμ. Α΄- Στ΄, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑ t↑ u↑ v↑ w↑ x↑ y↑ z↑
  7. Radt, S. (2002), Strabons Geographika, Göttingen.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  8. Jacoby, F. (1923-1958), Die Fragmente der griechischen Historiker, parts I-IIIC.2, Berlin-Leiden.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑
  9. Lesky, A. (1981), Ἱστορία τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, 5th ed., Θεσσαλονίκη .
  10. Easterling, P. E. & Knox B. M. W. (2000), Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Κονομή, Ν., Γρίμπα Χρ, Κονομή Μ. & Στεφανή Α. Ἀθήνα.
  11. Aly, W. (1957), Untersuchungen über Text, Aufbau und Queller der Geographica , Srabonis Geographica,4 Bonn.
  12. von Staden, H. (1989 / 1994), Herophilus: The Art of Medicine in Early Alexandria, Cambridge – New York – New Rochelle – Melbourne – Sydney .a↑ b↑
  13. Βοσκός, Α. Ι. (1999), Μορφὼ παροικήσουσι: Λυκόφρονος Ἀλεξάνδρα, Λευκωσία Κύπρου.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑
  14. Cobet, C. G. (1862), Diogenis Laertii De clarorum philosophorum vitis (dogmatibus et apophthegmatibus libri decem), Paris.
  15. Σακελλάριος, Α. Α. (1890-1891), Τὰ Κυπριακά, ἤτοι Γεωγραφία, Ἱστορία καὶ Γλῶσσα τῆς Νήσου Κύπρου ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, Ἀθήνα.a↑ b↑ c↑
  16. di Cesnola, L. P. (1877), Cyprus: Its Ancient Cities, Tombs, and Temples: A Narrative of Researches and Excavations during ten years' residence as American Consul in that Island, New York .
  17. Μενάρδος, Σ. (1970), Τοπωνυμικαὶ καὶ Λαογραφικαὶ Μελέται, Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών ,4 2η εκδ., Λευκωσία.
  18. Βοσκός, Α. Ι. (1995), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 1. Ποίηση Ἐπική Λυρική Δραματική, τóμ. 1, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑ r↑ s↑ t↑
  19. Βοσκός, Α. Ι. (2002), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 3. Πεζογραφία, τóμ. 3, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑ j↑ k↑ l↑ m↑ n↑ o↑ p↑ q↑
  20. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑
  21. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1990), The Iliad: A Commentary, Vol. II: books 5-8, Cambridge.
  22. Allen, T. W. (1912/1946), Homeri Opera, Vol. V, Oxford Classical Texts Oxford.
  23. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑ h↑ i↑
  24. Βοσκοῦ, Ἀ. Ἰ. (1997), Ὀνήσιλος: Ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο στὴ Σύγχρονη Κυπριακὴ Λογοτεχνία, Κυπριακαί σπουδαί 61: Λευκωσία . 3-33.
  25. (1999-2001), Κύπρος: Η λεηλασία ενός πολιτισμού της Επιτροπής για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Κύπρου, Αθήνα.
  26. Παπαδόπουλλος, Θ. (1997-2000), Ἱστορία τῆς Κύπρου, τóμ. Α΄-Β΄, Λευκωσία.
  27. Diggle, J. (1981-1994), Euripides Fabulae, Oxford.
  28. Σεφέρης, Γ. (1955), Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ ', Αθήνα.
  29. West, M L. (1971-1972), Iambi et Elegi Graeci, Vols. I-II, Loeb Classical Library Oxford - New York .
  30. Gjerstad, E. (1944), The Colonization of Cyprus in Greek Legend, OArch 3: 107-123.
  31. Χατζηϊωάννου, Κ. (1969-1990), Τὰ ἐν Διασπορᾷ Α´ (τῶν ἐτῶν 1933-1969), Λευκωσία.
  32. Cook, A. B. (1914-1925), Zeus: A Study in Ancient Religion, Vol. I-III, Cambridge.
  33. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.a↑ b↑
  34. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.a↑ b↑
  35. Janko, R. & Kirk G. S. (1992), The Iliad: A Commentary, Vol. IV: 13-16, Cambridge.
  36. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.
  37. Stylianou, A. & Stylianou J. (1980), The History of the Cartography of Cyprus, Publications of the Cyprus Research Centre,VIII Nicosia.
  38. Hadjipaschalis, A. & Iacovou M. (1989), Maps and Atlases / Χάρτες και Άτλαντες, Vol. I / Α΄, The Bank of Cyprus Cultural Foundation Collections / Συλλογές ΠΙΤΚ Nicosia / Λευκωσία.a↑ b↑
  39. Παυλίδης, Α. (1984-1991), Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τóμ. 1-14, Λευκωσία .a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  40. Heitsch, E. Die griechischen Dichterfragmente der römischen Kaiserzeit, Abhandlungen der Akademie der Wissenschaften in Göttingen. Philologisch-historische Klasse,Dritte Folge Nr. 49 Göttingen.
  41. Masson, O. (1961), Les Inscriptions Chypriotes Syllabiques: Recueil critique et commenté, École Française d' Athènes, Études Chypriotes 1: Paris.
  42. Mitford, T. B. (1961), Further Contributions to the Epigraphy of Cyprus, AJA 65: 93-151.a↑ b↑
  43. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑ f↑ g↑
  44. Wimmer, F. (1854-1862), Theophrasti Eresii Opera , tom. I-III, Leipzig.
  45. Lasserre, F. & Livadaras N. (1976/1992), Etymologicum Magnum Genuinum, Symeonis Etymologicum (una cum magna Grammatica), Etymologicum Magnum Auctum, Rome/Ἀθῆναι.
  46. Hofmann, J B. (1974), Ἐτυμολογικὸν Λεξικὸν τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, ἐξελληνισθὲν ὑπὸ Ἀ. Δ. Παπανικολάου, Ἀθήνα .a↑ b↑
  47. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.a↑ b↑ c↑ d↑ e↑
  48. Kretschmer, P. (1948), Die ältesten Sprachschichten auf Kreta, Glotta 31: 1-20.
  49. Hommel, H. (1954), Das Wort Karban und seine Verwandten, Philologus 98: 132-149.
  50. Masson, E. (1967), Recherches sur les plus anciens emprunts sémitiques en grec, Paris.
  51. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑ c↑ d↑
  52. Παπαχατζής, Ν. Δ. (1974-1981), Παυσανίου Ἑλλάδος περιήγησις: (1.) Ἀττικά, (2.) Κορινθιακὰ καὶ Λακωνικά, (3.) Μεσσηνιακὰ καὶ Ἠλειακά, (4.) Ἀχαϊκὰ καὶ Ἀρκαδικά, (5.) Φωκικὰ καὶ Βοιωτικά, Vols. 1-5, Ἀθήνα .a↑ b↑
  53. Nobbe, C. F. A. (1843-1845), Claudii Ptolemaei Geographia, Leipzig.
  54. Supplementum Epigraphicum Graecum, Amsterdam/Leiden.a↑ b↑
  55. Hansen, P. A. (1989), Carmina Epigraphica Graeca (saec. IV a. C. (CEG2)), Texte und Kommentare Berlin and New York.
  56. Michaelidou-Nicolaou, I. (1976), Prosopography of Ptolemaic Cyprus, Studies in Mediterranean Archaeology,vol. XLIV Göteborg .
  57. Fraser, P M. (1987), A Lexicon of Greek Personal Names, Vol. I: The Aegean Islands, Cyprus, Cyrenaica, Oxford.
  58. Μπαμπινιώτης, Γ. (1985), Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας: με εισαγωγή στην ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία,
  59. Παυλίδης, Α. (1991-1993), Ιστορία της Νήσου Κύπρου, τóμ. 1-4, Λευκωσία.
  60. Karageorghis, V. & et al. (1974-1985), Excavations at Kition, Vols. I-V, Nicosia.
  61. Μιχαηλίδης, K. Π. (1999), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 5. Φιλοσοφία: Ζήνων ὁ Κιτιεύς, τóμ. 5, Λευκωσία.