You are here

F5

Please add a search word

T= Testimonium  F= Fragmentum  E=  Επιγραφή / Inscription

Zenob. Prov. 6.50
  1. [Vid. FGrH 143 F 5 ὥσπεργυνή· ...... Κόμβην γάρ φασινΣαλαμίνιος (vv. 1 et 6-9); ΑΚΕΠ Γα΄ 73.5 eadem, et οἱ δέ φασινεἰρῆσθαι; Zenob. Prov., ed. Leutsch – Schn. (CPG), cum app. cr.]
  2. 1 γυνή LG ex B: aberat
  3. 4 φασί π. ἀ. φορᾶι καὶ πλήθει BV (vulgo φ. π. ἐν θησαιδόρασι) ‖
  4. δόρασί τε καὶ πλήθει τετρώρων ἁρμάτων trimetrum esse observavit Welcker Tril. Aesch. p. 197; Valckenaer et manus ignota in marg. ed. Aldin. in Bibl. Bodl. εὐθηνῆσαι adscripserat, test. LS
  5. 5 Χαλκίδα edd.: Καλχίδα P; καλκίδα F
  6. 6-9 ἐπειδὴΣαλαμίνιος om. Β
  7. 7 πρῶτον et ἑπτὰ (pro πρώτην et ἑκατὸν) Immisch test. Jacoby.
Ζηνόβ. Παροιμ. 6.50

Σὰν καμιὰ ἀπ' τὴ Χαλκίδα μᾶς ἀράδιασε τὰ παι-

διὰ ἡ γυναίκα μας: μνεία της (δηλ. τῆς παροιμίας) κάνει ὁ

Πολύζηλος (ὁ κωμικὸς ποιητής, 5- 4 αἰ. π.Χ.) στὸ Μουσῶν γοναί, γιὰ

κάποιαν ποὺ γεννᾶ πολλὲς κόρες· ἐπειδὴ ἡ Χαλκίδα τῆς Εὔβοιας ἡ

πόλη λὲν ὅτι ἦταν κάποτε ἀνθηρὴ σὲ δόρατα καὶ στὸ πλῆθος τῶν

ἁρμάτων μὲ τέσσερεις συζευγμένους ἵππους. Ἄλλοι ὅμως λέγουν

ὅτι δὲν εἶναι γιὰ τὴν πόλη ἀλλὰ γιὰ τὴ Χαλκίδα τὴν ἡρωίδα ποὺ

γίνεται λόγος. Λένε δηλαδὴ πὼς ἡ Κόμβη, ποὺ πῆρε τὸ ὄνομα Χαλ-

κίδα ἐπειδὴ κατασκεύασε χάλκινα ὅπλα, ἦταν ἡ πρώτη ἡ ὁποία,

ἀφοῦ συγκατοίκησε μὲ κάποιον, γέννησε ἑκατὸν παιδιά, ὅπως ἱστο-

ροῦν αὐτοὶ ποὺ συνέγραψαν τὰ Εὐβοϊκὰ καὶ ὁ Ἄριστος ὁ

Σαλαμίνιος.

Σχόλια: 

Τὸ ἀπόσπ. ἀνήκει στὸν Ζηνόβιον, σοφιστὴ ποὺ ἔζησε στὴ Ρώμη τὸν 2ον αἰ. μ.Χ. Ἔγραψε Ἐπιτομὴν παροιμιῶν προγενέστερων παροιμιογράφων, τὶς δὲ παροιμίες κατέταξε κατ' ἀλφαβητικὴ σειρὰ μὲ βάση τὸ ἀρχικὸ γράμμα τῆς πρώτης λέξης κάθε παροιμίας. Ὁ Σουίδας ἀναφέρει ὅτι ὁ Ζηνόβιος μετέφρασε καὶ τὸν Σαλλούστιο στὰ Ἑλληνικά, ἀλλὰ ἡ μετάφραση αὐτὴ δὲν σώζεται. Τὸ ὥσπερ Χαλκιδικὴ τέτοκεν ἡμῖν ἡ γυνή εἶναι μία ἀπὸ τὶς παροιμίες ποὺ κατέγραψε ὁ Ζηνόβιος.

1. Χαλκιδικὴ: Χαλκιδικός, -ή, παρὰ τὸ Χαλκιδεύς, ὁ/ἡ κάτοικος τῆς Χαλκίδας, εἴτε τῆς Εὔβοιας εἴτε τῆς Θράκης (Ἡρόδ. 7.185) ἢ, κατὰ μιὰν ἄλλη ἄποψη ποὺ παρατίθεται στὸ κείμενο, ἀπόγονος τῆς Χαλκίδας τῆς ἡρωίδας.

2. Πολύζηλος (...) ἐν Μουσῶν γοναῖς:Πολύζηλος εἶναι κωμικός. δράματα αὐτοῦ Νίπτρα, Δημο­τυνδάρεως, Μουσῶν γοναί, Διονύσου γοναί, Ἀφροδίτης γοναί, κατὰ τὴ Σοῦδ. σ.λ. (π 1960.1)· τοῦ 5/4 αἰ. π.Χ. Βλ. RE[bib]1119[/bib] καὶ OCD1 σ.λ., μὲ παραπομπές. Γιὰ τὶς Μοῦσες βλ. ἀνωτ. 13 F2 σχόλ. σ.στ. 11-12 σ.λ. ἐννέα Πιερίδων (...) Μούσας (μὲ παραπομπὲς καὶ βιβλιογαφία).

3, 5, 6. Χαλκίδα: στὸν στ. 3 γιὰ τὴν πόλη τῆς Εὔβοιας (βλ. RE2 σ.λ. Chalkis 1., καὶ ἑπόμ.), στοὺς στ. 5 καὶ 6 γιὰ τὴν ὁμώνυμη ἡρωίδα. Ἡ ἡρωίδα Χαλκὶς ταυτίζεται ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες πηγὲς μὲ τὴν Κόμβην (στ. 6, βλ. καὶ RE2 σ.λ.), κόρη τοῦ Ἀσωποῦ καὶ τῆς Μετώπης (κόρης τοῦ Λάδωνα), σὲ οἰκογένεια τοὐλάχιστο δεκαοκτὼ ἀδελφῶν (μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Ἰσμηνὸς καὶ ὁ Πελάγων), στενὰ συνδεόμενη καταρχὴν μὲ τὴ Βοιωτικὴ μυθολογία. Ἔπειτα θεωρήθηκε ὅτι καὶ ἡ Χαλκίδα τῆς Εὔβοιας (βλ. Στέφ. Βυζ. σ.λ.) ἐκλήθη ἀπὸ Κόμβης τῆς Χαλκίδος καλουμένης, θυγατρὸς Ἀσωποῦ. Σύμφωνα μὲ αὐτοὺς ποὺ ἔγραψαν Εὐβοϊκὰ καὶ τὸν Ἄριστο (στ. 8-9, ὡς ἱστοροῦσιν οἱ τὰ Εὐβοϊκὰ συγγράψαντες καὶ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος), τὴν ὀνόμασαν Χαλκίδα ἐπειδὴ κατασκεύασε ὅπλα χαλκᾶ [στ. 6-7, πβ. ὅμως Στέφ. Βυζ. ὅ.π. τινὲς δὲ Χαλκιδεῖς φασι κληθῆναι διὰ τὸ χαλκουργεῖα πρῶτον παρ' αὐτοῖς ὀφθῆναι, καὶ σ.λ. Αἴδηψος, πόλις Εὐβοίας. (...) Ἐπαφρόδιτος δὲ μαρτυρεῖ ἐκεῖ χαλκὸν πρῶτον εὑρεθῆναι «καὶ πρῶτοι χαλκὸν ἐκεῖ ἐνεδύσαντο οἱ Κούρητες οἱ μετὰ Διὸς ἐλθόντες, (...)· ἀφ' οὗ οἱ Χαλκιδεῖς ὠνομάσθησαν»· πβ. ἐπίσης κατωτ. 25 F71 μὲ σχόλ., καὶ Εὐστ. Διον. Περιηγ. 764 (Ι. 243 Bernhardy3) ἱστορεῖται δὲ καὶ σιδήρου καὶ χαλκοῦ μέταλλα εἶναι κατὰ τὴν Εὐβοϊκὴν Χαλκίδα, καὶ ὅτι ἄριστοι ἐκεῖ σιδηρουργοί· καὶ ὅτι οὐ μόνον ἐκεῖ πρῶτον ὤφθη χαλκεῖα, ἀλλὰ καὶ πρῶτοι χαλκὸν ἐκεῖ ἐνεδύσαντο Κουρῆτες μετὰ Διός]. Ὑπῆρξε κατὰ τὴν παράδοση μητέρα ἑκατὸν παιδιῶν. Πατέρας, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου παραλείπεται ἐδῶ ἀλλὰ παραδίδεται ἀπὸ τὸν Νόννο (Διον. 13.147 κἑ.), εἶναι ὁ Σῶκος, μὲ τὸν ὁποῖο γέννησε τοὺς ἑπτὰ Κορύβαντες ἢ Κουρῆτες (βλ. συνοπτικὰ ΕλλΜ4 2. 299-302), γιὰ νὰ τοὺς διώξει στὴ συνέχεια στὴν Κρήτη (ἡ Κνωσὸς θεωρήθηκε πόλη τῶν Κουρήτων ὅπως καὶ ἡ Χαλκίδα τῆς Εὔβοιας). Ἐνδιαφέρουσα ἐτυμολογικῶς εἶναι ἡ σημείωση τοῦ Ἡσύχ. σ.λ. κόμβα· κορώνη. Πολυῤῥήνιοι (ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη περιοχὴ τῆς Κρήτης) καὶ Κόμβη· Κουρήτων μήτηρ, ποὺ συνδέει καὶ τὴν ἡρωίδα τῆς Εὔβοιας μὲ τὸ πτηνὸ κορώνη (κουρούνα) γνωστὸ γιὰ τὸ περίεργο κράξιμό του (βλ. ἀνωτ. 13 F2.5-6 μὲ σχόλ.). Βλ. ἐπίσης Ἡσύχ. σ.λλ. κομβακεύομαι· κόμπους λέγω καὶ κόμβησαν· ποιὸν ἦχον ἀπετέλεσαν (καὶ περαιτέρω σχόλια Röscher Lex.5 Myth. σ.λ. Kombe 1., γιὰ τὴ σχέση τῆς Κόμβης μὲ τὴν κουρούνα ἀλλὰ καὶ τὴ σύνδεση μὲ τοὺς Κουρῆτες – Κορύβαντες, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἐπίσης γνωστοὶ ὡς πολεμικὸ γένος ποὺ χρησιμοποίησε ἀποτελεσματικὰ τὸν ἰδιαίτερο θόρυβο τῶν κροτούμενων ὅπλων τους).

  1. Hammond, N G L. & Scullard H H. (1970 [1992]), The Oxford Classical Dictionary, Oxford.
  2. von Pauly, A F., Wissowa G., Kroll W., Mittelhaus K. & Furchtegott Ziegler K J. (1893-1980), Realencyclopädie der classischen Altertumswissenschaft, Stuttgart .a↑ b↑
  3. Bernhardy, G. (1828), Dionysius Periegetes graece et latine cum vetustis commentariis et interpretationibus ex recensione et cum annotatione Godofredi Bernhardy, parts I-II, Leipzig.
  4. Κακριδῆς, Ἰ. Θ. (1986), Ελληνική Μυθολογία, Αθήνα .
  5. Roscher, W H. (1884-1937), Ausführliches Lexicon der griechischen und römischen Mythologie, Vols. I-IV and 4 Supplementa, Leipzig und Berlin .