You are here

F6

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Erotian. s.v. κλαγγώδη (κ 6)
  1. [Vid. Erotian. ed. Klein et Nachmanson pp. 47-48 (81.3-11), cum siglis; vid. etiam Deichgräber GrEmp 330 (6 ὁ δὲ Κιτιεὺς – 8 μεθύουσι) et Hadjioannou ΑΚΕΠ Γα´ 106.2 (5 Βακχεῖος – 8 μεθύουσι).]
  2. 5 συνεχῶς HLMO
  3. 6 ἀδιάλειπτον Stephanus (it. edd.): ἀδιάληπτον codd.
  4. 7 κητιεὺς codd.
Ἐρωτιαν. σ.λ. κλαγγώδη (κ 6)

κλαγγώδη: Ὁ Δημήτριος ὁ Ἐπικούρειος κλαγγώδη μάτια θεώρησε

τὰ εὐκίνητα, ὑποπίπτοντας σὲ τρομερὸ σφάλμα· γιατὶ ἡ λέξη κλαγγὴ

δὲν ἔχει εἰπωθεῖ γιὰ τὰ μάτια, ὄντας κάποιας μορφῆς βοή, ὅπως αὐτὴ

κυρίως ποὺ προκαλεῖ ὁ ἐμετὸς ἀπὸ ναυτία (λόγω στομαχικῆς διατα-

ραχῆς). Εἶναι δὲ (κλαγγώδης ἡ φωνὴ) ποὺ ξεκινᾶ βαρεία καὶ κατα-

λήγει ὀξεία καὶ διαπεραστική, ὅπως ἀκριβῶς ὅταν στεγνώνουν οἱ

φωνητικὲς χορδὲς κάποιου. Ὁ Βακχεῖος ὅμως λέει ὅτι κλαγγώδης

φωνὴ εἶναι ἡ συνεχὴς καὶ ἀδιάλειπτη· ἐνῶ ὁ Κιτιεὺς Ἀπολλώ-

νιος (λέγει ὅτι εἶναι) ἐκείνη ποὺ γίνεται μὲ διακοπὴ καὶ ἀνωμαλία,

ἀλλὰ καὶ μὲ ἀσάφεια, ὅπως μάλιστα συμβαίνει στοὺς μεθυσμένους.

Σχόλια: 

Πηγή: Ἐρωτιανός, Ἱπποκρ. λέξ. σ.λ. κλαγγώδη (κ 6: 81.3-11, σσ. 47-48 Nachmanson1). Βλ. ἀνωτ. Τ2, Πηγή. Γιὰ τὸ ὅλο χωρίο πβ. Γαλην. Εἰς Ἱππ. Προρρ. XVI 552.3 κἑ. ([Ἱπποκρ. Προρρ. 1.17:] Τὰ ἐξ ἐμέτου ἀσώδεος, κλαγγώδης φωνή, ὄμματα ἐπίχνουν ἔχοντα, μανικά [κ.λπ.], 555.1 κἑ. [Ἱπποκρ. Προρρ. 1.19:] Αἱ παρακρούσιες σὺν φωνῇ κλαγγώδει, γλώσσης παλμοὶ τρομώδεες [κ.λπ.], κ.ἄ.) καὶ Εἰς Ἱππ. γ´ Ἐπιδημ. XVII1 685.10 [12] κἑ. ξηραίνεται γὰρ μᾶλλον ἐν αὐτοῖς ἢ διαβρέχεται τὰ φωνητικὰ μόρια, καθάπερ καὶ ἐν τῇ νῦν καταστάσει. καὶ τοίνυν καὶ ἡ φωνὴ κλαγγώδης μὲν καὶ ὀξεῖα διὰ τὴν ξηρότητα τῶν φωνητικῶν ὀργάνων γίγνεται, βραγχώδης δὲ διὰ τὴν ὑγρότητα). Βλ. καὶ ἀνωτ. F5 σχόλ. σ.στ. 7 σ.λ. φωνάς.

1. Δημήτριος ὁ Ἐπικούρειος: φιλόσοφος (2ος αἰ. π.Χ.), Λάκων, τῶν κατὰ τὴν Ἐπικούρειον αἵρεσιν ἐπιφανῶν (Σέξτ. Ἐμπειρ. Πρὸς Μαθημ. 8. [Πρὸς λογικοὺς Β´] 348, μαθητὴς τοῦ Ἐπικούρειου Πρώταρχου (Στράβ. Γεωγρ. 14.2.20 ἐκ δὲ τῶν Βαργυλίων ἀνὴρ ἐλλόγιμος ἦν ὁ Ἐπικούρειος Πρώταρχος, ὁ Δημητρίου καθηγησάμενος τοῦ Λάκωνος προσαγορευθέντος), συγκαταλεγόμενος ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς μαθητὰς τοῦ Ἐπικούρου ἀπὸ τὸν Διογένη Λαέρτιο (Φιλ. βί. 10 [Ἐπίκουρος] 22.11 Μαθητὰς δὲ ἔσχε πολλοὺς μέν, σφόδρα δὲ ἐλλογίμους Μητρόδωρον Ἀθηναίου ἢ Τιμοκράτους καὶ Σάνδης Λαμψακηνόν [κ.λπ.], 24.14 Ἦν καὶ Πολύαινος Ἀθηνοδώρου Λαμψακηνός [κ.λπ.] καὶ ὁ διαδεξάμενος αὐτὸν Ἕρμαρχος Ἀγεμόρτου Μυτι­ληναῖος [κ.λπ.], 25.6 Λεοντεύς τε Λαμψακηνὸς ὁμοίως [κ.λπ., 26.1:] καὶ Δημήτριος ὁ ἐπικληθεὶς Λάκων [κ.λπ., 26.3:] καὶ Ὠρίων καὶ ἄλλοι οὓς οἱ γνήσιοι Ἐπικούρειοι σοφιστὰς ἀποκαλοῦσιν). (Τὰ ἀποσπάσματά του: V. de Falco, L' Epicureo Demetrio Lacone2, Naples 1923, καὶ: Cronache Ercolanensi3 8 [1978] 105-107 καὶ 111-23, 9 [1979] 17-20 καὶ 12 [1982] 35, 36, 38, 40, 41 [: C. Romeo], 10 [1980] 28-49 καὶ 51-52 [: E. Puglia], 12 [1982] 46-49 [: E. Renna].)

4. ἔμετος ἀσώδης: Κατὰ τὸν Γαληνό (ὅπου ὁ ὅρος ἀσώδης ἀπαντᾶ συχνότατα), ὁ ἀσώδης ἔμετος κοινὸν μὲν σύμπτωμα τοῖς τοιούτοις (sc. τοῖς φρενιτικοῖς καὶ τοῖς μαινομένοις) ἐστὶ πρός τινας τῶν κακοήθων πυρετῶν ὥσπερ γε καὶ ἡ κλαγγώδης φωνή. γίνεται δὲ ὁ μὲν ἀσώδης ἔμετος ἐπί τε χολώδει καὶ δακνώδει χυμῷ, ἡ φωνὴ δὲ κλαγγώδης διὰ ξηρότητα τῶν φωνητικῶν ὀργάνων (Εἰς Ἱππ. Προρρ. XVI 553.4 κἑ., βλ. καὶ 552.3 κἑ.: ἀνωτ. [Πηγή], κ.ἄ.). Ὁ ὅρος ἀσώδης (συχνὰ ἤδη στὸν Ἱπποκράτη) δηλώνει τὸν πάσχοντα ἀπὸ ἄσην (δηλ. ναυτίαν, ἀναγούλα) καὶ τὸν ναυτιώδη (τὸν συνοδευόμενο ἀπὸ ναυτίαν). Σημειώνει γιὰ ἕναν ἀσθενῆ ὁ Ἱπποκράτης (Ἐπιδημ. 7.1.67): χολὴν πολλὴν ἤμει ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας καὶ νύκτας, σφόδρα ὑπέρυθρον· ὑπὸ δὲ τὸν ἔμετον ἔπινε, καὶ ἀκρατὴς ἦν καὶ ἀσώδης, οὐδὲν κατέχειν ἠδύνατο οὐδὲ τὸ ἐκ τῶν σιδίων· καὶ οὔρου σχέσις καὶ τῆς κάτω διόδου· διὰ τοὺς ἐμέτους τρὺξ μαλθακὴ ἦλθε, καὶ κατέρρηξε κάτω. Βλ. καὶ ΕΛεξΙ4 (μὲ περαιτέρω παραπομπές) καὶ LSJ95 / LSK6 σ.λ. ἀσώδης (καὶ σ.λ. ἄση).

5. Βακχεῖος: βλ. ἀνωτ. Τ2 σχόλ. σ.στ. 1-2, *Τ3 σχόλ. σ.στ. 9 (σ.λ. Βακχεῖος), F5 σχόλ. σ.στ. 9 καὶ 17 κἑ. (καὶ σ.στ. 13 σ.λ. Ἐπικλέους τοῦ Κρητός), μὲ περαιτέρω παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία.

6. κλαγγώδη (...) φωνὴν: τὴν συνεχῆ καὶ ἀδιάλειπτον, κατὰ τὸν Βακχεῖον· κατὰ δὲ τὸν Ἀπολλώνιον τὸν Κιτιέα (κατωτ. στ. 7-8): τὴν μετ' ἐγκοπῆς καὶ ἀνωμαλίας, ἔτι δὲ ἀσαφείας, ὁποία μάλιστα συμβαίνει τοῖς μεθύουσι. Καὶ οἱ δύο ὁρισμοὶ προφανῶς στηρίζονται σὲ ἐπιμέρους χαρακτηριστικὰ διαφόρων περιπτώσεων, καθὼς μὲ τὴ λέξη κλαγγὴ (ἀπὸ τὸ κλάζω [= στριγγλίζω, οὐρλιάζω], μὲ ἠχομιμητικὴ Ι.Ε. ρίζα *klang: βλ. Chantraine7 καὶ Μπαμπ.8 σ.λ.) δηλώνεται κάθε ὀξὺς ἦχος: τοῦ τόξου ὅταν ρίπτεται τὸ βέλος (Ἰλ. Α 49, πβ. Α 46), οἱ κρωγμοὶ τῶν γεράνων (Γ 3) καὶ ἄλλων πτηνῶν, ἡ κραυγὴ ἢ ἰαχὴ πολεμιστῶν (Κ 523 κ.ἀ.: βλ. CIl9 [Ἑλλ. ἔκδ. τόμ. Α´ σσ. 425-26] σημ. στὸ Γ 3), ὁ γρυλλισμὸς τῶν χοίρων (Ὀδ. ξ 412), τὸ οὐρλιαχτὸ τῶν λύκων καὶ τῶν λεόντων (Ὁμηρ. ὕμν. XIV.4) καὶ τῶν θηρίων γενικά (Ὁμηρ. ὕμν. XXVII.8 [6 κἑ.] τρομέει δὲ κάρηνα | ὑψηλῶν ὀρέων, ἰαχεῖ δ' ἔπι δάσκιος ὕλη | δεινὸν ὑπὸ κλαγγῆς θηρῶν, φρίσσει δέ τε γαῖα | πόντος τ' ἰχθυόεις), ἀλλὰ καὶ τὸ βουητὸ τῶν νεκρῶν (λ 605 κλαγγὴ νεκύων ἦν οἰωνῶν ὥς, πβ. λ 43 ἰαχῇ)· χρησιμοποιεῖται ὅμως –ἀργότερα– ἡ λέξη γιὰ φίδια (Αἰσχ. Ἑπτ. 381: γιὰ τὸν Τυδέα ποὺ κλαγγαῖσιν ὡς δράκων βοᾷ), σκύλους (Ξεν. Κυνηγ. 4.5, κ.ἀ.), ἀλλὰ καὶ γιὰ μουσικὰ ὄργανα ἢ γιὰ τραγούδι (Σοφ. Τραχ. 208, κ.ἀ.), κ.ο.κ. (βλ. LSJ95 / LSK6 σ.λ., καὶ Μπαμπ.8 σ.λ. γιὰ τὸ Ν.Ε. κλαγγή: «ο δυνατός και διαπεραστικός ήχος που παράγουν τα συγκρουόμενα όπλα [κ.λπ.]»). Στὴν Ἰατρικὴ ὁ Ἱπποκράτης εἰσήγαγε τὸν ὅρο κλαγγώδης (Ἐπιδημ. 7.1.35 ξυμβαίνει δὲ ... καὶ ἐμέτους ἐπιγίνεσθαι ... καὶ ἐνίους κλαγ­γώδεας εἶναι, καὶ ἐνίους ἀκρατέας [κ.λπ.], τῷ Θεοδώρου ἐναταίῳ ἡλιωθέντι, πυρετὸς ἐπῄει δεκαταίῳ ἐκ ψιλώματος ... ἐν δὲ τῷ πυρετῷ ἐμελάνθη, ἀπέστη τὸ δέρμα· ἐπὶ πουλὺ κλαγγώδης [κ.λπ.], καὶ ὁ Ἐξαρ­μόδου παιδίσκος παραπλησίως, καὶ ἄλγημα ἐς μηρὸν οὐ κατ' ἴξιν τοῦ τρώματος, καὶ ἐγεγόνει κλαγγώδης, καὶ τραχήλου ὀδύνη), κυρίως ὡς χαρακτηρισμὸ τῆς φωνῆς (Προρρ. 1.17 κἑ.: βλ. ἀνωτ. [Πηγή], καὶ σχόλ. σ.στ. 4 σ.λ. ἔμετος ἀσώδης, μὲ τὰ σχετικὰ χωρία τοῦ Γαληνοῦ). Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἀπὸ τοὺς δύο ἀνωτέρω ὁρισμοὺς τῆς κλαγγώδους φωνῆς, ἀπὸ τὸν Βακχεῖον καὶ τὸν Κιτιέα Ἀπολλώνιον, πιὸ εὔστοχος εἶναι ὁ δεύτερος.

6-7. ὁ δὲ Κιτιεὺς Ἀπολλώνιος: βλ. Εἰσαγωγή, μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογραφία. Γιὰ τὴ θέση του στὸν Ἐρωτιανό, βλ. ἀνωτ. Τ2.1-2 καὶ F5.16-18 καὶ κατωτ. F7.10-11, μὲ τὰ σχετικὰ σχόλια (καὶ ἀνωτ. σχόλ. σ.λ. κλαγγώδη φωνὴν γιὰ τὸν ἐδῶ ὁρισμό του).

  1. Nachmanson, E. (1918), Erotiani Vocum Hippocraticarum collectio (cum fragmentis), Collectio scriptorum veterum Upsaliensis Göteborg-Uppsala.
  2. de Falco, V. (1923), L'epicureo Demetrio Lacone, Biblioteca di filologia classica 1,2 Naples.
  3. Cronache ercolanesi: bollettino del Centro internazionale per lo studio dei papiri ercolanesi,
  4. Ἀποστολίδης, Π. Δ. (1997), Ἑρμηνευτικὸ Λεξικὸ πασῶν τῶν λέξεων τοῦ Ἱπποκράτους, Αθήνα.
  5. Liddell, H G. & Scott R. (1940), A Greek-English Lexicon, 9th ed. , Oxford.a↑ b↑
  6. Liddell, H G. & Scott R. (1980), Μέγα Λεξικὸν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, Vols. I-V, Ἀθῆναι .a↑ b↑
  7. Chantraine, P. (1968-1980), Dictionnaire étymologique de la langue grecque: Histoire de mots, Vols. 1-4, Paris.
  8. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998), Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα.a↑ b↑
  9. Kirk, G. S. & Kirk G. S. (1985), The Iliad: A Commentary, Vol. I: books 1-4, Cambridge.