You are here

F72

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Schol. bT ad T 119a1
  1. Cf. Eust. ad loc. (p. 1175.44) Ἐνταῦθα δὲ φέρεται λῆρος μυθικός, ὡς ἄρα αἱ Μοῖραι Ἀλκμήνης ὠδινούσης τὰς χεῖρας συνεῖχον, γαλῆς δὲ παρελθούσης ἀπέλυσαν, ὅτε καὶ τεχθέντος Ἡρακλέος ἐνομίσθη γαλῆν αὐτῶι εἶναι τροφόν. ὅθεν ἀνέκειτο ἡ γαλῆ τῶι Ἡρακλεῖ. (...) τοῦ δὲ «ἀπέπαυσε τόκον» διασαφητικὸν τι τὸ «σχέθε δ' Εἰλειθυίας», ἤγουν ἐπέσχε τὴν γέννησιν πρὸς καιρὸν καὶ οὕτως ἔπαυσε τὸν τόκον οἷα προϊσταμένη (sc. Ἥρα) τῶν Εἰλειθυίων, καθὰ προδεδίδακται.


  2. 2 ἥφ. τὸ πῦρ Τ: καὶ τὸ πῦρ ἥφ. b
  3. 2 sqq. Ἴστροςτροφόν om b
  4. 3 συνσχεῖν Wilamowitz, «vix recte (συνεῖχον Eust.» Erbse
  5. 4 ἀναλῦσαι Maass, prob. Jac. Erb.: ἀπολῦσαι Τ, fort. recte (cf. ἀπέλυσαν Eust.) ‖
  6. γαλῆν Τ, Eust.: Γαλῆν Jac.
Σχόλ. b Τ στὸ Τ 119a1

καὶ κράτησε τὶς Εἰλείθυιες· τοὺς πόνους τοῦ τοκετοῦ κατὰ μετωνυ-

μία, ὅπως Ἄρης ὁ σίδηρος, Ἥφαιστος ἡ φωτιά. Ὁ δὲ Ἴστρος

λέει πὼς ὅταν ἡ Ἀλκμήνη κοιλιο­πονοῦσε οἱ Μοῖρες τῆς κρατοῦσαν

σφικτοδεμένα γύρω της τὰ χέρια, καὶ τὴν ἔλυσαν ὅταν πέρασε δίπλα

μιὰ γάτα· κι ὅταν αὐτὸς (δηλ. ὁ Ἡρακλῆς) γεννήθηκε θεωρήθηκε

πὼς γάτα ἦταν ἡ τροφός του.


Πβ. Εὐστ. στὸ χωρίο (σ. 1175.44) Ἐδῶ φέρεται μιὰ ἀνόητη μυθοπλασία, ὅτι τάχα

οἱ Μοῖρες ὅταν ἡ Ἀλκμήνη κοιλιοπονοῦσε τῆς κρατοῦσαν σφικτοδεμένα γύρω της

τὰ χέρια, καὶ τὴν ἔλυσαν ὅταν πέρασε δίπλα μιὰ γάτα, ὁπότε καὶ θεωρήθηκε ὅταν

γεννήθηκε ὁ Ἡρακλῆς ὅτι γάτα ἦταν ἡ τροφός του· ἔτσι ἀφιέρωσαν τὴ γάτα

στὸν Ἡρακλῆ. (...) Στὸ δὲ ἀπέπαυσε τόκον (σταμάτησε τὸν τοκετό) διασαφητικὸ

κατὰ κάποιον τρόπο εἶναι τὸ σχέθε δ' Εἰλειθυίας, δηλαδὴ ἐμπόδισε πρόσκαιρα τὴ

γέννηση, κι ἔτσι σταμάτησε τὸν τοκετὸ ὡς προϊσταμένη (δηλ. ἡ Ἥρα) τῶν Εἰλειθυίων,

ὅπως ἔχει ἀναφερθῆ στὰ προηγούμενα.

Σχόλια: 

72. Λῆρος μυθικός (βλ. ἀνωτ. σημ. στὸ κριτ. ὑπόμν.) χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸν Εὐστ. ἡ ἱστορία μὲ τὴ γαλῆν (ὡς ἄρα αἱ Μοῖραι Ἀλκμήνης ὠδινούσης τὰς χεῖρας συνεῖχον, γαλῆς δὲ παρελθούσης ἀπέλυσαν κ.λπ.), χωρὶς ἀναφορὰ ὀνομαστικὴ στὸν Ἴστρο (καὶ χωρὶς τὸ σύνηθες σὲ τέτοιες περιπτώσεις φασίν [ὥς τινες, κ.τ.τ.], ποὺ θὰ ὑποδήλωνε πὼς ἔχει ὑπόψη του καὶ ἄλλες πηγές, μνημονευόμενες ἴσως στὸν Καλλιμάχειο συγγραφέα)· μιὰν παρόμοια ἱστορία, στηριγμένη πιθανῶς στὸν Ἴστρο (πβ. ἀνωτ. σχόλ. στὸ F60), διηγεῖται ὁ Αἰλιανός (Ἰδιότ. ζῴων 12.5 [Κλήμ. Ἀλεξ. Προτρ. 39.6] Θηβαῖοι δὲ σέβουσιν Ἕλληνες ὄντες γαλῆν, καὶ λέγουσί γε Ἡρακλέους αὐτὴν γενέσθαι τροφόν, ἢ τροφὸν μὲν οὐδαμῶς, καθημένης δὲ ἐπ' ὠδῖσι τῆς Ἀλκμήνης καὶ τεκεῖν οὐ δυναμένης, τὴν δὲ παραδραμεῖν καὶ τοὺς τῶν ὠδίνων λῦσαι δεσμούς, καὶ προελθεῖν τὸν Ἡρακλέα καὶ ἕρπειν ἤδη), ἀλλ' ἐμφανίζονται κι ἄλλες παραλλαγὲς γιὰ τὴ δυστοκία τῆς Ἀλκμήνης τὴν ὥρα τῆς γέννησης τοῦ Ἡρακλέος, ὅπως αὐτὴ τοῦ Παυσανία στὰ Βοιωτικά του (9.11.3 [1 Ἀλκμήνης θάλαμος, 2 Ἡρακλέους τῶν παίδων τῶν ἐκ Μεγάρας μνῆμα, καὶ στὴ συνέχεια Θηβαῖοι δὲ καὶ τάδε ἐπιλέγουσιν κ.λπ.] ἐνταῦθά εἰσιν ἐπὶ τύπου γυναικῶν εἰκόνες (...)· ταύτας καλοῦσιν οἱ Θηβαῖοι Φαρμακίδας, πεμφθῆναι δὲ ὑπὸ τῆς Ἥρας φασὶν ἐμπόδια εἶναι ταῖς ὠδῖσιν Ἀλκμήνης. αἱ μὲν δὴ ἐπεῖχον Ἀλκμήνην μὴ τεκεῖν· Τειρεσίου δὲ θυγατρὶ Ἱστορίδι σόφισμα ἔπεισιν ἐς τὰς Φαρμακίδας <ἐς> ἐπήκοον αὐτῶν ὀλολύξαι, τετοκέναι γὰρ τὴν Ἀλκμήνην· οὕτω τὰς μὲν ἀπατηθείσας ἀπελθεῖν, τὴν δὲ Ἀλκμήνην τεκεῖν φασιν, βλ. καὶ σχόλ. Παπαχατζῆ1 στὸ χωρίο). Ὅπως σημειώνει ὁ Jacoby2 (659/523, μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία), ὅλες οἱ σχετικὲς παραλλαγὲς δὲν μπορεῖ νὰ ἀνάγονται στὸν Ἴστρο· ἀλλ' ἂν ἡ παραλλαγὴ τοῦ Ἵστρου –καὶ τοῦ Αἰλιανοῦ– στηρίζεται ὄντως σὲ τοπικὴ παράδοση πού 'χει τὶς ρίζες της στὴ λατρεία, σίγουρα δὲν πρέπει νὰ σχετίζεται μὲ τοὺς Θηβαίους (πβ. τὴ διήγηση τοῦ Αἰλιαν. πρὸς αὐτὴ τοῦ Παυσ.). Σὲ ποιό στάδιο τῆς ἐξέλιξης τῶν μύθων τοῦ Ἡρακλῆ πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν οἱ ρίζες, εἶναι ἀδύνατο νὰ καθοριστῆ· οἱ σχετικὲς διηγήσεις εἶναι πολλὲς καὶ ἀποκλίνουσες, κι ἡ λατρεία τῆς Εἰλειθυίας παμπάλαιη (ὡς Ἐλεύθια [Ereutija] ἀπαντᾶ ἤδη σὲ Μυκην. ἐπιγρ.): βλ. Burkert ΑρΕΘ3 75 κἑ. μὲ σημ. 13 καὶ 112 κἑ. μὲ σημ. 4, 122 κἑ. μὲ σημ. 17, 287 (καὶ Ἥρα), 326 μὲ σημ. 26 (καὶ Ἄρτεμις), 366 κἑ., 385 κἑ. (μὲ ἐτυμ.), κ.ἀ. (μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία)· βλ. ἐπίσης σχόλ. Hainsworth στὸ Λ 270 (CIl4 ΙΙΙ. 255, μὲ περαιτέρω παραπομπές) καὶ West Theog.5 411-12 (Ἡσ. Θεογ. 922)· ΕλλΜ6 2. 90 κἑ. (ἭραΕἰλείθυια, κυρίως 95, καὶ 96 «τεκμηρίωση, 97 Εἰκ. 37), 139 κἑ. (143 «τεκμηρίωση»), 4. 20 κἑ. (ἈλκμήνηἩρακλῆς, 20 «τεκμηρίωση»), κ.ἀ. (γιὰ τὰς Μοίρας: ΑΚυΓ27 11 Ε3 σχόλ. σ.στ. 3 σ.λ. μọῖραν ἔχων καὶ 11 Ε31 σχόλ. σ.στ. 4 [μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία], κ.ἀ. καὶ ἀνωτ. Πίν. 56)· γιὰ τὴν ἐτυμολογία: Frisk8 καὶ Chantraine9 σ.λ. Εἰλείθυια (μὲ βιβλιογραφία).

  1. Παπαχατζής, Ν. Δ. (1974-1981), Παυσανίου Ἑλλάδος περιήγησις: (1.) Ἀττικά, (2.) Κορινθιακὰ καὶ Λακωνικά, (3.) Μεσσηνιακὰ καὶ Ἠλειακά, (4.) Ἀχαϊκὰ καὶ Ἀρκαδικά, (5.) Φωκικὰ καὶ Βοιωτικά, Vols. 1-5, Ἀθήνα .
  2. Jacoby, F. (1949), Atthis: The Local Chronicles of Ancient Athens, Oxford .
  3. Burkert, W. (1993), Ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία: Ἀρχαϊκή καί Κλασσική Ἐποχή, μτφρ. Μπεζαντάκος, Ν Π. και Αβαγιανού, Α Ἀθήνα.
  4. Hainsworth, B. & Kirk G. S. (1993), The Iliad: A Commentary, Vol. III: books 9-12, Cambridge.
  5. West, M L. (1966), Hesiod, Theogony, Oxford.
  6. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  7. Βοσκός, Α. Ι. (1997), Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία: τόμ. 2. Ἐπίγραμμα, τóμ. 2, Λευκωσία.
  8. Frisk, H. (1960-1972), Griechisches etymologisches Wörterbuch, Vols. I-III, Heidelberg.
  9. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.