You are here

F6

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Sulp. Vict. Instit. or. 16, 41, 42, 45

1a. (16, DE PARTIBUS ORATIONIS ). Hic erat ordo re vera, ut de

statibus protinus traderemus, si non esset a Zenonis vestigiis re- 

cedendum: sed professi sumus usuros nos nostro2 esse3 iudicio, si

videbitur res4 exigere5 aliquid inserendum esse de meo. (...) Reddemus6

  igitur, neque ita multo post, quod ad status attinet: interim videamus,

quod ad partes orationis attinet, quae in illis praecepta sunt7.

b. (41, DE FINIBUS ). Fit plerumque ex uno scripto duplex quaestio

definitiva, ut si haec causa sit posita: «Sacerdos purus sit et e puris:

patrem suum reum proditionis8 fecit et optinuit; petiit sacerdotium.»

Hic enim separatim quaeritur, quid sit e puris9, et separatim quid sit

purum. Hoc etsi10 apud Zenonem positum est, mihi tamen thema

hulus controversiae non placet.

c. (42, DE TRANSLATIONE ). Metalepsis, sive illa translatio sive illa

praescriptio est (nam de utraque dicemus), allum locum forsitan

tenere debeat. Nam qualitas prior est, sed, quoniam illa multifariam11

in alios status spargitur ac plus disputationis desiderat, differatur.

Metalepsis, uno nomine apud Graecos, disparem12 apud quosdam

rationem habet; nam hanc Zeno translationem facit, nonulli prae-

scriptionem. Non alienum sit ergo, ut dixi, utramque13 cognoscere.

Zeno praescriptivas ait causas scripti et voluntatis esse, metalepsin

autem translationem facit.

d. (45, DE TRANSLATIONE). Haec, quae ad praescriptionem perti-

nent, quamquam14 ab instituto Zenonis remota, non tamen alie-

num fuit persequi ex his quae tradidit Marcomannus15 , ex cuius com-

mentariis haec prope ad verbum translata sunt. lam sequitur ut

videamus quae attinent ad statum qualitatis et ut ad Zenonem

revertamur.

  1. [Vid. Sulp. Vict. Instit. or., ed. Halm (RLM) 321.29-322.3 (a.), 338.25-29 (b.), 338.31-339.2 (c.), 341.26-30 (d.).]
  2. a. 3 nostro secl. Halm ‖
  3. esse om. PC
  4. 4 in eo B ‖
  5. 3-4 si videbitur res exigere Halm: videtur exigere B; quod videtur locus exigere PC
  6. sed demus B
  7. 6 sint dubit. prop. Halm
  8. b. 3 perditionis B
  9. 4 quid sit e puris P: est patris B
  10. 5 etsi atque positum C; sic atque depositum B
  11. c. 3 multifariam scr. Halm: multifaria B; multifaria est PC
  12. 5 dispar est B
  13. 7 utrumque Halm (adnot.)
  14. d. 2 tamquam B
  15. 3 Marcomanus Cpc.
Σουλπ. Βίκτ. Instit. or. 16, 41, 42, 45

a. (16, ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ). Αὐτὴ θὰ ἦταν ἡ ἀληθινὴ

τάξη τοῦ πράγματος, προκειμένου στὴ συνέχεια νὰ ἀναφερθοῦμε

στὶς στάσεις, ἐὰν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὰ ἴχνη

τοῦ Ζήνωνα: ἀλλ' ἔχουμε ὑποσχεθῆ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὴ δι-

κή μας κρίση, ἂν θεωρήσουμε ὅτι τὸ θέμα ἀπαιτεῖ νὰ παρεμβάλουμε

κάτι δικό μας. (...) Θὰ ἀναλύσουμε λοιπόν –κι ὄχι πολὺ ἀργότερα–

ὅ,τι ἅπτεται τῶν στάσεων· στὸ μεταξὺ ἂς δοῦμε ὅ,τι σχετίζεται μὲ τὰ

συστατικὰ τοῦ λόγου, τὰ ὁποῖα προηγοῦνται σ' αὐτές.

b. (41, ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΟΡΩΝ). Προκύπτει πολλὲς φορὲς ἀπὸ ἕνα ρητὸν

διπλὸ ζήτημα, ὅπως ἂν τεθῆ ἡ ἑξῆς ὑπόθεση (αἴτιον): «Ὁ ἱερέας

εἶναι καθαρὸς καὶ ἀπὸ καθαρούς: ἀπέδειξε πὼς ὁ πατέρας του εἶναι

ὑπόδικος προδοσίας καὶ τὸν κρατᾶ· ζητᾶ ἱερωσύνη.» Ἐδῶ δηλαδὴ

ἐξετάζεται χωριστὰ τί προέρχεται ἀπὸ καθαροὺς καὶ χωριστὰ τί

εἶναι καθαρό. Ἄν καὶ αὐτὸ τέθηκε ἀπὸ τὸν Ζήνωνα, σὲ μένα

ὅμως δὲν ἀρέσει τὸ θέμα αὐτῆς τῆς ἀντιλογίας.

c. (42, ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ). Ἡ μετάληψις, εἴτε εἶναι ἡ λεγόμενη

εἰδικὴ μετάληψις (translatio), εἴτε εἶναι ἡ παραγραφή (praescriptio),

διότι καὶ γιὰ τὶς δύο θὰ μιλήσουμε. ἔπρεπε ἴσως νὰ κατέχει ἄλλη

θέση, ξεχωριστή. Διότι προηγεῖται ἡ ποιότης (qualitas)· ἀλλ' ἐπειδὴ

ἐκείνη διασπείρεται σὲ πολλὰ σημεῖα στὶς ἄλλες στάσεις καὶ ἐπιπλέ-

ον ἀπαιτεῖ εἰδικὴ πραγματεία, μετακινεῖται. Ἡ μετάληψις, μὲ ἕνα

ὄνομα στοὺς Ἕλληνες, ἔχει διαφορετικὴ λογικὴ σὲ κάποιους· δηλα-

δή, αὐτὴν ὁ Ζήνων τὴν καθιστᾶ εἰδικὴν μετάληψιν, κάποιοι ἄλλοι

παραγραφήν. Δὲν θὰ ἦταν ἑπομένως ἄσχετο, ὅπως ἀνέφερα, νὰ

γνωρίζουμε ποιά ἀπὸ τὶς δύο. Ὁ Ζήνων ἐντάσσει τὴν παραγρα-

φὴν στὴν στάσιν τὴν καλούμενη ῥητὸν καὶ διάνοια, τὴ δὲ μετάλη-

ψιν τὴν καθιστᾶ εἰδικὴν μετάληψιν.

d. (45, ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ). Αὐτά, ὅσα δηλαδὴ ἀναφέρονται στὴν

παραγραφήν, ἄν καὶ ἀποκομμένα ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Ζήνω-

νος, δὲν ὑπῆρξε ἄστοχο νὰ τὰ ἀναπτύξω ἀκολουθώντας αὐτὰ ποὺ

παρέδωσε ὁ Μαρκομάννος, ἀπο τὰ ὑπομνήματα τοῦ ὁποίου αὐτὰ

μεταγράφηκαν σχεδὸν κατὰ λέξη. Ἤδη ἕπεται τὸ νὰ διαπιστώσου-

με ποιά ἅπτονται τῆς στάσεως τῆς ποιότητος, καὶ νὰ ἐπανέλθουμε

στὸν Ζήνωνα.

Σχόλια: 
a. Ἡ παράγραφος ἐντάσσεται στὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἔργου Institutiones oratoriae, τὸν καθόλου λόγον περὶ ρητορικῆς (βλ. ἀνωτ. *Τ4 σχόλ. σ.στ. 4-6), συγκεκριμένα στὴν τρίτη ἑνότητα ποὺ πραγματεύεται τὰ περὶ διαθέσεως (dispositio). Ὁ Sulp. Victor (βλ. ἀνωτ. *Τ4 σχόλ. σ.στ. 1), ἔχοντας ἀναφερθῆ στὰ περὶ τὴν τάξιν (ordo), τὸ πρέπον (elocutio) –τὴ σωστὴ χρήση τῆς γλώσσας, τὴν ἐνάργεια, τὴ δεινότητα, τὴ γλαφυρό­τητα καὶ τὴ σύνθεση ὡς στοιχεῖα τοῦ ὕφους– καὶ τὴν ἐκφορά τους (pronuntiatio), προχωρεῖ στὴ διάκριση τῶν μερῶν τοῦ ρητορικοῦ λόγου (De partibus orationis). Στὸ σημεῖο αὐτό, ἐφαρμόζοντας τὴν ἀρχική του δήλωση (στὸ προοίμιο, βλ. ἀνωτ. *Τ4) γιὰ παρεμβάσεις στὸ ὑλικὸ τῶν διδασκάλων του (ἀκολουθώντας κατὰ κύριο λόγο τὰ παραγγέλματα τοῦ Ζήνωνος), ἐξαγγέλλει πὼς δὲν θὰ ἀσχοληθῆ ἀμέσως μὲ τὶς στάσεις διότι θεωρεῖ ἀναγκαία τὴν περιγραφὴ τῶν μερῶν. Δικαιολογεῖ τὴν ἐπιλογή του μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι τὸ θέμα θὰ ἔμενε μετέωρο καὶ ἀμφίβολο (cum paulo supra de dispositionis partibus et naturali ordine diceremus, de partibus orationis fecimus mentionem, quod non placet suspensum et incertum relinquere, 321.32-322.1). Διαφοροποιεῖται ἀπὸ τὸν Ζήνωνα κατὰ τὸ ὅτι ὁ τελευταῖος στὸ σημεῖο αὐτὸ εἰσῆγε τὴ θεωρία περὶ στάσεων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πληροφορία γιὰ τὴ δομὴ τῆς Τέχνης ῥητορικῆςτοῦ Κιτιέα, ἀξιοσημείωτο εἶναι καὶ τὸ πλαίσιο στὸ ὁποῖο δίνεται: ὁ S. V. μὲ σεβασμὸ μεγάλο –σχεδὸν μὲ ἄγχος– δηλώνει πὼς θὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὰ ἴχνη τοῦ δασκάλου του καὶ θὰ ἐφαρμόσει τὴ δική του κρίση, ἐπαναλαμβάνοντας οὐσιαστικὰ τὰ ὅσα εἶπε στὸ προοίμιο· μποροῦμε ἑπομένως νὰ πιστοποιήσουμε τὴν ἐκτίμηση ποὺ τρέφει γιὰ τὸν Ζήνωνα καὶ τὴν προσοχὴ μὲ τὴν ὁποία χειρίζεται τὸ ὑλικὸ ἀκόμα καὶ ὅταν νιώθει ἱκανὸς νὰ τὸ ξεπεράσει.

b. Στὸ τέλος τοῦ κεφ. De finibus (Περὶ ὅρων), τοῦ δεύτερου στὴ διαίρεση τῶν στάσεων, ὁ S. V. ἀναφέρεται στὸ θέμα τοῦ διπλοῦ ζητήματος ποὺ προκύπτει ἀπὸ ἕνα ῥητόν, σὲ συσχετισμὸ μὲ τὸ θέμα μιᾶς controversiae (στ. 5) ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Ζήνωνα. Controversia ὀνομαζόταν στὸ περιβάλλον τῶν ρητορικῶν σχολῶν ἡ ἀπαγγελία κατὰ μίμησιν ἑνὸς δικανικοῦ λόγου μὲ δεδομένο νομοθετικὸ πλαίσιο πραγματικὸ ἢ φανταστικό, ἡ ρητορικὴ ἄσκηση μὲ δεδομένο θέμα δικανικῆς διαμάχης (ἐνῶ ἡ suasoria [ἐνν. oratio], ποὺ ἀποτελοῦσε πιὸ εὔκολη καὶ συνήθη ἄσκηση, καθὼς ἐζητεῖτο ἀπὸ τὸν μαθητὴ νὰ συμβουλεύσει κάποιο μυθικὸ ἢ ἱστορικὸ πρόσωπο σχετικὰ μὲ τὸ πρακτέον σὲ δεδομένη περίσταση, νὰ συνθέσει δηλαδὴ συμβουλευτικὸν λόγο). Βλ. ΙΕΕ1 Στ΄ 399 κἑ.· Rose ΙΛΛ2 ΙΙ. 27 κἑ. (ὅπου ἀναφέρονται ἡ suasoria ὡς πειστικὸς λόγος καὶ ἡ controversia ὡς ἀντιλογία)· Kennedy HCRh3 83-84 καὶ 166-68· Lausberg HLRh4 147, 1147 καὶ 67a-c γιὰ ἄλλες σημασίες.

c. Στὸ ἀμέσως ἑπόμενο κεφ. De translatione (Περὶ μεταλήψεως) ὁ S. V. διατυπώνει τὴ δεύτερη κριτική του σημειώνοντας ὅτι τὰ σχετικὰ μ' αὐτὴν θὰ ἔπρεπε ἴσως νὰ ἕπονται τῆς ποιότητος (qualitatis) ἀλλὰ ὁ Ζήνωνας τὰ μετατόπισε πρὶν ἀπ' αὐτήν, διότι ἡ ποιότης ἐμπλέκεται καὶ στὶς ἄλλες στάσεις (βλ. Lausberg4 ὅ.π. 123-30 καὶ 171-96). Τίθεται, σύμφωνα μὲ τὸν Ἑρμογένη, ὅταν οἱ ὁμιλητὲς συμφωνοῦν σχετικὰ μὲ τὸ τί διεπράχθη καὶ μὲ τὴ νομικὴ ἔκφραση γιὰ τὴν περιγραφή του, ἀλλὰ διαφωνοῦν σχετικὰ μὲ τὴν ποιότητα, τὸ δίκαιον ἢ τὴ χρησιμότητα κ.λπ. τοῦ πράγματος (βλ. καὶ ἀνωτ. Τ1 σχόλ. σ.στ. 2): ἂν μέντοι φανερὸν ᾖ καὶ τέλειον τὸ κρινόμενον, ἡ ζήτησις περὶ τὴν ποιότητα τοῦ πράγματος ἵσταται, οἷον εἰ δίκαιον, εἰ νόμιμον, εἰ συμφέρον ἤ τι τῶν τούτοις ἐναντίων. καὶ ὄνομα μὲν γενικὸν τούτῳ ποιότης, ἤτοι δὲ περί τι πρᾶγμα ἔχει τὴν ζήτησιν ἢ περὶ ῥητόν· κἂν μὲν περὶ ῥητόν, νομικὴν ποιεῖ τὴν στάσιν, περὶ ὧν ὕστερον ἐροῦμεν, ἐὰν δὲ περὶ πρᾶγμα, λογικήν (Rabe Hermog. 37.14-20).
Ἡ διαίρεση τῶν στάσεων σὲ δεκατρεῖς (βλ. ἀνωτ. Τ1 σχόλ. σ.στ. 2) φαίνεται πὼς ἀπαντοῦσε στὸ ἔργο τοῦ Ζήνωνος, καθὼς ἡ μετάληψις (metalepsis) δὲν διακρινόταν ἀπὸ τὸν συγγραφέα σὲ εἰδικὴν μετάληψιν (translatio) καὶ παραγραφήν (praescriptio), ἀλλ' ἐνέτασσε τὶς ὑποθέσεις παραγραφῆς (praescriptivas causas) στὶς ὑποθέσεις ῥητοῦ καὶ διάνοιας (scripti et voluntatis), τὴ δὲ μετάληψιν (metalepsin) δεχόταν ὡς εἰδικὴν μετάληψιν (translationem). Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Μινουκιανός (βλ. ὅ.π., καὶ F5 σ.στ. 1-3), στὴν ἀντίστοιχη διαίρεση τῶν 13 στάσεων θεώρησε τὴ μετάληψιν διπλῆ ἀλλὰ τὴν ὑπολόγισε ὡς μίαν στάσιν, παραμερίζοντας τὴν παραγραφήν (βλ. RE5 σ.λ. Minukianus 1., 1981-82). Ὁμοίως ὁ Ἑρμογένης, ἀφοῦ ἀρχικὰ προσδιόρισε πὼς μετάληψιν ἔχουμε ὅταν ἡ ζήτησις ᾖ περὶ τοῦ εἰ δεῖ τὸν ἀγῶνα εἰσελθεῖν (Rabe Hermog.6 42.6-7), ἀκολούθως τὴ διέκρινε σὲ ἔγγραφον καὶ ἄγραφον: καὶ ἡ μὲν ἔγγραφός ἐστιν ἀπαγωγὴ τῆς εὐθυδικίας κατὰ παραγραφὴν ἀπὸ ῥητοῦ τινος, περὶ οὗ ἡ ζήτησις (...) ἡ δὲ ἄγραφος ἔστι μὲν ἀπαγωγὴ τῆς εὐθυδικίας καὶ αὐτὴ κατὰ παραγραφὴν ἀπὸ ῥητοῦ, τὴν ζήτησιν δὲ οὐ περὶ τὸ ῥητὸν ἔχει, ἀλλὰ περί τι τῶν περὶ τὸ πρᾶγμα, τόπον ἢ χρόνον ἢ πρόσωπον ἢ αἰτίαν ἢ τρόπον, ὅταν τὸ μὲν πρᾶγμα συγχωρῶμεν, ἓν δέ τι τούτων αἰτιώμεθα μεταλαμβάνοντες (42.13 κἑ.). Κατὰ τὸν G. Kennedy3 (ὅ.π. 210 καὶ σημ. 14), πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μεταγενέστερους ὑπομνηματιστὲς ἀπαρίθμησαν 14 στάσεις στὸν Ἑρμογένη, ἐξαιτίας ἀκριβῶς τῆς διπλῆς σημασίας τῆς μεταλήψεως (παραγραφὴ καὶ ἄρνηση δικαιοδοσίας)· βλ. τὴ σχετικὴ ἀναφορὰ τοῦ Συριανοῦ: Μινουκιανὸς οὖν πρῶτος τῶν καθ' ἑαυτὸν τεχνογράφων ιγ΄ εἶναί φησι τὰς στάσεις τὴν μετάληψιν διπλῆν μὲν εἶναι λέγων ὡς μίαν δὲ αὐτὴν ἐξετάζων. Ἑρμογένης δὲ καὶ Μητροφάνης ὁ Πλατωνικὸς ὁ τούτου ἐξηγητὴς Εὐαγόρας τε καὶ Ἀκύλας οἱ φιλόσοφοι ιδ΄ λέγουσιν <εἶναι> αὐτὰς τὴν μετάληψιν εἰς δύο διαιροῦντες στάσεις, παραγραφὴν καὶ μετάληψιν (Rabe ΙΙ.6 55.2 κἑ., βλ. καὶ τὰ ἐκεῖ ἑπόμ.: ἀνωτ. Τ1 σχόλ. σ.στ. 2). Ὁ S. V. πάλι, μὲ τὴ φράση uno nomine apud Graecos, δείχνει ὅτι γνωρίζει πὼς στοὺς Ἕλληνες ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος ὅρος τόσο γιὰ τὴ γενικὴ ἔννοια ὅσο καὶ γιὰ τὰ εἴδη της, ἀλλὰ καὶ πὼς τὰ δύο εἴδη μπορεῖ νὰ συνοδεύουν τὸν γενικὸ ὅρο. Γιὰ τὴ φράση disparem apud quosdam rationem habet (sc. metalepsis), ὁ Ο. Schissel σημειώνει (RE5 σ.λ. Marcomannus 1638) ὅτι μὲ τὸ «κάποιους» (quοsdam) ὁ S. V. ἀναφέρεται εἴτε σ' αὐτοὺς ποὺ δέχονταν ὅτι ἰσχύει μόνο ἡ translatio, ὅπως ὁ Ζήνων, εἴτε σ' αὐτοὺς ποὺ θεωροῦσαν τὴν praescriptionem (παραγραφήν) ὄχι ὡς ξεχωριστὴ στάσιν ἀλλὰ μόνο ὡς εἶδος τῆς μεταλήψεως· παραπέμπει δὲ στὸ σχετικὸ ἀνώνυμο σχόλιο: καὶ ἡ μὲν ἔγγραφος (sc. μετάληψις) κυρίως παραγραφὴ καλεῖται, καταχρηστικῶς δὲ καὶ ἔγγραφος μετάληψις, ἡ δὲ ἄγραφος λέγεται μὲν κυρίως ὁμωνυμίως τῷ γένει μετάληψις, λέγεται δὲ ὅμως καταχρηστικῶς καὶ παραγραφή. ἀμφότερα οὖν τὰ εἴδη μετάληψίς ἐστι (Walz7 VII. 237.28 κἑ.).

d.Marcomannus (στὸ ἑξῆς Μ.) ὑπῆρξε ὁ πρῶτος γνωστὸς Ρωμαῖος συγγραφέας μὲ Γερμανικὸ ὄνομα· συνέθεσε ἕνα Ὑπόμνημα στὴ Ῥητορικὴν τοῦ Κικέρωνα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο σώζονται τρία βιβλία, καὶ τὸ ὁποῖο χρησιμοποίησαν ἄμεσα ἢ ἔμμεσα ὁ Fortunatianus, ὁ Iulius Victor καὶ ὁ Sulpicius Victor. Ὁ Ο. Schissel (RE5 σ.λ. Marcomannus, 1637) τὸν τοποθετεῖ στὸν 4ον αἰ. μ.Χ. περίπου, βάσει τῆς χρονολόγησης αὐτῶν ποὺ ἐπηρεάστηκαν ἀπὸ τὸ ἔργο του καὶ τοῦ ὅτι οἱ πηγὲς ποὺ φαίνεται νὰ χρησιμοποιεῖ –ἂν καὶ ὄχι ἰδιαίτερα τὸν Ἑρμογένη– ταιριάζουν στὸν 3ον αἰ.· αὐτὸ σημαίνει πὼς ὑπῆρξε σχεδὸν σύγχρονος τοῦ S. V., ὁ ὁποῖος τὸν ἀναφέρει στὸ συγκεκριμένο χωρίο μαζὶ μὲ τὸν ἀρκετὰ προγενέστερο Ζήνωνα. Στὴν τελευταία παράγραφο τοῦ κεφ. De translatione (Περὶ μεταλήψεως) ἐμπλέκει καὶ τὴν ἄποψη τοῦ Μ. γιὰ τὸ θέμα τῆς διαίρεσης αὐτῆς τῆς στάσεως, χωρὶς νὰ ἐνδιαφέρεται ἂν αὐτὴ ἁρμόζει μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Ζήνωνα. Σχετικὰ μὲ τὴ φράση ex cuius commentariis haec prope ad verbum translata sunt, ὁ Ο. Schissel5 (ὅ.π. σ.λ. Sulpicius 106., 874) παραπέμπει στὴν ἑρμηνεία τοῦ St. Glöckner ὅτι ὁ Μ. ἔγραψε στὰ Ἑλληνικά, ὑπῆρξε δεύτερος διδάσκαλος τοῦ S. V. στὴν Ἀθήνα κοντὰ στὸν Ζήνωνα, καὶ ὁ μαθητής του δηλώνει ἐδῶ πὼς μετέφρασε τὰ Ὑπομνήματά του στὰ Λατινικά, γιὰ νὰ τὴν ἀνατρέψει εὔκολα στὴ συνέχεια: τὸ translata sunt δὲν σημαίνει «μετέφρασε» ἀλλὰ «μετέγραψε», ἐνῶ μία προηγούμενη ἀναφορά sed nos quoque Latino sermone aliquam multa invenimus (340.35-36) σχετικὰ μὲ τὰ προβλήματα ἑρμηνείας τῶν ὅρων στὰ Ἑλληνικά δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀναφέρεται στὸ Λατινικὸ σύγγραμμα τοῦ Μ., περὶ τοῦ ὁποίου ἐδῶ ὁ λόγος.

  1. (1970-1979), Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τóμ. Α΄- ΙΣΤ΄, Ἀθῆναι.
  2. Rose, H. J. (1980), Ἱστορία τῆς Λατινικῆς Λογοτεχνίας, μτφρ. Γρόλλιος, Κ. Χ.τóμ. Α´- Β´, Ἀθήνα.
  3. Kennedy, G. (1994), A new History of Classical Rhetoric (an extensive revision and abridgment of “The Art of Persuasion in Greece”, “The Art of Rhetoric in the Roman World” and “Greek Rhetoric under Christian Emperors”, with additional discussion of Late Latin Rhetoric, Princeton.a↑ b↑
  4. Lausberg, H. (1998), Handbook of Literary Rhetoric: A Foundation for Literary Study, Leiden - Boston - Köln .a↑ b↑
  5. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑ c↑ d↑
  6. Rabe, H. (1913), Hermogenes Opera, Leipzig.a↑ b↑
  7. Walz, C. (1832-1836), Rhetores Graeci, Vols. I-VIII, Osnabrück .